← Κύπρος

Κατερίνα Παττίχη ν. Λιλιάνα Αριστοτέλους, Αρ. Αγωγής: 1013/05, 20.03.2006

Κατερίνα Παττίχη ν. Λιλιάνα Αριστοτέλους, Αρ. Αγωγής: 1013/05, 20.03.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1013/05 Μεταξύ: Κατερίνα Παττίχη, από τη Λάρνακα Ενάγουσα και Λιλιάνα Αριστοτέλους, από τη Λάρνακα Εναγόμενη Ημερομηνία: 20.03.2006 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. A. Μισός Για την εναγόμενη: κ. Α. Τερέντης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των Λ.Κ.800 ως οφειλόμενα ενοίκια, Λ.Κ.74,20 ως οφειλόμενη χρέωση υδατοπρομήθειας, νόμιμο τόκο από 01.10.04, έξοδα και Φ.Π.Α. Σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση της, η ενάγουσα, ενοικίασε στην εναγόμενη ένα διαμέρισμα στη Λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα έναντι του συμφωνηθέντος μηνιαίου ενοικίου των Λ.Κ.230 το οποίο ήταν καταβλητέο την πρώτη έκαστου μηνός. Η εναγόμενη εγκατέλειψε το υποστατικό περί τον Ιανουάριο του 2004 (προφανώς πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους και η σωστή ημερομηνία είναι Ιανουάριο του 2005) χωρίς να καταβάλει μέρος του ενοικίου για το μήνα Οκτώβριο του 2004, τα ενοίκια των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου του 2004 και Ιανουαρίου του 2005 καθώς και Λ.Κ.74,20 που αφορούν απλήρωτο λογαριασμό για τέλη υδατοπρομήθειας αναφορικά με τους μήνες Σεπτέμβριο - Δεκέμβριο του 2004, τα οποία πλήρωσε η ενάγουσα. Η εναγόμενη αρνείται ουσιαστικά όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και στην υπεράσπιση της προβάλλει τη θέση ότι η ίδια ουδέποτε συμφώνησε με την ενάγουσα να ενοικιάσει οποιοδήποτε διαμέρισμα και ότι ήταν ο εν διαστάσει σύζυγος της που συμφώνησε με την ενάγουσα ή και άλλο πρόσωπο για την ενοικίαση του διαμερίσματος. Ισχυρίζεται ότι οποιεσδήποτε τυχόν πληρωμές έγιναν από την ίδια προς την εναγόμενη υπό μορφή ενοικίων ήταν χρήματα που της έδινε ο εν διαστάσει σύζυγος της και απλώς η ίδια τα έδιδε στην ενάγουσα. Έχει επίσης τη θέση ότι η ενάγουσα δεν είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος και δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Έχει τέλος τη θέση ότι οποιαδήποτε τυχόν ποσά αξιώνονται από την ενάγουσα αυτά έχουν ήδη καταβληθεί και ότι η ενάγουσα κακόβουλα και κακόπιστα εγείρει την αγωγή εναντίον της. Η ενάγουσα έδωσε η ίδια μαρτυρία όπως και η εναγόμενη η οποία κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα τον Βαρνάβα Βαρνάβα. Η ενάγουσα αναγνώρισε την εναγόμενη που βρισκόταν στο Δικαστήριο και ανέφερε ότι την 01.06.03 της τηλεφώνησε ο αδελφός της ο οποίος είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος της που ήταν προς ενοικίαση και της ανέφερε ότι μια κοπέλα με το σύζυγο της ενδιαφέρονταν να ενοικιάσουν το διαμέρισμα της. Ακολούθως μίλησε στο τηλέφωνο με την εναγόμενη και μετά από κάποια συζήτηση έκλεισαν προφορικά συμφωνία με την οποία συμφώνησαν ότι το ενοίκιο θα ήταν Λ.Κ.230 από 01.06.03 αφού η εναγόμενη ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να ενοικιάσει αμέσως το διαμέρισμα και η διάρκεια που είχαν συμφωνήσει ήταν μόνο για 6 μήνες. Αφού έκλεισαν τη συμφωνία η εναγόμενη πληροφόρησε την ενάγουσα για τη διεύθυνση του καταστήματος στο οποίο εργαζόταν όπου η ενάγουσα την επισκέφτηκε την επόμενη μέρα παρέλαβε Λ.Κ.230 και της εξέδωσε απόδειξη, τεκμήριο

  1. Ήταν η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη δεν ήταν πλήρως συνεπής με τις υποχρεώσεις της αλλά ότι μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2004 πλήρωνε κανονικά τα ενοίκια. Κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 2 και 3 που είναι μπλοκ αποδείξεων είσπραξης στα οποία φαίνονται αποδείξεις στο όνομα της ενάγουσας, για το ποσό Λ.Κ.230 έκαστη για τους μήνες Ιούλιο του 2003 μέχρι Φεβρουάριο του
  2. Ακολούθως από τον Μάρτιο του 2004 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2004 η εναγόμενη δεν πλήρωνε κανονικά τα ενοίκια, κατατέθηκαν προς τούτο τα τεκμήρια 4 και 5 που είναι μπλοκ αποδείξεων στα οποία υπάρχουν τα διπλότυπα αποδείξεων στο όνομα της εναγόμενης, και συγκεκριμένα μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2004 η εναγόμενη όφειλε στην ενάγουσα καθυστερημένα ενοίκια ύψους Λ.Κ.
  3. Η ίδια προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την εναγόμενη ανεπιτυχώς και τελικά κατάφερε να της μιλήσει μέσα Φεβρουαρίου του
  4. Προηγουμένως είχε αποστείλει μέσω του δικηγόρου της διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 17.01.05, τεκμήριο 6(α), το οποίο και παρελήφθη στις 17.02.05 από κάποιο Ανδρέα Αριστοτέλους με αρ. ταυτότητας 654829, τεκμήριο 6(β). Με την εν λόγω επιστολή η εναγόμενη καλείτο να πληρώσει καθυστερημένα ενοίκια Λ.Κ.800 για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2004 και τον Ιανουάριο του 2005, η ενάγουσα τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία ενοικίασης και ζητούσε όπως της παραδώσει κενή και ελεύθερη τη κατοχή του διαμερίσματος μέχρι τις 28.02.
  5. Όταν στα μέσα Φεβρουαρίου του 2005 κατάφερε να μιλήσει με την εναγόμενη τηλεφωνικά, η εναγόμενη της είχε αναφέρει ότι η ίδια είχε φύγει από το διαμέρισμα από το Σεπτέμβριο του 2004 και ότι αν διεκδικούσε οποιαδήποτε χρήματα έπρεπε να τα ζητήσει από το σύζυγο της. Η ενάγουσα της είχε αναφέρει ότι η ίδια εκείνην γνώριζε και σε εκείνη είχε ενοικιάσει το διαμερίσμα, της είπε ότι έπρεπε να την ειδοποιούσε ότι είχε εγκαταλείψει το διαμέρισμα και της ανέφερε ότι είχε δηλώσει στο φόρο εισοδήματος ότι ενοικιάστρια ήταν η εναγόμενη καθώς και τον αριθμό της ταυτότητας της εναγόμενης τον οποίο η ίδια της είχε δώσει. Ανέφερε επίσης ότι η εναγόμενη άφησε απλήρωτο ένα λογαριασμό του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας για ποσό Λ.Κ.74,20 ο οποίος ήταν πληρωτέος μέχρι 11.02.05 και αναφερόταν στην περίοδο 08.09.04 - 10.12.04 τον οποίο η ίδια αναγκάστηκε να πληρώσει και ζητεί και το ποσό αυτό. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το συγκρότημα Krasas Beach Apartments το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα, μέρος του οποίου είναι το επίδικο διαμέρισμα, είναι οικογενειακό και ότι η ίδια μαζί με τα άλλα 3 της αδέλφια έχουν από 9 διαμερίσματα και ένα κατάστημα. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα είναι ένα από τα εννέα διαμερίσματα που της ανήκουν. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι δεν είναι ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, ότι είναι ο αδελφός της που ενοικίασε το διαμέρισμα στο σύζυγο της εναγόμενης, ότι από την αρχή της είχε αναφερθεί από το σύζυγο της εναγόμενης ότι ήθελαν το διαμέρισμα για 1½ χρόνο, ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ τους κανένα μηνιαίο ενοίκιο, ότι ουδέποτε μίλησε τηλεφωνικά με την εναγόμενη και ότι ο λόγος που έχει στραφεί εναντίον της εναγόμενης και όχι του πρώην συζύγου της είναι ότι ο πρώην σύζυγος της εναγόμενης είναι φίλος του αδελφού της. Ανέφερε ότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να παίρνει το ενοίκιο κάθε μήνα και ότι δεν θα είχε πρόβλημα αν ενοικιαστής ήταν ο σύζυγος της εναγόμενης Αντρέας Αριστοτέλους αλλά η εναγόμενη έθεσε η ίδια τον εαυτό της ως ενοικιαστή, στο όνομα της εναγόμενης εξεδίδονταν οι αποδείξεις ενοικίου, τα χρήματα τα εισέπραττε από την εναγόμενη και επίσης δήλωσε την εναγόμενη ως ενοικιάστρια της μετά που της ζήτησε τον αριθμό δελτίου ταυτότητας της στις δηλώσεις της για το Φόρο Εισοδήματος. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι τις συζητήσεις για την ενοικίαση την όλη διαπραγμάτευση του ενοικίου και τέλος το κλειδί του διαμερίσματος το έδωσε ο αδελφός της ενάγουσας στον πρώην σύζυγο της ενεργώντας για τον εαυτό του και ότι την ενάγουσα την είδε για πρώτη φορά ένα μήνα μετά που μετακόμισαν στο διαμέρισμα. Η ίδια ουδέποτε πλήρωσε ενοίκιο με δικά της χρήματα, τα χρήματα της τα έδινε ο πρώην σύζυγος της και η ενάγουσα η οποία έμαθε από τον αδελφό της που δούλευε η εναγόμενη της επισκεπτόταν στο κατάστημα που εργαζόταν και έπαιρνε το ενοίκιο. Η ενάγουσα της έδινε αποδείξεις οι οποίες ήταν συμπληρωμένες από πριν και ισχυρίστηκε ότι από τις ημερομηνίες των αποδείξεων που δεν ήταν σταθερές φαίνεται ότι τις πληρωμές τις έκανε ο σύζυγος της αφού η ίδια πληρωνόταν κάθε πρώτη του μήνα και θα μπορούσε να ήταν συνεπής με την υποχρέωση της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ίδια έφυγε από το διαμέρισμα μετά από καβγά με τον σύζυγο της τέλος Σεπτεμβρίου του 2004 ενώ ο σύζυγος της παρέμεινε στο διαμέρισμα. Ήταν η θέση της ότι ο λογαριασμός ρεύματος και τηλεφώνου στο επίδικο διαμέρισμα ήταν στο όνομα του συζύγου της. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι ουδέποτε μίλησε στο τηλέφωνο με την ενάγουσα ούτε και συμφώνησε μαζί της την ενοικίαση του επίδικου διαμερίσματος, και ότι γνώρισε την ενάγουσα ένα μήνα μετά που μετακόμισαν. Ήταν η θέση της ότι στην αρχή η ενάγουσα πήγαινε στο κατάστημα όπου εργαζόταν και έπαιρνε το ενοίκιο αλλά αργότερα ότι η ίδια πήγαινε στο κατάστημα του πεθερού της ενάγουσας και έδινε σε εκείνον το ενοίκιο. Δεν θυμόταν σίγουρα ούτε πότε μετακόμισαν στο διαμέρισμα αλλά ούτε και πότε πλήρωσε το ενοίκιο, δεν αμφισβήτησε όμως την υπογραφή της στην απόδειξη τεκμήριο 1 που φέρει ημερομηνία 02.06.
  6. Επίσης ανέφερε ότι μπορεί να έδωσε στην ενάγουσα τον αριθμό της ταυτότητας της αλλά σίγουρα δεν ήταν για να αναφερθεί στο φόρο εισοδήματος ως ενοικιάστρια της ενάγουσας. Ο ΜΥ2, Βαρνάβας Βαρνάβα είπε ότι γνωρίζει την εναγόμενη και τον πρώην σύζυγο της ο οποίος είναι κουνιάδος του. Ανέφερε ότι τους είχε επισκεφτεί στο επίδικο διαμέρισμα το καλοκαίρι του 2004 όπου ο πρώην σύζυγος της εναγόμενης του είχε αναφέρει ότι ο ίδιος ενοικίασε το διαμέρισμα και ότι ήταν παρών σε καβγά μεταξύ της εναγόμενης και του πρώην συζύγου της τον Νοέμβριο του 2004 την ημέρα της γιορτής του Αποστόλου Ανδρέα στο επίδικο διαμέρισμα όπου η εναγόμενη με τον πρώην σύζυγο της καβγάδισαν και ο εναγόμενος της έλεγε "φύγε από το διαμέρισμα, εγώ το ενοικιάζω". Αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι δεν γνωρίζει τίποτε για την επίδικη συμφωνία ούτε πότε έγινε ούτε ποιος πλήρωνε το ενοίκιο αλλά ότι γνώριζε από τον πρώην σύζυγο της εναγόμενης ότι ήταν εκείνος που το ενοικίασε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τους τρεις μάρτυρες που έδωσαν προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Η εκδοχή της ενάγουσας σε συνδυασμό με τα διάφορα τεκμήρια που παρουσίασε στο Δικαστήριο ήταν πολύ πιο σαφής, στρωτή και αληθής σε σχέση με αυτή της εναγόμενης η οποία υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της προφορικής της μαρτυρίας ενώ εντελώς αναξιόπιστος και με πλήρη και ξεκάθαρη πρόθεση να βοηθήσει την υπόθεση της εναγόμενης ήταν ο ΜΥ
  7. Από τα όσα έχουν αναφερθεί από τις δύο πλευρές και από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία γίνονται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος 304 στο συγκρότημα Krasas Beach Apartments στη Λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα. Το γεγονός ότι δεν είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, δηλαδή ότι δεν κατέχει τίτλο ιδιοκτησίας, δεν είναι λόγος για να μην νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω η εναγόμενη τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της έχει αναφέρει ότι γνώριζε ότι η ιδιοκτήτρια του επιδίκου διαμερίσματος ήταν η ενάγουσα, προς την οποία και πλήρωνε το ενοίκιο κάθε μήνα. Αυτή η συμπεριφορά της εναγόμενης την εμποδίζει (is estopped) από του να ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν είναι ιδιοκτήτρια, γι' αυτό και η ένσταση όπως δικογραφείται στην υπεράσπιση επί αυτού του θέματος απορρίπτεται. Η εναγόμενη με τον εν διαστάσει σύζυγο της τον Ιούνιο του 2003 πληροφορήθηκαν από τον αδελφό της ενάγουσας ο οποίος γνώριζε από πριν την εναγόμενη ότι ήταν προς ενοικίαση το επίδικο διαμέρισμα το οποίο και είδαν αφού τους το έδειξε ο αδελφός της ενάγουσας που κατείχε το κλειδί. Το ενοίκιο είχε συμφωνηθεί στις Λ.Κ.230 μηνιαίως, η συμφωνία έγινε προφορικά και η εναγόμενη έμεινε στο διαμέρισμα μαζί με τον εν διαστάσει σύζυγο της από τον Ιούνιο του 2003 μέχρι που καβγάδισε με το σύζυγο της και εγκατέλειψε το διαμέρισμα ενώ ο σύζυγος της παρέμεινε στο διαμέρισμα μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου του
  8. Τα ενοίκια από τον Ιούνιο του 2003 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2004 είχαν πληρωθεί κανονικά και εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις από την ενάγουσα στο όνομα της εναγόμενης. Τα ενοίκια από τον Μάρτιο του 2004 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2004 δεν πληρώνονταν κανονικά και υπήρχε υπόλοιπο Λ.Κ.
  9. Δεν έχει πληρωθεί κανονικά το ενοίκιο του μηνός Οκτωβρίου και καθόλου τα ενοίκια Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου του 2004 και Ιανουαρίου του 2005 που συμποσούνται σε Λ.Κ.
  10. Η εναγόμενη εγκατέλειψε το επίδικο διαμέρισμα χωρίς να ειδοποιήσει την ενάγουσα. Η ενάγουσα έστειλε συστημένη επιστολή στην εναγόμενου στις 17.01.05 αξιώνοντας τα καθυστερημένα ενοίκια, στη διεύθυνση του επίδικου διαμερίσματος η οποία όμως παραλήφθηκε από τον πρώην σύζυγο της στις 17.02.05 όταν η ίδια είχε ήδη φύγει από το διαμέρισμα. Από τα πιο πάνω εξάγεται ότι η σύμβαση ενοικίασης σίγουρα δεν διήρκησε μόνο έξι μήνες όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Alpan Furnishings Ltd ν. Σάββα Δημάδη, Πολ. Έφ. 6976, ημερ. 18.04.89, η χρονική διάρκεια ενοικίασης είναι ουσιώδης όρος. Αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία καταρτισμού έγκυρης σύμβασης ενοικιάσεως. Η εκμίσθωση όπως εξάγεται από τη μαρτυρία ήταν πέραν του ενός έτους οπότε και απαιτείτο ως συστατική προϋπόθεση γραπτή συμφωνία η οποία να υπογραφεί από δύο τουλάχιστον μάρτυρες σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 77

(1)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Τούτο όμως δεν έγινε. Έτσι ενώ η συμφωνία ως είχε ήταν άκυρη, δημιουργήθηκε σχέση ενοικίασης από μήνα σε μήνα, εφόσον από μήνα κατεβάλλετο το ενοίκιο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις L. & A. Tryfon Co. Ltd v. Black and Decker Co. Ltd
(1983)1 C.L.R. 97, Nicos Christou Developments Ltd v.Ττοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990). Σύμβαση εκμίσθωσης από μήνα σε μήνα λήγει όταν έχει δοθεί νόμιμη ειδοποίηση τερματισμού. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Woodfall's Law of Landlord & Tenant 27η έκδοση, τόμος 1 όπου στην παράγραφο 663 διαβάζουμε: "Monthly and weekly tenancies are similar to tenancies from year to year in that they do not expire at the end of each month or week, but continue for a period of time until determined by due notice to quit." Σε μετάφραση: "Μηνιαίες και εβδομαδιαίες εκμισθώσεις είναι παρόμοιες με εκμισθώσεις από έτος εις έτος με την έννοια ότι δεν εκπνέουν στο τέλος κάθε μήνα ή εβδομάδας αλλά συνεχίζουν μέχρι του τερματισμού τους με τη δέουσα ειδοποίηση τερματισμού". Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος ότι η ειδοποίηση τερματισμού δόθηκε με την επιστολή της ενάγουσας ημερ. 17.01.05, τεκμήριο 6α. Η εν λόγω ειδοποίηση απευθύνεται προς την εναγόμενη, παραλήφθηκε όμως στις 17.02.05 από τον Αντρέα Αριστοτέλους. Η εναγόμενη σύμφωνα με τη μαρτυρία της, έχει εγκαταλείψει το υποστατικό τέλος Σεπτεμβρίου του 2004. Αυτός της ο ισχυρισμός όμως έχει καταρριφθεί από τη μαρτυρία που η ίδια προσέφερε καλώντας ως μάρτυρα υπεράσπιση τον ΜΥ2 ο οποίος ανέφερε ότι τον Νοέμβριο του 2004 ήταν στο επίδικο διαμέρισμα καλεσμένος από το σύζυγο της εναγόμενης και η εναγόμενη ήταν παρούσα. Ο χρόνος που η εναγόμενη εγκατέλειψε το επίδικο διαμέρισμα παραμένει άγνωστος. Αν το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι η σύμβαση ενοικίασης είχε συνομολογηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης ως ο ισχυρισμός της ενάγουσας, τότε η εγκατάλειψη του διαμερίσματος από την εναγόμενη χωρίς να ειδοποιήσει προς τούτο την ενάγουσα, δεν την απαλλάσσει από την καταβολή των ενοικίων που ζητά η ενάγουσα αφού ο νόμιμος τερματισμός έγινε με το τεκμήριο 6α. Το κρίσιμο επομένως ερώτημα είναι ποιος ήταν ο ενοικιαστής του επίδικου διαμερίσματος. Σύμφωνα με την ενάγουσα ενοικιαστής ήταν η εναγόμενη. Με την εναγόμενη είχε μιλήσει στο τηλέφωνο και έκλεισαν τη συμφωνία προφορικά την 01.06.03, τα χρήματα του ενοικίου τα παραλάμβανε από την εναγόμενη στο όνομα της οποίας και εξέδιδε τις αποδείξεις, προς την εναγόμενη απηύθυνε τη διπλοσυστημένη επιστολή, τεκμήριο 6α, και όπως έχει αναφέρει ενόρκως δήλωσε στο Φόρο Εισοδήματος την εναγόμενη ως ενοικιάστρια της. Αντίθετα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διαπραγματεύτηκε τηλεφωνικά με την ενάγουσα την ενοικίαση του διαμερίσματος, ότι η πρώτη φορά που γνώρισε την ενάγουσα ήταν ένα μήνα μετά που μετακόμισαν στο διαμέρισμα, δέχτηκε όμως κατά την αντεξέταση της ότι το τεκμήριο 1 που φέρει ημερομηνία 02.06.03 της δόθηκε από την ενάγουσα την ημέρα που αναγράφεται σ' αυτό, ότι το διαμέρισμα ενοικίασε ο εν διαστάσει σύζυγος της και ότι η ίδια απλά πλήρωνε το ενοίκιο από χρήματα που της έδιδε ο εν διαστάσει σύζυγος της. Η δική της εξήγηση για το λόγο που οι αποδείξεις εκδίδονταν στο δικό της το όνομα ήταν ότι επειδή η ίδια πλήρωνε τα ενοίκια γι' αυτό οι αποδείξεις ήταν στο όνομα της. Δέχτηκε ότι έδωσε τον αριθμό ταυτότητας της στην ενάγουσα μετά που η ίδια το ζήτησε αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε το λόγο. Αυτοί οι ισχυρισμοί της εναγόμενης ουδόλως πείθουν το Δικαστήριο για την αλήθεια τους. Σε μια αστική υπόθεση ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Το μέτρο είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Επίσης αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμών των επιδίκων θεμάτων. Η δίκη δρομολογείται όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 182 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής (σχετική είναι επίσης η υπόθεσης Christakis Loucaides v. C. D. Hay & Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι η εναγόμενη μετά που παρέλαβε το τεκμήριο 6α εγκατέλειψε το υποστατικό. Αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει αποδειχθεί αφού η ίδια η ενάγουσα έχει αναφέρει ενόρκως ότι η εναγόμενη, όταν κατάφερε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί της μέσα Φεβρουαρίου του 2005, της είχε αναφέρει ότι είχε ήδη εγκαταλείψει το διαμέρισμα. Όπως όμως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, η φυγή της εναγόμενης από το διαμέρισμα χωρίς να δώσει την ορθή ειδοποίηση τερματισμού προς την ενάγουσα δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση της να καταβάλει τα ενοίκια μέχρι και τον Ιανουάριο του 2005 αφού τότε τερματίστηκε νόμιμα η σύμβαση (σύμφωνα με το τεκμήριο 6α η ενάγουσα τερμάτισε τη σύμβαση στις 28.02.05 αλλά δήλωσε ότι το ενοίκιο για το Φεβρουάριο του 2005 το είχε χαρίσει στο σύζυγο της εναγόμενης για να φύγει από το διαμέρισμα). Βρίσκω ότι η εκδοχή της ενάγουσας ήταν πιο πειστική από αυτή της εναγόμενης. Η θέση της ότι είναι με την εναγόμενη που κατήρτισε τη συμφωνία ενοικίασης υποστηρίζεται και από τα διάφορα τεκμήρια που έχει καταθέσει. Όπως έχει ήδη αναφερθεί το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και κρίνω ότι η ενάγουσα το έχει αποσείσει. Οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε η εναγόμενη είναι τέτοιες που το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια σ' αυτές. Περαιτέρω η εναγόμενη δεν έχει αποδείξει κανένα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της στην υπεράσπιση της που ως ανωτέρω έχει αναφερθεί αποτελούν και τη μοναδική γραμμή υπεράσπισης που το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει. Κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της για τα καθυστερημένα ενοίκια έναντι της εναγόμενης. Δεν έχει όμως αποδείξει την αξίωση ως η παράγραφος Β της έκθεσης απαίτησης γι' αυτό και δεν δικαιούται απόφαση για τα ποσά που αξιούνται στις παραγράφους Β, 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.800 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.