Μιχάλη Χ"Ανδρέου ν. CROWN RESORTS LTD, Αρ.αγωγής 3543/02, 30 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 3543/02 Μεταξύ: Μιχάλη Χ"Ανδρέου, από τη Λάρνακα Ενάγοντα και CROWN RESORTS LTD., από τη Λάρνακα Εναγομένων. Ημερ.: 30 Μαρτίου,
- Για τον ενάγοντα: κ. Π. Παπαγεωργίου Για την εναγόμενη εταιρεία: κ. Α. Χατζηχριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγομένη εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια ή ενοικιαστής διαφόρων ξενοδοχειακών μονάδων στην Κύπρο και είχε προσλάβει τον ενάγοντα αρχικά κατά το 1998 σαν Διευθυντή Πωλήσεων και Συμβολαίων, ενώ αργότερα τον τοποθέτησε στη θέση του Γενικού Διευθυντού της εταιρείας από την 1.1.
- Στις 18.7.02 όμως, η εργοδοσία του ενάγοντα με την εταιρεία διακόπηκε. Οι συνθήκες που είχαν προηγηθεί της διακοπής και κυρίως οι λόγοι της διακοπής, αποτελούν αντικείμενο έντονης διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών και συνιστούν βασικό επίδικο θέμα. Κατ΄ ακρίβεια, δύο είναι τα κύρια επίδικα θέματα - αντικείμενα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας:
- Το κατά πόσο η διακοπή της εργοδοσίας καταλογίζεται σε παράνομη, αυθαίρετη και αδικαιολόγητη απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης εταιρείας ή αντίθετα κατά πόσο αυτή ήταν αποτέλεσμα οικειοθελούς απόφασης του ενάγοντα, λόγω της ανυπόφορης κατάστασης την οποία ο ίδιος επροκάλεσε στις σχέσεις του με τους διευθυντές ξενοδοχείων.
- Το κατά πόσο ο ενάγων σαν αποτέλεσμα της διακοπής της εργοδοσίας του, δικαιούται ή όχι στην καταβολή οποιωνδήποτε αποζημιώσεων, είτε λόγω ακριβώς της διακοπής είτε λόγω του ότι οφείλονται σ΄ αυτόν συμφωνηθέντα ωφελήματα, επιδόματα κλπ. Στο αρχικό τούτο στάδιο της Απόφασης θα πρέπει να σημειώσω ότι κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, ήταν εμφανής η τάση και των δύο πλευρών να αναφέρονται και σε διάφορα άλλα θέματα, ή αναφερόμενοι σε θέματα που σχετίζονται με τα επίδικα, να εκτείνονταν ευρύτερα απ΄ ότι απαιτείτο από τις περιστάσεις. Ο λόγος για τούτο είναι, όπως διεφάνη, το γεγονός ότι οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων δεν είχαν περιορισθεί μόνο στην προαναφερθείσα σχέση εργοδοσίας. Εκτείνονταν σε κάποιες χρονικές περιόδους και σε άλλα θέματα, όπως ενοικιάσεις ακινήτων, αγοραπωλησία γης προς ανέγερση ξενοδοχείου κλπ. Μερικές απ΄ αυτές τις δραστηριότητες εξελίχθηκαν σε διαφορές οι οποίες ήσαν ή είναι ακόμα αντικείμενο άλλων αγωγών. Το αναφέρω αυτό για να καταστήσω εξ΄ αρχής σαφές ότι θα περιοριστώ για σκοπούς της Απόφασης στα θέματα μόνο εκείνα τα οποία είναι απαραίτητο να εξετασθούν σαν σχετιζόμενα με το αντικείμενο της αντιδικίας όπως το έχω προσδιορίσει προηγουμένως. Θα παραθέσω πρώτα τα κύρια σημεία μαρτυρίας που σχετίζονται με τις συνθήκες που περιβάλλουν τα της διακοπής της εργοδοσίας του ενάγοντα. Μαρτυρία ως προς τις συνθήκες διακοπής της εργοδοσίας του ενάγοντα ΄Οπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα, αρχές του 1998 εργοδοτήθηκε σαν Διευθυντής Πωλήσεων και Προώθησης Πωλήσεων (Marketing) της εναγομένης εταιρείας. Περί τον Ιούνιο 1999, λόγω αλλαγών που είχαν επέλθει στην εταιρεία, του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του αναπληρωτή (acting) Γενικού Διευθυντή, υπεύθυνου για την εύρυθμη λειτουργία όλων των ξενοδοχειακών μονάδων που ανήκαν ή που διαχειριζόταν η εναγομένη εταιρεία. Ακολούθως δε, στην αρχή του 2000, διορίστηκε πλέον σαν Γενικός Διευθυντής. Τόσο ο διορισμός του όσο και οι όροι υπό τους οποίους θα υπηρετούσε, συμφωνήθηκαν προφορικά με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας κ.Χρ. Αυξεντίου. Η εναγομένη ήταν ιδιωτική εταιρεία, είχε όμως υποβάλει αίτηση ένταξης στο Χ.Α.Κ., η οποία τελικά δεν ενεκρίθη. Τα καθήκοντα του ενάγοντα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των ξενοδοχείων, την προώθηση της πληρότητας τους μέσω των οργανωτών ταξιδίων του εξωτερικού, τη σύναψη συμφωνιών με αυτούς κλπ. Σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, στις 18 Ιουλίου 2002, ο διευθύνων σύμβουλος κ.Αυξεντίου, του φώναξε στο γραφείο του για να προβεί σε παρατήρηση προς αυτόν σε σχέση με μια τιμή παραμονής σε ξενοδοχείο της Πάφου την οποία θεώρησε χαμηλή. Με εκείνη την ευκαιρία, ο κ.Αυξεντίου είπε στον ενάγοντα ότι δεν είναι ευχαριστημένος από τον τρόπο με τον οποίο διηύθυνε τα ξενοδοχεία, ο ίδιος διαφωνούσε, είχε διαφορετική άποψη και γι΄ αυτό ήθελε να σταματήσει από την εργασία του. Ο ενάγων τότε τον ρώτησε κατά πόσο αυτός ήταν πράγματι ο λόγος που του ζητούσε να φύγει και κατά πόσο θα του το έδιδε και γραπτώς. Ο κ.Αυξεντίου απάντησε ότι δεν θα του το έδινε γραπτώς και ότι θα εργαζόταν μέχρι το τέλος του μηνός και μετά θα έφευγε και ό,τι είχε να παίρνει θα το έπαιρνε. Την επομένη μέρα, ο ενάγων πήγε κανονικά στο γραφείο του, οπότε του φώναξε ο κ.Αυξεντίου και του είπε ότι ήταν καλύτερα να έφευγε απ΄ εκείνη την ημέρα και θα συγκαλούσε συνάντηση των διευθυντικών στελεχών για να ανακοινωθεί η αποχώρηση του. ΄Ετσι και έγινε, δηλαδή σε συνάντηση που συγκλήθηκε την ίδια ημέρα στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας ο κ.Αυξεντίου ανακοίνωσε ότι οι υπηρεσίες του ενάγοντα τερματίζονται, ότι θα δοθεί σ΄ αυτόν ό,τι δικαιούται και ότι ο ίδιος ο κ.Αυξεντίου θα τον βοηθούσε να αρχίσει νέα εργασία. Την επομένη ημέρα ο ενάγων έφυγε από την εργασία του και ξανασυναντήθηκε με τον κ.Αυξεντίου μετά από κανένα μήνα για να του δοθεί ό,τι εδικαιούτο. ΄Οπως πρόσθεσε ο ενάγων, δεν έχει παράπονο που απολύθηκε και το δέκτηκε. Παρ΄ όλο που ήταν παράνομη και αδικαιολόγητη η απόλυση του, είναι εν τούτοις κάτι που έχει δικαίωμα ο εργοδότης να πράξει, φτάνει να δώσει στον εργοδοτούμενο τα δικαιούμενα οφέλη του. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι οι σχέσεις του με όλους σχεδόν τους διευθυντές ξενοδοχείων ήσαν κακές και ότι ο κ.Αυξεντίου αναγκαζόταν να του κάνει συνεχώς παρατηρήσεις και να παρεμβαίνει ο ίδιος σαν πυροσβέστης για να εξομαλύνει την κατάσταση. Του υποβλήθηκε ακόμα ότι διέθετε πολύ μεγάλο μέρος του εργάσιμου χρόνου του ασχολούμενος με τις προσωπικές και οικογενειακές του επιχειρήσεις και ότι δεν επισκεπτόταν όσο τακτικά θα έπρεπε τα ξενοδοχεία της εταιρείας για έλεγχο. Ο ενάγων απέρριψε όλες αυτές τις υποβολές, όπως επίσης και την υποβολή ότι ο ίδιος, με δική του πρωτοβουλία εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει από την εταιρεία λόγω των κακών σχέσεων και της δημιουργηθείσας κατάστασης με τους διευθυντές των ξενοδοχείων. Στο θέμα των συνθηκών υπό τις οποίες είχε διακοπεί η εργοδοτική σχέση ενάγοντα - εναγομένης εταιρείας, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του και ο Μ.Ε.2 Γιαννάκης Λυθραγκωμίτης. Αυτός ο μάρτυρας, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής σε ξενοδοχεία της εναγομένης εταιρείας, κατέθεσε περί της πολύ καλής συνεργασίας την οποία είχε με τον ενάγοντα και του ότι, κατά τη δική του αντίληψη καμιά προστριβή δεν παρατηρήθηκε ποτέ μεταξύ του ενάγοντα και διευθυντών ξενοδοχείων πλην μιας περίπτωσης του διευθυντή του ξενοδοχείου «Γιαννούλα» στην Αγ. Νάπα. Δημιουργήθηκε κάποιο θέμα που σχετιζόταν με παράπονο του διευθυντή εκείνου για μη διοχέτευση εργασιών κρατήσεων σε ξενοδοχεία σε συγκεκριμένο πρακτορείο, αλλά η παρεξήγηση αυτή ήρθη σύντομα. Ας σημειωθεί εδώ ότι σ΄ αυτή την περίπτωση είχε αναφερθεί και ο ενάγων στη μαρτυρία του, με τρόπο παρόμοιο με τον μάρτυρα. Σε σχέση με το φλέγον θέμα της διακοπής της εργοδοσίας του ενάγοντα, ο μάρτυρας κατάθεσε ότι σε κάποια σύσκεψη που συγκλήθηκε στην παρουσία τόσο του ενάγοντα όσο και του κ. Αυξεντίου, ανακοινώθηκε ότι η συνεργασία του πρώτου με την εταιρεία σαν γενικού της διευθυντού διεκόπτετο, επειδή ο κ. Αυξεντίου δεν συμφωνούσε με τους χειρισμούς στους οποίους προέβηκε ο ενάγων στη διοίκηση των ξενοδοχείων της εταιρείας. Οτι ακόμα οι σχέσεις τους θα παρέμεναν φιλικές και ο ενάγων θα έπαιρνε ό,τι εδικαιούτο ενώ ο κ. Αυξεντίου θα τον βοηθούσε να αρχίσει δική του δουλειά. Σε παρόμοιες γραμμές κινήθηκε και η μαρτυρία του Μ.Ε.3 Κ.Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε επίσης υπηρετήσει στη διεύθυνση ξενοδοχείων της εναγομένης εταιρείας. Ο μάρτυρας μίλησε για τακτικές επισκέψεις του ενάγοντα στα ξενοδοχεία δίδοντας τις αναγκαίες οδηγίες, ενώ κανένα πρόβλημα στη συνεργασία τους δεν προέκυψε ούτε και υπέπεσε στην αντίληψη του να δημιουργήθηκε ποτέ πρόβλημα με άλλους διευθυντές. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας δέχθηκε ότι στην εναγομένη εταιρεία είχε προσληφθεί ο ίδιος αλλά και άλλοι, κατόπιν σύστασης του ενάγοντα. Ιδιαίτερα λεπτομερής επί διαφόρων πτυχών των επίδικων θεμάτων, ήταν η μαρτυρία του Μ.Ε.4 Β.Σιακού, εγκεκριμένου λογιστού ο οποίος είχε διατελέσει κατά την περίοδο Αυγούστου 2001 - Οκτωβρίου 2003, Οικονομικός Διευθυντής της εναγομένης εταιρείας. Η μαρτυρία του περιστράφηκε όπως αναμενόταν, κυρίως γύρω από θέματα που αφορούν στα δικαιώματα, οφέλη κλπ. των υπαλλήλων της εταιρείας και του ενάγοντα, στα οποία θα αναφερθώ αργότερα. Ως προς το θέμα των λόγων και του τρόπου διακοπής της εργοδοσίας του ενάγοντα, ο μάρτυρας θετικά κατάθεσε ότι οι σχέσεις του ενάγοντα με τους διευθυντές των ξενοδοχείων ήσαν αγαστές και ότι ο ενάγων επισκέπτετο τα ξενοδοχεία τακτικά, κάθε εβδομάδα. ΄Οπως εξήγησε, τα καθημερινά προβλήματα της δουλειάς πάντα υπάρχουν αλλά τίποτε το σοβαρό δεν παρουσιάστηκε ποτέ σ΄ αυτές τις σχέσεις. Επίσης αγαστές ήσαν, σύμφωνα με τον μάρτυρα και οι σχέσεις του ενάγοντα με τον κ.Αυξεντίου και εξεπλάγη ο ίδιος όταν πληροφορήθηκε περί της αποχώρησης του από την εταιρεία, μετά που ο ενάγων είχε βοηθήσει πάρα πολύ την εταιρεία επιτυγχάνοντας τη σύναψη σημαντικών συμβολαίων. Ως προς τις συνθήκες αποχώρησης του ενάγοντα, ο μάρτυρας κατάθεσε ότι ο ενάγων του τηλεφώνησε ένα βράδυ στο σπίτι και του είπε ότι αποχωρεί από την εταιρεία. ΄Οτι κουβέντιασαν με τον κ.Αυξεντίου σε συνάντηση που είχαν, διαπίστωσαν διαφορές και ο κ.Αυξεντίου του είπε «να φύγεις τώρα». Την επόμενη ημέρα, σε συνάντηση των διευθυντικών στελεχών με το προσωπικό των κεντρικών γραφείων της εταιρείας, ο κ.Αυξεντίου ανακοίνωσε ότι αποχωρούσε ο ενάγων λόγω διαφωνιών και ό,τι δικαιούτο θα το έπαιρνε, ενώ ο ίδιος θα τον βοηθούσε να αρχίσει δική του δουλειά. Ως προς την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, ο μάρτυρας επέμεινε ότι αυτή αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, όχι κερδοφορίας. Δεν μπορούσε να πληρώσει κανονικά τις εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για τους εργαζομένους και καθυστερούσε να καταβάλει τους μισθούς τους για έξι και επτά ημέρες. Τις πλείστες φορές καθυστερούσε να πληρώνει και ενοίκια για τα ξενοδοχεία που ενοικίαζε ενώ με τους προμηθευτές αγαθών στα ξενοδοχεία δημιουργούντο προβλήματα και πάλι λόγω μεγάλων καθυστερήσεων στην πληρωμή τους. Για τούτο, συνεχής ήταν η προσπάθεια της εταιρείας να προβαίνει σε περικοπές εξόδων και υπήρχαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες απολύθηκε και προσωπικό ή δηλώθηκε σαν πλεονάζον. Στη δική του μαρτυρία, ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης εταιρείας κ.Χρ.Αυξεντίου, παρουσίασε γραπτή κατάθεση σαν μέρος της κύριας εξέτασης του. Με πολύ μελανά χρώματα ζωγράφισε ο μάρτυρας την εικόνα των σχέσεων του ενάγοντα με τους διευθυντές ξενοδοχείων, αναφερόμενος σε συνεχή προβλήματα και δικές του «πυροσβεστικές παρεμβάσεις». Κατά τους πρώτους μήνες του 2002 αυτές οι συγκρούσεις εντάθηκαν και αφορούσαν όχι μόνο ένα διευθυντή, αλλά σχεδόν όλους, με αποτέλεσμα περί τα τέλη Ιουνίου - αρχές Ιουλίου, ο ενάγων να μην τολμούσε ούτε καν να επισκεφθεί τα ξενοδοχεία, όπως όφειλε. Αυτό ήταν το γεγονός, όπως πιστεύει ο μάρτυρας, που οδήγησε τον ενάγοντα στην υποβολή της παραίτησης του. Πριν δε από την υποβολή παραίτησης, ο ενάγων πολλές φορές του έλεγε ότι μπορούσε να αποχωρήσει, ότι δεν είχε πρόβλημα λόγω των άλλων οικογενειακών επιχειρήσεων που είχε. Το απόγευμα της ημέρας που υπέβαλε ο ενάγων την παραίτηση του, συγκάλεσε σύσκεψη ο μάρτυρας για το προσωπικό στα κεντρικά γραφεία και εκεί ανακοίνωσε προς τους παρευρισκομένους την υποβολή παραίτησης εκ μέρους του ενάγοντα με σκοπό να επικεντρωθεί στις οικογενειακές του επιχειρήσεις και ότι οι δρόμοι τους χώριζαν φιλικά. Ο ενάγων, ο οποίος ήταν παρών, συμφώνησε με όσα ανέφερε ο μάρτυρας. Αναφερόμενος στην περίοδο κατά την οποία διάρκεσε η εργοδοσία, ο μάρτυρας δήλωσε ότι ο ενάγων αφιέρωνε μεγάλο χρόνο από την εργασία του για τις προσωπικές του δουλειές και παραγγελίες εμπορευμάτων για τα καταστήματα του. Χρησιμοποιούσε δε προς τούτο και τον υπολογιστή και το κινητό τηλέφωνο που του παρείχε η εταιρεία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, κατάθεσε ότι τα προβλήματα σχέσεων ενάγοντα - διευθυντών ξενοδοχείων, άρχισαν να παρουσιάζονται από το 2000 οπότε είχε διοριστεί Γενικός Διευθυντής και επισκεπτόταν τα ξενοδοχεία ως εκ της θέσεως του. Οι διευθυντές, πρόσθεσε, έκαναν παράπονα ότι ο ενάγων τους ύβριζε, τους φώναζε κλπ. Δύο από τους διευθυντές αποχώρησαν εξ αιτίας του. ΄Οποτε πήγαινε για επίσκεψη γινόταν καυγάς. Ρωτηθείς κατά πόσο του έκανε ποτέ γραπτή παρατήρηση, ο μάρτυρας απάντησε ότι του μιλούσε συνεχώς, δεν θεωρούσε σωστό να απευθυνθεί γραπτώς στον Γενικό Διευθυντή με τον οποίο είχαν φιλική σχέση. Ο ενάγων του έλεγε ότι ήθελε να αποχωρήσει διότι δεν τα κατάφερνε να βελτιώσει τα πράγματα με τους διευθυντές, ο μάρτυρας προσπαθούσε να τον μεταπείσει λέγοντας του ότι τα πράγματα θα γίνονταν καλύτερα, μέχρι που τελικά αποχώρησε. ΄Οταν κλήθηκε να εξηγήσει ο μάρτυρας αυτό που είχε πει ως προς το ωράριο εργασίας του ενάγοντα και ερωτηθείς κατά πόσο ισχυρίζεται ότι αυτός δεν εργαζόταν ικανοποιητικά ωράρια, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο, πλην όμως ερχόταν ο ενάγων αργά στο γραφείο, έφερνε προσωπικά του έγγραφα και δεν επισκεπτόταν, όπως έπρεπε, τα ξενοδοχεία. Ρωτηθείς γιατί δεν τον απέλυσε όταν ηγέρθηκαν όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα, ο μάρτυρας είπε ότι δεν απολύει προσωπικό, είναι καλός άνθρωπος, προσπαθούσε να τον αλλάξει, αλλ΄ αυτός τελικά αποχώρησε. ΄Οπως δε του είπε ο ίδιος, θα άνοιγε ένα Ιταλικό εστιατόριο και μάλιστα του πρότεινε να συνεταιριστούν. Παρούσα στη συνάντηση στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, όπου ανακοινώθηκε η αποχώρηση του ενάγοντα, ήταν και η Μ.Υ2, Κυριακή Πραστίτη, η οποία εργάζεται στο Λογιστήριο της εταιρείας με καθήκοντα και για τη μισθοδοσία του προσωπικού. Σύμφωνα με αυτή τη μάρτυρα, ο κ.Αυξεντίου είχε πράγματι συγκαλέσει συνάντηση όλων των διευθυντών και του προσωπικού των Κεντρικών Γραφείων. Εκεί τους ανακοίνωσε ότι ο ενάγων αποχωρούσε από την εταιρεία και αν χρειαζόταν βοήθεια, θα τον βοηθούσε. Ο ενάγων δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου και ευχαρίστησε όλο το προσωπικό για τη συνεργασία τους, λέγοντας ότι φεύγει για δικούς του σκοπούς. Αποχώρησε δε, φιλικά. Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση η μάρτυρας κατά πόσο είπε πράγματι ο ενάγων ότι αποχωρούσε για δικούς του σκοπούς, απάντησε πως νομίζει ότι ήταν ο κ.Αυξεντίου που είπε ότι φεύγει ο ενάγων για δικούς του σκοπούς, ενώ ο ενάγων, ο οποίος ήταν παρών δεν διαφώνησε. Φαινόταν πάντως να ήταν μια φιλική αποχώρηση, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντιπαράθεση ή διαμαρτυρία. ΄Αλλος μάρτυρας, ο οποίος κατάθεσε εκ μέρους των εναγομένων και αναφέρθηκε στο θέμα της εργοδοσίας του ενάγοντα και της διακοπής της, ήταν ο Μ.Υ.3, Ν. Λυσάνδρου, ο οποίος εργάζεται στην εναγομένη εταιρεία για 14 χρόνια και κατά τα τέσσερα τελευταία ασκεί τα καθήκοντα του Υπευθύνου Κρατήσεων. Ο μάρτυρας παρουσιάστηκε να είχε στενή συνεργασία με τον ενάγοντα, από το 1999 μέχρι και την αποχώρηση του. ΄Οπως είπε, είχε μαζί του άριστη συνεργασία, ενώ ουδέποτε υπέπεσε στην αντίληψη του, οτιδήποτε σχετικό με προβλήματα στις σχέσεις του ενάγοντα με διευθυντές ξενοδοχείων ή με τον ίδιο τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας. Ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την ημέρα της ανακοίνωσης της αποχώρησης του ενάγοντα, κατέθεσε ότι το πρωϊ εκείνης της ημέρας πήγε στο γραφείο του ενάγοντα και αυτός του είπε: «Ως δαμαί ήταν, φεύκω, εν πάει άλλο» ή παρόμοια λόγια. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας στην αντεξέταση κατά πόσο ο ενάγων του είπε ότι ο κ. Αυξεντίου είχε πει σ΄ αυτόν (τον ενάγοντα) ότι διαφωνούσε με τον τρόπο διοίκησης της εταιρείας και ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. ΄Οταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος ο μάρτυρας ρώτησε να μάθει τους λόγους που αποχωρούσε ο ενάγων, αυτός απάντησε πως αυτό ήρθε σαν «κεραυνός εν αιθρία, δεν το περίμενε κανένας μας». ΄Οπως πρόσθεσε απαντώντας σε άλλη ερώηση, σύννεφα υπήρχαν στις σχέσεις ενάγοντα - διευθύνοντα συμβούλου αλλά δεν ήσαν τέτοια που να προμηνύουν εκείνη την κατάληξη. Αναφερόμενος δε στο ωράριο εργασίας του ενάγοντα, ο μάρτυρας τον χαρακτήρισε από τους πλέον εργατικούς, αυτούς που έρχονται στην εργασία πιο νωρίς απ΄ όλους και φεύγουν πιο αργά. Ας σημειωθεί ότι με απόλυτο τρόπο ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε και επέμεινε στη θέση του ότι έγιναν όχι μια αλλά δύο συναντήσεις στις οποίες ανακοινώθηκε η αποχώρηση του ενάγοντα από την εταιρεία: Στη μια συνάντηση, την πρώτη, συμμετέσχαν όλοι οι εργαζόμενοι στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας, ενώ την επαύριο, έγινε άλλη συνάντηση στην οποία παρέστησαν οι διευθυντές των ξενοδοχείων. Ο μάρτυρας ήταν απόλυτα σίγουρος ότι έγιναν οι δύο αυτές συναντήσεις, πλην όμως δεν ήταν σίγουρος ότι η δεύτερη είχε γίνει το απόγευμα της ίδιας ημέρας με την πρώτη, ή την επαύριο Κατά τις συναντήσεις σε αμφότερες από τις οποίες ήταν παρών ο μάρτυρας, ο διευθύνων σύμβουλος κ.Αυξεντίου, ανακοίνωσε ότι ο ενάγων αποχωρούσε από την εταιρεία, οι δρόμοι τους χώριζαν φιλικά, χωρίς παρεξήγηση και του ευχήθηκε καλή επιτυχία σε ό,τι κάνει. Αν χρειαζόταν δε οποιανδήποτε βοήθεια, ότι θα τον βοηθούσε στη δουλειά του. Ο ενάγων ευχαρίστησε όλους για τη συνεργασία τους, οι παριστάμενοι του ευχήθηκαν καλή επιτυχία και επέστρεψαν στις εργασίες τους. Η Αγνή Πολυδώρου, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Χρεωστών της εναγομένης εταιρείας (Μ.Υ.4), περιγράφουσα τη συνάντηση στην οποία ανακοινώθηκε η αποχώρηση του ενάγοντα, κατάθεσε ότι εκεί, ο κ.Αυξεντίου είπε ότι ο ενάγων αποχωρεί φιλικά για να ασχοληθεί με δικές του δουλειές και ότι ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει σε ό,τι χρειαστεί. Ο ενάγων ευχαρίστησε για τη συνεργασία, ευχήθηκε καλή συνέχεια και αποχώρησε. Σ΄ αυτή τη συνάντηση παρόντες ήταν το προσωπικό και διευθυντικά στελέχη των κεντρικών γραφείων, αλλ΄ όχι διευθυντές ξενοδοχείων. Την επόμενη ημέρα ο ενάγων ήρθε ξανά στα κεντρικά γραφεία και του δόθηκε αναμνηστικό δώρο. Σχολιάζοντας τα της αποχώρησης του ενάγοντα, η μάρτυρας είπε πως ήρθε «σαν κεραμίδα» και πάντα περνούσαν πάρα πολύ καλά με τον ενάγοντα. Ο Μ.Υ.5 Σωτ. Σεργίου είχε εργασθεί στην εναγόμενη εταιρεία μεταξύ 2000 και Οκτωβρίου 2002, κυρίως σαν διευθυντής του ξενοδοχείου «Γιαννούλα» στην Αγ.Νάπα. ΄Οπως εξήγησε, με τον ενάγοντα, ο οποίος ερχόταν για επιθεώρηση, είχαν διαφωνίες και «τσακωμούς», πάντα σε σχέση με υπηρεσιακά θέματα, όχι προσωπικής φύσεως. Αυτές οι διαφωνίες οφείλονταν περισσότερο στον χαρακτήρα του ενάγοντα και αναφύονταν περισσότερο στην αρχή της ανάληψης των καθηκόντων του, ενώ αργότερα τα πράγματα ήσαν πιο ομαλά. Μια απ΄ αυτές τις διαφωνίες έγκειτο στην ώρα κατά την οποία θα έπρεπε να παρατίθεται το γεύμα στους πελάτες του ξενοδοχείου. Μια άλλη σοβαρή διαφωνία που είχαν με τον ενάγοντα αφορούσε όπως είπε, την απαίτηση για προπληρωμή κατά τη συνεργασία της εταιρείας με πρακτορείο ταξιδίων που ανήκει στην αδελφή του μάρτυρα. ΄Οπως όμως χαρακτηριστικά είπε ο μάρτυρας, δεν ισχυρίζεται ότι ο ενάγων είχε άδικο, απλά έκανε τη δουλειά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις είχε ενημερώσει ως προς τις διαφωνίες και τον κ.Αυξεντίου, αλλ΄ όπως το έθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας «υπήρχαν διαφωνίες και πάντα θα υπάρχουν, γενικά». Αναφερόμενος στη συνάντηση στην οποία ανακοινώθηκε η αποχώρηση του ενάγοντα, ο μάρτυρας είπε ότι, όπως για όλες τις συναντήσεις των διευθυντών των ξενοδοχείων, ειδοποιήθηκε από την προηγούμενη ημέρα να παραστεί. ΄Οπως παρουσίασε την εικόνα ο μάρτυρας, επρόκειτο για σύγκληση συνήθους συνάντησης των διευθυντών ξενοδοχείων με τη διοίκηση και δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ειδικός λόγος για τη σύγκληση της. Κατά δε τη συνάντηση δεν παρίσταντο άλλα μέλη του προσωπικού των κεντρικών γραφείων. Εκεί, ο κ.Αυξεντίου ανακοίνωσε ότι διακόπτεται η συνεργασία με τον ενάγοντα και ότι θα τον βοηθήσει στα περαιτέρω. Πολλές διαφωνίες και συγκρούσεις με τον ενάγοντα, παρουσιάστηκε να είχε ο Μ.Υ.6 Αντ. Τρόκκος, ο οποίος είχε διατελέσει διευθυντής του ξενοδοχείου "Henipa" από τον Μάρτιο 2001 μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου
- ΄Οπως κατάθεσε, ο ενάγων επισκεπτόταν τακτικά το ξενοδοχείο του σαν γενικός διευθυντής που ήταν, η συνεργασία τους όμως είχε αρκετά προβλήματα και διαφωνίες. Αυτά καταλογίζονται, σύμφωνα με τον μάρτυρα στον χαρακτήρα του ενάγοντα. Αυτό ήταν που τον ενοχλούσε, όπως εξήγησε, δηλαδή η ειρωνεία και μη σωστή γενικά, προσέγγιση του που προσπαθούσε να του βρει λάθη και να τον μειώσει σαν διευθυντή. Ο ίδιος δεν το δεχόταν αυτό και μοιραία επροκαλείτο σύγκρουση. Ως προς τα της αποχώρησης του ενάγοντα και αυτός ο μάρτυρας κατάθεσε ότι ειδοποιήθηκε για τη συνάντηση από την προηγούμενη ημέρα. Στη συνάντηση της επομένης παρόντες ήσαν οι διευθυντές των ξενοδοχείων, ο οικονομικός διευθυντής κ.Σιακός, ο υπεύθυνος κρατήσεων κ.Λυσάνδρου, ο κ.Αυξεντίου και ο ενάγων. Μέλη του προσωπικού δεν παρίσταντο. Ο κ.Αυξεντίου ανακοίνωσε ότι ο ενάγων θα αποχωρούσε, τον ευχαρίστησε για τη συνεργασία, του ευχήθηκε καλή συνέχεια και είπε πως για οτιδήποτε αυτός χρειασθεί, η εταιρεία θα ήταν δίπλα του. Από την πλευρά του, ο ενάγων ευχαρίστησε για τη συνεργασία και αποχώρησε. Οι διευθυντές παρέμειναν εκεί και συνέχισαν τη συνεδρίαση τους για τρέχοντα θέματα των εργασιών τους. Εξηγώντας περαιτέρω κατά την αντεξέταση τα της συμπεριφοράς του ενάγοντα, ο μάρτυρας είπε ότι του συμπεριφερόταν σαν να ήταν ο τελευταίος υπάλληλος γι΄ αυτό και έκανε περί τις πέντε συνολικά καταγγελίες προς τον κ.Αυξεντίου. Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, όλοι οι διευθυντές με τους οποίους μιλούσε, είχαν αρνητική άποψη για τον ενάγοντα. Ερωτηθείς κατά πόσο κατά την ανακοίνωση της αποχώρησης του ενάγοντα λέχθηκε κάτι περί διαφωνιών στη διοίκηση της εταιρείας, απάντησε αρνητικά, ενώ ως προς το κατά πόσο λέχθηκε για δουλειά δική του, ο μάρτυς απάντησε πως ναι, λέχθηκε ότι αν έκανε δουλειά δική του, η εταιρεία θα τον βοηθούσε. Αξιολογώντας την προσφερθείσα επί του θέματος τούτου μαρτυρία, παρατηρώ τα εξής: Εξαιρουμένης της μαρτυρίας των ίδιων των άμεσα εμπλεκομένων στην αντιδικία, δηλαδή του ενάγοντα και του διευθύνοντα συμβούλου της εναγομένης, η μαρτυρία των άλλων μαρτύρων δεν έχυσε ιδιαίτερο φως ως προς τους πραγματικούς λόγους της διακοπής της εργοδοσίας του ενάγοντα στην εναγομένη εταιρεία. Κανένας από τους μάρτυρες δεν κατάθεσε ως προς συγκεκριμένο σοβαρό γεγονός ή κατάσταση πραγμάτων που είχε προηγηθεί και θα δικαιολογούσε την διακοπή της εργοδοσίας του ενάγοντα, είτε κατόπιν μονομερούς απόφασης τερματισμού από την εταιρεία, είτε οικειοθελώς από τον ίδιο. Οι περισσότεροι μάρτυρες κατάθεσαν είτε ότι κανένα πρόβλημα δεν υπέπεσε στην αντίληψη τους ή έστω τίποτε το σημαντικό δεν είχε ανακύψει που να δικαιολογούσε μια τέτοια εξέλιξη. ΄Οπως χαρακτηριστικά κατάθεσε μάρτυρας της ίδιας της εναγομένης, που θα θα έπρεπε να ήταν γνώστης καταστάσεων (ο Μ.Υ.3 Λυσάνδρου), κανένας δεν ανέμενε κάτι τέτοιο, ήρθε σαν «κεραυνός εν αιθρία». Σαν «κεραμίδα», δηλαδή τελείως απρόσμενο γεγονός, την χαρακτήρισε άλλη μάρτυρας των εναγομένων, η Μ.Υ.4, επίσης υπάλληλος της εταιρείας, ενώ δύο διευθυντές ξενοδοχείων, με τους οποίους ο ενάγων είχε αποδεδειγμένα διαφωνίες και προστριβές, περιέγραψαν τον ενάγοντα σαν ένα αυστηρό διευθυντή, ο οποίο και τακτικά ασκούσε επιθεώρηση και τίποτε το αξιοσημείωτο δεν παρουσίαζε πέραν του ότι είχε την δική του προσέγγιση ως προς τον τρόπο διοίκησης και άσκησης ελέγχου. Κάποιες σοβαρότερες προστριβές που παρουσιάστηκε να είχε με τον Μ.Υ.6 Α. Τρόκκο και αυτές φαίνονται να καταλογίζονται σε σύγκρουση χαρακτήρων και προσωπικότητας μάλλον παρά σε παράλογη συμπεριφορά του ενάγοντα. Ο ίδιος δε ο Μ.Υ.6 μου έδωσε την εικόνα δύσκολου χαρακτήρα, ανυπόμονου προσώπου και μη εύκολα συνεργάσιμου ανθρώπου, ο οποίος δεν θα ανεχόταν την παραμικρή παρατήρηση για τη δουλειά του, την οποία και θα θεωρούσε απαράδεκτη επέμβαση. Από την άλλη, η κατάθεση του Μ.Υ.5 Σεργίου, πολύ πιθανόν να είχε επηρεασθεί από την ενέργεια του ενάγοντα που επηρέασε τα συμφέροντα επιχείρησης της αδελφής του και εν πάση περιπτώσει ούτε και αυτός ο μάρτυρας καταλόγισε κάτι το ασύνηθες ή υπερβολικό στη συμπεριφορά του ενάγοντα σαν γενικού διευθυντή. Κάποιες διαφωνίες και συζητήσεις με διευθυντές ξενοδοχείων και μεμονωμένα επεισόδια με ένα - δυο απ΄ αυτούς και φυσιολογικές θα ήταν και αναμενόμενες. Τα όσα καταλόγισε στον ενάγοντα ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης δεν μπορεί παρά να ήσαν υπερβολικά και εξωπραγματικά. Η εικόνα ενός γενικού διευθυντή, ο οποίος παραμελεί σε τόσο βαθμό την άσκηση των καθηκόντων του και μόνο έριδες και εχθρότητα προκαλεί στους συνεργάτες του, δεν υποστηρίζεται καθόλου από τη μαρτυρία. Υπενθυμίζω δε, ότι εδώ δεν εξετάζουμε κατά πόσο είχε δημιουργηθεί από τον ενάγοντα μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων που να κατέστησε την απόλυση του δικαιολογημένη. Εξετάζεται εδώ το κατά πόσο, όπως είναι η θέση της υπεράσπισης, ο ίδιος ο ενάγων δημιούργησε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων που κατέστησε την παραμονή του στην εταιρεία ανυπόφορη και τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Μεταφέρω εδώ τους ισχυρισμούς της εναγόμενης εταιρείας, στην παρ. 13 της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης της, σύμφωνα με τους οποίους: «
- Οι εναγόμενοι αρνούνται την παρ.12 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζονται ότι δεν τερμάτισαν τις υπηρεσίες του ενάγοντα, αλλά ο ίδιος αποχώρησε θεληματικά από την εργασία του εξ αιτίας της κατάστασης που δημιουργήθηκε στις σχέσεις του με το υπόλοιπο προσωπικό και ειδικώτερα με τους διευθυντές των ξενοδοχείων των εναγομένων, λόγω της επανειλημμένης εριστικής συμπεριφοράς του προς αυτούς.» ΄Οπως δε αναφέρεται στην παρα.12 της Υπεράσπισης, η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο και έτσι ο ενάγων εξέφρασε την πρόθεση και επιθυμία του να παραιτηθεί και να αποχωρήσει για να μην εκτραχυνθεί περισσότερο η κατάσταση. Αυτή είναι η θέση της εναγομένης εταιρείας, όπως προβλήθηκε στα δικόγραφα. ΄Ομως, από τη δοθείσα μαρτυρία, ο μόνος που παρουσιάζεται να ήταν ενοχλημένος και μάλιστα έντονα ενοχλημένος από τον τρόπο διοίκησης της εταιρείας του, ήταν ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της κ.Αυξεντίου. Και όπως φάνηκε, στην κατάθεση του μεγαλοποιούσε σημαντικά την ύπαρξη των συνηθισμένων προβλημάτων που αναφύονται στη διοίκηση ενός τέτοιου Οργανισμού ενώ επίσης μεγαλοποιούσε την όποια ενασχόληση του ενάγοντα με δικές του προσωπικές εργασίες. Αυτό δε το οποίο σίγουρα εξάγεται σαν συμπέρασμα από το σύνολο της μαρτυρίας, είναι ότι ο ενάγων δεν δημιούργησε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων που να χαρακτηριζόταν σαν ανυπόφορη και ότι ο ίδιος τελικά υπέβαλε παραίτηση για να μην εκτραχυνθεί περισσότερο η κατάσταση. Είμαι πεπεισμένος ότι η εκδοχή του ενάγοντα, σε σχέση με το θέμα τούτο, η οποία ενισχύεται και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 Β.Σιακού, είναι η πραγματική. Σύμφωνα με αυτήν, ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης του εξέφρασε την απαρέσκεια του για τον τρόπο διοίκησης των ξενοδοχείων της εταιρείας και του είπε ότι τον ήθελε να σταματήσει από την εργασία. Με δεδομένο ότι ο διευθύνων σύμβουλος ήταν και ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και ουσιαστικά ο απόλυτος άρχων, ο ενάγων αισθάνθηκε υποχρεωμένος να αποχωρήσει. Σημειώνεται ότι κατά την ακρόαση έγινε ιδιαίτερη ενασχόληση και δόθηκε πολλή σημασία στο τί ακριβώς λέχθηκε κατά την ανακοίνωση της αποχώρησης του ενάγοντα και στον τρόπο αντίδρασης ή μη αντίδρασης του ίδιου. Αυτά βέβαια τα στοιχεία θα μπορούσαν να ήσαν υποβοηθητικά, να χύσουν δηλαδή κάποιο φως στο τί είχε προηγηθεί. ΄Ομως τελικά, τα στοιχεία εκείνα δεν υποβοήθησαν ιδιαίτερα. Είναι κοινή συνισταμένη των καταθέσεων όλων των μαρτύρων που παρευρέθηκαν στην ανακοίνωση, ότι αυτή αναφερόταν σε «αποχώρηση» του ενάγοντα. Ούτε σε παραίτηση αναφέρονταν, ούτε και σε απόλυση. Το ότι επρόκειτο περί φιλικής διευθέτησης, και πάλιν αυτό είναι συνεπές με το ότι ο ενάγων αποδέχθηκε είτε να παραιτηθεί είτε να μην ενστεί στον τερματισμό της εργοδοσίας του. Το εάν ελέχθη κατά τη συνάντηση ότι ο ενάγων αποχωρούσε για να ασχοληθεί με δικές του εργασίες ή δική του εργασία και πάλιν δεν είναι αυτό στοιχείο υποβοηθητικό απλά διότι δεν είναι αυτή η θέση ούτε του ενάγοντα, αλλ΄ ούτε και της εναγομένης ως προς τους πραγματικούς λόγους της διακοπής της εργοδοσίας του. Το γεγονός περαιτέρω, ότι ο ενάγων ούτε διαμαρτυρήθηκε, ούτε αντέδρασε στην ανακοίνωση της αποχώρησης του, και πάλιν δεν προσθέτει τίποτε καθ΄ ότι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ο ενάγων αποδέχθηκε να αποχωρήσει και απλά ανέμενε να πάρει τα όποια οικονομικά δικαιώματα είχε. Για τους πιο πάνω λόγους είναι τα ευρήματα μου ότι ο διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης στην κατ΄ ιδίαν συνάντηση του με τον ενάγοντα του είπε ότι διαφωνούσε με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων του και του ζήτησε να σταματήσει να εργάζεται με την εταιρεία, πράγμα που αυτός αποδέχθηκε. Με αυτό σαν δεδομένο προκύπτει το αναπόδραστο συμπέρασμα ότι οι υπηρεσίες του ενάγοντα τερματίστηκαν και δεν μπορεί να επιτύχει η προβληθείσα υπεράσπιση περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντα από την εργασία του. Περαιτέρω, θα πρόσθετα πως, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη πρόβαλε και καταστάσεις πραγμάτων που καθάπτονταν του τρόπου άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντα κατά την εργοδοσία του, αυτές δεν μπορούν να επηρεάσουν το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης του ενάγοντα για δύο λόγους: Πρώτον διότι δεν είναι η δικογραφημένη θέση της εναγομένης ότι ο ενάγων απολύθηκε, πλην δικαίως και δεύτερον, διότι κατά την αξιολόγηση στην οποία προέβηκα προηγουμένως, τα γεγονότα δεν φαίνονται να ήσαν τέτοια που να δικαιολογούσαν απόλυση. Το ίδιο το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο ενάγων δεν αντέδρασε στην εκδηλωθείσα στάση του εργοδότη του και αποδέκτηκε να αποχωρήσει από την εταιρεία, δεν διαφοροποιεί την νομική κατάσταση των πραγμάτων. Δεν αλλάζει δηλαδή το γεγονός ότι επρόκειτο για απόλυση. ΄Οπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4th Edn. Vol. 16, pg. 425, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο εργοδότης προτίθεται να κηρύξει τον εργοδοτούμενο σαν πλεονάζον προσωπικό και αυτός αποδέχεται πρόθυμα, τούτο και πάλι συνιστά απόλυση του εργοδοτουμένου (Burton Alton & Johnson Ltd. v. Peck [1975] 1 C.R. 193, Morley v. CT Morley Ltd [1985] 1 CR 499). Κυπριακές αποφάσεις σχετικές με τις συνθήκες και λόγους απόλυσης είναι και οι αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co [1990] 1 A.A.D. 517, Σαββίδης ν. Σ.Ε.Κ. & άλλων [2000] 1 Α.Α.Δ. 57 και Γρηγορίου ν. Μ. Πογιατζής & Σία Λτδ. [2003] 1(Γ) Α.Α.Δ.
- Μαρτυρία - ευρήματα ως προς Μισθούς, Οφελήματα και διεκδικούμενες Αποζημιώσεις Αυτή η πτυχή της μαρτυρίας σχετίζεται ουσιαστικά με τρία επί μέρους θέματα, τα ακόλουθα: α. Το ακριβές ύψος του μισθού του ενάγοντα. β. Κατά πόσο πέραν της καταβολής μισθού και άλλων ωφελημάτων, ο ενάγων εδικαιούτο σε εφάπαξ ετήσιο ποσό Φιλοδωρήματος (bonus). γ. Κατά πόσο πέραν των ανωτέρω, ο ενάγων εδικαιούτο σε ετήσια άδεια απουσίας την οποία δεν έλαβε κατά τη διάρκεια της εργοδοσίας του. O μισθός του ενάγοντα Αναφορικά με το μισθό του ενάγοντα, είναι κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι αυτός ανερχόταν σε £2,077.00 μηνιαία κατά το χρόνο του τερματισμού των υπηρεσιών του. Είναι επίσης παραδεκτό το γεγονός ότι πέραν του μηνιαίου μισθού του, ο ενάγων λάμβανε και ένα επιπρόσθετο ποσό εκ £1,000.00 μηνιαία το οποίο αποτελείτο από £600.00 σαν επίδομα οδοιπορικών και £400.00 σαν επίδομα εξόδων παραστάσεως. Αυτό, το συνολικό ποσό των £1,000.00 καταβαλλόταν ξεχωριστά και χωρίς την παρουσίαση από τον ενάγοντα οποιωνδήποτε αποδείξεων. Εδίδετο δηλαδή είτε ο ενάγων είχε υποστεί έξοδα για διακίνηση, φιλοξενία πελατών κλπ., είτε όχι. Σύμφωνα δε με τη δοθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα και μη αμφισβητηθέντα τεκμήρια (τεκμ. 4 και 5), τα επιπρόθετα αυτά επιδόματα δεν δηλώνονταν στα αρμόδια γραφεία του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Φόρου Εισοδήματος. Σε σχέση με αυτά τα δεδομένα, ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της εναγομένης στην αγόρευση του, ότι αν εκείνα τα δύο ποσά λαμβάνονταν υπόψη σαν μέρος του μισθού του ενάγοντα, τότε αυτό θα συνιστούσε παρανομία λόγω της απόκρυψης τους από τις αρμόδιες αρχές. Συνεπακόλουθα, ο ενάγων δεν δικαιούται να εγείρει αξιώσεις που πηγάζουν από παράνομες συναλλαγές, στις οποίες είχε ενσυνείδητα συμμετάσχει. Θα διαφωνήσω με αυτή την εισήγηση. ΄Ολα τα διαθέσιμα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία δείχνουν ότι το συνολικό ποσό των £1,000.00 ή τα δύο επί μέρους ποσά των £600.00 και £400.00 ήσαν ποσά στα οποία ο ενάγων εδικαιούτο να πληρώνεται ως εκ της θέσεως του και δεν ήσαν ούτε έκτακτα πληρωτέα, ούτε εσυναρτάτο η καταβολή τους από οποιεσδήποτε συνθήκες, όρους ή αιρέσεις. Ενόσω ευρίσκετο στη θέση του Γενικού Διευθυντή, θα ελάμβανε ανυπερθέτως και το συμφωνηθέν ποσό των £1,000.00 και επομένως αυτό δεν μπορεί παρά να θεωρείται σαν αναπόσπαστο μέρος του μηνιαίου μισθού του. Το εάν η εργοδοσία επέλεξε να το ξεχωρίσει από το άλλο βασικό και δεδηλωμένο ποσό μισθού, προφανώς λόγω σκοπιμότητας που σχετίζεται με αποφυγή καταβολής φόρων ή τελών, αυτό δεν αλλάζει την κατάσταση και σίγουρα δεν μπορεί να επενεργήσει συμβατικά εναντίον του ενάγοντα. Επομένως για σκοπούς υπολογισμού οποιασδήποτε αποζημίωσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι μηνιαίες απολαβές του ενάγοντα ανέρχονταν σε £3,077.00 και όχι £2,077.
- Η πληρωμή φιλοδωρήματος Σε σχέση με την πληρωμή φιλοδωρήματος η δοθείσα μαρτυρία παρουσιάζει συνοπτικά, την εξής εικόνα: Ο ίδιος ο ενάγων κατάθεσε πως πέραν από το μισθό του έπαιρνε και ένα φιλοδώρημα το οποίο εκυμαίνετο ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας κατά το τέλος του χρόνου. ΄Οτι κατά το 1998 και 1999 του δόθηκε το ποσό των £20.000.00 για κάθε χρόνο. Μετά δεν πήρε τίποτε, έγιναν κάποιες συζητήσεις με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας για το αν θα δινόταν φιλοδώρημα στο προσωπικό, αλλά δεν πάρθηκε καμμιά απόφαση. Αντεξεταζόμενος ο ενάγων, είπε ότι συμφωνία ως προς το ύψος του ποσού του φιλοδωρήματος δεν υπήρχε, ότι τον τελικό λόγο ως προς το αν θα δινόταν τον είχε η εταιρεία, ανάλογα όμως με τα αποτελέσματα. Τελικά, ως προς τα δύο ποσά που είπε πως πήρε σαν φιλοδώρημα, δέχθηκε ο ενάγων ότι στην πραγματικότητα χρήματα υπό μορφή φιλοδωρήματος δεν πήρε ποτέ. Για μεν το 1998 του χαρίστηκαν ενοίκια που είχε να πληρώνει σε προσωπικές άλλες δοσοληψίες του με την εταιρεία, ενώ για το 1999 ο διευθύνων σύμβουλος υποσχέθηκε να του παραχωρήσει φιλοδώρημα υπό μορφή δωρεάν μετοχών. Επικαλέσθηκε δε προς τούτο χειρόγραφο σημείωμα του κ.Αυξεντίου (Τεκμ.1) στο οποίο αναλύεται το τί θα έπαιρνε ο ενάγων και σημειώνεται και «...40,0000 shares for 1999 as bonus." Σχολιάζοντας αυτά τα δύο σημεία μαρτυρίας, ο κ.Αυξεντίου στη δική του μαρτυρία επέμενε ότι τα ενοίκια χαρίστηκαν κατόπιν πιέσεων του ενάγοντα και δεν σχετίζονται με φιλοδώρημα, ενώ οι μετοχές θα δίδονταν σαν δώρο, λόγω της επικείμενης ένταξης της εταιρείας στο χρηματιστήριο. Αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, ο Μ.Ε.4, Β.Σιακός, οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, είπε ότι από το 2001 που ο ίδιος προσλήφθηκε μέχρι και που αποχώρησε τον Οκτώβρη 2003 δόθηκε φιλοδώρημα μόνο μια φορά, κατά τις αρχές του
- Ο ίδιος πήρε ποσό £2,000.00, άλλοι μεγαλύτερο και άλλοι από £6,000.
- Παρά τις συζητήσεις που είχαν γίνει για τα προηγούμενα χρόνια, για το 2002 δεν δόθηκε τίποτε, διότι ο κ.Αυξεντίου δεν έπαιρνε τη σχετική απόφαση. Σημειωτέον περαιτέρω ότι άλλοι μάρτυρες που είχαν διατελέσει υπάλληλοι της εναγομένης εταιρείας κατάθεσαν πως δεν πήραν ποτέ φιλοδώρημα, ενώ άλλοι ότι πήραν. Απ΄ ότι δε κατάθεσε και η Μ.Υ.2 Κυρ. Πραστίτη, υπεύθυνη του λογιστηρίου της εταιρείας για τις μισθοδοσίες, για το 2003 πράγματι εκδόθηκαν επιταγές σε κάποιους αξιωματούχους για φιλοδώρημα για ποσά μεταξύ £1,000.00 - - 2,000.00 ενώ για τα έτη 2000, 2001 και 2002 απ΄ ότι θυμάται δεν δόθηκε φιλοδώρημα. ΄Οπως έθεσε το θέμα η μάρτυρας, το αν θα διδόταν φιλοδώρημα και πόσο, επαφίετο στην απόλυτη κρίση του κ.Αυξεντίου και αυτός πάντα αποφάσιζε. Αυτό το τελευταίο απόσπασμα από τη μαρτυρία, αντικατοπτρίζει κατά την άποψη μου και την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων. Λαμβάνοντας δε υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας είναι και δικό μου εύρημα ότι τίποτε το συγκεκριμένο δεν είχε συμφωνηθεί, ούτε ως προς το με βάση πόσο καλά αποτελέσματα θα εδίδετο φιλοδώρημα, ούτε για το ως προς ποιό ποσό ή ποσοστό ή τρόπο υπολογισμού οποιουδήποτε φιλοδωρήματος, ή ως προς το ποιός και πότε θα λάμβανε φιλοδώρημα. Ο διευθύνων σύμβουλος, σαν απόλυτος άρχων από το χέρι του οποίου περνούσε η όλη οικονομική διαχείριση της εταιρείας, αποφάσισε ότι θα έδιδε κάποια ποσά το 2003 ενώ δεν θα έδιδε τίποτε η εταιρεία, εξ ου και δεν έδωσε για τα έτη 2000 -
- Συμβατική υποχρέωση με την έννοια δεσμευτικού όρου δεν φαίνεται να υπάρχει για παροχή φιλοδωρήματος. Και αν ακόμα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρχε, αυτή θα εξουδετερωνόταν από την αοριστία και αβεβαιότητα ως προς το ποιού επιπέδου οικονομικά αποτελέσματα θα έδιδαν τέτοιο δικαίωμα και σε σχέση με ποιές παραμέτρους, ποσοστά, τρόπο υπολογισμού κλπ. Γι΄ αυτούς τους λόγους είναι αδύνατο να επιτύχει η διεκδίκηση για φιλοδώρημα ή να υπολογισθεί οποιοδήποτε ποσό στη βάση αυτής της διεκδίκησης και να επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντα. Ετήσιες ΄Αδειες Ως προς τις ετήσιες άδειες παρατηρείται και πάλιν σύγχυση και αβεβαιότητα, οι οποίες επίσης πηγάζουν από την ανυπαρξία γραπτής σύμβασης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων περίπου χρόνων της εργοδότησης του, πήρε μόνο μια εβδομάδα άδεια ενώ εδικαιούτο, όπως είπε 28 ημέρες άδεια κάθε χρόνο. Του οφείλεται έτσι, ποσό αντίστοιχο με τα ημερομίσθια τεσσάρων μηνών, δηλαδή περίπου £14,000.
- ΄Οπως προκύπτει από τη μαρτυρία του πρώην οικονομικού διευθυντή της εναγομένης Μ.Ε.4, Β. Σιακού, όταν ο μάρτυρας ανάλαβε τα καθήκοντα του τον Αύγουστο του 2001, δεν υπήρχε κανένα αρχείο στην εταιρεία αναφορικά με άδειες για το διοικητικό προσωπικό. ΄Αρχισε να τηρεί ο ίδιος αρχείο για τα μέλη του προσωπικού, από το 2001, στη βάση άδειας για 21 ημέρες το χρόνο, όπως συμφωνήθηκε με τον διευθύνοντα σύμβουλο κ.Αυξεντίου. Παρουσίασε δε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο σχετική κατάσταση την οποία ετοίμασε για τις ημέρες αδειών του διευθυντικού προσωπικού της εταιρείας για τα έτη 2001 και 2002 (Τεκμ.2). Σύμφωνα με την κατάσταση αυτή, ο ενάγων ενώ εδικαιούτο 1.75 ημέρες άδεια κάθε μήνα, κατά το 2001 δεν πήρε καθόλου άδεια και έτσι δικαιούται σε 29.4 ημερολογιακές ημέρες. Κατά το 2002, και πάλιν δεν πήρε οποιαδήποτε άδεια για το διάστημα κατά το οποίο είχε διαρκέσει η εργοδοσία του και επομένως δικαιούται σε 15,89 ημερολογιακές ημέρες. Από την άλλη, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας κ.Αυξεντίου (Μ.Υ.1) στη μαρτυρία του κατέθεσε πως ουδέποτε τηρούνταν στοιχεία σε σχέση με άδειες διευθυντικού προσωπικού και σχολιάζοντας το Τεκμ.2 είπε πως αυτό ίσως να το ετοίμασε από μόνος του ο Μ.Ε.4 κ.Σιακός. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ο ενάγων σε αρκετές περιπτώσεις μετέβαινε στο εξωτερικό και διεκπεραίωνε εκεί δικές του εργασίες, επειδή όμως τύγχανε διευθυντής ούτε τον ρωτούσε ούτε του ζητούσε να υπογράψει οτιδήποτε. Σε σχέση με αυτό το θέμα αλλά και γενικώτερα, πρέπει να πω ότι ο Μ.Ε.4 Σιακός, έδωσε καθαρά την εντύπωση πολύ ευσυνείδητου, εργατικού και επιμελούς υπαλλήλου. Υπαλλήλου ο οποίος δεν θα άφηνε τίποτε στην τύχη και θα διεκπεραίωνε όλα τα καθήκοντα του στην εντέλεια και σύμφωνα με τους τύπους. Και ότι καμμιά πρωτοβουλία δεν θα αναλάμβανε από μόνος του στο να καθορίσει αυθαίρετα ένα αριθμό ημερών ετήσιων αδειών των διευθυντών χωρίς συγκατάθεση του διεθύνοντα συμβούλου ή ότι θα παρέβλεπε να πιστώσει ή χρεώσει οποιοδήποτε υπάλληλο με δικαιώματα ή υποχρεώσεις χωρίς την κατάλληλη διερεύνηση. Διερεύνηση στην οποία με δική του ομολογία ο διευθύνων σύμβουλος δεν προέβηκε και ορθά βέβαια, ενώ αρκείτο στις εξωτερικές φαινομενικές παρατηρήσεις χωρίς την τήρηση οποιωνδήποτε στοιχείων ή επιβεβαίωση τους. Είναι το εύρημα μου ότι για τα έτη 2001 και 2002 τα ορθά στοιχεία ως προς συμφωνία για άδειες και αξιοποίηση τους από τον ενάγοντα, είναι αυτά που παράθεσε ο Μ.Ε.
- Για τα προηγούμενα όμως έτη, δεν μπορώ να διαπιστώσω ούτε την ύπαρξη συγκεκριμένης συμφωνίας, ούτε οποιαδήποτε άλλα χρήσιμα στοιχεία. ΄Οπως έχει δεχθεί και ο συνήγορος του ενάγοντα, εκεί όπου δεν υπάρχει ρητή συμφωνία για άδειες, τότε εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου αρ. 8/67, όπως τροποποιήθηκε. Αυτή ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου της εναγομένης στην αγόρευση του, με τη διαφορά ότι αυτός εισηγήθηκε ότι οι πρόνοιες του νόμου εκείνου εφαρμόζονται, όπου δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία για άδειες. Σε σχέση με τούτο θα πρέπει να παρατηρήσω πως συμφωνώ ότι οι πρόνοιες του προαναφερθέντος νόμου εφαρμόζονται εκεί όπου δεν υπάρχει συμφωνία ως προς τον αριθμό ημερών άδειας, όχι όμως μόνο εκεί όπου δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία αλλά και εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε προφορική συμφωνία. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Α. 5
(1)του Νόμου όπως αυτός τροποποιήθηκε με το νόμο αρ.85/79, η διάρκεια της άδειας εργοδοτούμενου, ο οποίος έχει εργασθεί για όχι λιγότερες των 50 εβδομάδων εντός του έτους αδείας, είναι 10 εργάσιμες ημέρες εάν εργάζεται στη βάση 5ήμερης εβδομάδας εργασίας και 12 εργάσιμες ημέρες στη βάση 6ήμερης εβδομάδας εργασίας. Ας σημειωθεί ότι οι αριθμοί αυτοί των ετήσιων αδειών στις οποίες δικαιούται κάθε εργοδοτούμενος αυξήθηκαν με τον τροποποιητικό περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμο, αρ. 66(Ι)/2002 και έγιναν 12 και 24 εργάσιμες ημέρες για 5ήμερη και 6ήμερη εργασία αντίστοιχα. Ο εναρμονιστικός αυτός νόμος τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα στις 31.5.02. Αυτός είναι λοιπόν ο αριθμός ημερών άδειας, στις οποίες δικαιούται κάθε εργοδοτούμενος υπό την αίρεση πάντα των προνοιών της επιφύλαξης στο Α.5, οι οποίες και επιβίωσαν των τροποποιήσεων και σύμφωνα με τις οποίες εάν ο εργοδοτούμενος δικαιούται είτε δυνάμει νόμου, είτε εθίμου, συλλογικής σύμβασης «ή άλλου τινός» σε μεγαλύτερο αριθμό άδειας, τότε ισχύει ο μεγαλύτερος αριθμός. Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο νόμος θέτει τον ελάχιστο αριθμό ημερών άδειας στις οποίες δικαιούται κάθε εργοδοτούμενος, αλλ΄ εάν υπάρχει συμφωνία για μεγαλύτερο αριθμό, ισχύει ο μεγαλύτερος αριθμός. Αυτός ο αριθμός ημερών άδειας ήταν 10 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 12 για εξαήμερη από το 1979 μέχρι και τις 30.5.02 και 12 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερη εβδομάδα και 24 για εξαήμερη από τις 31.5.02 μέχρι και σήμερα. Στην περίπτωση του ενάγοντα, σύμφωνα με το εύρημα μου, ειδική συμφωνία μεταξύ του διευθύνοντα συμβούλου της εναγομένης και του οικονομικού διευθυντού, Μ.Ε.4, για τις άδειες του διευθυντικού προσωπικού, έγινε από το 2001 και προνοούσε για 21 εργάσιμες ημέρες ετήσια. Επομένως για το 2001 και 2002 ο ενάγων εδικαιούτο σ΄ αυτό τον αριθμό ημερών άδειας που είναι μεγαλύτερος από τον υπό του νόμου προνοούμενο πριν από την τροποποίηση του, αλλά υπερισχύει. Για τα προηγούμενα χρόνια, 1998 , 1999 και 2000, στην απουσία οποιασδήποτε ρητής συμφωνίας, ο ενάγων θα εδικαιούτο στον υπό του νόμου προνοούμενο ελάχιστο αριθμό ημερών άδειας προτού αυτός τροποποιηθεί κατά το 2002, δηλαδή 10 εργάσιμες ημέρες ετήσια. Διάσταση εκδηλώθηκε μεταξύ των συνηγόρων ως προς το θέμα του κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται ή όχι να πληρωθεί σε σχέση με οποιαδήποτε άδεια την οποία εδικαιούτο, αλλά δεν χρησιμοποίησε. Κατά πόσο δηλαδή η μη χρησιμοποιηθείσα άδεια ενός έτους συσσωρεύεται και προστίθεται στην άδεια των επομένων ετών. Σε σχέση με τούτο, ο συνήγορος της εναγομένης παρέπεμψε στο Α.7
(2)του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 85/79. Σύμφωνα με το εδάφιο τούτο του Νόμου: «...
(2)Δια συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύονται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη.» ΄Οπως προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία, δεν φαίνεται να υπήρχε συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντα ή των εργοδοτουμένων γενικά, για συσσώρευση αδειών. Επομένως δικαίωμα συσσώρευσης μη χρησιμοποιηθείσας άδειας δεν μπορεί να υπάρξει σαν συμβατικός όρος, αλλ΄ ούτε και δυνάμει νόμου. Συνακόλουθα, ο ενάγων δικαιούται μόνο σε αναλογία άδειας για το 2002 σε σχέση με την οποία δεν πρόλαβε να ασκήσει το δικαίωμα του, ήτοι για 15,89 ημέρες ( λέγε 16 ) όπως τις υπολόγισε ο Μ.Ε.4 Σιακός. Υπολογισμός των αποζημιώσεων. Κατ' αρχήν όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συμφωνία εργοδότησης του ενάγοντα ήταν προφορική. Συγκεκριμένη χρονική διάρκεια δεν είχε συμφωνηθεί. Οι μαρτυρίες του ενάγοντα και της πλευράς των εναγομένων κατατείνουν προς ένα βασικό κοινό παρονομαστή: ότι δηλαδή η εργοδότηση του ενάγοντα ήταν ακαθόριστης χρονικά διάρκειας. Όπως ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Στυλιανίδης v. British American Insurance Co.
(1990)1 Α.Α.Δ. 517 η οποία απασχόλησε το Εφετείο, η σύμβαση ήταν ακαθόριστης χρονικής διάρκειας όχι με την έννοια της υποχρέωσης εργοδότησης μέχρι αφυπηρέτησης, αλλά με την έννοια ότι αυτού του είδους η εργοδότηση θα συνέχιζε επ' αόριστον, πλήν όμως θα υπόκειτο σε τερματισμό μετά από λογική προειδοποίηση. Νοείται ασφαλώς ότι αν υπάρχει καλός λόγος,( που δεν ήταν το εύρημα μου σ' αυτήν την αγωγή ), υπόκειται και σε τερματισμό χωρίς ειδοποίηση. ΄Οπως εύστοχα εντοπίστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Στυλιανίδης v. British American Insurance Co (ανωτέρω), σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξυπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Τί συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως: (α) τη φύση της εργασίας του εργοδοτουμένου, (β) τη ζήτηση υπηρεσιών ανάλογων με εκείνες που μπορεί να προσφέρει ο εργοδοτούμενος στην ελεύθερη αγορά, (γ) τη διάρκεια της εργοδότησης του. ΄Οπως αποκαλύπτεται στη νομολογία, η προειδοποίηση, και επομένως η αξία της σε αποζημιώσεις, κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση 12 μηνών, όπως προκύπτει από Αγγλικές αποφάσεις, αναγνωρίζεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις για διευθυντικές κυρίως θέσεις. ΄Οσον αφορά στο ύψος των αποζημιώσεων, κατά γενικό κανόνα, αυτές εκ πρώτης όψεως αντιπροσωπεύουν το ποσό το οποίο ο ενάγων θα κέρδιζε εάν η εργοδοσία του συνεχιζόταν σύμφωνα με τη σύμβαση, μείον οποιοδήποτε ποσό κέρδισε ή θα έπρεπε εύλογα να κερδίσει από τυχόν άλλη εργασία την οποία εξασφάλισε επιτελώντας το καθήκον του για μείωση της ζημιάς που υπέστη. (Mc Gregor on Damages 13rd Edition para.884). ΄Οσον αφορά στην περίοδο υπολογισμού του υπολοίπου της εργοδοσίας του ενάγοντα, επισημαίνονται τα εξής χρήσιμα στοιχεία στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση Gunton v. L.B. of Richmond Upon Thames
(1980)3 All E.R. 577 στη σελ.
- Η ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι θα έφθανε στο τέλος της η εργοδοσία πρέπει να διακριβώνεται θεωρώντας ότι ο εργοδότης θα ασκούσε οποιοδήποτε δικαίωμα είχε να τερματίσει τη σύμβαση κατά τον πλέον επωφελή γι' αυτόν τρόπο. Δηλαδή τερματίζοντας τη σύμβαση κατά την συντομώτερη ημερομηνία κατά την οποία δικαιωματικά θα μπορούσε να το πράξει. Εάν π.χ. ένας εργοδότης ο οποίος εδικαιούτο να απολύσει ένα εργοδοτούμενο δίδοντας όχι λιγώτερη από 3 μηνών προειδοποίηση, παράτυπα επιχειρεί να τον απολύσει συνοπτικά, τότε, η απόλυση είναι άκυρη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ύψους ίσου με 3 μηνών αμοιβή και τίποτε περισσότερο, υποκείμενη δε σε μείωση λόγω άλλης εργοδοσίας. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα μπορούσε να λεχθεί ότι με δεδομένο το εξυπακουόμενο δικαίωμα της εναγομένης εταιρείας να τερμάτιζε δίδοντας λογική προειδοποίηση, η αποζημίωση την οποία θα εδικαιούτο ο ενάγων αν η απόλυση του ήταν παράνομη, θα ισούτο προς το άθροισμα των μισθών που θα έπαιρνε για τη χρονική περίοδο της προειδοποίησης. Προέχει επομένως να αποφασιστεί πόση είναι αυτή η περίοδος. Οι παράγοντες, οι οποίοι θα πρέπει, κατά την άποψη μου, να ληφθούν υπόψη για την επιμέτρηση της περιόδου αποζημίωσης στην παρούσα υπόθεση, είναι και οι ακόλουθοι:
- Το γεγονός ότι ο ενάγων εργοδοτείτο σε διευθυντική θέση στην εναγόμενη εταιρεία.
- Το γεγονός ότι η συνολική εργοδότηση του ενάγοντα δεν ήταν ιδιαίτερα μακρά και συνίστατο από 2½ περίπου χρόνια στη διευθυντική αυτή θέση και 4½ περίπου από την έναρξη της εργοδότησης του στην εναγομένη σε άλλη θέση.
- Τη φύση της εργασίας του ενάγοντα και τη ζήτηση υπηρεσιών στην αγορά, ανάλογων με εκείνες που μπορούσε να προσφέρει. Η φύση της εργασίας του ενάγοντα ήταν ουσιαστικά, η άσκηση καθηκόντων διευθυντικού στελέχους σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ή μονάδες. ΄Οπως προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία, διευθυντικές θέσεις αυτού του είδους και κυρίως στη διοίκηση ξενοδοχειακών μονάδων, συνεχώς αλλάζουν επάνδρωση. Είτε λόγω της εποχικότητας προς την οποία συναρτάται η καλή λειτουργία των ξενοδοχείων, είτε λόγω επεκτάσεων στις επιχειρήσεις αυτές, είτε για άλλους λόγους, διευθυντικές θέσεις αυτής της φύσης παρουσιάζονται συνεχώς. Είτε ακόμα λόγω δημιουργίας νέων θέσεων είτε λόγω ανανέωσης προσώπων κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι μάρτυρες οι οποίοι κατάθεσαν και οι οποίοι εργοδοτούνται στη ξενοδοχειακή βιομηχανία, έχουν αλλάξει εργοδοσία και μάλιστα αρκετά συχνά, μεταπηδώντας από το ένα ξενοδοχείο στο άλλο ή από το ένα Τμήμα στο άλλο. Ο ίδιος ο ενάγων προτού προσληφθεί στην εναγομένη, είχε εργασθεί σε δύο ξενοδοχεία στην Ιταλία, ένα στη Λεμεσό για ένα χρόνο, δύο άλλα ξενοδοχεία στη Λάρνακα και μετά σε δικές του τουριστικές επιχειρήσεις στον Πρωταρά. Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από τη μαρτυρία και από το ίδιο το γεγονός ότι ο ενάγων εξηύρε άλλη εργασία σε μερικούς μήνες από την απόλυση του, είναι ότι υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ικανοποιητική ζήτηση για υπηρεσίες ανάλογες προς αυτές που μπορούσε να προσφέρει ο ενάγων. Αφού έλαβα υπόψη τους πιο πάνω παράγοντες καταλήγω στο συμπέρασμα ότι λογική προειδοποίηση στην περίπτωση του ενάγοντα, θα ήταν προειδοποίηση 5 μηνών και ανάλογη θα πρέπει να είναι και η αποζημίωση στην οποία δικαιούται. Τελική Κατάληξη Είναι το τελικό μου συμπέρασμα ότι ο ενάγων, λόγω του αδικαιολόγητου και χωρίς ειδοποίηση τερματισμού της εργοδοσίας του, δικαιούται στις ακόλουθες θεραπείες: α. Αποζημιώσεις ύψους £15,385.00 ( ίσων προς 5 μηνιαίους μισθούς εκ £3,077.00 έκαστος), β. Ποσό εκ £1,640.00 ( αντιπροσωπεύον 16 ημέρες άδεια ). Συνακόλουθα, εκδίδεται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης εταιρείας Απόφαση για ποσό £17,025.00 με νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας επίδοσης της αγωγής και με έξοδα επίσης υπέρ του ενάγοντα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα στην οποία εμπίπτει το ποσό της Απόφασης. (Υπ.)................................ Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο