← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βασούλας Ν. Λάρκου, Αρ. Αγωγής: 4018/02, 31 Μαρτίου, 2006

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βασούλας Ν. Λάρκου, Αρ. Αγωγής: 4018/02, 31 Μαρτίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4018/02 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Ενάγοντα, και Βασούλας Ν. Λάρκου, Εναγόμενης. -------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα:κα Θ. Μαυρομουστάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ Για την Εναγόμενη: κος Α. Μιχαηλίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας, ο οποίος ενεργεί για τον Έπαρχο Λάρνακας, αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη όπως παραδώσει την κατοικία με αρ. Γ.87 ½(Α) στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης Δρομολαξιάς στον Ενάγοντα, κενή και ελεύθερη, αποζημιώσεις Λ.Κ. 120 μηνιαίως από 17.10.1998 για παράνομη επέμβαση, αποζημιώσεις για επιδιόρθωση της κατοικίας και τόκο. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη παραμένει παράνομα στην κατοικία, της οποίας ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος είναι ο Έπαρχος Λάρνακας, με αριθμό Γ.87 ½ (Α) στο Συνοικισμό Αυτοστέγασης Δρομολαξιάς, η οποία είχε παραχωρηθεί στην Κυριακού Λάρκου. Η Εναγόμενη, στην Υπεράσπισή της, ήγειρε τρεις προδικαστικές ενστάσεις που αφορούσαν την ουσία της αγωγής και συγκεκριμένα ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα στο Κλητήριο Ένταλμα, ότι η αγωγή δεν εμπίπτει εντός των προνοιών του περί Δικαστηρίων Νόμου και ότι η κατοικία δεν κατέχεται από την Εναγόμενη αλλά από την οικογένεια του συζύγου της κου Νίκου Λάρκου, βάση κληρονομικού δικαιώματος. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίστηκε ότι η επίδικη κατοικία ουδέποτε ήταν ή είναι στην κατοχή του Επάρχου αλλά ανήκει στην οικογένεια Ν. Λάρκου η οποία και δαπάνησε πέραν των £8.000, τα τελευταία 20 χρόνια, για τη συντήρησή της. Επιπρόσθετα, ανταπαίτησε και δήλωση ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη κατοικία ανήκει στους κληρονόμους της αποβιωσάσης Κυριακούς Λάρκου αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι πρόσφυγες. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η αποβιώσασα Κυριακού Λάρκου ουδέν δικαίωμα είχε στην κατοχή της κατοικίας αλλά, κατείχε μόνο άδεια χρήσης της κατοικίας. Επέμενε στη θέση του ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας και κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν προκύπτει από την άδεια χρήσης. Επιπρόσθετα, αρνήθηκε την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο κ. Μιχαηλίδης εκ μέρους της Ενάγουσας, απέσυρε τόσο τις προδικαστικές ενστάσεις Α και Β στην Έκθεση Υπεράσπισής του καθώς και την Ανταπαίτησή του. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν μόνο δύο μάρτυρες, μια για τον Ενάγοντα και η Εναγόμενη για την Υπεράσπιση. Πρώτη, κατέθεσε η κα Γιωργούλλα Σοβαρού η οποία ανέφερε ότι εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας και ασχολείται με τα στεγαστικά προβλήματα των προσφύγων. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι και τα θέματα που αφορούν την αυτοστέγαση Δρομολαξιάς. Σύμφωνα με το φάκελο που τηρείται στην Υπηρεσία της δικαιούχος της κατοικίας Γ. 87 ½ (Α) ήταν η κυρία Κυριακού Λάρκου η οποία απέθανε τον Μάρτιο του
  2. Της παραχωρήθηκε η κατοικία με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Επιλογής Κριτηρίων (Κ.Ε.Ε.Κ) στις 11.11.89 και υπογράφτηκε σύμβαση. Κατέθεσε την σύμβαση ως Τεκμήριο
  3. Μετά το θάνατο της κας Κ. Λάρκου η Eπιτροπή ενέκρινε την παραχώρηση της επίδικης κατοικίας στο Σωφρόνη και την Βασιλική Χάρπα. Όμως, το έγγραφο χρήσης ουδέποτε υπογράφτηκε γιατί η κατοικία δεν ήταν διαθέσιμη λόγω του ότι κατοικείτο από την κα Βασούλα Λάρκου, νύμφη της κυρίας Κυριακούς Λάρκου. Σύμφωνα με την μαρτυρία της διεπιστώθη, μετά την διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας από Λειτουργό του γραφείου, ότι η κατοικία μέχρι και σήμερα κατακρατείται από συγγενικά άτομα της κας Βασούλας Λάρκου ή/και κατά καιρούς υπενοικιάζετο από την κα Βασούλα Λάρκου σε τρίτους. Η κα Βασούλα Λάρκου, με επιστολές του Επάρχου Λάρνακας με ημερομηνία 6.12.01 και 20.11.2000, είχε κληθεί να παραδώσει την κατοικία πλην όμως μέχρι και σήμερα δεν το έπραξε. Κατέθεσε τις συγκεκριμένες επιστολές ως Τεκμήρια 2 και
  4. Ισχυρίστηκε, ότι πριν πέντε χρόνια ο κύριος Ν. Λάρκου προσήλθε στο γραφείο της και διαμαρτυρήθηκε ότι ήταν σε διάσταση με την Εναγόμενη και ότι αυτή διέμενε στην επίδικη κατοικία. Καθόρισε την ενοικιαστική αξία της κατοικίας σε £50 μηνιαίως. Βασίστηκε στην απόφαση της Ειδικής Επιτροπής για θέματα ενοικίων, η οποία λήφθηκε στις 21.8.
  5. Κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας επέμενε στη θέση της ότι η Εναγόμενη δεν εγκατέλειψε την κατοικία το 2000 και ότι από έρευνα που έγινε διεφάνη ότι η Εναγόμενη είχε υπενοικιάσει την κατοικία στον κ. Πορκού ο οποίος είχε βάλει μέσα ξένους εργάτες. Τώρα, ήταν η θέση της, βρίσκονται στην κατοικία συγγενικά άτομα της Εναγόμενης. Κατά την επανεξέταση ισχυρίστηκε ότι ενώ ήταν στο Δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης την προηγηθείσα ημερομηνία ακρόασης είχε πληροφορηθεί, από αρμόδιο υπάλληλο ο οποίος επισκέφθηκε την κατοικία, ότι διαμένουν στην κατοικία Βούλγαροι. Ανέφερε, ότι σήμερα το πρωί μπήκε στην κατοικία αρμόδιος λειτουργός του γραφείου τους για να ανακτήσει την κατοχή της και αποκαλύφθηκε ότι οι Βούλγαροι την εγκατέλειψαν αλλά διαμένει τώρα στην κατοικία ο γιος της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη κατέθεσε προς υποστήριξη της υπόθεσής της. Ήταν η θέση της ότι η κατοικία ανήκει στην πεθερά της και ότι σήμερα η κατοικία δεν βρίσκεται στην κατοχή της. Οι δικηγόροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους και προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους. Η κα Σοβαρού ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε τα όσα η ίδια γνώριζε από το περιεχόμενο του φακέλου που τηρούσε στην υπηρεσία της και άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι σκοπός της ήταν να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα γεγονότα που ρύθμιζαν το καθεστώς της επίδικης κατοικίας καθώς και τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Η Ενάγουσα δεν διαφώτισε το Δικαστήριο. Αντίθετα, στην πολύ σύντομη μαρτυρία της, παραδέχθηκε ότι η κατοικία ανήκε στη πεθερά της και δήλωσε ότι η ίδια δεν βρίσκεται σήμερα στη κατοικία αντικρούοντας τα όσα κατέγραψε στην Υπεράσπισή της. Μου άφησε την εντύπωση του ατόμου που δεν ήθελε ν΄ αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με βάση τη μαρτυρία, όπως την έχω αποδεχτεί, είναι η κατάληξή μου ότι τα γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 1) η κατοικία Γ 87 ½ (Α) στο Συνοικισμό Αυτοστέγασης Δρομολαξιάς είχε παραχωρηθεί στην κα Κυριακού Λάρκου, πεθερά της Εναγόμενης για να χρησιμοποιείται ως κατοικία για την ίδια και την οικογένειά της. Η κα Κυριακού Λάρκου απεβίωσε το Μάρτιο του 1998 και παρά τις εκκλήσεις του γραφείου του Επάρχου, με τις επιστολές του (Τεκμήρια 2 και 3), η επίδικη κατοικία ουδέποτε παρεδώθη στον Έπαρχο. Αντίθετα, παραμένει στην κατοχή της Εναγόμενης μέχρι και σήμερα η οποία την εκμεταλλεύεται. Με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί και τα πραγματικά γεγονότα, όπως εξάχθηκαν πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τη νομική πλευρά της υπόθεσης. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σωτήρης Πίττης ν. Progress Electronics Co Ltd, Πολ. Έφ. 11641, ημερ. 13.1.05, η διατύπωση μιας συγκεκριμένης υπεράσπισης δεν αφήνει περιθώριο εισαγωγής άλλης υπεράσπισης μέσω της μαρτυρίας. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα στη σελ. 7 της απόφασης: «Η διατύπωση της υπεράσπισης δεν άφηνε περιθώριο εισαγωγής νέου ισχυρισμού με τη μαρτυρία προς θεμελίωση άλλης εκδοχής. Στην Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)

(1991)1 A.Α.Δ. 24 ειπώθηκαν τα εξής: «Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση, δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.»» Καθοδηγούμενη από την αρχή που διατυπώθηκε στην πιο πάνω απόφαση δεν μπορώ να εξετάσω την υπεράσπιση της Εναγόμενης, την οποία εισήγαγε κατά την κυρίως εξέτασή της, ότι εγκατέλειψε την κατοικία γιατί κάτι τέτοιο δεν προβλήθηκε στην καταχωρισθείσα υπεράσπιση. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι η οικογένεια Ν. Λάρκου την δικαιούται λόγω κληρονομικού δικαιώματος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω έρχομαι τώρα στην ουσία της διαφοράς. Ήταν παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η κατοικία δόθηκε στην κα Κυριακού Λάρκου, πεθερά της Εναγόμενης και αυτό προκύπτει τόσο από την προφορική μαρτυρία καθώς και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 στο οποίο καταγράφεται ότι η άδεια χρήσης δόθηκε στην κα Κυριακού Λάρκου. Θα πρέπει να αναφερθεί, σ΄ αυτό το σημείο, ότι το Τεκμήριο 1 κατατέθηκε χωρίς οποιαδήποτε ένσταση εκ μέρους του δικηγόρου της Εναγόμενης και σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Ravil Nigmedjianov v. Κούλας Παναγίδου, Πολ. Έφ. 11876, ημερ. 16.12.05 το περιεχόμενό του είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας παραχώρησε άδεια χρήσης της κατοικίας με αρ. Γ.87 ½ Α στη κα Κυριακού Λάρκου με τους όρους ότι δεν θα εκχωρίσει ή υπεκμισθώσει το συγκεκριμένο ακίνητο σε οποιονδήποτε και ότι άμα τη λήξη της άδειας θα παρέδιδε το ακίνητο στον Ενάγοντα μαζί με τις σ΄ αυτό διενεργηθείσες βελτιώσεις - παρ. 1, 3 (θ) και (ι) του Τεκμηρίου 1. Επίσης, ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι ο αδειούχος, δηλαδή η κα Κυριακού Λάρκου, αναγνώριζε ότι τα δικαιώματά του περιορίζονται σ΄ αυτά που καθορίζονται στην συμφωνία, δηλαδή την άδεια χρήσης της κατοικίας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts "General Principles" 27th εκδ., παρ. 12-002 στη σελίδα 559-: «Where the agreement of the parties has been reduced to writting and the document containing the agreement has been signed by one or both of them, it is well established that the party signing will be bound by the terms of the written agreement whether or not he has read them and whether or not he is ignorant of their precise legal effect.» Η Κυπριακή νομολογία έχει καθορίσει ότι ο βασικός κανόνας ερμηνείας των συμβάσεων «συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τη σημασία που ενέχουν οι όροι που χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη ως τούτοι γίνονται κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο υπό το πρίσμα του υπόβαθρου της συμφωνίας ..... ». Βλ. Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1058, Θεολόγου κ.ά ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 407, Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Κωνσταντίνου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1580 και Halsbury´ s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος ΙΙ, σελίδα
  1. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας παραχώρησε μόνο ονομαστική άδεια χρήσης στην πεθερά της Ενάγουσας η οποία δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί σύμφωνα με την ίδια την συμφωνία μεταξύ των μερών και ιδιαίτερα την παράγραφο 3(θ) η οποία προνοεί τ΄ ακόλουθα: «Ο Αδειούχος δεν θα εκχωρεί ή υπεκμισθεί εις οιονδήποτε φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον ή οργανισμόν το ακίνητον ή οιονδήποτε μέρος τούτου, ουδέ παραχωρεί οιανδήποτε εμπράγματον δουλείαν, δικαίωμα διαβάσεως ή προνόμοιον επί του ακινήτου.» Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3rd Ed. V.23, στη σελ. 427 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «In determining whether an agreement creates between the parties the relationship of landlord and tenant or merely that of licensor and licensee the decisive consideration is the intention of the parties. The parties to an agreement cannot, however, turn a lease into a licence merely by stating that the document is to be deemed a licence or describing it as such; the relationship of the parties is determined by law on the consideration of all relevant provisions of the agreement; nor will the employment of words appropriate to a lease prevent the agreement from conferring a licence only if from the whole document it appears that it was intended merely to confer a licence. In the absence of any formal document the intention of the parties must be inferred from the circumstances and the conduct of the parties.» Σε μετάφραση: «Κατά τον καθορισμό του αν μια συμφωνία δημιουργεί μεταξύ των μερών τη σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή ή απλού εκδότη άδειας και αδειούχου, το αποφασιστικό κριτήριο είναι η πρόθεση των μερών. Τα μέρη μιας συμφωνίας δεν μπορούν όμως να μετατρέψουν μια ενοικίαση σε άδεια χρήσης απλώς με το να δηλώνουν ότι το έγγραφο πρέπει να θεωρείται ως τέτοιο ή να το περιγράφουν ως τέτοιο. Η σχέση των μερών καθορίζεται από το Νόμο αφού εξεταστούν όλες οι σχετικές πρόνοιες της συμφωνίας. Ούτε η χρησιμοποίηση λέξεων που ταιριάζουν σε ενοικίαση εμποδίζει τη συμφωνία από του να δημιουργεί άδεια χρήσης μόνο, αν από το σύνολο φαίνεται ότι εσκοπείτο μόνο έκδοση αδείας χρήσεως.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας, Πολ. Έφ. 11588, ημερ. 22.9.
  2. Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στα υπό εξέταση γεγονότα παρόλο που η συμφωνία μεταξύ των μερών τιτλοφορείται «άδεια», αυτό δεν είναι αρκετό για να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Όμως, αυτό που ενισχύει την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι μόνο άδεια χρήσης είχε δοθεί στην κα Κ. Λάρκου είναι οι πρόνοιες των παραγράφων 1, 3(στ), 5 και 6 της συμφωνίας οι οποίες οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι μόνο άδεια χρήσης δόθηκε στην κα Κυριακού Λάρκου, η οποία ήταν ονομαστική. Οι συγκεκριμένοι παράγραφοι προνοούν ως ακολούθως: «
  3. Ο Ιδιοκτήτης παραχωρεί προς τον Αδειούχο άδεια χρήσεως του ακινήτου. 3(στ) Ο Αδειούχος θα επιτρέπει εις τον Ιδιοκτήτην ή τους αντιπροσώπους αυτού, όπως καθοιονδήποτε χρόνος διαρκούσης της ισχύος της Αδείας, εισέρχεται εις το ακίνητον ή οιονδήποτε μέρος τούτου επί τω τέλει επιθεωρήσεως και εξετάσεως της καταστάσεως αυτού ως και διά πάντα εύλογον σκοπόν. ......................................
  4. Αδειούχος και η οικογένεια αυτού αναλαμβάνουν όπως εκκενώσουν το ακίνητον και παραδώσουν τούτο εις τον ιδιοκτήτην εις καλήν κατάσταση παρέλαβεν τούτο εντός τριάκοντα ημερών αφότου ζητηθεί τούτο παρ΄ αυτού.
  5. Ο Αδειούχος αναγνωρίζει ότι η ενέργεια του Ιδιοκτήτου να επιτρέψει εις αυτόν και τα λοιπά μέλη της οικογένειας του να κατοικήσει εις το περί ού ο λόγος ακίνητον ουδόλως δημιουργεί σχέσεις Ιδιοκτήτου και Ενοικιαστού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας, και αυτού ή οιουδήποτε μέλους της οικογένειας του, ή παρέχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπον οιονδήποτε δικαίωμα κατοχής ή αποζημιώσεις προς όφελος αυτού.» Ερχόμενη τώρα στο κατά πόσο η Εναγόμενη έχει επέμβει παράνομα στο ακίνητο αφού είχε παραχωρηθεί για να χρησιμοποιείται από την κα Κ. Λάρκου. Η κα Σοβαρού κατέθεσε ότι η κατοχή της κατοικίας από την Εναγόμενη είχε διαπιστωθεί μετά από επιτόπια εξέταση από την οποία διεφάνη επίσης ότι η Εναγόμενη είχε υπενοικιάσει την κατοικία σε τρίτο άτομο. Ενώ, ο ίδιος ο σύζυγός της είχε υποβάλει παράπονο ότι ενώ ήταν σε διάσταση αυτή διέμενε στην κατοικία που είχε παραχωρηθεί στην μητέρα του, Κυριακού Λάρκου. Στη συνέχεια σε άλλη επιτόπια εξέταση στην κατοικία βρέθηκε άλλο άτομο, ο υιός της Εναγόμενης. Η πιο πάνω μαρτυρία, η οποία σημειωτέον έμεινε αναντίλεκτη, με οδηγεί στην κατάληξη ότι όντως η κατοικία κατέχετο παράνομα από την Εναγόμενη αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η κατοικία είχε δοθεί για την αποκλειστική χρήση της κας Κυριακούς Λάρκου και είχε ζητηθεί η επιστροφή της δύο φορές - Τεκμήρια 2 και 3 - σύμφωνα και με την παράγραφο 5 της συμφωνίας χωρίς απότελεσμα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου καθώς και του γεγονότος ότι δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης ότι η κατοικία κατέχεται κληρονομικώ δικαιώματι, ως ο ισχυρισμός της Εναγόμενης στην Υπεράσπισή της, εκδίδω διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα διατάσσεται να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας με αρ. Γ 87 ½ Α στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης Δρομολαξιάς στον Ενάγοντα. Σύμφωνα με την νομολογία από τι στιγμή που η Ενάγουσα κατείχε παράνομα την κατοικία που ήταν ιδιοκτησία του Ενάγοντα, ο Ενάγοντας νομιμοποιείται στην αξίωσή του για αποζημίωση για παράνομη επέμβαση. Υπήρχε, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία ότι από εκτίμηση που είχε γίνει από Ειδική Επιτροπή στις 21.8.05 η ενοικιαστική αξία του ακινήτου ήταν Λ.Κ. 50 μηνιαίως. Στην απόφαση Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 στην σελίδα 1834 καταγράφησαν οι αρχές που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα και είναι οι ακόλουθες: «Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και Άλλος
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All E.R. 796).» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση από την Εναγόμενη στο ύψος του ποσού που έχει καθοριστεί από την Ειδική Επιτροπή δηλαδή Λ.Κ. 50 μηνιαίως. Δικαιούται αποζημίωση για όλους τους μήνες που ακολούθησαν μετά την λήξη της προθεσμίας που ο Ενάγοντας είχε καθορίσει στην επιστολή του προς την Εναγόμενη, ημερομηνίας 20.11.2000, με την οποία της ζητούσε να εγκαταλείψει την κατοικία - Τεκμήριο
  1. Δηλαδή, ο Ενάγοντας δικαιούται στην καταβολή συνολικής αποζημίωσης Λ.Κ. 3.
  2. Η ημερομηνία 19.10.98, ημερομηνία από την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις στο Κλητήριο Ένταλμα, δεν δικαιολογείται μ΄ οποιονδήποτε τρόπο από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Καθοριστική, στην κρίση του Δικαστηρίου, για τον χρόνο για τον οποίο θα πρέπει να δοθεί αποζημίωση είναι η επιστολή, Τεκμήριο 2, στην οποία καθίσταται σαφές, στην Εναγόμενη, ότι κατέχει παράνομα την κατοικία, ιδιοκτησία του Ενάγοντα, και οφείλει να την εκκενώσει εντός 2 μηνών. Η παρέλευση αυτής της προθεσμίας, χωρίς συμμόρφωση, καθιστά την Εναγόμενη υπόλογη σ΄ αποζημιώσεις. Η τελευταία αξίωση που καταγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα και αφορά αποζημίωση για την επιδιόρθωση της κατοικίας δεν προωθήθηκε γι΄ αυτό και θα πρέπει ν΄ απορριφθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους (α) εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Εναγόμενη διατάσσεται να παραδώσει στον Ενάγοντα κενή και ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας με αριθμό Γ. 87 ½ (Α) στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης Δρομολαξιάς. (β) Επιδικάζονται αποζημιώσεις στο ύψος των Λ.Κ. 3.150 με νόμιμο τόκο, αναφορικά με την παράνομη επέμβαση. Επιδικάζονται επίσης έξοδα εναντίον της Εναγόμενης, στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Γ.Γ./ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.