← Κύπρος

ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγ.: 4752/02, 4 Απριλίου, 2006

ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ ν. ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγ.: 4752/02, 4 Απριλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 4752/02 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-

  1. ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΛΤΔ
  2. ΛΑΜΠΡΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ
  3. ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Εναγομένων Ημερ. 4 Απριλίου, 2006 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα Α. Παπαδοπούλου για κ.κ. Τ.Παπαδόπουλος και ΣΙΑ (για την εκφώνηση της απόφασης η κα Μ.Χαμπή) Για τους εναγόμενους: κ. Α. Μαθηκολώνης (για την εκφώνηση της απόφασης ο κ. Ν. Τσαρδελής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ή/ και ως οφειλόμενο υπόλοιπο αναγνωρισμένου ή /και τρεχούμενου λογαριασμού ή/ και λογαριασμού όψεως ή /και παροχής δανείου ή / και τραπεζικών διευκολύνσεων ή /και πιστώσεων ή /και άλλως πως το ποσό, όπως το περιόρισαν, των Λ.Κ.6.668,49σ. πλέον τους τόκους προς 12,25% ετησίως από 18.03.2005, έξοδα και Φ.Π.Α. Σημειώνω ότι η αρχική αξίωση των εναγόντων ήταν για το ποσό των Λ.Κ.48.921,16σ. και η μείωση στο πιο πάνω ποσό είχε γίνει ήδη από τις 12.05.2005 με δήλωση από την συνήγορο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες, πριν δηλαδή την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας η οποία άρχισε ενώπιον του Δικαστηρίου πέντε μήνες αργότερα στις 13.10.
  4. Σημειώνω επίσης ότι μετά την πιο πάνω δήλωση, την ίδια ημερομηνία, έγινε δήλωση εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων με την οποία αμφισβητούσαν το δικαίωμα των εναγόντων για συμψηφισμό, ο οποίος είχε οδηγήσει στη μείωση του αρχικού ποσού που αξιωνόταν. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η συμφωνία των εναγόντων με την εναγομένη 1 είχε καταρτισθεί την 7.04.1994 και με βάση αυτή οι ενάγοντες ανέλαβαν όπως παρέχουν δάνεια ή /και πιστώσεις υπό τύπον τρεχούμενου ή/ και λογαριασμού όψεως ή/ και άλλου λογαριασμού ή/ και άλλως παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις στην εναγομένη
  5. Με βάση την πιο πάνω συμφωνία οι ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό προς όφελος της εναγομένης 1 ο οποίος κατά ή περί την 1.10.2002 παρουσίαζε ως υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ.48.921,16σ. Κατά ή περί την 10.11.1997 οι ενάγοντες προσήλθαν σε έγγραφη συμφωνία εγγύησης με τους εναγόμενους 2 και 3 με βάση την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες που απέρρεαν από την πιο πάνω συμφωνία για ποσό μέχρι Λ.Κ.70.000=. Με βάση ρητό όρο της συμφωνίας οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 26.08.2002 καθόρισαν το ποσοστό επιτοκίου επί του οφειλομένου υπολοίπου του λογαριασμού της εναγομένης 1 σε 8% από 1.07.2002 έως 25.08.2002 και σε 12.25% ετησίως από 26.08.2002 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των χρεωμένων τόκων ή/ και ανατοκισμό δύο φορές ετησίως και ειδοποίησαν την εναγομένη 1 σχετικά με αυτά με επιστολή τους με ημερομηνία 26.08.
  6. Περαιτέρω οι ενάγοντες με επιστολές τους με ημερ. 26.08.2002 και με βάση ρητό όρο συμφωνίας ή/ και μετά από παράβαση από μέρους της εναγομένης 1 ρητού και ουσιώδους όρου της συμφωνίας, τερμάτισαν τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού, πληροφόρησαν σχετικά τους εναγόμενους και τους κάλεσαν όπως εξοφλήσουν το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο προς 12.25% ετησίως από 26.08.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις των εναγόντων και των δικηγόρων τους όπως εξοφλήσουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό εντούτοις μέχρι σήμερα αυτοί παραλείπουν και /ή αμελούν να ανταποκριθούν. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται και αμφισβητούν κάθε πτυχή της απαίτησης και καθιστούν αυστηρή την απόδειξη κάθε ουσιώδους γεγονότος που προβάλλεται και όλων των αναγκαίων στοιχείων για την επιτυχία της απαίτησης των εναγόντων. Κατά κύριο λόγο προβάλλουν ότι: (α) Η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε χωρίς νόμιμη ή και οποιαδήποτε απόφαση ή καθ΄ υπέρβαση τυχόν απόφασης (ultra vires) του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας - εναγομένης 1 και κατά συνέπεια είναι άκυρη και ανεφάρμοστη, (β) αρνούνται ότι ο επίδικος λογαριασμός είχε κατά την 1.10.2002 ή και παρουσίαζε το ισχυριζόμενο ή και οιονδήποτε υπόλοιπο και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι εάν αυτός χρεοπιστωνόταν σύμφωνα με τη συμφωνία ή και νόμιμα δεν θα έπρεπε να παρουσιάζει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο. Προβάλλεται ότι ο λογαριασμός χρεοπιστωνόταν αυθαίρετα υπό διάφορες μορφές με σκοπό όπως αυτές υπερβαίνουν το ανώτατο από τον νόμο ή και των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας επιτρεπόμενο επιτόκιο, (γ) οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης μετά των εναγομένων 2 και 3 ήθελε αποδειχθεί, αυτή είναι άκυρη και ανεφάρμοστη συνεπεία της ακυρότητας ή και της μη εφαρμογής της επίδικης συμφωνίας και (δ) οι εναγόμενοι αρνούνται τον τερματισμό της συμφωνίας ή ότι έλαβαν τις επιστολές που ισχυρίζονται οι ενάγοντες με τις οποίες τους ενημέρωναν για τον τερματισμό και την αξίωση τους για το υπόλοιπο του λογαριασμού. Σε περαιτέρω λεπτομέρειες των εκατέρωθεν ισχυρισμών, όπου απαιτηθεί, θα κάμω αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Τους ισχυρισμούς τους οι ενάγοντες προσπάθησαν να αποδείξουν με την προφορική μαρτυρία της υπαλλήλου τους Γεωργίας Χ¨ Κώστα η οποία χειριζόταν τον λογαριασμό της εναγομένης η οποία κατέθεσε και σειρά εγγράφων που αφορούσαν τη συμφωνία και τους ισχυρισμούς τους. Από της πλευράς των εναγομένων δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η συμφωνία σύμφωνα με την μάρτυρα που συνήψαν οι ενάγοντες με την εναγομένη 1 έγινε στις 7.04.1994 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Λόγω της ιδιότητας της εναγομένης 1 ως εταιρείας κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2-6 τα διάφορα πιστοποιητικά της εταιρείας σε φωτοαντίγραφα, χωρίς ένσταση από της πλευράς των εναγομένων, τα οποία ήταν αναγκαία για την νομιμοποίηση της εναγομένης να συνάψει την ανωτέρω συμφωνία. Σχετική απόφαση της εταιρείας υπογεγραμμένη υπό του Προέδρου και της Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου της η οποία εξουσιοδοτούσε τον Πρόεδρο της να υπογράφει τα έγγραφα για την παροχή σε αυτή πιστωτικών διευκολύνσεων υπό των εναγόντων μέχρι του ποσού των Λ.Κ.24.000= κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Η εγγύηση την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 στις 10.11.1997 μέχρι και του ποσού των Λ.Κ.70,000= την οποία επιμαρτυρούν η ίδια και μια ακόμα συνάδελφος της, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Στο άρθρο 3 (θ) του Ιδρυτικού Εγγράφου της εταιρείας προβλέπεται η δυνατότητα εκ μέρους της για σύναψη δανείων, επίσης τέτοια δυνατότητα παρέχεται και με το Άρθρο 3 (κβ). Η ίδια δυνατότητα παρέχεται και από το Άρθρο 13 του Καταστατικού της εταιρείας. Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκε δέσμη καταστάσεων λογαριασμού που διατηρούσε η εναγομένη 1 στους ενάγοντες, στις 30.09.2002 ο λογαριασμός έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.48.921,16σ. Η τελευταία κατάσταση λογαριασμού αυτή δηλαδή που παρουσιάζει τη σημερινή εικόνα του λογαριασμού μετά την αφαίρεση σε δύο περιπτώσεις ήτοι στις 16.03.2005 του ποσού των Λ.Κ.41.933,86σ. και στις 18.03.2005 ποσού Λ.Κ.16.465,94σ. κατά τρόπο που παρέμενε ως το υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.6.668,49σ., έγινε αποδεκτή και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 μετά από ένσταση της πλευράς των εναγομένων, για την οποία, εφόσον έγινε λόγος και κατά το στάδιο της τελικής αγόρευσης, θα κάμω αναφορά αργότερα. Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από κάποιο Βάσο Βασιλείου Λειτουργό της Υπηρεσίας Είσπραξης Χρεών των εναγόντων δυνάμει του Άρθρου 35

(3)του Ν. 32
(1)/2004 με το οποίο βεβαιώνεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 9 και 11 αποτελούν απόσπασμα ή /και μέρος των τραπεζικών βιβλίων της Τράπεζας. Η μάρτυρας εξήγησε πως λειτουργούσε ο λογαριασμός της εναγομένης και ότι οι πράξεις γινόντουσαν και περνούνταν μέσω Ηλεκτρονικού Υπολογιστή ο οποίος δούλευε κανονικά καθ΄όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού και ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να ελέγχουν το υπόλοιπο του. Το Τεκμήριο 9, δηλαδή οι καταστάσεις λογαριασμού της εναγομένης 1, αποτελούσαν ακριβές αντίγραφο των καταχωρήσεων και αποτελούν τραπεζικά βιβλία όπως βεβαιώνεται και στο πιστοποιητικό Τεκμήριο
  1. Στη τελευταία κατάσταση λογαριασμού της εναγομένης η οποία έγινε δεκτή ως Τεκμήριο 11, κατόπιν ενστάσεως, όπως ανέφερα και πιο πάνω, παρουσιάζεται το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού ήτοι Λ.Κ.6.668,49σ., όπως προέκυψε μετά από δύο καταθέσεις που έγιναν μετά την έγερση της αγωγής. Με επιστολή με ημερομηνία 26.08.2002 (Τεκμήριο 12), οι ενάγοντες τερμάτισαν την συμφωνία και τη λειτουργία του λογαριασμού και αξίωναν την εξόφληση ολόκληρου του υπολοίπου, επίσης μετέβαλαν τον τόκο σε ποσοστό 12.25% ο οποίος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές το χρόνο, δηλαδή κάθε 1η Ιανουαρίου και κάθε 1η Ιουλίου. Με επιστολές ίδιας ημερομηνίας, αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 13 και 14, πληροφορούνταν για τα ανωτέρω και οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές της εναγομένης 1, οι οποίοι κλήθηκαν επίσης όπως εξοφλήσουν τον λογαριασμό δυνάμει της εγγύησης τους εντός επτά ημερών από της ημερομηνίας των επιστολών. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 9) ανατοκισμός καθώς γινόντουσαν καταθέσεις στο λογαριασμό. Το επιτόκιο τροποποιήθηκε και αυξήθηκε στο πιο πάνω ποσοστό, εφόσον κάτι τέτοιο επιτρεπόταν πλέον μετά την φιλελευθεροποίηση του τόκου. Οι χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό γινόντουσαν από τα ταμεία της Τράπεζας. Η ίδια είχε τον εποπτικό έλεγχο του λογαριασμού από τον Οκτώβριο του 1997 και μετά. Εξήγησε ότι για το ξεκαθάρισμα των επιταγών χρειάζονται κάποιες ημέρες και αυτό εξαρτάται από την τράπεζα στην οποία τηρείται ο λογαριασμός κάθε επιταγής. Εξήγησε περαιτέρω, παρόλο ότι παραδέχθηκε ότι δεν ήταν η αρμόδια για να δώσει αυτές τις απαντήσεις, ότι με τον όρο Value Date (αξία) όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού εννοείται η ημερομηνία που πιστώνεται ο λογαριασμός. Επίσης αυτή η ημερομηνία είναι και η ημερομηνία όπου μειώνεται το υπόλοιπο ενός λογαριασμού και από αυτή την ημερομηνία θα αρχίσουν να τρέχουν οι τόκοι επί του νέου υπολοίπου όταν για παράδειγμα κατατίθενται ή εκδίδονται επιταγές, μέχρι αυτές να ξεκαθαρίσουν. Στη συνέχεια, όταν της υποδείχθηκε σχετικό παράδειγμα έκδοσης επιταγής όπως φαίνεται σε κατάσταση λογαριασμού, παραδέχθηκε ότι δεν ήξερε πως διευθετείτο το Value Date καθώς ήταν θέμα τεχνικό και εντέλει ενέπιπτε στην τακτική της Τράπεζας, από ότι θυμόταν όμως το Value Date προσδιοριζόταν κατά μια ημέρα μετά. Σε άλλο παράδειγμα όπου υπήρχε Standing Order (σταθερή εντολή) εξήγησε ότι την ίδια ημέρα που έφευγαν τα χρήματα πιστωνόταν και ο λογαριασμός. Εξήγησε επίσης ότι συγκεκριμένες πράξεις που της υποδείχθηκαν όπως αυτές φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού, αφορούσαν πιστώσεις από πιστωτικές κάρτες και οι διαφορετικές ημέρες που φαίνονται ως Value Dates εξαρτώνται και από τον παράγοντα κατά πόσο μεσολαβούσαν Σαββατοκύριακα ή και αργίες. Εν πάση περιπτώσει όλα αυτά υπολογίζονται με βάση την τακτική που ακολουθεί η τράπεζα ή ακόμα και άλλες εμπλεκόμενες τράπεζες ή ακόμα της JCC, ανέφερε ακόμα ότι μέσω του υπολογιστή μπορεί να γίνεται μια πράξη απευθείας από την JCC. Ο συγκεκριμένος πελάτης παρόλη τη συχνή και συνεχή επαφή που είχε μαζί της ουδέποτε αμφισβήτησε οποιεσδήποτε χρεοπιστώσεις ή εξέφρασε ποτέ οποιαδήποτε απορία σχετικά με το λογαριασμό του. Εξήγησε ακόμα ότι η κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι την τροποποίηση του νόμου που επέτρεψε τη φιλελευθεροποίηση του τόκου γινόταν μια φορά το χρόνο και γινόταν, υποδεικνύοντας συγκεκριμένο παράδειγμα επί της κατάστασης λογαριασμού, κάθε 1η Ιανουαρίου εκάστου επόμενου έτους. Το επιτόκιο στον εν λόγω λογαριασμό υπολογιζόταν μέχρι και τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου σύμφωνα με τον όρο που διαλαμβάνει η συμφωνία (Τεκμήριο 1) στη παρ. 2 (α) η δε τακτική της τράπεζας η οποία προβλέπεται από την πιο πάνω παράγραφο, από ότι γνώριζε δεν έχει αλλάξει. Η τακτική αυτή της τράπεζας η οποία προβλέπεται από τους κανονισμούς της, γνωστοποιείται στο κοινό με δημοσιεύσεις ή ακόμα και με ενημέρωση κατ΄ ιδίαν των πελατών, όταν αυτοί το ζητήσουν. Το ποσό του τόκου υπολογίζεται αυτόματα από τον υπολογιστή αλλά λεπτομέρειες με ποια δεδομένα τροφοδοτείται ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν μπορούσε να γνωρίζει η ίδια αλλά οι τεχνικοί που επεξεργάζονται και εφαρμόζουν τα προγράμματα. Η ίδια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους κανονισμούς της τράπεζας καθ΄ ότι δεν ήταν μέσα στο αντικείμενο της δουλειάς της. Για τις δύο πιστώσεις στο λογαριασμό που έγιναν στις 16.03.2005 και 18.03.2005 μετά δηλαδή τον τερματισμό της συμφωνίας και την έγερση της αγωγής για τα ποσά των Λ.Κ.41.933,86σ. και Λ.Κ.16.465,94σ. αντίστοιχα, δεν ήταν η ίδια που τις αποφάσισε ή τις έκαμε και έτσι δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες εφόσον πλέον η υπόθεση είχε φύγει από κοντά της. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό της εναγομένης 1 αυθαίρετα και παράνομα και επέμενε ότι σύμφωνα με την τακτική της τράπεζας γίνονται πάντοτε οι ανάλογες δημοσιεύσεις, η τράπεζα πάντοτε ενεργούσε σύμφωνα με τους κανονισμούς και δεν χρέωσε τον λογαριασμό της εναγομένης 1 με παράνομους τόκους αλλά ούτε και ανατοκισμός υπάρχει. Για όλες τις πράξεις που γινόντουσαν μπορεί να βρεθεί ο υπάλληλος που χειριζόταν το συγκεκριμένο τερματικό και για όλες τις πράξεις φυλάγονται αποδείξεις και τα υπογεγραμμένα έγγραφα των πράξεων που αφορούσαν. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η κα Παπαδοπούλου υποστήριξε ότι οι ενάγοντες με τη μαρτυρία της μάρτυρος τους και τα τεκμήρια που παρουσίασε απέδειξαν την ύπαρξη της συμφωνίας που επικαλούνται ότι συνήψαν με την εναγομένη 1 και την εγγύηση που παρείχαν σε αυτή οι εναγόμενοι 2 και 3 και απέδειξαν επίσης τον τερματισμό αυτής της συμφωνίας. Η απόδειξη κατά συνέπεια της λειτουργίας του λογαριασμού και του ύψους του υπολοίπου του αποδεικνύουν και την απαίτηση τους. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία των εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, ούτε και η αξιοπιστία της μάρτυρος Χ¨ Κώστα δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Η νομιμότητα της συμφωνίας έχει επίσης αποδειχθεί με τα έγγραφα της εταιρείας - εναγομένης 1 τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ο ισχυρισμός παράνομων ή και αυθαίρετων χρεώσεων ή χρέωσης τόκων πέραν του επιτρεπομένου ορίου ή ο ισχυρισμός περί ανατοκισμού παρέμειναν γενικοί και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να ανέτρεπε την μαρτυρία της Χ¨ Κώστα ότι δεν υπήρχε εν προκειμένω κάτι τέτοιο. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος των ισχυρισμών τους περί της ύπαρξης των ισχυριζόμενων παράνομων χρεώσεων, τόκων ή ανατοκισμού. Οι ενάγοντες κατά τη λειτουργία του λογαριασμού ενεργούσαν με βάσει της πρόνοιες της συμφωνίας και σύμφωνα με αυτή έγινε και ο τερματισμός της και η αύξηση του επιτοκίου που εκτός από τις πρόνοιες της συμφωνίας, σήμερα επιτρέπεται και είναι σύμφωνη με τον νόμο. Η υποχρέωση των εναγομένων 2 και 3 πηγάζει από την έγγραφη εγγύηση τους η οποία ουδόλως έχει αμφισβητηθεί και οι οποίοι ενημερώθηκαν εγγράφως για τον τερματισμό της συμφωνίας και τις υποχρεώσεις τους. Αναφορικά τέλος, με το θέμα των πιστώσεων που έγιναν στον λογαριασμό της εναγομένης 1 με τις οποίες μειώθηκε η απαίτηση στο σημερινό αιτούμενο υπόλοιπο, προέβαλε ότι δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα του και ότι αυτό έγινε στα πλαίσια τραπεζικής καταχώρησης και ως εκ τούτου αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου αυτών των καταχωρήσεων. Η νομιμότητα αυτών των καταχωρήσεων δεν αμφισβητήθηκε είτε κατά την αντεξέταση είτε με προσαγωγή μαρτυρίας και έτσι πρέπει να γίνουν αποδεκτές ως νόμιμες. Αναφορικά με το θέμα του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, αν και δεν ήταν επίδικο θέμα, και πάλι οι ενάγοντες ενήργησαν με βάσει πρόνοιες της συμφωνίας και της συμφωνίας εγγύησης και την νομολογία μας. Οι εναγόμενοι σε αντίθεση με τους ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην υπεράσπιση τους. Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι η πλευρά των εναγόντων δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους με τη μαρτυρία που προσκόμισαν κάμνοντας εκτενή αναφορά σε αυτή σε συσχετισμό με νομολογία. Επεσήμανε ότι η διεύθυνση όπου στάλθηκαν οι επιστολές Τεκμήρια 13 και 14 διαφέρουν από αυτές που αναγράφονται στο εγγυητήριο έγγραφο προς επίρρωση του ισχυρισμού τους ότι δεν έλαβαν γνώση του τερματισμού. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι εγγυητές κλήθηκαν να πληρώσουν. Αναφορικά με το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού εισηγήθηκε ότι αυτό δεν αποδείχθηκε εάν προέκυψε με βάση τους όρους της συμφωνίας. Η τακτική της τράπεζας στην οποία παραπέμπει η συμφωνία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η μάρτυρας των εναγόντων δήλωσε ότι δεν γνώριζε αυτή την τακτική. Κατά συνέπεια εφόσον δεν υπήρξε επεξήγηση στο Δικαστήριο για το πως λειτουργούσε αυτός ο λογαριασμός τότε μπορεί η υπεράσπιση να ισχυριστεί ότι αυτός τηρείτο αυθαίρετα από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν το υπόλοιπο του λογαριασμού και να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παράνομου ανατοκισμού. Τέλος αμφισβήτησε τον συμψηφισμό που έκαναν οι ενάγοντες με άλλο πιστωτικό λογαριασμό της εναγομένης ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, έγινε μετά την έγερση της αγωγής και για αυτό δεν δικογραφείται και επίσης έγινε αυθαίρετα μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Για όλους αυτούς τους λόγους εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Κατά την άποψη μου δεν τίθεται ούτε και τέθηκε θέμα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της μάρτυρος των εναγόντων, εξάλλου η αντεξέταση που έγινε της μάρτυρος διαφάνηκε ότι δεν είχε αυτό το σκοπό αλλά αποσκοπούσε στην αποκάλυψη λεπτομερειών οι οποίες εμφαίνονται επί των τεκμηρίων και επί των οποίων ζητήθηκαν από αυτή διευκρινίσεις προς διαφώτιση και του Δικαστηρίου. Επομένως η μαρτυρία της έχει σημασία ως προς την ποιότητα και την επάρκεια της για την απόδειξη των επίδικων θεμάτων και έτσι θα κριθεί, εάν δηλαδή από την μια απόδειξε με όσα ανέφερε ή εμφαίνονται επί των τεκμηρίων την αξίωση των εναγόντων με σαφή και πειστική μαρτυρία και αφετέρου κατάφερε να ανατρέψει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης επί των αμφισβητουμένων ή προβαλλομένων ισχυρισμών τους, όπως αυτοί εμφαίνονται επί της υπεράσπισης. Δέχομαι ότι η Μ.Ε. Χ¨Κώστα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τα ανέφερε καλόπιστα και χωρίς προσπάθεια να αποκρύψει οτιδήποτε το οποίο θα απέβαινε σε βάρος της υπόθεσης των εναγόντων αλλά ούτε και για να παρουσιάσει εικόνα βοηθητική ως προς την αξίωση τους. Για όσα ερωτήθηκε αντλούσε τις πληροφορίες και την γνώση της από τα έγγραφα (Τεκμήρια 1-14) τα οποία η ίδια κατέθεσε και για όσα γνώριζε από προσωπική εμπλοκή της ως υπεύθυνη για την τήρηση του λογαριασμού της εναγομένης 1, για όσα δεν είχε προσωπική γνώση ευθέως απαντούσε ότι η ίδια δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο γι΄αυτά. Δέχομαι από την μαρτυρία της επίσης ότι ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγομένης 1, τον οποίο γνώριζε προσωπικά και με τον οποίο είχε αρκετές συναντήσεις στο γραφείο της, ποτέ δεν της ζήτησε διευκρινήσεις για τον λογαριασμό της εναγομένης 1 ούτε και διαμαρτυρήθηκε για τις χρεοπιστώσεις που αυτός παρουσίαζε. Πέραν όμως από την αξιοπιστία της μάρτυρος, όπως έχω προαναφέρει, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την ποιότητα της μαρτυρίας προφορικής και έγγραφης που παρουσίασε. Ήταν φανερό ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβείς απαντήσεις σε αμφισβητούμενα θέματα για τα οποία ρωτήθηκε και για τα οποία επικαλέστηκε άγνοια όπως για παράδειγμα για το πως προσδιορίζεται η αξία (Value Date) ή πως καθοριζόταν ο τόκος, όταν απέρριψε τον ισχυρισμό περί ύπαρξης ανατοκισμού παραπέμποντας στους τεχνικούς που περνούν τα διάφορα προγράμματα στους υπολογιστές της τράπεζας ή στην τραπεζική τακτική, στοιχεία της οποίας όμως δεν γνώριζε για να επεξηγήσει στο Δικαστήριο. Η κατά γενικό τρόπο απάντηση της ότι δεν υπήρχε ανατοκισμός καθ΄ ότι γίνονταν πιστώσεις στον λογαριασμό, χωρίς οτιδήποτε άλλο, δεν μπορεί να είναι πειστική. Είναι φανερό ότι κάθε τέλος του χρόνου, όπως η ίδια παραδέχθηκε γινόταν κεφαλαιοποίηση του τόκου, από τότε που λειτούργησε ο λογαριασμός και πριν την φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων, αυτό εύκολα μπορεί να επισημανθεί στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 9), η κεφαλαιοποίηση αυτών των τόκων από 1η Ιανουαρίου κάθε χρόνου είναι φανερό ότι συνεπαγόταν ξανά τοκισμό τους και επομένως είναι ολοφάνερος ο ανατοκισμός που γινόταν καθ΄ όλη την διάρκεια της λειτουργίας του. Επισημαίνω επίσης ότι η ίδια, όπως παραδέχθηκε, παρόλο ότι είχε εποπτικό έλεγχο του λογαριασμού της εναγομένης 1 εντούτοις η ίδια ποτέ δεν είχε περάσει σε αυτόν τον λογαριασμό οποιεσδήποτε πράξεις καθώς αυτή, όπως εξήγησε, ήταν δουλειά για τους ταμίες της τράπεζας και δεν ήταν δική της δουλειά. Όπως ανέφερα και πιο πάνω οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αμφισβητούν ή αρνούνται όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των εναγόντων από τους οποίους ζητούσαν αυστηρά την απόδειξη τους. Επομένως, οι ενάγοντες είχαν καθήκον και υποχρέωση να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση. Αυτό που μπορεί ευθύς εξ αρχής να διαπιστωθεί σαν ασφαλές εύρημα είναι ότι πράγματι η εναγομένη 1 έτυχε από τους ενάγοντες με την υπογραφή της συμφωνίας με ημερομηνία 7.04.1994 (Τεκμήριο 1) παροχής τραπεζικών και /ή πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες έλαβαν την μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού. Ο λογαριασμός αυτός τον οποίο εγγυήθηκαν με έγγραφη εγγύηση τους με ημερομηνία 10.11.1997 (Τεκμήριο 8) οι εναγόμενοι 2 και 3 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.70,000= πήρε τον αριθμό 040-11-014125 και λειτούργησε μέχρι και του ισχυριζόμενου τερματισμού του από τους ενάγοντες, τον Αύγουστο του
  2. Μετά τον τερματισμό της παροχής των διευκολύνσεων προς την εναγομένη 1 και όταν δόθηκαν οδηγίες για την έγερση της παρούσας αγωγής ο τρεχούμενος λογαριασμός της παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ. 48,
  3. 16σ. ποσό το οποίο μειώθηκε αργότερα, μετά την έγερση της αγωγής όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 11 και όπως δηλώθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αλλά ακόμα όπως ήταν και η εισήγηση της συνηγόρου των εναγόντων κατά την τελική της αγόρευση, στο ποσό των Λ.Κ.6.668,49σ. πλέον τόκους προς 12.25% μέχρι εξοφλήσεως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σύμφωνα με το Άρθρο 35
(3)του Ν. 32
(1)/2004* του περί Αποδείξεως Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 9 και 11) που παρουσιάστηκαν από τη μάρτυρα πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να γίνουν δεκτές στην παρούσα διαδικασία σαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων και των πράξεων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτά και ότι αυτά συνιστούν απλώς και μόνο εκ πρώτης όψεως απόδειξη αυτών των καταχωρήσεων (βλέπε το Άρθρο 22** του ίδιου νόμου). Παρόλα αυτά δεν παύει η υποχρέωση του Δικαστηρίου από του να θέσει αυτά τα στοιχεία και μαρτυρία που περιλαμβάνονται σε αυτά όπως και την προφορική εξάλλου μαρτυρία κάτω από τον έλεγχο και τα κριτήρια που κάθε φορά εξετάζονται σε σχέση με την αποδεχτότητα τους, κατά συνέπεια θα τύχουν της ανάλογης αξιολόγησης (βλ. D & G Produicts Ltd v. Premixco Asphalding Company Ltd
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 263, Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. V.E.T. Auto Spares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 843 και Δήμος Λεμεσού v. Χριστοφίδης κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. σελ. 206). *¨Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας, ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό.¨ ** ¨Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄ αυτό.¨ Στη παράγραφο 1 της υπεράσπισης όπως επαναλαμβάνεται και στη παράγραφο 4, προβάλλεται μεταξύ άλλων ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε ή και λειτούργησε καθ΄ υπέρβαση (Ultra Vires) της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 εταιρείας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ενάγοντες με τη προσκομισθείσα μαρτυρία τα τεκμήρια 2-6 απέδειξαν ότι η εναγομένη μπορούσε με βάση την εξουσιοδότηση που δόθηκε στον εναγόμενο 2 διευθυντή της μετά από σχετικό ψήφισμα, το Τεκμήριο 7, να συνάψει συμφωνία δανείου μέχρι του ύψους των Λ.Κ.24.000=. Παραμένει επομένως το ζήτημα κατά πόσο η συμφωνία που οι ενάγοντες συνήψαν με την εναγομένη 1 και εν συνεχεία η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού ενέπιπτε εντός της εξουσιοδότησης που δόθηκε από την εναγομένη
  1. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 9) τις οποίες παρουσίασαν οι ενάγοντες, είναι φανερό ότι από τον δεύτερο κιόλας χρόνο λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού το ποσό των πιστώσεων προς την εναγομένη 1, ξεπέρασε το πιο πάνω όριο το οποίο εξουσιοδότησε η εναγομένη 1 με το Τεκμήριο 7 όπου στη παρ.2 καθορίζεται ότι: "Η Εταιρεία λάβει από την Τράπεζα και/ή συνεχίζει να απολαμβάνει πιστωτικές διευκολύνσεις οποιασδήποτε μορφής είτε σε Τρεχούμενο είτε σε άλλου είδους λογαριασμό, είτε σε μορφή δανείου, τακτής προθεσμίας ή άλλως πως είτε σε μορφή πιστώσεων ή Εγγυητικών Επιστολών χωρίς βλάβη της γενικότητας, συνολικού ύψους £24.000.- όπως από καιρό σε καιρό θα αιτείται η Εταιρεία και αποδέχεται η Τράπεζα." Στη δε παρ.6 στη συνέχεια αναφέρει ότι: "Η απόφαση αυτή κοινοποιηθεί στην Τράπεζα και παραμείνει σε ισχύ και είναι δεσμευτική και έγκυρη για την Τράπεζα μέχρις ότου ληφθεί νέα τροποποιητική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και πιστοποιημένο αντίγραφό της από τον Πρόεδρο και Γραμματέα δοθεί στην Τράπεζα." Επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων επί αυτού του σημείου είναι βάσιμος και τον αποδέχομαι. Οι ενάγοντες προχώρησαν και παρεχώρησαν πιστώσεις στην εναγομένη πέραν της εξουσιοδότησης εντός της οποίας θα έπρεπε να είχαν κινηθεί και λειτουργήσει τον λογαριασμό, ο οποίος ήδη από τον δεύτερο χρόνο της λειτουργίας του παρουσίαζε υπόλοιπα πολύ πέραν του πιο πάνω εξουσιοδοτηθέντος ύψους. Κατά συνέπεια κρίνω ότι παρόλο ότι η παροχή των διευκολύνσεων δεν έγινε κατά παράβαση των σκοπών της εταιρείας, εντούτοις το γεγονός της παροχής πιστώσεων πέραν του εξουσιοδοτηθέντος ύψους συνιστά υπέρβαση (Ultra Vires) της απόφασης που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και έτσι η λειτουργία του λογαριασμού έγινε κατά παράβαση του ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου της εταιρείας. Υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός εκ μέρους των εναγομένων στην παράγραφο 1 (1.2) της έκθεσης υπερασπίσεως ότι ¨η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε ή και είναι καθ΄υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού εγγράφου ή και καταστατικού εγγράφου της εταιρείας...¨ και στη παρ. 4 όπου ειδικά αναφέρεται ότι η λειτουργία του λογαριασμού έγινε ¨καθ΄ υπέρβαση οποιασδήποτε απόφασης¨. Δεν είναι η περίπτωση, κατά την άποψη μου, όπου σύμφωνα με το σύγγραμμα Palmer's Company Law , 24η έκδοση Τόμος Ι παρ. 63-67 οι διευθυντές μιας εταιρείας όταν ενεργούν εντός των πλαισίων των εξουσιών της εταιρείας, θα πρέπει να περιορίζονται στις εξουσίες που η εταιρεία τους έχει αναθέσει. Εάν όμως αυτοί ενεργήσουν εκτός των εξουσιών τους αλλά εντός των γενικών εξουσιών της εταιρείας, η εταιρεία μπορεί εκ των υστέρων να επικυρώσει τις πράξεις τους. Εάν όχι, τότε οι ίδιοι δυνατόν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι εκείνων με τους οποίους συναλλάσσονται. Τα πιο πάνω καθότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 ήταν σε γνώση των εναγόντων εφόσον ήταν ένα από τα έγγραφα που ζήτησαν από την εναγομένη 1 για να εγκρίνουν την λειτουργία του λογαριασμού και επί του οποίου βασίστηκαν για την νομιμοποίηση της συμφωνίας και των με βάση αυτή μετέπειτα συναλλαγών τους. Δεν φρόντισαν να το αντικαταστήσουν με άλλο το οποίο θα κάλυπτε τις συναλλαγές που γίνονταν με την εναγομένη 1 πέραν του ορίου που αυτό καθόριζε. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι εξ αυτού του λόγου η συμφωνία με βάση την οποία λειτούργησε ο λογαριασμός, αν και δεν καθόριζε η ίδια όριο, εντούτοις θα έπρεπε να συμβάδιζε με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1, η οποία λήφθηκε με βάση τις πρόνοιες του Ιδρυτικού και Καταστατικού της εγγράφου και εφόσον αυτό δεν έγινε, η συμφωνία καθίσταται άκυρη και μη εφαρμόσιμη και οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν οποιοδήποτε υπόλοιπο που να έχει προέλθει από μια άκυρη συμφωνία. Αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας και την ενημέρωση των εγγυητών περί αυτού και της αξίωσης των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, υπάρχουν διισταμένες απόψεις. Η πλευρά των εναγόντων προβάλει ότι αυτά έγιναν με τις επιστολές αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12,13 και
  2. Η κ. Χ¨ Κώστα δεν ήταν αυτή που υπέγραψε τις εν λόγω επιστολές και ούτε ανέφερε ότι τις απέστειλε, ήταν έγγραφα που ευρίσκονταν στο φάκελο της. Η κατάθεση και αποδοχή τους ως τεκμηρίων, όπως ανέφερα και πιο πάνω, δεν αποδεικνύει και την αποστολή τους. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει είτε τον τερματισμό της συμφωνίας είτε την ενημέρωση των εγγυητών περί της παράβασης της συμφωνίας από την πρωτοφειλέτιδα και κατά συνέπεια την υποχρέωση τους όπως ενεργήσουν με βάσει τους όρους εγγύησης τους. Αυτά ανεξάρτητα από τον διαλαμβανόμενο στη συμφωνία (Τεκμήριο 1) όρο 3 ότι : ¨Η τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ ή να καταστήσει απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο/α και ή πίστωση και/ ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες¨. Και τον όρο της παρ. 14 του εγγράφου εγγυήσεως (Τεκμήριο 8) ότι: ¨Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από μένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε μένα ή τους διαχειριστές ή τους εκτελεστές αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης μου έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε εσάς. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από εμένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας.¨ Σύμφωνα με την νομολογία μας η ταχυδρόμηση των επιστολών εγείρει τεκμήριο αποστολής των επιστολών όμως δεν έχει φανεί πλην της καταχώρησης αυτών των αντιγράφων που ευρίσκονταν στο φάκελο που τηρούσε η μάρτυρας ότι αυτές έχουν ταχυδρομηθεί, από ποιον, που και πότε. Δεν παραγνωρίζω ακόμα ότι το πιστοποιητικό (Τεκμήριο 10) όπως είναι συνταγμένο, καλύπτει μόνο τις καταστάσεις λογαριασμού δηλαδή τα Τεκμήρια 9 και 11 με όση σημασία μπορεί να έχει αυτό το γεγονός για την αποδεικτική τους αξία με την κατάθεση τους από τη συγκεκριμένη μάρτυρα. Αναφορικά με την πρωτοφειλέτιδα στην απόφαση Lombard Natwest Bank Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1465: ¨Στη περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η απουσία μαρτυρίας επί του προκειμένου έχει καταλυτικές συνέπειες για την αξίωση των εφεσιβλήτων¨. Σε σχέση με το θέμα της απόδειξης του υπολοίπου του λογαριασμού το οποίο αξιώνεται, παρατηρώ ότι έστω και αν η κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού όπου εμφαίνεται πλήρως η λειτουργία του, μέχρι και του τερματισμού του, έγινε νομότυπα με την προσκόμιση του πιστοποιητικού Τεκμηρίου 10, εντούτοις, η κ. Χ¨Κώστα με την ειλικρίνεια που την χαρακτήριζε παραδέχθηκε ότι η ίδια δεν γνώριζε πως καθοριζόταν η αξία (value date) όπως περιγράφεται στις καταστάσεις λογαριασμού και σε συγκεκριμένες και επίμονες σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν απάντησε ότι αυτό ήταν τεχνικό θέμα που ρύθμιζαν οι τεχνικοί που επεξεργάζονταν τα προγράμματα της Τράπεζας. Η πιο πάνω μαρτυρία κρίνω ότι δεν ικανοποιεί τα κριτήρια που απαιτούνται προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή εν πάση περιπτώσει συνιστά τέτοια μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι πράγματι το πραγματικό υπόλοιπο είναι όπως αυτό εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 11. Η απάντηση που έδωσε σε κάποια στιγμή που πιέστηκε από τον συνήγορο των εναγομένων, κατά την αντεξέταση της, ότι η ¨αξία¨ προσδιοριζόταν κατά μια ημέρα μετά που γινόταν μια κατάθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθώς και πάλιν η μάρτυρας έκαμνε με την απάντηση της μια υπόθεση, χωρίς τεκμηρίωση της απάντησης της από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, εν πάση περιπτώσει δεν ήταν ούτε εντός των προσωπικών της γνώσεων και ούτε είχε διερευνήσει το θέμα. Η αντεξέταση της περιστράφηκε κυρίως γύρω από αυτή την πράξη των εναγόντων δηλαδή τον χρονικό προσδιορισμό των καταθέσεων και αναλήψεων από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει ευκρινώς και σαφώς την έννοια αυτού του όρου και ποια είναι η τακτική της Τράπεζας. Στο τέλος αναγκάστηκε να παραδεχθεί πως δεν ήταν η αρμόδια να δώσει απάντηση η ίδια για αυτό το θέμα. Κατά συνέπεια αυτή η πτυχή της υπόθεση παρέμεινε σκοτεινή και αδιευκρίνιστα παρέμειναν θέματα ουσιώδη για τον προσδιορισμό του τρόπου λειτουργίας του λογαριασμού κατά τη μακρόχρονη λειτουργία του. Έγινε παραπομπή στη τακτική της τράπεζας στην οποία γίνεται πράγματι αναφορά στη συμφωνία. Όμως είναι αυτή την τακτική που κλήθηκε η μάρτυρας να εξηγήσει και να δώσει λεπτομέρειες στο Δικαστήριο, της οποίας όμως παραδέχτηκε την άγνοια της καθώς ποτέ δεν είχε διαβάσει τους κανονισμούς της τράπεζας και κατά συνέπεια δεν ήταν σε θέση να τους επεξηγήσει. Το ότι ο 2ος εναγόμενος διευθυντής της 1ης σε όλες τις επαφές που είχαν κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους δεν ζήτησε εξηγήσεις για οτιδήποτε αφορούσε την κίνηση του λογαριασμού του αυτό δεν απάλλασσε τους ενάγοντες από του να διαφωτίσουν το Δικαστήριο με σχετική μαρτυρία για το ποια ήταν η ακολουθούμενη τακτική, εάν την είχε πληροφορηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η εναγόμενη 1 κατά τη σύναψη της συμφωνίας και εάν τέλος πάντων η αόριστη παραπομπή που γίνεται με τη συμφωνία σε αυτή την τακτική είναι ικανοποιητικός όρος ή ρύθμιση ως προς την εγκυρότητα της συμφωνίας. Με κανένα τρόπο οι ενάγοντες δεν απέδειξαν πως οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της τακτικής της τράπεζας. Η αναφορά της μάρτυρας ότι γίνονται κατά καιρούς δημοσιεύσεις στον τύπο χωρίς να παρουσιάσει κάτι το συγκεκριμένο ή ότι οι εναγόμενοι μπορούσαν να ζητήσουν διευκρινήσεις για την τακτική της τράπεζας και όμως δεν τον έκαναν, επίσης δεν μπορούν να αποτελούν ικανοποιητική θέση ως προς την σαφήνεια της συμφωνίας. Η συμφωνία παρέμεινε όπως και κατά την υπογραφή της ασαφής και αόριστη και ως τέτοια δεν μπορεί παρά να είναι άκυρη (βλέπε Άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου ( Κεφ. 49)*. Κρίνω επομένως ότι η αξίωση των εναγόντων που έχει βάση αυτή την συμφωνία δεν μπορεί και εξ αυτού του λόγου να έχει επιτυχία. Πριν κλείσω αυτό το κεφάλαιο θα παραπέμψω στα όσα ανέφερα ανωτέρω στη σελ. 11 της απόφασης μου σε σχέση με το θέμα του ανατοκισμού, ο οποίος είναι ένας άλλος παράγοντας από τον οποίο εξαρτάται το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Τα όσα ανέφερα εκεί καθιστούν και αυτόν τον παράγοντα εμπόδιο στο να προσδιοριστεί το ακριβές υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Επισημαίνω ότι η φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου έγινε με τον Νόμο 160
(1)/1999 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1.01.2001 αρκετά χρόνια δηλαδή μετά που ο επίδικος λογαριασμός λειτούργησε. Παρόλα αυτά με βάση το Άρθρο 33
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)** εξακολουθεί να απαγορεύεται η επιδίκαση τόκου επί τόκου. Σε ότι αφορά τον ισχυριζόμενο συμψηφισμό ο οποίος διενεργήθηκε με αποτέλεσμα να προκύψει το ποσό που σήμερα αξιώνεται ως υπόλοιπο, θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων ότι αυτός δεν έχει δικογραφηθεί και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Είναι γι΄αυτό το λόγο που στην αρχή της απόφασης μου κατέγραψα την πορεία της υπόθεσης μετά τη δήλωση περί μείωσης της απαίτησης. Δεν έγινε προσπάθεια εκ μέρους της υπεράσπισης με σχετική τροποποίηση του *¨Συμφωνίες των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές, ή δεν μπορεί να καταστεί σαφές, είναι άκυροι¨. *¨Ουδέν εν τω παρόντι άρθρο περιλαμβανομένων θα παρέχει εξουσία προς παροχή τόκου επί τόκου¨. δικογράφου της έτσι που να καταστεί και το ζήτημα αυτό επίδικο. (βλ. Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 24 όπου αναφέρθηκε ότι: ¨Τα επίδικα θέματα παραμένουν προσδεδεμένα σε όλη τη διάρκεια της δίκης στη δικογραφία και τις λογικές προεκτάσεις των θεμάτων που προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων¨. Επομένως η επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγομένων που έγινε, όπως ανέφερα πιο πάνω, αμέσως μετά τη δήλωση για τη μείωση της απαίτησης δεν έχει οποιαδήποτε σημασία. Επί του θέματος έκαμα αναφορά και κατά την ενδιάμεση απόφαση μου όταν είχα να αποφασίσω επί της ένστασης για την αποδεκτότητα του Τεκμηρίου 11. Οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό θα είχε μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη (βλ. Lombard v. Λαζαρίδη (ανωτέρω) σε αναφορά στην Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 3003). ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω με όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω ότι οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν στο βαθμό που επιβάλλεται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, δηλαδή με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την απαίτηση τους. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του κλητηρίου εντάλματος. (Υπογρ.)..................................... . Χρήστος Γ. Φιλίππου (Ε.Δ.) ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.