Μαρσελίνας Οσιπίδου και Οδυσσέα Οσιπίδη ν. Αλέξη Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής 441/02, 28 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 441/02 Μεταξύ: Μαρσελίνας Οσιπίδου και Οδυσσέα Οσιπίδη, από τη Λάρνακα, ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Πέτρου Ασλανίδη, τέως από τη Λάρνακα, Εναγόντων -και- Αλέξη Χαραλάμπους, από τις Αγγλισίδες Εναγόμενου Ημερομηνία: 28 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Γ. Κουκούνης. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Καραφωτιά) Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Α. Ζαχαρίου) Μαρσελίνα Οσιπίδου, παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 25/3/2001 και περί ώρα 20:00 στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Κοφίνου, με κατεύθυνση τη Λάρνακα, παρά την έξοδο προς Αγγλισίδες, επεσυνέβη θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα με θύμα τον Πέτρο Ασλανίδη o oποίος οδηγούσε τον ουσιώδη χρόνο το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAQ
- Συνοδηγός του ήταν ο Βλαδίμηρος Ζουμπαλίδης. Και οι δύο Ελληνοπόντιοι από την Πάφο. Επίσης εμπλέκετο το αυτοκίνητο τύπου Mercedes-Jeep με αριθμούς εγγραφής CAN 865 το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής UX 75 (Alfa Romeo) το οποίο οδηγείτο από τον Γιάννη Καπακαλίδη. Προκύπτει ότι επεσυνέβησαν δύο συγκρούσεις: (α) Μεταξύ των οχημάτων CAQ 149 (του αποβιώσαντα) και του οχήματος UX 75 (του Γ. Καπακαλίδη) (Χ1 σημείο σύγκρουσης επί του σχεδίου το οποίο ετοίμασε ο Μ.Ε.1 - τεκμ. 2Α). (β) Μεταξύ των οχημάτων CAQ 149 και CAN 865 (του εναγομένου) (Χ2 σημείο σύγκρουσης επί του ιδίου σχεδίου). Ο Μ.Ε.1, Λοχίας 4543 Ανδρέας Μαππούρας, 10 λεπτά μετά το ατύχημα επισκέφθηκε τη σκηνή όπου βρήκε τα τρία ενεχόμενα αυτοκίνητα. Ο συνοδηγός, ο Β. Ζουμπαλίδης (Μ.Ε.2), είχε τοποθετηθεί σε ασθενοφόρο ενώ ο Ασλανίδης ήταν πεσμένος νεκρός στο μπροστινό του κάθισμα. Οι άλλοι δύο οδηγοί ήταν στη σκηνή. Ο Μ.Ε.1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής (τεκμ. 3) και στην παρουσία των δύο οδηγών ετοίμασε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής, πήρε διάφορα μέτρα και τα δύο σημεία σύγκρουσης με τα οποία συμφώνησαν οι δύο οδηγοί. ΄Αλλωστε το σημείο σύγκρουσης το εντόπισε και από τα ίχνη τροχοπέδησης (πρόχειρο σχεδιάγραμμα - τεκμ. 2). Στη συνέχεια κατέγραψε τις ανακριτικές καταθέσεις των δύο οδηγών. Ο Μ.Ε.1 ανάφερε την κατάσταση του δρόμου και εξήγησε τόσο τις φωτογραφίες όσο και τα σχέδια. Καθόρισε δε και τις ζημιές επί των οχημάτων ως εξής: (α) Επί του UX 75 (του Γ. Καπακαλίδη): Ελαφριές ζημιές στο δεξιό μέρος και το καθρεφτάκι το δεξιό του οδηγού ήταν σπασμένο. (β) Επί του CAQ 149 (του αποβιώσαντα): Εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος (φλας, φτερά, γρίλια, καπώ). (γ) Επί του CAN 865 (του εναγόμενου): Ζημιές στο πισινό μέρος από τη σφοδρή σύγκρουση με το μπροστινό μέρος του CAQ
- Οι διαστάσεις των τριών οχημάτων είχαν ως εξής: (α) UX 75, πλάτος 1.50 και μήκος 3.90 μέτρα (β) CAQ 149, πλάτος 1.60 και μήκος 5 μέτρα (γ) CAN 865, πλάτος 1.60 και μήκος 4 μέτρα Tα ίχνη τροχοπέδησης του δεξιού τροχού του αυτοκινήτου υπ΄ αριθμό εγγραφής CAQ 149 ήταν 20 μέτρα. Στο σημείο σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων CAQ 149 και του CAN 865 κατέληξε, όπως εξήγησε, από τα ίχνη τροχοπέδησης. Η ευθεία για τα ίχνη τροχοπέδησης αλλάζει και στο συγκεκριμένο σημείο είναι προφανές ότι άρχισαν κάποια τριψίματα. ΄Εσπασε η συνοχή των ιχνών τροχοπέδησης (βλ. φωτ. 18). Υπήρξε ελαφρά κλίση προς τα δεξιά. Ο αυτοκινητόδρομος είναι 7 μέτρα συνολικά και χωρίζεται με τις δύο λωρίδες στα 3.50 μέτρα. Το πλάτος του ερείσματος αριστερά είναι 3 μέτρα και το πλάτος του ερείσματος δεξιά 1 μέτρο, δηλαδή κοντά στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει η έξοδος προς Αγγλισίδες. Ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος στεγνός και η ορατότητα είναι απεριόριστη (πάνω από 400-500 μέτρα). Ξεκινώντας από το σταθερό Ο (επί του σχεδίου) που βρίσκεται η πινακίδα που δείχνει τις Αγγλισίδες, στα 8.60 μέτρα ξεκινούν τα ίχνη τροχοπέδησης του CAQ
- Στα 20 μέτρα φαίνονται πάλι τα ίχνη τροχοπέδησης για τον δεξιό τροχό του ιδίου αυτοκινήτου. Στα 22.40 μέτρα είναι το δεξιό πισινό μέρος του UX
- Στα 27 μέτρα είναι το πρώτο ελαφρύ σημείο σύγκρουσης του CAQ 147 και του CAN
- Το Χ2 είναι η απόσταση που φαίνεται 27.80 μέτρα καθέτως 4.70 προς το δρόμο. Στην αντεξέταση διεφάνη ότι το θύμα οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλ (σχετική ανάλυση του Χημείου του Κράτους, τεκμ. 6, όπου δεικνύεται επίπεδο αιθυλικής αλκοόλης στο δείγμα αίματος 197mg% ενώ το ανώτατο όριο με βάση το νόμο είναι 90mg%). Ο κ. Ζαχαρίου επιπρόσθετα ρώτησε για τα φρένα του διπλοκάμπινου. Επί της ερώτησης «κατά τη νύκτα από πόση απόσταση μπορούσε να δει κάποιος φώτα προπορευόμενου οχήματος ή οχήματος που ήταν στο δρόμο μπροστά» απάντησε «Και πάλι από τις ίδιες αποστάσεις που φαίνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή αν έχει ένα αυτοκίνητο μπροστά σε 500 μέτρα μπορείς να το δεις και να το ακολουθάς». Μ.Ε.2 υπήρξε ο Βλαδίμηρος Ζουμπαλίδης, ο συνοδηγός στο αυτοκίνητο του θύματος, με τον οποίο υπήρξαν φίλοι από την Ελλάδα. ΄Οταν ήρθε στην Κύπρο τον βρήκε και για κάποιο διάστημα δούλευαν μαζί και έκαναν παρέα. Στις 25/3/2000 ο Μ.Ε.2 βρισκόταν σε διασκέδαση όπου ήπιε, επέστρεψε σπίτι του και ξεκουραζόταν. Το απόγευμα ο Πέτρος Ασλανίδης τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να πάνε Λάρνακα, στο αεροδρόμιο για να παραλάβουν την αδελφή του που θα ερχόταν από το αεροδρόμιο Λάρνακας η ώρα 7:00 το απόγευμα. ΄Ετσι ήρθε ο Πέτρος Ασλανίδης από το σπίτι του και γύρω στις 5:30 το απόγευμα ξεκίνησαν για Λάρνακα. Στη διαδρομή ο Πέτρος τον αστείευε ότι μύριζε οινόπνευμα ενώ ο ίδιος του είπε ότι εκείνος δεν ήπιε γιατί δούλευε όλη τη μέρα. Οδηγούσε, όπως είπε ο Μ.Ε.2, κανονικά με ταχύτητα γύρω στα 100-120 χ.α.ω. Τη συνέχεια την αποδίδει ως εξής στη γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμ. 5) την οποία υιοθέτησε στην κύρια του εξέταση: «Τελικά όταν μπήκαμε στην τελική ευθεία για τη Λάρνακα μας έμεινε λίγος δρόμος για να φτάσουμε, ο Πέτρος είπε ότι θα προλάβουμε. Τελικά μόλις περάσαμε μια αερογέφυρα, ξαφνικά εγώ είδα ένα αυτοκίνητο στο παγκέττο, ήταν η ώρα 8:00 το βράδυ, τα φώτα μας ήταν αναμμένα, είδα αυτό το αυτοκίνητο στο παγκέττο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου γιατί ήταν τα φώτα τα πισινά αναμμένα. Το αυτοκίνητο δεν θυμάμαι τι μάρκα ήταν και τι νούμερα είχε. Η πρώτη φορά που είδα αυτό το αυτοκίνητο και κατάλαβα ότι ήταν σταματημένο ήταν γύρω στα 50-60 μέτρα. Στα αριστερά αυτού του αυτοκινήτου είχε ένα άλλο αυτοκίνητο, και αυτό σταματημένο. Νόμισα ότι κάτι συνέβηκε, ο Πέτρος δεν αντέδρασε, ούτε να ελαττώσει ούτε να αλλάξει λωρίδα και κατάλαβα ότι δεν είχε προσέξει τα δύο αυτοκίνητα. Αμέσως εγώ του φώναξα «Πέτρο, πρόσεχε, έχει αυτοκίνητα μπροστά» και αμέσως πάτησε τα στόπερ αλλά ήδη είχαμε πλησιάσει αρκετά και ο Πέτρος δεν πρόλαβε να σταματήσει το αυτοκίνητο. Με τα μούτρα, δηλαδή, το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μας συγκρουστήκαμε δυνατά στο πισινό μέρος του αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Πριν συγκρουσθούμε ο Πέτρος προσπάθησε να κάμει, νομίζω, ελιγμό αριστερά αλλά τελικά πήγε ολόισια και κτυπήσαμε δυνατά σ΄ αυτό το αυτοκίνητο. Δεν θυμούμαι να συγκρουστήκαμε στο άλλο αυτοκίνητο του σταματημένου πιο αριστερά του άλλου στο παγκέττο, αλλά άκουσα δύο μπαμ. Το πρώτο μπαμ ήταν ελαφρύ και το άλλο πολύ δυνατό. Κατά την κατάληξη δε της κατάθεσης του λέει και τα εξής: «Την ώρα που φώναξα του Πέτρου πρόσεχε, δεν θυμούμαι ακριβώς, αλλά πηγαίναμε κανονικά γύρω στα 80-100 χιλιόμετρα γιατί ο Πέτρος δεν έκαμε κάτι όταν εγώ είδα τα σταματημένα αυτοκίνητα, είτε να ελαττώσει ταχύτητα, είτε να πατήσει στόπερ είτε ν΄ αλλάξει ταχύτητα. Τότε μόνο πάτησε στόπερ όταν εγώ του φώναξα "Πέτρο πρόσεχε". Θέλω να διορθώσω ότι στο δρόμο, στην αριστερή λωρίδα, εκεί που εκινούμαστε εμείς, είδα ένα αυτοκίνητο μόνο, αυτό που συγκρουστήκαμε πίσω του δυνατά. Δεν πρόσεξα άλλο αυτοκίνητο στο παγκέττο. ΄Ολα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου.» Στην αντεξέταση προσπάθησε να αναιρέσει πολλά από τα σημεία της κατάθεσής του, όπως αν τα φώτα του σταματημένου αυτοκινήτου ήταν αναμμένα, ότι είδε το αυτοκίνητο στα 40-50 μέτρα, ότι ο Πέτρος είδε το αυτοκίνητο, ότι στα αριστερά του αυτοκινήτου ήταν ακόμη ένα αυτοκίνητο σταματημένο κ.α. Επέμενε ότι ο ίδιος μόνο ήπιε αλλά όχι ο Πέτρος. Στην ακόλουθη ερώτηση που του έγινε στο τέλος της αντεξέτασης «Πόσα αυτοκίνητα είδες μπροστά σου, εκεί που έγινε το ατύχημα» απάντησε «Δύο», ενώ στην επανεξέταση κατάθεσε ότι είδε το αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο μπροστά. Στα πλαίσια της εξέτασης του Μ.Ε.1 κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια καταθέσεις του οδηγού Γ. Καπακαλίδη (τεκμ. 4 και 4Α) με την παράλληλη αναφορά ότι ο μάρτυς έχει απελαθεί από την Κύπρο ως απαγορευμένος μετανάστης και άρα δεν μπορεί να κλητευθεί. Θα επιχειρηθεί στη συνέχεια να γίνει μια παρουσίαση των θέσεων του Γ. Καπακαλίδη, όπως προκύπτουν από τις καταθέσεις του. Ο Γ. Καπακαλίδης, αφού αναφέρει ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του UX 75 Alfa Romeo στον πιο πάνω αυτοκινητόδρομο χωρίς φώτα (μόνο με τα φώτα κινδύνου) λόγω βλάβης, ακολουθώντας «για ασφάλεια» άλλα οχήματα και ειδικά το αυτοκίνητο του εναγόμενου ελπίζοντας ότι θα φθάσει μ΄ αυτό τον τρόπο στη Λάρνακα, καταλήγει ως εξής: «Μόλις μπήκαμε στην ευθεία αυτός με το τζιπ (εννοεί το όχημα του εναγόμενου), έβαλε φλας αριστερά ότι θα σταματήσει, έκοψε ταχύτητα, πήγε να σταματήσει και εγώ τον προσπέρασα κανονικά και ακολούθησα άλλα αυτοκίνητα για να με βοηθήσουν να φτάσω στη Λάρνακα. Μετά από λίγα λεπτά το τζιπ ήρθε πίσω μου και άρχισε να μου κάνει φλας για να σταματήσω. Εγώ είχα συνεχώς τα φώτα κινδύνου. Εγώ ελάττωσα ταχύτητα και άρχισα σιγά-σιγά να μπαίνω στο αριστερό παγκέττο του αυτοκινητόδρομου. Λίγο μετά ελάττωσα εντελώς αφού είδα ότι βγήκα εντελώς από το δρόμο στο αριστερό παγκέττο. Αμέσως μετά το τζιπ με πλεύρισε από δεξιά, σταμάτησε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, πάνω στο δρόμο αριστερά, έκαμε το αριστερό παράθυρο κάτω και μου έκανε ερώτηση όχι, άγρια «Γιατί με παρακολουθάς ρε φίλε;». Του απάντησα «Φίλε, έχω πρόβλημα με τα φώτα μου και θέλω να με βοηθήσεις να πάω πίσω σου στη Λάρνακα». Του είπα αυτό, μου είπε αυτό και αμέσως μετά άκουσα δυνατό φρενάρισμα από πίσω είδα ένα διπλοκάμπινο ISUZU να ξύνει την πόρτα μου, δεξιό καθρεφτάκι, φτερό και πίσω πόρτα και αμέσως καρφώθηκε στο τζιπ Mercedes που ήτανε δίπλα μου. Το Mercedes πήγε περίπου 100 μέτρα μπροστά και το ISUZU έμεινε επί τόπου λίγο πιο μπροστά από μένα. Αμέσως κατέβηκα κάτω, πήγα να βοηθήσω τους τραυματίες γιατί ήταν και οι δύο ξαπλωμένοι αλλά δεν κατάφερα να ανοίξω πόρτα. Ο οδηγός δεν φορούσε ζώνη.» Ως Μ.Ε.3 κατάθεσε η σύζυγος του αποβιώσαντος, γεννηθείσα το
- Παντρεύτηκαν με το σύζυγό της το 1995 και απέκτησαν στις 2/12/1995 μια κόρη, τη Ζωή (10 περίπου χρόνων κατά την ακρόαση). Ο σύζυγός της είχε γεννηθεί το 1964 (37 ετών κατά το ατύχημα). ΄Ολ΄ αυτά είναι παραδεκτά. Το καλοκαίρι του 2000 ήρθαν στην Κύπρο, διέμεναν σε διαμέρισμα στην Πάφο καταβάλλοντας £150,00 μηνιαίως για ενοίκιο. Ο άντρας της ήταν οικοδόμος. Συγκεκριμένα, «έβαζε πλακάκια» σε οικοδομές. Παρά το ότι σπούδασε στη Ρωσία, από 22 ετών δούλευε ως οικοδόμος στη Ρωσία και στην Ελλάδα. Κάθε βδομάδα, κατάθεσε, «έφερνε στο σπίτι καθαρά λεφτά £400,00». Τον ουσιώδη χρόνο δούλευε (από τον Σεπτέμβρη 2000 μέχρι το θάνατό του) σε εργολαβική εταιρεία στην Πάφο, την C & N Properties Construction Ltd. ΄Ηταν πολύ εργατικός και καλός επαγγελματίας με καλύτερες προοπτικές απολαβών στο μέλλον. Μετά το θάνατο του συζύγου της έχασε η ίδια και το παιδί της τον προστάτη τους. Τώρα μένει στη Λάρνακα όπου είναι ο αδελφός της. Εργάζεται ως πωλήτρια κερδίζοντας £360,00 μηνιαίως, όμως τους τελευταίους δύο μήνες είναι άνεργη. ΄Οταν ζούσε ο σύζυγός της η ίδια δεν εργαζόταν. Ο άντρας της είχε ειδικότητα στα πλακάκια και στην αντεξέταση ανάφερε ότι δεν υπέβαλε δηλώσεις στον Φόρο Εισοδήματος ή εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. ΄Ηταν υπάλληλος και τον πλήρωναν με μισθό. Υπεύθυνος της εταιρείας που ο σύζυγός της δούλευε ήταν ο Νίκος Χρίστου. Ο τελευταίος επίσης κατάθεσε ως μάρτυρας. Είναι από την Πάφο και ασχολείται ως εργολάβος οικοδομών στην εταιρεία C & N Properties Construction Ltd. Από τον Μάρτιο 2001 ανάθετε στον ενάγοντα οικοδομικές εργασίες, του έδιναν, όπως είπε, «υπεργολαβίες». Πήγαιναν σε μια οικοδομή και του έδειχνε τη δουλειά που έπρεπε να γίνει και εκείνος του έλεγε την τιμή. Συνήθως πληρωνόταν όταν συμπλήρωνε τη δουλειά. ΄Ομως, με την ανάθεση, του έδινε κάποια προκαταβολή για να μπορεί ν΄ αρχίσει. ΄Εβαζε κεραμικά σαν «καπαλιτζιής». ΄Ηταν καλός τεχνίτης (φινισαδόρος). Τα κεραμικά, βεβαίως, ήταν της εταιρείας του, όπως και η μηχανή σουβά. Τα άλλα χρειαζόμενα ήταν εργαλεία του Πέτρου. Η τιμή προσδιοριζόταν με το μέτρο. ΄Ηταν £5,00 - £5,50 το μέτρο τότε. Δεν παρακολουθούσε καθημερινά τι δουλειά εκτελούσε, όμως πήγαινε κάθε βδομάδα στον τόπο εργασίας του και μπορούσε να τον πληρώνει έναντι κάθε Παρασκευή. ΄Ομως, μετά που τέλειωνε η εργασία του τη μετρούσαν και πληρωνόταν στο ακέραιο. Περίπου σε 10-14 μέρες έκανε 140-150 μέτρα. Χαριστικά, και λόγω φιλίας, του παραχώρησε το αυτοκίνητο της εταιρείας (το επίδικο με το οποίο έγινε η σύγκρουση). Τα ποσά που πλήρωσε στον Πέτρο Ασλανίδη από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2001 είναι δηλωμένα στο Φόρο Εισοδήματος (της εταιρείας του). Από 1/1/2001 μέχρι 25/3/2001 (ημερομηνία του θανάτου του) πήρε ως αμοιβή από την εταιρεία το ποσό των £3.000,
- ΄Οπως είπε, ο Πέτρος Ασλανίδης δούλευε μόνος του. Στην αντεξέταση ανάφερε ότι «άρχισε να εργάζεται μαζί τους από τον Ιούνιο του 2000» αλλά «δεν δούλευε συνεχώς μαζί τους». Από τον Ιούνη έως το τέλος του Δεκέμβρη του έδωσαν £4.100,00 όμως είναι σταδιακά που δούλευε κοντά τους. Στους δικούς τους μάστορες (υπαλλήλους) έδιναν £160,00 - £170,00 τη βδομάδα. Δεν του κατέβαλλαν Κοινωνικές Ασφαλίσεις ή οποιοδήποτε Φόρο Εισοδήματος. ΄Ηταν δική του ευθύνη. ΄Εγιναν διάφορες ερωτήσεις για μία εργασία από τον Δεκέμβριο του 2000 που ήταν διάρκειας 30 εργάσιμων ημερών, και για την οποία πληρώθηκε £2.130,
- Δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι επί της επίδικης διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα υπάρχουν έξοδα £1.000,00, πλέον Φ.Π.Α ως η παράγραφος 30Α της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Η πλευρά του εναγόμενου δεν προσκόμισε μαρτυρία και έτσι η διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των δύο δικηγόρων. Με βάση την ΄Εκθεση Απαίτησης, η αμέλεια του εναγόμενου επικεντρώνεται κύρια στο ότι, ενώ οδηγούσε το όχημά του στον εν λόγω αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση τη Λάρνακα, απότομα και απροειδοποίητα σταμάτησε δεξιά του οχήματος UX 75 (με οδηγό τον Γ. Καπακαλίδη που οδηγούσε και έλεγχε το όχημά του στην ίδια κατεύθυνση βρισκόμενος στο αριστερό έρεισμα του δρόμου) και άρχισε να συνομιλεί με αυτόν. ΄Ετσι, οδηγώντας το όχημά του, ανέκοψε και/ή έφραξε την ορθή και νόμιμη πορεία του οχήματος CAQ 149 που οδηγούσε ο αποβιώσας που τον ακολουθούσε. Με τον τρόπο ενέργειάς του ο εναγόμενος «δημιούργησε δημόσιο εμπόδιο και/ή οχληρία» στον αυτοκινητόδρομο και δη το βράδυ. Ακόμη, επί το ότι «παρέλειψε να σταθμεύσει το όχημά του εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας και/ή παρέλειψε να θέσει πλαίσια τρίγωνα και/ή προειδοποιητικά σήματα ώστε να κάμει γνωστή την παρουσία του ότι είχε σταματήσει» ή ακόμα επί το ότι «παρέλειψε να σταθμεύσει το όχημά του σε χώρο στάθμευσης και/ή σε παγκέττο του αυτοκινητόδρομου και αντί αυτού χωρίς σήμανση σταμάτησε στον ρηθέντα αυτοκινητόδρομο». Εν αντιθέσει, η Υπεράσπιση θέτει θέμα αμέλειας του ενάγοντα κυρίως επί το ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ότι οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα ή ότι ενώ υπήρχε ορατότητα παρέλειψε ν΄ αντιληφθεί έγκαιρα ή καθόλου τον εναγόμενο και επέπεσε στο όχημα του εναγόμενου. Να σημειωθεί ότι μετά από τροποποίηση περιλήφθηκε στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση για την οποία εν τέλει δεν προσφέρθηκε μαρτυρία και συνεπώς δεν θα με απασχολήσει. Η αξιολόγηση και η περαιτέρω κατάταξη της υπόθεσης μπορεί να γίνει σε δύο πεδία, αυτό που αφορά την ευθύνη και αυτό που έχει να κάνει με τις αποζημιώσεις. Α΄ Ευθύνη Για τον τομέα αυτό είναι σχετικοί οι μάρτυρες, Μ.Ε.1, ο εξεταστής, και ο Μ.Ε.2, Βλ. Ζουμπαλίδης. Υπάρχει ακόμη η πραγματική μαρτυρία και η κατάθεση του Γ. Καπακαλίδη (τεκμ. 4). Κατ΄ αρχάς να πούμε ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο θάνατος του Πέτρου Ασλανίδη ήταν ακαριαίος εκ του τραυματισμού του από το επίδικο ατύχημα. Να πω ακόμη ότι το σχέδιο δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά και δεν ανατράπηκε η θέση που ο Μ.Ε.1 εξέφρασε, ότι δηλαδή με τα σημεία σύγκρουσης συμφώνησαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί δηλαδή και ο εναγόμενος. Ο Μ.Ε.1 είναι αποδεκτός και κατατάσσεται εν γένει θετικά ως μάρτυρας αφού μπόρεσε να απαντήσει ικανοποιητικά σ΄ ότι ρωτήθηκε και δεν επέδειξε εύνοια ή προκατάληψη για κανένα. Κάποιες πτυχές βέβαια της μαρτυρίας του στο αν η θέση-στάση του οχήματος του εναγόμενου στο δρόμο συνιστούσε εμπόδιο δεν μπορεί να έχει αξία αφού το ερώτημα είναι νομικό και είναι έργο του Δικαστηρίου να το αξιολογήσει στο φάσμα των ειδικών συνθηκών που θα συνοψίσει. Με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα η μαρτυρία του Βλ. Ζουμπαλίδη (Μ.Ε.2) αφού ο μάρτυρας αυτός εμφανώς, όποτε μπορούσε να αντιληφθεί τη φύση της ερώτησης, προσπαθούσε να ευνοήσει την πλευρά του αποβιώσαντα φίλου του. Είναι αξιοπερίεργο με πόση ευκολία άλλαξε θέσεις και ανάτρεπε προηγούμενες του δηλώσεις. ΄Ηταν έντονη η προσπάθειά του να ανασκευάσει σημεία της κατάθεσής του που νόμιζε ότι δεν ήταν βοηθητική για την εκδοχή των εναγόντων. Αναρωτιέται κανείς, εύλογα, ποια ήταν εν τέλει η εκδοχή των εναγόντων, αφού ο κ. Κουκούνης στις τελικές του αγορεύσεις κάλεσε το Δικαστήριο, βασικά, να στηριχθεί στην πραγματική μαρτυρία, τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και την κατάθεση του Καπακαλίδη. Δεν έγινε ουσιαστική αναφορά στη μαρτυρία του Ζουμπαλίδη. Ενδεχόμενα, επειδή ο τελευταίος, παρά τις προσπάθειές του, δεν μπόρεσε να ανατρέψει την ξεκάθαρη θέση που εκφράστηκε στην κατάθεσή του, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο του εναγόμενου έχοντας αναμμένα τα φώτα του, ήταν έγκαιρα ορατό σ΄ αυτόν ότι και ο ίδιος το είδε ενώ ο Πέτρος δεν το είδε, πράγμα που φάνηκε παράξενο στον Ζουμπαλίδη. Αυτό είναι το μόνο σημείο της κατάθεσής του που φαίνεται αληθινό και θα γίνει δεκτό (βλ. Καδής ν. Νικολάου
(1986)1 C.L.R. 212). Για τα λοιπά υπάρχει έντονη ανασφάλεια για αποδοχή τους. Ακόμα, ιδιαίτερα αρνητικό της εικόνας του ήταν η προσπάθεια εξ αρχής να πείσει ότι ο ίδιος μόνο είχε πιεί ενώ ο Πέτρος όχι, θέση βέβαια που αναιρείται από την έκθεση του Χημείου. Η δε κατάδηλη προσπάθειά του να δείξει ότι ο φίλος του δεν ήταν πιωμένος δεικνύει ότι ήξερε ότι τούτο δεν ίσχυε κατά πάντα χρόνο. Η κατάθεση του Καπακαλίδη σ΄ ένα γραπτό άψυχο λόγο, χωρίς τη δοκιμασία της αντεξέτασης, δοσμένη κιόλας ως ανακριτική κατάθεση, δεν μπορεί να σημαίνει πολλά. Προκύπτει όμως από την ίδια την πραγματική μαρτυρία και απ΄ αυτά που η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι οι συνθήκες που βρέθηκαν τα δύο αυτοκίνητα στην επίδικη θέση πριν το ατύχημα δεν μπορεί να διαφέρουν πολύ από την εκδοχή του. Εξάλλου, με τα σημεία, τουλάχιστο, σύγκρουσης ο εναγόμενος συμφώνησε. Ως εκ τούτου η θέση του αυτοκινήτου του δεν μπορεί να είναι διάφορη απ΄ αυτή του σταματημένου στην άκρια του αριστερού ερείσματος επί του αυτοκινητόδρομου, αφήνοντας ελεύθερο χώρο, εξ όσων έχω αντιληφθεί, από τον αυτοκινητόδρομο στην πορεία του απόσταση 4.70 μέτρων. Το ίδιο επίσης ισχύει και για το σημείο που ήταν σταματημένο - χωρίς όμως φώτα - το αυτοκίνητο του Καπακαλίδη (εντός του αριστερού ερείσματος). Αδιαμφισβήτητο επίσης είναι ότι έχουμε δύο συγκρούσεις, ως τις παράθεσε ο Μ.Ε.1 (μία ελαφρά και μία πιο δυνατή). Βέβαιο ακόμη εύρημα του Δικαστηρίου, εκτός των αντικειμενικών ευρημάτων του Μ.Ε.1 επί του σχεδίου και των φωτογραφιών που δεν θα επαναληφθούν και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι ότι στο σημείο υπάρχει άπλετη ορατότητα 500 μέτρων. Ορατότητα που ισχύει και τη νύκτα εφόσον υπάρχει φωτισμός ή φωτισμός από αυτοκίνητα που προπορεύονταν. Προκύπτει σχεδόν ως κοινό δεδομένο (από τη μαρτυρία των Ζουμπαλίδη και Καπακαλίδη), άλλωστε δεν υπήρξε αντίθετη θεώρηση, ότι το όχημα του εναγόμενου είχε τα φώτα του αναμμένα. Προκύπτει ακόμη ότι, εκτός της ορατότητας, υπήρχε ελεύθερη διάβαση του δρόμου δεξιά από το σημείο που το αυτοκίνητο του εναγόμενου ήταν σταματημένο. Η απόφραξη του δρόμου είναι μερική. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο αποβιώσας είχε προσκρούσει πρώτα με το ακινητοποιημένο εντός του ερείσματος αυτοκίνητο. Περαιτέρω, έχει αποδειχθεί ότι ο αποβιώσας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, ως το τεκμήριο 6. ΄Αλλωστε δεν αμφισβητήθηκε αυτό εν τέλει από τον κ. Κουκούνη. Για την ταχύτητά του δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία αφού ο Μ.Ε.2 κρίθηκε γενικά μη αξιόπιστος. Οποιασδήποτε υπαγωγής των συγκεκριμένων συνθηκών και περιστάσεων της κρινόμενης υπόθεσης στο Δίκαιο της αμέλειας πρέπει να προηγηθεί η διαπίστωση των εξής παραμέτρων όπως προκύπτουν από τη νομολογία: (α) Η απόφραξη δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Δεν προσδίδει ωστόσο, αυτόματα, ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα ανεξάρτητα από τα αίτιά του. (β) Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Πάντα δε η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Είναι γνωστό το ακόλουθο απόσπασμα από την κλασσική αυθεντία στο θέμα απόφραξης δρόμου, την Rouse v. Squires and others [1973] 2 All E.R. 903 (που αφορούσε επίσης απόφραξη σε υπεραστικό δρόμο) σε μετάφραση: «Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης που παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα.» Η υπόθεση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436 (στην οποία γίνεται αναφορά στη Rouse, ανωτέρω) αφορούσε μερική απόφραξη κυρίου δρόμου από αυτοκίνητο που είχε σταματήσει στο κέντρο του δρόμου (στην προσπάθειά του να διασταυρώσει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στον απέναντι χωματόδρομο και συγκρούστηκε με αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε). Δευτεροβάθμια επικυρώθηκε το πρωτόδικο εύρημα ότι ο οδηγός του δεύτερου αυτοκινήτου είχε την ευχέρεια να αποφύγει τη σύγκρουση ενόψει της ορατότητας και της απόστασης από την άκρη του δρόμου του σταθμευμένου οχήματος και άρα ορθά ευρέθη ως αποκλειστικά υπεύθυνος για το ατύχημα. Αναφέρονται τα εξής: «Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η απόφραξη μέρους του δρόμου δεν προοιώνιζε σ΄ αυτή την περίπτωση τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό αν η ορατότητα μεταξύ του σημείου που καθίστατο εμφανής η παρουσία του σταθμευμένου οχήματος και του χώρου στάθμευσής του ήταν μικρότερη και δεν παρεχόταν η ευκαιρία αποφυγής του. Σύμφωνα με το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη του εφεσείοντα να σημειώσει έγκαιρα την παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψή του, ευχέρεια που του παρεχόταν ενόψει του ελεύθερου χώρου μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και της άκρης του δρόμου.» (Βλ. επίσης Charalambous v. Kassapis and another
(1988)1 C.L.R. 25 και το Σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου "Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας", σελ. 171 κ.ε.) (γ) Το τι συνιστά κίνδυνο, ως στοιχείο οχληρίας ή αμέλειας, δεν είναι θεωρητικό εγχείρημα. «Σε δοσμένες συνθήκες ο,τιδήποτε μπορεί να συνιστά κίνδυνο και το αντίστροφο» (βλ. Πραστίτης ν. Σ.Α.Λ. Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2144). Σε κάθε μια από τις σχετικές υποθέσεις σταθμευμένο όχημα ή και το όποιο εμπόδιο κρίθηκε πως συνιστούσε ή δεν συνιστούσε κίνδυνο ανάλογα με το κατά πόσο, κυρίως οι συνθήκες ορατότητας, επέτρεπαν έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξής του. Οποτεδήποτε δε το σταθμευμένο όχημα και/ή όποιο εμπόδιο ήταν ευκρινώς ορατό από απόσταση με συνέπεια την ύπαρξη δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεων και ανάλογης αντίδρασης, οι διεκδικήσεις των οδηγών που πρόσκρουσαν σ΄ αυτά απορρίφθησαν (βλ. Κλεάνθους ν. Ευαγγέλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1681 όπου όχημα εν κινήσει συγκρούστηκε με το όχημα του εφεσείοντα που ήταν σταθμευμένο στη δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του σε ευθύ καλά φωτισμένο δρόμο με απεριόριστη ορατότητα. Δευτεροβάθμια κρίθηκε ότι αποκλειστική ευθύνη έφερε ο εφεσίβλητος. Να σημειωθεί ότι το σταθμευμένο όχημα δεν είχε καν αναμμένα τα φώτα). (Βλ. ακόμη Ιωάννου ν. Ασσιώτη κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 10233 ημερ. 1/2/2000). Για το θέμα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα, όπως επίσης διαμορφώνονται από τη νομολογία: Παρόλον ότι η επήρεια αλκοόλ αφ΄ εαυτής δεν αποδεικνύει αμέλεια (βλ. Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300), εντούτοις το γεγονός αυτό μπορεί να προσφέρει εξήγηση για μια ενέργεια ή ανέργεια του εμπλεκόμενου οδηγού (βλ. Παπαχαραλάμπους ν. Πατέρα, Πολιτική ΄Εφεση 10420 ημερ. 25/9/2000). Στην κρινόμενη περίπτωση δεν έχω πεισθεί στα πλαίσια του νόμου και της νομολογίας ότι υπήρξε οποιαδήποτε ευθύνη του εναγόμενου που να στοιχειοθετεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας αφού προκύπτει ακριβώς ότι η ορατότητα που ο αποβιώσας είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και στα επίδικα σημεία του αυτοκινητόδρομου ήταν 500 περίπου μέτρα, ότι το σταματημένο αυτοκίνητο είχε τα φώτα του αναμμένα και ότι υπήρχε άμεση και πλήρης δυνατότητα του να το δει. Φανερά λοιπόν οι συνθήκες ορατότητας επέτρεπαν έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξης του στο δρόμο. Η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην προφανή παράλειψη του αποβιώσαντα να σημειώσει και να παρατηρήσει έγκαιρα την παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψή του. Περαιτέρω, η ευχέρεια αυτή του παρεχόταν ενόψει του ελεύθερου χώρου που είχε δεξιά του. Είναι φανερό επίσης ότι η χρήση των φρένων δεν γίνεται έγκαιρα. Η ανενέργειά του να προσέξει το σταθμευμένο αυτοκίνητο έγκαιρα ενδεχομένως να εξηγείται από την επίδραση του αλκοόλ, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω. Το ίδιο ισχύει για τη μη επιτυχή αποφυγή του. Καταληκτικά κρίνεται ότι ο εναγόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για το επίδικο ατύχημα. Β΄ Αποζημιώσεις Ανεξάρτητα από το πιο πάνω αποτέλεσμα, θα πρέπει βέβαια ν΄ ασχοληθώ και με το θέμα των αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις λόγω θανάτου προσδιορίζονται με δύο κύρια νομοθετήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(2)(α) του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος. Το άρθρο αυτό επιτρέπει την είσπραξη αποζημιώσεων για απώλειες που είχαν δημιουργηθεί πριν το θάνατο. Οι αποζημιώσεις αυτές είναι περιορισμένες και περιλαμβάνουν ζημιές στο όχημα του θύματος και έξοδα διαχείρισης και κηδείας. Κατανέμονται δε σύμφωνα με το κληρονομικό δίκαιο. Με βάση το άρθρο 58
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος (σύζυγο, γονιό ή άλλο ανιόντα, τέκνο ή άλλο κατιόντα, ή αδελφός, αδελφή, θείος ή θεία του αποβιώσαντος). Το ΄Αρθρο 58
(15)περαιτέρω προνοεί τα εξής: «Στην αγωγή δύνανται να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, άλλες από τις αποζημιώσεις λόγω απώλειας, οι οποίες αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους αντίστοιχα, και αφού αφαιρεθούν έξοδα που δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο, οποιοδήποτε ποσό που εισπράχθηκε άλλως παρά ως αποζημιώσεις λόγω απώλειας θα καταμερίζεται μεταξύ των εξαρτωμένων σε τέτοια μερίδια σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου» Στην υπόθεση Καζάκου ν. Αβρααμίδου, Πολιτική ΄Εφεση 10316 ημερ. 29/9/2000 το Ανώτατο Δικαστήριο απαρίθμησε τους τρόπους καθορισμού της αποζημίωσης με βάση το ΄Αρθρο 58
(15), ως πιο κάτω:
(1)για κάθε κονδύλι ξεχωριστά
(2)για το κερδαινόμενο εισόδημα μείον τα προσωπικά έξοδα του αποθανόντος
(3)με την κλασσική ποσοστιαία προσέγγιση Η κλασσική ποσοστιαία προσέγγιση εφαρμόζεται όπου ο καθορισμός του ποσού της εξάρτησης ή του ποσού των προσωπικών εξόδων του αποβιώσαντος είναι ελλιπής ή είναι αδύνατο να καθορισθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο υιοθετεί ένα εκατοστιαίο ποσοστό όπως, π.χ. 75% όταν οι εξαρτώμενοι είναι η σύζυγος και παιδιά ή 67% όταν η σύζυγος είναι η μόνη κληρονόμος (βλ. Harris v. Empress Motors
(1984)1 W.L.R. 212). ´Eχω την άποψη ότι η υιοθέτηση της τρίτης αυτής μεθόδου είναι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η πλέον ενδεδειγμένη. Στην κρινόμενη περίπτωση η σύζυγος και η μικρή κόρη του θύματος είναι τα εξαρτώμενα του πρόσωπα. Κατά το χρόνο της κοινής ζωής τους η Μαρσελίνα δεν εργαζόταν και ο αποβιώσας ήταν ο μόνος που έφερε τα οικονομικά βάρη. Με βάση τις γενικές αυτές κατευθύνσεις έρχομαι να εξετάσω τη δοθείσα μαρτυρία για το θέμα των εισοδημάτων του αποβιώσαντος. Βαρύτητα βέβαια έχει σ΄ αυτή την παράμετρο κύρια η μαρτυρία του εργοδότη του θύματος. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία για άλλο εργοδότη τον ουσιώδη χρόνο. ΄Εστω λοιπόν κι αν ήθελε κριθεί ότι ο αποβιώσας δούλευε με το κομμάτι (καπαλιτζιής) και όχι με μηνιαίο μισθό, σημασία έχει ότι δεν μπορεί να γίνει εύρημα για άλλα εισοδήματα απ΄ αυτά που ανάφερε ο κ. Χρίστου (Μ.Ε.4). Ο κ. Χρίστου, παρά το ότι ήταν κάπως συγχυσμένος σε ορισμένα σημεία που ο κ. Ζαχαρίου τον πίεσε, ωστόσο, βρίσκω ότι ήταν ολοφάνερα έντιμος μάρτυρας και με κανένα τρόπο δεν ήθελε συνειδητά να παραπλανήσει. Αν ιδωθεί προσεκτικά η μαρτυρία βρίσκουμε τα ακόλουθα: (α) Από 1/1/2001 μέχρι 25/3/2001 (ημερομηνία του θανάτου) πλήρωσε στον αποβιώσαντα £3.000,
- Ενώ από τον Ιούνη έως το Δεκέμβρη το προηγούμενο έτος τον πλήρωσαν £4.100,
- (β) Οι τεχνίτες της ίδιας δουλειάς με τον Πέτρο Ασλανίδη (τοποθέτηση κεραμικών σε πατώματα και μπάνια) πληρώνονταν τότε £5,00 - £5,50 το μέτρο. Περίπου δε σε περίοδο 10-14 ημερών έκανε δουλειά 140-150 μέτρα. Με βάση τα πιο πάνω, εφαρμόζοντας ένα μέσο όρο, βρίσκουμε ότι περίπου σε 12 μέρες έκανε 145 μέτρα δουλειάς. Αφού υπολογίσουμε 145 μέτρα επί £5,25 (μέσο όρο του 5,00 - 5,50), βρίσκουμε ως σύνολο για 12 μέρες το ποσό των £761,
- Αφού προβούμε δε στη συνέχεια στις ακόλουθες μαθηματικές πράξεις, 761,25 : 12 μέρες = 63,43 ημερησίως Χ 20 εργάσιμες μέρες του μήνα, βρίσκουμε £1.268,
- ΄Εχοντας περαιτέρω υπόψη τη μαρτυρία ότι τους τελευταίους 3 μήνες έλαβε £3.000,00 και λιγότερα τους προηγούμενους μήνες μπορώ με σχετική ασφάλεια να υπολογίσω τις απολαβές του σε £1.000,00 μηνιαίως ακάθαρτα, άρα £12.000,00 ετήσια. Από αυτό το ποσό πρέπει να γίνει μια αφαίρεση για τις υποχρεώσεις του αποβιώσαντος προς το δημόσιο περίπου στο ποσοστό 20%, δηλαδή £2.400,00, ποσό που αφαιρούμενο από τις £12.000,00 μας δίνει το ποσό των £9.600,00 ως ετήσιο ποσό απολαβών του αποβιώσαντα (βλ. Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 369, 407 στην οποία τονίζεται ότι, όπου δεν υπάρχουν στοιχεία για ακριβή υπολογισμό, ο υπολογισμός δεν απαιτείται να είναι ακριβής). Να πω ότι η μαρτυρία της συζύγου για καθαρές απολαβές £400,00 εβδομαδιαίως δεν υποστηρίζεται από ο,τιδήποτε στέρεο και ενόψει της συγκεκριμένης μαρτυρίας του κ. Χρίστου η όποια αξία της δήλωσής της μηδενίζεται. Κατά τα λοιπά η μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Εξάλλου δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν έχω μαρτυρία για αυξήσεις ή μελλοντική ανέλιξη. Αόριστες αναφορές ότι ήταν καλός τεχνίτης και θα κέρδιζε περισσότερα, δεν είναι αρκετά και δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο,τιδήποτε σε υποθετικούς συλλογισμούς αφού δεν υπήρξε συγκεκριμένη κατεύθυνση μαρτυρίας για το θέμα. Ο ορθός υπολογιστής, έχοντας υπόψη τα δεδομένα της υπόθεσης, ιδιαίτερα την ηλικία του θύματος, κρίνω ότι πρέπει να είναι 11 χρόνια (βλ. Κάσινος ν. Ευσταθίου
(1984)1 C.L.R. 77). Από το ποσό των £9.600,00 ετήσιο εισόδημα αφαιρούμε επίσης ποσό 30% για τα έξοδα-διατροφή του ίδιου του αποβιώσαντα (αφού μόνο ένα παιδί είχε) κατά την κλασσική ποσοστιαία προσέγγιση και βρίσκουμε ότι το 30% είναι £2.880,00. Από το ποσό λοιπόν των £9.600,00 αφαιρούμε το ποσό των £2.880,00 με αποτέλεσμα το ποσό των £6.720,00 ετήσια να είναι το ποσό της εξάρτησης. Το ποσό αυτό πολλαπλασιαζόμενο με τον πολλαπλασιαστή των 11 ετών μας δίνει τις αποζημιώσεις: £6.720,00 Χ 11 = 73.920,00 Μένει το θέμα του καταμερισμού του ποσού. Επειδή το παιδί είναι μικρό (10 περίπου χρόνων) και η εξάρτηση θα κάλυπτε σχεδόν όλα τα χρόνια του πολλαπλασιαστή μέχρι την ενηλικίωση, βρίσκω ότι το ποσό αυτό θα έπρεπε να καταμερισθεί από μισό μεταξύ της συζύγου και του παιδιού. Η σύζυγος του αποβιώσαντος θα εδικαιούτο επίσης το ποσό των £6.000,00 ως αποζημίωση, γνωστή ως bereavement. (Υπήρξε αύξηση του ποσού με το Νόμο 154
(1)/02 σε £10.000,00 που δεν καλύπτει εν προκειμένω αφού δικογραφικά ζητείται ποσό £6.000,00). Επιπρόσθετα, η αξίωση για τα έξοδα κηδείας, £783,00, και διαχείρισης, £1.000,00, επίσης θα πετύχαινε, ενώ αποτυγχάνει η ξέχωρη επίκληση αποζημίωσης για ενοίκια ως εντελώς ανεδαφική. Με βάση λοιπόν όσα έχω αναφέρει επί πλήρους ευθύνης θα εκδιδόταν απόφαση υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένου ως εξής: (α) £73.920,00 (καταμερισμός στη σύζυγο και στο παιδί από μισό) (β) £ 6.000,00 (απόδοση στη σύζυγο ως bereavement) (γ) £ 1.783,00 (έξοδα κηδείας και διαχείρισης) Σύνολο £81.703,00 Το ποσό των £81.703,00 κρίνω ότι θα ήταν τοκοφόρο από της έγερσης της αγωγής, λόγω ακριβώς της καθυστέρησης στην έγερση αλλά κύρια λόγω καθυστερήσεων στην εκδίκαση που αφορούσαν την πλευρά των εναγόντων (είναι χαρακτηριστικό ότι αίτηση ορισμού γίνεται από το δικηγόρο του εναγόμενου και όχι των εναγόντων). Αποτέλεσμα Ενόψει, ωστόσο, της κατάληξής μου για την ευθύνη, η αγωγή απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση επίσης, ενόψει της εν τέλει μη προώθησής της. ΄Εξοδα Τα έξοδα της αγωγής, τηρουμένων των προηγούμενων διαταγών επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Για την ανταπαίτηση δεν έγιναν ξεχωριστά έξοδα γι΄ αυτό δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα όσον αφορά την ανταπαίτηση. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο