← Κύπρος

Αχιλλέας Α. Βουγιουκλάκης Λτδ ν. Βάσος Πάρμας, Αρ. Αγωγής: 2974/04, 09.03.2006

Αχιλλέας Α. Βουγιουκλάκης Λτδ ν. Βάσος Πάρμας, Αρ. Αγωγής: 2974/04, 09.03.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2974/04 Μεταξύ: Αχιλλέας Α. Βουγιουκλάκης Λτδ, από την Σκαρίνου Ενάγοντα και Βάσος Πάρμας, από τα Λειβάδια Εναγόμενου Ημερομηνία: 09.03.2006 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα εταιρεία: κα A. Πηλείδου Για τον εναγόμενο: κ. Ν. Νικηφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας εταιρείας εναντίον του εναγόμενου είναι για το ποσό των Λ.Κ.600 πλέον τόκους, ποσό το οποίο η ενάγουσα εταιρεία κατ΄ ισχυρισμό δάνεισε στον εναγόμενο καταβάλλοντας το με δύο επιταγές στις 06.05.03 για ποσό Λ.Κ.400 και στις 28.05.03 για ποσό Λ.Κ.200 μετά από παράκληση του και με τη ρητή ανάληψη υποχρέωσης από αυτόν να το επιστρέψει εντός εύλογου διαστήματος και /ή μέχρι τέλη Ιουνίου

  1. Ο εναγόμενος αρνείται μέχρι σήμερα να επιστρέψει το ποσό αυτό Ο εναγόμενος αρνείται ουσιαστικά όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρείας και στην υπεράσπιση του προβάλλει τη θέση ότι διατηρούσε φιλική σχέση με τον εκ των Διευθυντών της ενάγουσας εταιρείας, Αχιλλέα Βουγιουκλάκη, τον οποίο και δάνεισε με το ποσό των Λ.Κ.600 σε μετρητά για προσωπικές του ανάγκες και το οποίο ο Αχιλλέας Βουγιουκλάκης συμφώνησε να του αποπληρώσει σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε τις δύο επιταγές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης αλλά ισχυρίζεται ότι οι επιταγές αυτές ήταν για εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.600 που δάνεισε στον κ. Βουγιουκλάκη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε για καθαρά εκδικητικούς σκοπούς επειδή προέκυψε επαγγελματική διαφορά μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και των παιδιών της δεύτερης συζύγου του εναγόμενου από την Βουλγαρία τα οποία είχαν εργοδοτηθεί από την ενάγουσα. Η ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες, τον εκ των Διευθυντών της Αχιλλέα Βουγιουκλάκη, ΜΕ1 και την επίσης Διευθύντρια της Αγγέλα Βουγιουκλάκη, ΜΕ2, ενώ ο εναγόμενος έδωσε ο ίδιος μαρτυρία. Ο ΜΕ1 ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα αναφέρει στο δικόγραφο του. Ανέφερε ότι ήταν φίλος με τον εναγόμενο ο οποίος του ζήτησε δανεικά όταν θα γεννούσε η δεύτερη σύζυγος του. Ο ίδιος του έδωσε δύο επιταγές της ενάγουσας εταιρείας, στις 06.05.03 και 28.05.03 για ποσά Λ.Κ.400 και Λ.Κ.200 αντίστοιχα. Ο εναγόμενος είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε τα χρήματα μέχρι το τέλος Ιουνίου του
  2. Είπε ότι ο ίδιος βρίσκεται σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση, το ίδιο και η ενάγουσα εταιρεία και δεν είχε κανένα λόγο να ζητήσει δανεικά ο ίδιος από τον εναγόμενο. Δέχτηκε ότι εργοδότησε τα παιδιά της δεύτερης συζύγου του εναγόμενου που ήταν από την Βουλγαρία και ότι η συνεργασία τους λύθηκε αλλά δεν δέχτηκε ότι επειδή προέκυψε εργατική διαφορά μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και τα παιδιά της δεύτερης συζύγου του εναγόμενου για την οποία η ενάγουσα εταιρεία κλήθηκε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και γι΄ αυτό καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Δεν δέχτηκε επίσης την υποβολή ότι ζήτησε από τον εναγόμενο χρήματα για να μεταβεί στην Ελλάδα και κατόπιν στη Βουλγαρία για προσωπικούς του λόγους κρυφά από την γυναίκα του και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τον εναγόμενο. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι ο εναγόμενος κατήγγειλε την ενάγουσα εταιρεία ότι δεν πλήρωνε κανονικά τους μισθούς των παιδιών της δεύτερης συζύγου του τα οποία και είχε εργοδοτήσει αφού προηγουμένως πήγε και πήρε τα παιδιά από την εργασία τους εντελώς απροειδοποίητα και προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο τους λόγους που σημειώθηκε αυτή η εκκρεμότητα. Δέχτηκε τελικά κατά την αντεξέταση της ότι κλήθηκε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου και υποχρεώθηκε να καταβάλει στα παιδιά τους μισθούς τους. Δέχτηκε επίσης ότι στενοχωρήθηκε και θύμωσε με τον εναγόμενο για αυτή του τη πράξη αλλά επέμενε ότι δεν καταχώρησε την παρούσα αγωγή εκδικητικά. Αναφορικά με το θέμα του δανεισμού είπε ότι ήταν η ίδια που υπέγραψε τις δύο επιταγές για Λ.Κ.400 και Λ.Κ.200 αντίστοιχα, ότι τις δύο επιταγές τις έδωσαν στον εναγόμενο στο σπίτι τους και ότι ο λόγος που ζήτησε δανεικά ο εναγόμενος ήταν για την εγκυμοσύνη της δεύτερης γυναίκας του και να αγοράσει μοτόρα για το γιο του από τον πρώτο του γάμο "για να τον καλοπιάσει". Είπε ότι ουδέποτε ο σύζυγος της, ΜΕ1, θα δανειζόταν λεφτά από τον εναγόμενο γιατί έχει δικό του προσωπικό ανεξέλεγκτο λογαριασμό τον οποίο η ίδια δεν ελέγχει καθόλου και αν ήθελε να κάνει κάτι για προσωπικούς του σκοπούς μπορούσε. Αρνήθηκε ότι τη συγκεκριμένη περίοδο ο σύζυγος της ταξίδεψε στο εξωτερικό, είτε στην Ελλάδα είτε στη Βουλγαρία και κατέθεσε προς τούτο το διαβατήριο του συζύγου της ως Τεκμήριο 1 και είπε ότι ήταν η ίδια που πήγε στη συγκεκριμένη έκθεση και κατέθεσε σχετικά το δικό της διαβατήριο ως τεκμήριο
  3. Δεν δέχτηκε τις υποβολές ότι ήταν η ίδια που επέμενε να καταχωρηθεί η αγωγή για εκδικητικούς λόγους και ο άντρας της την φοβήθηκε και συγκατατέθηκε αναφέροντας ότι ο σύζυγος της κάνει ότι θέλει, δεν τη φοβάται ούτε και τον ελέγχει σε ότι κάνει. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν φίλος με τον ΜΕ1 με τον οποίο συναντήθηκαν τυχαία στο Δικαστήριο Λάρνακας περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2002 και ο ΜΕ1 του ζήτησε να τον δανείσει Λ.Κ.1000 για προσωπικούς του λόγους. Ο ίδιος δεν είχε τόσα λεφτά, του είπε ότι είχε περίπου Λ.Κ.600 τις οποίες είχε αποταμιεύσει για να παντρευτεί, θα παντρευόταν σε λίγες μέρες την δεύτερη του σύζυγο, τις οποίες και του έδωσε. Του ανέφερε τότε ότι η δεύτερη του σύζυγος έχει δύο παιδιά στη Βουλγαρία τα οποία είναι ορφανά από πατέρα και τον ρώτησε κατά πόσο θα μπορούσε να τα εργοδοτήσει στην εταιρεία του. Όντως ο ΜΕ1 κανόνισε και ήρθαν στην Κύπρο τα παιδιά περί τον Μάιο του 2003 και εργοδοτήθηκαν στην εταιρεία του. Υπήρξε επαγγελματική διαφορά, συγκεκριμένα δεν καταβάλλονταν από την ενάγουσα κανονικά οι μισθοί τους και ο ίδιος τους απομάκρυνε από το χώρο εργασίας τους και μετέβη στο Γραφείο Εργασίας του Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπου και κατάγγειλε την υπόθεση. Ήταν η θέση του ότι επειδή η σύζυγος του ΜΕ1 θύμωσε πολύ που κατάγγειλε την εταιρεία τους αποφάσισε να τον εκδικηθεί γι΄ αυτό και προέτρεψε τον ΜΕ1 να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή καθαρά για εκδικητικούς λόγους. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε δανείστηκε χρήματα ο ίδιος από τον ΜΕ1 ή την ενάγουσα εταιρεία και ότι όλη αυτή η ιστορία είναι κατασκευασμένη. Οι δύο επιταγές που παραδέχεται ότι έλαβε από την ενάγουσα εταιρεία και τις οποίες παραδέχτηκε ότι υπέγραψε η ΜΕ2 του δόθηκαν για να αποπληρωθεί το δάνειο των Λ.Κ.600 που ο ίδιος είχε κάνει στο ΜΕ
  4. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι εκτός από την συγκεκριμένη περίσταση ούτε ο ίδιος ξαναδάνεισε λεφτά στο ΜΕ1 αλλά ούτε και δανείστηκε ποτέ χρήματα από αυτόν. Είπε ότι ουδέποτε καθόρισαν με την ΜΕ1 ημερ. επιστροφής των χρημάτων γιατί του είχε πλήρη εμπιστοσύνη, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο ΜΕ1 ήθελε τα χρήματα για να πάει να επισκεφτεί φιλενάδα του στη Ρουμανία, όπως είχε υποβληθεί επανειλημμένα από τον συνήγορο του προς τον ΜΕ1, και ότι δεν ήθελε να κάνει κακό στον ΜΕ1 γι΄ αυτό και πήγε στο Τμήμα Εργασίας για τη διαφορά που προέκυψε και δεν τον είχε καταγγείλει στο Λειτουργό Μετανάστευσης. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τους τρεις μάρτυρες που έδωσαν προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Η εκδοχή του ΜΕ1 και της ΜΕ2 αν και υπήρξαν μεταξύ τους κάποιες αντιφάσεις αναφορικά με το χώρο και χρόνο που δόθηκαν οι επιταγές και τα άτομα που ήταν παρόντα όταν αυτές δόθησαν, ήταν πολύ πιο πειστική από αυτή του εναγόμενου ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ότι δάνεισε στον ΜΕ1 και μάλιστα χωρίς να καθοριστεί η ημερομηνία επιστροφής του ποσού τα χρήματα που είχε μαζέψει για τον επικείμενο γάμο του με την δεύτερη του σύζυγο και ο οποίος θα γινόταν λίγες μέρες μετά. Επίσης η κύρια γραμμή της υπεράσπισης του όπως αυτή προωθήθηκε και από το συνήγορο του ότι δηλαδή τα χρήματα τα δάνεισε στον ΜΕ1 για να μεταβεί ο ΜΕ1 από γεωργική έκθεση στην Ελλάδα στη Ρουμανία για να συναντήσει φιλενάδα του κρυφά από την σύζυγο του, ΜΕ2, έχει καταρρεύσει τόσο από την ίδια τη μαρτυρία του που είπε "ήταν παλιές οι κουβέντες τούτες, δεν ξέρω ακριβώς το λόγο που ήθελε τα χρήματα, πήγαινε πολλά ταξίδια" όσο και από τη μαρτυρία της ΜΕ2 η οποία απέδειξε και με σχετικά τεκμήρια (τα τεκμήρια 1 και 2) ότι την επίδικη περίοδο ο σύζυγος της δεν μετέβηκε σε έκθεση στο εξωτερικό και ότι ήταν η ίδια που πήγε στην συγκεκριμένη έκθεση. Επίσης η ΜΕ2 ήταν πολύ πειστική στο Δικαστήριο ότι ο σύζυγος της, ΜΕ1, διατηρεί προσωπικό λογαριασμό τον οποίο χειρίζεται ανεξέλεγκτα όπως ο ίδιος θέλει και ότι ήταν ενήμερη για κάποιες εξωσυζυγικές δραστηριότητες του συζύγου της. Όντως η ΜΕ2 ήταν ολοφάνερο ότι είχε θυμώσει με τον εναγόμενο για την καταγγελία στην οποία ο ίδιος προέβηκε εναντίον της εταιρείας τους σε σχέση με την εργοδότηση των δύο παιδιών της συζύγου του εναγόμενου. Μπορεί όντως να παρακινήθηκε στην καταχώρηση της αγωγής λόγω της συναισθηματικής της φόρτισης, όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η καταχώρηση της παρούσας αγωγής ως εκδικητική, υπό την έννοια δηλαδή ότι καταχωρήθηκε χωρίς να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα με μόνο στόχο να ταλαιπωρηθεί ο εναγόμενος. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα προς εξέταση είναι η μοναδική απομείνασα υπεράσπιση του εναγόμενου ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά σχέση με την ενάγουσα εταιρεία ούτε και δανείστηκε ή δάνεισε σε αυτή οποιοδήποτε ποσό καθώς σύμφωνα με τη θέση του η οποιαδήποτε τυχόν δοσοληψία είχε ήταν με τον ΜΕ1 υπό την προσωπική του ιδιότητα και όχι ως Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με τον οποίο και διατηρούσαν φιλική σχέση. Είναι καλά νομολογημένο και αποτελεί μια από τις κυριότερες αρχές του εταιρικού δικαίου ότι μια εταιρεία είναι ξεχωριστή νομική οντότητα από τους Διευθυντές της. Η αρχή αυτή καθορίσθηκε από τον 19ο αιώνα στην υπόθεση Salomon v. Salomon & Co.

(1897)A.C. 22, απόφαση του House of Lords. Στο σύγγραμμα Gower and Davies' Principles of Modern Company Law, 7η έκδοση, στη σελ. 27 αναφέρονται τα ακόλουθα "The fundamental attribute of corporate personality - from which indeed all the other consequences flow - is that the corporation is a legal entity distinct from its members. Hence it is capable of enjoying rights and of being subject to duties which are not the same as those enjoyed or borne by its members. In other words, it has "legal personality" and is often described as an artificial person in contrast with a human being, a natural person." Αυτές οι αρχές έχουν αναγνωριστεί και είναι μέρος και του εταιρικού δικαίου στην Κύπρο. Αναφέρω ενδεικτικά την απόφαση Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 C.L.R. 182 και την υπόθεση Michaelides v. Hickman
(1988)1 C.L.R.
  1. Επομένως είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της παρούσας αγωγής η απάντηση στο ερώτημα ποιος έχει δανείσει χρήματα στον εναγόμενο. Αν η κατάληξη είναι ότι τα χρήματα τα έχει δανείσει ο ΜΕ1 υπό την προσωπική του ιδιότητα τότε βεβαίως η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της αγωγής παρά την αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με τα γεγονότα και τις περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκαν τα χρήματα στον εναγόμενο. Βεβαίως, εντελώς διαφορετική θα είναι η κατάληξη σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι τα χρήματα δάνεισε στον εναγόμενο η ενάγουσα εταιρεία. Είναι παραδεκτό ότι τα χρήματα δόθηκαν με δύο επιταγές της ενάγουσας εταιρείας και ότι ο εναγόμενος έχει εξαργυρώσει τις εν λόγω επιταγές. Από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 προκύπτει ότι οι επιταγές δόθηκαν στον εναγόμενο στο σπίτι των ΜΕ1 και ΜΕ2 και ότι τις επιταγές υπέγραψε η ΜΕ2 μετά που το ζήτησε ο ΜΕ1 ο οποίος και συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία των επιταγών. Από αυτό εξάγεται ότι τη στιγμή που ο εναγόμενος έπαιρνε τα χρήματα γνώριζε πολύ καλά ότι τα χρήματα του τα δάνειζε η ενάγουσα εταιρεία και όχι ο ΜΕ1 προσωπικά γι΄ αυτό και εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε τυχόν δοσοληψία είχε με τον ΜΕ1 αυτή ήταν υπό τη προσωπική ιδιότητα του μόνο. Είναι γεγονός ότι τα χρήματα τα ζήτησε από τον ΜΕ1 όμως ο ΜΕ1 ενεργούσε ως εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας όπως φάνηκε αφού την ίδια στιγμή που παραχωρήθηκε το δάνειο δόθηκε από την εναγόμενη εταιρεία. Ως εκ των ανωτέρω η ενάγουσα εταιρεία έχει αποδείξει εναντίον του εναγόμενου την αξίωση της που είναι για ποσό Λ.Κ.
  2. Η ενάγουσα διεκδικεί τόκο 8,5% από 30.06.03 σύμφωνα με τη παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης της. Δεν έχει όμως αποδειχτεί ότι έγινε οποιαδήποτε συμφωνία αναφορικά με τόκους μεταξύ των μερών. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι θα γινόταν η αποπληρωμή των εν λόγω ποσών μέχρι το τέλος του Ιούνη του 2003 αλλά δεν ανέφερε τίποτα για τόκο. Η ΜΕ2 δεν ανέφερε τίποτε ούτε για το τόκο αλλά ούτε και για την ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου. Ούτε και έχει αποδειχθεί από την ενάγουσα εταιρεία ότι πληρώνει τόκο 8,5% στις Τράπεζες σε σχέση με τα δάνεια της. Με βάση τα πιο πάνω ο τόκος που θα επιδικαστεί είναι ο τρέχων τόκος που είναι 8% και όχι 8,5% όπως διεκδικεί η ενάγουσα. Η ημερομηνία αποπληρωμής του ποσού σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν το τέλος Ιουνίου του 2003, ο ΜΕ1 είπε ότι περίμενε έξι μήνες για να ανταποκριθεί ο εναγόμενος στις τηλεφωνικές του οχλήσεις για επιστροφή του ποσού και μετά έδωσε οδηγίες για καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Κρίνω ότι με αυτές του τις ενέργειες ο ΜΕ1 δεν θεωρούσε ότι η ημερομηνία τέλος Ιουνίου του 2003 ήταν ουσιώδης για την αποπληρωμή του δανείου και επομένως εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για ποσό Λ.Κ. 600 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και εναντίον του εναγόμενου τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /X.X. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.