Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. THOMAS LIOBAY DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ.αγωγής 369/2001, 23 Φεβρουαρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A26 ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής 369/2001 Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ., Εναγόντων και THOMAS LIOBAY DEVELOPMENTS LTD.,
- Ανδρέας Γ. Θωμά,
- Λοϊζος Γ. Θωμά, Εναγομένων. Ημερ.: 23 Φεβρουαρίου
- Για τους ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου. Για τους εναγομένους: κ. Α. Μαθηκολώνης. Αίτημα για αποδοχή μαρτυρίας βασιζομένης επί παρομοίων γεγονότων (similar fact evidence) ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κυρίως δίκη στην παρούσα αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο ενάγων χρηματοδοτικός οργανισμός, βασίζεται σε γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς, με την οποία ενοικίασε προς τους εναγομένους 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 εξοπλισμό και επίπλωση 19 διαμερισμάτων με δικαίωμα αγοράς. Ισχυρίζεται ότι λόγω συσσωρευθεισών καθυστερημένων δόσεων τις οποίες υποχρεούνταν να καταβάλουν και δεν κατέβαλαν οι εναγόμενοι 1, αναγκάσθηκε να τερματίσει τη συμφωνία και με την αγωγή του διεκδικεί την καταβολή ποσού εκ £185.630.56 σαν υπόλοιπο ενοικίου πλέον τόκους, διάταγμα για παράδοση των ενοικιασθέντων αντικειμένων και πώληση τους σε δημόσιο πλειστηριασμό, καθώς επίσης και διάταγμα για την εκποίηση έξι ενυπόθηκων ακινήτων των εναγομένων 1, τα οποία υποθηκεύτηκαν προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων. Οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε υπήρξαν ή κατέστησαν ιδιοκτήτες των επίδικων αντικειμένων, τα οποία πάντοτε ανήκαν στην εταιρεία Andreas G. Thomas & Brothers Estates Ltd. , στην οποία ανήκει το συγκρότημα ξενοδοχειακών διαμερισμάτων Laromme Hotel Apartments και κατείχοντο απ΄ αυτήν, εν γνώσει των εναγόντων. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν αποτελεί γνήσια και αληθινή συμφωνία ενοικιαγοράς τόσο για τον πιο πάνω λόγο όσο και διότι αυτή καταρτίστηκε με σκοπό τη χρηματοδότηση των εναγομένων 1 για την αγορά μετοχών στο Χ.Α.Κ. ΄Οτι επρόκειτο για εικονική και ψεύτικη συμφωνία ενοικιαγοράς, με την κάλυψη της οποίας οι ενάγοντες θα εξασφάλιζαν στους εναγομένους 1 τα αναγκαία κεφάλαια για αγορά μετοχών. Σύμφωνα πάντα με τους εναγόμενους, αυτή η διευθέτηση έγινε για να καταστρατηγήσει την περί τόκου νομοθεσία ή και την δημόσια πολιτική, και είναι εν πάση περιπτώσει παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη σαν αντικείμενη προς τη δημόσια πολιτική ή και την πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας. Στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο Μ.Ε.2 Ν.Σοφοκλέους, ο οποίος κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, υπηρετούσε σαν διευθυντής του καταστήματος των εναγόντων στη Λάρνακα. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του μάρτυρα, τέθηκαν προς αυτόν ερωτήσεις οι οποίες, όπως κατέστη φανερό, αποσκοπούσαν σε ένα κεντρικό σημείο. Στην εισαγωγή μέσα στη διαδικασία της δίκης, μαρτυρίας η οποία αφορά σε άλλες συμφωνίες ενοικιαγοράς, τις οποίες είχε συνάψει ο ενάγων χρηματοδοτικός οργανισμός με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Αυτές οι συμφωνίες κατέστησαν αντικείμενο έξι άλλων αγωγών που καταχωρήθηκαν στα Επαρχιακά Δικαστήρια Λάρνακας και Αμμοχώστου. Στην προσπάθεια του συνηγόρου των εναγομένων να εισαχθεί αυτού του είδους η μαρτυρία, υποβλήθηκε διαδοχικά ένσταση από το συνήγορο των εναγόντων, λόγω κυρίως της κατά τον ισχυρισμό έλλειψης οποιασδήποτε σχετικότητας με το κεντρικό επίδικο θέμα. ΄Οπως επίσης κατέστη φανερό με διευκρινίσεις οι οποίες ζητήθηκαν και δόθηκαν προς το Δικαστήριο, η προσπάθεια για εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας που αφορούσε άλλες περιπτώσεις ενοικιαγορών, δεν θα εξικνείτο σε ερωτήσεις προς τον Μ.Ε.2, αλλά θα εκτείνετο και στην παρουσίαση αντιγράφων των Κλητηρίων Ενταλμάτων και Καταλόγων Αντικειμένων στις άλλες αγωγές, είτε μέσω αυτού του μάρτυρα είτε αργότερα μέσω μαρτύρων των εναγομένων. Ενόψει της εκδηλωθείσας αυτής πρόθεσης των εναγομένων και των αντιρρήσεων οι οποίες προβλήθηκαν από τους ενάγοντες, κρίθηκε ορθό όπως οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποβάλουν τις παραστάσεις τους ως προς το αποδεκτό ή μη του συνόλου της προαναφερθείσας μαρτυρίας. Με αυτό σαν δεδομένο, με την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία κρίνεται το αποδεκτό ή μη της παρουσίασης σαν μαρτυρίας των ακόλουθων αποδεικτικών στοιχείων: α. Των αντιγράφων των Κλητηρίων Ενταλμάτων στις Αγωγές: 1537/02 Ε.Δ. Λάρνακας 673/02 Ε.Δ. Λάρνακας 189/02 Ε.Δ. Λάρνακας 2540/01 Ε.Δ. Λάρνακας 7/01 Ε.Δ. Αμμοχώστου 8/01 Ε.Δ. Αμμοχώστου β. Των αντιγράφων των Συμφωνιών Ενοικιαγοράς και Πινάκων Χρηματοδοτηθέντων Αντικειμένων ή Τιμολογίων που φέρονται να σχετίζονται με κάθε μια από τις πιο πάνω αγωγές. γ. Αντίγραφο ενός μη χρησιμοποιηθέντος δακτυλογραφημένου Πίνακα Χρηματοδοτηθέντων Αντικειμένων. δ. Μαρτυρία μέσω προφορικών ερωταπαντήσεων προς τον Μ.Ε.2 και/ή προς άλλους μάρτυρες, η οποία συσχετίζεται με τα θέματα τα οποία πραγματεύονται τα πιο πάνω έγγραφα και τα γεγονότα στα οποία αυτά αναφέρονται. Αγορεύοντας προς υποστήριξη του αιτήματος του για την αποδοχή των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων σαν μαρτυρίας, ο κ.Μαθηκολώνης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον κανόνα περί αποδοχής μαρτυρίας βασιζομένης επί γεγονότων παρομοίων με τα επίδικα (similar fact evidence). ΄Οπως εξήγησε, ο κεντρικός άξονας της υπεράσπισης των εναγομένων είναι ότι ο ενάγων - χρηματοδοτικός οργανισμός, μαζί με άλλες εταιρείες και οργανισμούς του συγκροτήματος της Λαϊκής Τράπεζας, προωθούσαν κατά τον ουσιώδη προς τις υπό αναφορά αγωγές χρόνο, τη μέθοδο της κατάρτισης εικονικών συμβολαίων ενοικιαγοράς αντικειμένων, συγκαλύπτοντας το στόχο της παραχώρησης δανείων σε ενδιαφερομένους για δύο βασικούς λόγους: α. Τη δυνατότητα χρέωσης των δανειοδοτουμένων με επιτόκια τα οποία κατά παράβαση της τότε ισχύουσας νομοθεσίας υπερέβαιναν το καθοριζόμενο όριο του 9%. β. Τη δυνατότητα παραχώρησης δανειοδότησης προς το σκοπό επενδύσεων σε μετοχές ή άλλες αξίες στο Χ.Α.Κ., δανειοδότησης η οποία ήταν παράνομη ή καθίστατο παράνομη συναλλαγή, επειδή αντιστρατεύετο τις σχετικές εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Σύμφωνα με τους εναγομένους, η επίδικη στην παρούσα αγωγή Συμφωνία ενοικιαγοράς, είχε γίνει στο πλαίσιο αυτής της τακτικής που ακολουθούσαν οι ενάγοντες και αδελφές εταιρείες και την οποία επέβαλλαν στους εναγομένους να την ακολουθήσουν. Τα προτεινόμενα σαν τεκμήρια έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία σχετίζονται με άλλες περιπτώσεις, αναφορά στις οποίες γίνεται στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης, κατά τις οποίες οι ενάγοντες είχαν ενεργήσει κατά τον ίδιο, παράνομο τρόπο. Σύμφωνα πάντα με το συνήγορο των εναγομένων, η ανασκόπηση της σχετικής με το θέμα νομολογίας και αυθεντιών, καταδεικνύει ότι τέτοιας φύσεως μαρτυρία είναι αποδεκτή για να υποβοηθήσει το δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων, υπό την προϋπόθεση ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή αναφέρεται είναι σχετικά και προσφέρονται προς απόδειξη των επίδικων θεμάτων και παρουσιάζουν μια έκδηλη ομοιότητα προς τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Επεξηγώντας την προτεινόμενη για εισαγωγή μαρτυρία, ο κ.Μαθηκολώνης δήλωσε ότι από τις προαναφερθείσες άλλες αγωγές, η μια έχει εκδικασθεί και στο πλαίσιο της εκδίκασης της είχε γίνει δεκτή μαρτυρία ως προς τις άλλες υποθέσεις πλην των δύο τελευταίων (πρόκειται για την αγωγή αρ. 2540/01 Λάρνακας). Οι υποθέσεις εκείνες έχουν έκδηλη ομοιότητα με την παρούσα αγωγή καθότι σ΄ αυτές αντί τιμολογίου χρησιμοποιήθηκε ένας Κατάλογος ίδιων αντικειμένων, εκτός από τις δύο τελευταίες, δεν υπάρχει προμηθευτής, και το έντυπο του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς δεν συνάδει με καθαρή πράξη ενοικιαγοράς. Ο αόριστος και ασαφής τρόπος αναφοράς στα αντικείμενα δείχνει ότι δεν ενδιέφερε τους ενάγοντες ο τύπος, αξία κλπ. των όποιων αντικειμένων, παρά μόνο η παροχή χρηματοδότησης με εξασφαλίσεις. Και οι έξι αυτές υποθέσεις αναφέρονται σε ενοικιαγορές, οι οποίες έγιναν κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο όπως και η επίδικη, ακολουθήθηκε σ΄ αυτές η ίδια διαδικασία, από το ίδιο κατάστημα και από τους ίδιους υπαλλήλους του οι τέσσερις πρώτες. Τα γεγονότα όλων μαζί αυτών των υποθέσεων καταδεικνύουν την εικονικότητα των συναλλαγών και θα υποβοηθήσουν το Δικαστήριο στην παρούσα αντιδικία, να διακριβώσει την αληθή φύση της συναλλαγής. Εναλλακτικά, αυτή η μαρτυρία μπορεί να γίνει δεκτή σαν μορφή αντικρουστικής μαρτυρίας, για να καταρρίψει δηλαδή τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι δεν προέβαιναν σε εικονικές συναλλαγές. Στη δική του αγόρευση ο κ.Ζαχαρίου για τους ενάγοντες, επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στη νομολογία, σύμφωνα με την οποία ακόμα και αν μια σύμβαση προέβλεπε για χρέωση επιτοκίου σε ποσοστό που υπερέβαινε το ανώτατο υπό του περί Τόκου Νόμου καθοριζόμενο, δεν θεωρείται παράνομη παρά μόνο δεν υπάρχει δυνατότητα είσπραξης του καθ΄ υπέρβαση τόκου. Σχολιάζοντας τις υπό αναφορά έξι άλλες αγωγές, τα γεγονότα των οποίων προτείνεται όπως εισαχθούν εδώ σαν μαρτυρία, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι απ΄ αυτές, η μια διευθετήθηκε και εξοφλήθηκε (η υπ΄ αρ. 189/02) ενώ από τις άλλες η μια εκδικάστηκε και τελεί υπό έφεση και οι υπόλοιπες εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον άλλων δικαστών του Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου, με τα ουσιώδη σ΄ αυτές γεγονότα να αμφισβητούνται. Δεν υπάρχει επομένως η δυνατότητα να ληφθούν εδώ υπόψη εκείνα τα γεγονότα σαν αποδεδειγμένα γεγονότα ώστε να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα. Σύμφωνα πάντα με το συνήγορο των εναγόντων, τα ουσιώδη γεγονότα στην παρούσα υπόθεση διαφοροποιούνται από εκείνα των προτεινομένων για παρουσίαση υποθέσεων. Εδώ, σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία, υπάρχει κατατεθειμένος Πίνακας Αντικειμένων, ο οποίος ετοιμάστηκε από τους ίδιους τους εναγομένους σε δικές τους κόλλες με τυπωμένο το όνομα που χρησιμοποιούν και πρόκειται για υπαρκτά αντικείμενα που περιγράφονται με όση δυνατή ακρίβεια θα μπορούσε να περιγραφούν. Υπάρχει υπαρκτό όνομα εμπόρου, και το ίδιο το γεγονός ότι τα αντικείμενα είναι υπαρκτά, δεν αμφισβητείται εδώ από τους εναγομένους, ούτε και αμφισβητείται το θέμα της ιδιοκτησίας τους. Επομένως τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης δεν έχουν ομοιότητα με εκείνα των άλλων υποθέσεων. Ο κ.Ζαχαρίου αναφέρθηκε περαιτέρω σε άλλη Κυπριακή νομολογία και αυθεντίες για να εισηγηθεί πως δεν υπάρχει καμιά παρανομία όταν κάποιος θέτει σε χρηματοδότηση περιουσιακά του στοιχεία και με τα χρήματα που εξασφαλίζει αγοράζει μετοχές, έστω και αν ο απώτερος στόχος ήταν εξ΄ αρχής η δανειοδότηση του. Ακόμα, οι προτεινόμενες για παρουσίαση σαν μαρτυρία συναλλαγές όπως και η επίδικη, μπορεί να έγιναν όλες σε μια περίοδο 4 - 5 μηνών, και από το ίδιο κατάστημα των εναγόντων με συμμετοχή των ιδίων υπαλλήλων. Αυτά όμως είναι γεγονότα που παρουσιάζουν μεταξύ τους έκδηλες ομοιότητες αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αναπόφευκτο να παρουσιαζόταν σε όλες τις συναλλαγές που έγιναν στη Λάρνακα από τους ενάγοντες. Τελικά, ο κ.Ζαχαρίου δήλωσε ότι η ένσταση των εναγόντων προβάλλεται τόσο εναντίον της αποδοχής της προτεινόμενης έγγραφης μαρτυρίας σαν τεκμηρίων στην παρούσα υπόθεση, όσο και εναντίον της αποδοχής της παρουσίασης της σαν στοιχείων προς αναγνώριση, καθότι κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο αφού δεν μπορούν να παρουσιαστούν σαν τεκμήρια. Ο κανόνας περί της αποδοχής μαρτυρίας βασιζόμενης επί παρομοίων γεγονότων (similar fact evidence) είναι κανόνας ο οποίος εκπηγάζει από το κοινοδίκαιο και έτυχε αναγνώρισης τόσο σε ποινικές όσο και σε αστικές υποθέσεις. Αρχικά στην Αγγλία και αργότερα στην Κύπρο, όπου υιοθετήθηκαν οι καθιερωθείσες αρχές του Αγγλικού δικαίου μέσα στην Κυπριακή νομολογία. Στην ίδια την Αγγλία, το όλο θέμα της αποδοχής τέτοιας φύσεως μαρτυρίας, εξετάσθηκε πολύ πρόσφατα από τη δικαστική επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση της στην υπόθεση Ο΄Brien v. Chief Constable of South Wales Police [2005] UKHL 26 ημερ. 28.4.2005 /
(2005)2 All E.R.
- Παραπομπή στην πρόσφατη αυτή Αγγλική απόφαση και ανάλυση της γίνεται στην ενδιάμεση απόφαση του αδελφού δικαστή Τ.Οικονόμου, Α.Ε.Δ. που είχε δοθεί στο πλαίσιο της ήδη εκδικασθείσας αγωγής αρ. 1457/99, στις 2.12.
- Κατά την άποψη μου, η απόφαση στην υπόθεση Ο´Brien (ανωτέρω) είναι η πιο σημαντική αυθεντία επί του θέματος, αφού σ΄ αυτήν γίνεται μια ευρύτατη ανασκόπηση των πιο σημαντικών αποφάσεων αλλά και συγγραμμάτων που ασχολήθηκαν με το θέμα και μέσω αυτών αναδύεται η εξελικτική πορεία την οποία ακολούθησε μέσω των ετών. Στην ίδια την υπόθεση Ο´Brien, ο ενάγων καταχώρησε αγωγή εναντίον του εναγομένου - αστυνομικού διευθυντού, για παράνομη πράξη ενώ ασκούσε δημόσιο αξίωμα και για κακόβουλη δίωξη. Ο ενάγων είχε καταδικασθεί για φόνο κατά το 1988 και εξέτισε 11 χρόνια στη φυλακή. Αθωώθηκε, όμως, από το Εφετείο και ισχυριζόταν ότι η υπόθεση εναντίον του ήταν «στημένη» από την αστυνομία. Συγκεκριμένα, ότι κατά τη διερεύνηση του αδικήματος και τη δίωξη του, κατονομαζόμενα αστυνομικά όργανα είχαν χρησιμοποιήσει μεθόδους οι οποίες ήσαν καταπιεστικές, δόλιες και αντιδεοντολογικές. Για να επιτύχει στην αγωγή του, ο ενάγων θα έπρεπε ασφαλώς να αποδείξει καθαρά ότι ο ίδιος και συγκατηγορούμενοι του έτυχαν αυτής της συμπεριφοράς. Προς το σκοπό τούτο, επιδίωξε να προσκομίσει και μαρτυρία η οποία έτεινε να καταδείξει ότι τα ίδια αστυνομικά όργανα, είχαν σε δύο άλλες υποθέσεις εναντίον τρίτων προσώπων, μεταχειρισθεί τις ίδιες ή παρόμοιες μεθόδους για να οδηγήσουν σε δίκη και να εξασφαλίσουν παραδοχές και καταδίκες. Μια τέτοια μαρτυρία, όπως λέχθηκε, θα καθιστούσε τη θέση του πιό ισχυρή ή με άλλα λόγια, το επίδικο στην αγωγή θέμα που έχρηζε απόδειξης, θα καθίστατο πιο προφανές. ΄Οπως πολύ ορθά εντοπίζεται στην απόφαση εκείνη, το θέμα της αποδεκτότητας μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων είναι συχνά αντικείμενο αντιπαράθεσης και παραμένει μια αβέβαιη πτυχή του δικαίου τόσο σε ποινικές όσο και σε αστικές υποθέσεις. Παραμένει ταυτόχρονα μεγάλης σημασίας κάποτε καθοριστικής, σε μια υπόθεση. ΄Οπως τονίζεται στην προαναφερθείσα απόφαση, δύο βασικοί κανόνες πολιτικής διέπουν το όλο θέμα:
- ΄Οτι τέτοιας φύσεως μαρτυρία δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή εάν είναι πιθανόν να δημιουργήσει παράλογη, δυσμενή επίδραση η οποία υπερισχύει της αποδεικτικής αξίας, την οποία λογικά έχει η μαρτυρία. ΄Οτι τέτοιας φύσεως μαρτυρία δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή εκεί όπου η αποδεικτική της αξία δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να δικαιολογεί την περιπλοκότητα την οποία θα προσθέσει στη δίκη. Στην ίδια την υπόθεση O´Brien (ανωτέρω) τελικά επικυρώθηκε τόσο η απόφαση του Εφετείου όσο και του πρωτόδικου δικαστηρίου με τις οποίες είχε γίνει αποδεκτή μαρτυρία επί των προαναφερθέντων παρόμοιων γεγονότων. Στην απόφαση γίνεται ειδικότερη αναφορά σε άλλες αποφάσεις - σταθμούς επί του ιδίου ζητήματος που είχαν προηγηθεί και σε αυθεντίες όπως είναι: Μetropolitan Asylum District Managers v. Hill [1882] 47 LT 29, R. v. Boardman [1972] AC 421, Makin v. Attorney General for N.S.W. [1894] AC 57, "Similar Facts after Boardman": L.H.Hoffmann [1975] 91 LQR 193, R. v. Kilbourn [1973] AC 729, DPP v. P. [1990] 93 Cr. App. R. 267, R. v. Edwards [1991] 1 W.L.R. 207, Mood Music Publishing Co. Ltd. v. De Wolfe Ltd [1976] Ch. 119, Berger v. Raymond Sun Ltd [1984] 1 W.L.R. 625). Προτού τελειώσω την εκτενή αναφορά μου σε θέματα που θίγηκαν και εξετάστηκαν στην υπόθεση Ο΄Brien (ανωτέρω), θα πρέπει να εντοπίσω και κάποιους κινδύνους στους οποίους έστρεψε την προσοχή του το Δικαστήριο και τους οποίους ασφαλώς θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κάθε δικαστήριο που έχει να αποφασίσει ένα τέτοιο θέμα: Ο ένας κίνδυνος έγκειται στο ότι η αποδοχή μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων, δυνατό να στρεβλώσει τη δίκη και να δημιουργήσει περισπασμούς στην προσοχή του κριτή των γεγονότων, με το να εστιάζεται η προσοχή του σε θέματα περιφερειακά του επίδικου. ΄Αλλος κίνδυνος ο οποίος επικρέμαται, είναι αυτός που αναφέρεται στην επιβάρυνση που θα εναποτεθεί στην αντίδικη πλευρά. Επιβάρυνση από απόψεως χρόνου, εξόδων, επιμήκυνσης της δίκης κλπ. Επανερχόμενος στα γεγονότα που συνθέτουν την προτεινόμενη μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ τα εξής: Η μαρτυρία αυτή η οποία αναφέρεται σε συμβάσεις τις οποίες είχε συνάψει ο ενάγων χρηματοδοτικός οργανισμός με άλλα πρόσωπα, κατά την άποψη μου δεν θα μπορούσε ή έπρεπε να γίνει αποδεκτή για πολλούς και διάφορους λόγους τους οποίους θα παραθέσω στη συνέχεια: Η ίδια η φύση των προτεινομένων προς παρουσίαση εγγράφων. ΄Οπως έχει προαναφερθεί, τα επτά συνολικά έγγραφα που επιχειρούν να παρουσιάσουν οι εναγόμενοι συνίστανται από αντίγραφα Κλητηρίων Ενταλμάτων σε άλλες αγωγές εναντίον άλλων προσώπων σε σχέση με διεκδικήσεις που προκύπτουν από συναφθείσες συμφωνίες ενοικιαγοράς καθώς επίσης και Πίνακες Χρηματοδοτηθέντων Αντικειμένων. Οι αγωγές αυτές βρίσκονται σε εκκρεμότητα ενώπιον άλλων δικαστών πλην μιας ή οποία έχει εκδικασθεί και άλλης η οποία έχει αποσυρθεί. Πραγματικά, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς είναι που θα μπορούσε ένα Κλητήριο ΄Ενταλμα να συνιστά εν πάση περιπτώσει, στοιχείο μαρτυρίας προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του. Πώς θα μπορούσε να συνιστά το όχημα, τον αγωγό μέσω του οποίου θα μπορούσε να διοχετευθεί στο δικαστήριο μαρτυρία προς απόδειξη οποιουδήποτε επίδικου θέματος. Η εξέταση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κατατείνει προς ένα κεντρικό συμπέρασμα: ΄Οτι στα δικόγραφα (Κλητήριο ΄Ενταλμα ειδικά οπισθογραφημένο ή μη, ΄Εκθεση Απαίτησης, ΄Εκθεση Υπεράσπισης κλπ.) περιέχονται και μπορούν μόνο να περιέχονται ισχυρισμοί γεγονότων και όχι μαρτυρία. Η προσαγωγή μαρτυρίας γίνεται κατά τη διάρκεια της δίκης και ασφαλώς μέσα στο πλαίσιο της αγωγής στην οποία αναφέρονται τα δικόγραφα, και προς το σκοπό της απόδειξης των ισχυρισμών που αναφέρονται σ΄ αυτά. Σε όλα δε τα στάδια πριν από την τελική απόφανση του δικαστηρίου με την εξαγωγή ευρημάτων, τα περιεχόμενα των δικογράφων παραμένουν ισχυρισμοί και όχι γεγονότα. Ισχυρισμοί μάλιστα οι οποίοι δεν μεταφέρονται στο δικαστήριο ενόρκως ή υπό άλλη αποδεκτή μορφή μαρτυρίας. Υπενθυμίζεται ότι και στην υπόθεση Ο΄Brien (ανωτέρω) στην οποία κρίθηκε αποδεκτή η μαρτυρία ως προς γεγονότα που σχετίζονται με δύο άλλες υποθέσεις, η εισαγωγή της μαρτυρίας δεν επρόκειτο να γίνει με οποιοδήποτε έγγραφο αλλά θα εκαλούντο σαν μάρτυρες γεγονότων οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι και πρόσωπα που είχαν βιώσει τα γεγονότα. Περαιτέρω, επρόκειτο εκεί για δύο υποθέσεις, στις οποίες οι εκδικάσεις είχαν συμπληρωθεί, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ΄ έφεση. Αντίθετα, εδώ, πρόκειται για υποθέσεις των οποίων η εκδίκαση ανατέθηκε σε άλλους δικαστές και εκκρεμεί, βρισκόμενη υπό αντιπαράθεση και χωρίς κανένα στοιχείο, έγγραφο ή ισχυρισμός να θεωρείται σαν αποδεκτό ή εξακριβωθέν γεγονός.
- Η πολλαπλότητα των διαδικασιών, η προκληθησόμενη περιπλοκή και επιμήκυνση της διαδικασίας Με δεδομένη την έντονη αντιπαράθεση, η οποία διαπιστώνεται να υπάρχει μεταξύ των παρόντων διαδίκων κατά τη διεξαγωγή της δίκης και της ίδιας έντασης αντιπαράθεση η οποία αναμένεται να εκδηλωθεί στο πλαίσιο των άλλων παρόμοιας φύσεως υποθέσεων, είναι χωρίς αμφιβολία το γεγονός ότι η τυχόν εισαγωγή στη δίκη στην παρούσα υπόθεση των προτεινόμενων ή οποιωνδήποτε παρεμφερών τους στοιχείων, θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου. Θα πρέπει να ακουσθεί μαρτυρία σε σχέση με τον τρόπο που ενήργησαν οι ενάγοντες στις άλλες περιπτώσεις, θα πρέπει να διερευνηθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η κάθε μια συναλλαγή και θα πρέπει να προβληθούν οι εκδοχές και των δύο πλευρών σε θέματα όπως είναι η κατ΄ ισχυρισμόν ταυτοσημία καταλόγων αντικειμένων, η ανυπαρξία των ίδιων των αντικειμένων κλπ. Θα πρέπει δε, αναπόφευκτα, να γίνουν τελικά από το παρόν Δικαστήριο κάποια ευρήματα και συμπεράσματα ως προς γεγονότα που είναι επίδικα στις άλλες αγωγές οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον άλλων δικαστών. ΄Ολα αυτά, προβλέπεται ότι θα προκαλέσουν, αν όχι την πλήρη απώλεια ελέγχου της παρούσας διαδικασίας, την περιπλοκή των επίδικων θεμάτων και την επιμήκυνση της δίκης σε βαθμό άγνωστο αλλ΄ εμφανώς αδικαιολόγητο υπό τις περιστάσεις.
- Η έλλειψη ικανοποιητικής σχετικότητας προς τα επίδικα θέματα και η υπολογιζόμενη ισχύς και αξία προτεινόμενης μαρτυρίας σε συσχετισμό με τις επιπτώσεις από την εισαγωγή της ΄Οπως έχει έντονα προβληθεί σαν λόγος που συνηγορεί υπέρ της σχετικότητας της προτεινόμενης μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα, κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων σε όλες τις άλλες αγωγές, υπάρχει ένα κοινό, σημαντικό στοιχείο: Πρόκειται για το γεγονός ότι στις συμφωνίες ενοικιαγοράς, οι οποίες συνάφθηκαν, τα παρουσιαζόμενα σαν υπό χρηματοδότηση αντικείμενα, ήσαν τα ίδια, γι΄ αυτά χρησιμοποιήθηκε πανομοιότυπος κατάλογος και σε όλες τις περιπτώσεις τα αντικείμενα ήσαν ανύπαρκτα και επομένως η συναλλαγή ήταν εικονική. Σε σχέση με τούτο, θα πρέπει να παρατηρήσω, συμφωνώντας με το συνήγορο των εναγόντων, ότι τα επίδικα θέματα ή έστω το κεντρικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι πολύ διαφορετικό. Η εικόνα η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής, μέσω των δικογράφων, των ήδη κατατεθέντων εγγράφων - τεκμηρίων και της διά ζώσης μαρτυρίας, είναι σημαντικά διαφορετική από την προαναφερθείσα. Η κατ΄ ισχυρισμόν «εικονικότητα» εδώ της συναλλαγής φαίνεται να καταλογίζεται στους διαδίκους σαν αποτέλεσμα συμπεριφοράς, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες και σε συνεργασία με άλλους οργανισμούς που ανήκουν στο ίδιο συγκρότημα, εξώθησαν και συνέπραξαν με τους εναγόμενους στη «μεταμφίεση» κάποιας απαγορευμένης άμεσα συναλλαγής ενδύοντας την με τον μανδύα άλλης, φαινομενικά νόμιμης συναλλαγής. Εδώ, δεν φαίνεται να αμφισβητείται η ύπαρξη των χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων. Δεν φαίνεται να αμφισβητείται η κυριότητα τους μέσω των παρουσιασθέντων εγγράφων των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων. Το εάν με κάποια έμμεσα μέτρα που έλαβαν και έγγραφα που κατάρτισαν οι διάδικοι παραβίασαν πρόνοιες της κειμένης νομοθεσίας ή αρχές δημόσιας πολιτικής κλπ., φαίνεται να είναι το ουσιαστικό ζήτημα που εγείρεται εδώ. Κατά πόσο η τελική επίτευξη του στόχου της χρηματοδότησης για ένα συγκεκριμένο σκοπό διάθεσης των χρημάτων, ήταν μια εξέλιξη κατά την οποία όχι μόνο δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι «ο σκοπός αγίασε τα μέσα», αλλ΄ αντίθετα ο απαγορευμένος σκοπός μίασε και τα χρησιμοποιηθέντα μέσα, νόμιμα ή μη. Με αυτή την έννοια, δεν φαίνεται να υπάρχει ικανοποιητικός συσχετισμός μεταξύ των θεμάτων που πραγματεύεται η προτεινόμενη μαρτυρία και του κεντρικού επίδικου ζητήματος στην παρούσα αγωγή. Κατ΄ επέκταση, με τον χαλαρό γενικότερο τρόπο που ενδεχόμενα να συνδέονται τα δυο, δεν μπορεί να λεχθεί ότι, αν επιτρέπετο η εισαγωγή τους, η αποδεικτική τους αξία θα ήταν τέτοια ώστε να υπερφαλαγγίσει τις δυσμενείς και αχρείαστα σοβαρές επιπτώσεις που προβλέπεται ότι θα προκαλέσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η προτεινόμενη μαρτυρία, όπως την έχω περιγράψει στην αρχή της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή και αυτή η κατάληξη αναφέρεται τόσο σε έγγραφη μαρτυρία όσο και προφορική μέσω αυτού του μάρτυρα ή άλλων μαρτύρων. Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο