Νίκου Αυξεντίου ν. Λαουάχα Δίγκλη, Αρ. Αγωγής: 3206/04, 12.04.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3206/04 Μεταξύ: Νίκου Αυξεντίου, από τη Λάρνακα Ενάγοντας και Λαουάχα Δίγκλη, από τη Λάρνακα Εναγόμενη Ημερομηνία: 12.04.2006 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. A. Πελεκάνος Για την Εναγόμενη: κ. Γ. Φούλιας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας, ως ο δικογραφημένος στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμός του, δάνεισε στην εναγόμενη με την οποία διατηρούσε φιλικούς δεσμούς χρηματικό ποσό Λ.Κ.4.690 για να τη βοηθήσει με σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε μετά από τη διάλυση του γάμου της, μετά από παράκληση της και με την ανάληψη υποχρέωσης όπως του επιστρέψει το πιο πάνω ποσό μόλις εισέπραττε κάποιο χρηματικό ποσό που ανέμενε να εισπράξει στα πλαίσια διαδικασιών που είχε εγείρει εναντίον του πρώην συζύγου της. Η εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί δανείου και ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους της για επιστροφή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό είναι εν πάση περιπτώσει διογκωμένο και υπερβολικό, ότι με τον ενάγοντα διατηρούσε δεσμό και όχι απλά φιλική σχέση και ότι οιονδήποτε ποσό χρημάτων της είχε δοθεί από τον ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα που διατηρούσαν σχέσεις ήταν πάντοτε στα πλαίσια της σχέσης τους και σε καμιά περίπτωση ως δάνειο. Προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε εναντίον της από τον ενάγοντα για καθαρά εκδικητικούς λόγους διότι του ζήτησε να σταματήσουν το δεσμό τους. Ο ενάγοντας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι γνώριζε την ενάγουσα από το καιρό που ήταν παντρεμένη με τον πρώην σύζυγο της. Όταν χώρισε του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, εργαζόταν μέχρι τότε με τον πρώην σύζυγο της σε γυμναστήριο που διατηρούσαν και λόγω του χωρισμού τους έμεινε χωρίς δουλειά, και ο σύζυγος της την απειλούσε ότι θα της έπαιρνε και όλη της την περιουσία. Ζήτησε από αυτόν βοήθεια και ο ίδιος τη πήρε σε δικηγόρο φίλο του ο οποίος και τη συμβούλεψε σχετικά. Για τις υπηρεσίες του δικηγόρου, ο ίδιος κατέβαλε εκ μέρους της Λ.Κ.350 τις οποίες η εναγόμενη ανέλαβε να του επιστρέψει μόλις τακτοποιούνταν οι ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες που είχε με τον πρώην σύζυγο της και έπαιρνε τα λεφτά που της αναλογούσαν από την κοινή επιχείρηση. Ανέφερε ότι με την εναγόμενη η σχέση του μεταβλήθηκε από απλά φιλική σε περιστασιακά ερωτική, δεν διατηρούσαν όμως δεσμό και ότι κατά το διάστημα που ήταν μαζί πολλές φορές της έδωσε χρήματα ή και πλήρωσε λογαριασμούς δικούς της. Κάποια από εκείνα τα ποσά ήταν δώρα που της έκανε αλλά κάποια συγκεκριμένα ποσά, για τα οποία και ήγειρε την παρούσα αγωγή, ήταν με τη ρητή εξήγηση από πλευράς του και υπόσχεση της εναγόμενης ότι θα ήταν δάνειο. Εξήγησε στο Δικαστήριο τα ποσά που διεκδικεί. Πάντοτε κατά την δική του εκδοχή όταν η υπόθεση της εναγόμενης εναντίον του πρώην συζύγου της φαινόταν ότι θα οδηγείτο σε διευθέτηση από την οποία η εναγόμενη θα έπαιρνε κάποια χρήματα πήγε μαζί με την εναγόμενη στο γραφείο του δικηγόρου της Ιωσήφ Φράγκου ο οποίος ήταν και δικός του δικηγόρος ενώπιον του οποίου η εναγόμενη και ο ίδιος συμφώνησαν το ποσό χρημάτων που του όφειλε η εναγόμενη και ο κ. Φράγκος, ο οποίος όπως έχει αναφερθεί χειριζόταν την υπόθεση εκ πλευράς της εναγόμενης, διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι μόλις η εναγόμενη είσπραττε το μερίδιο χρημάτων που της άνηκαν ο ίδιος θα του έδιδε το ποσό που είχαν συμφωνήσει. Ο ενάγοντας είπε ότι ζήτησε να γίνει γραπτή διαβεβαίωση /συμφωνία για το θέμα αυτό αλλά ο Φράγκος τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε λόγος γιατί ο ίδιος είχε τον έλεγχο της υπόθεσης της εναγόμενης. Ήταν τέλος η θέση του ότι όταν η εναγόμενη πήρε τελικά τα χρήματα από το διακανονισμό της υπόθεσης που εκκρεμούσε έναντι του συζύγου της αρνήθηκε να του επιστρέψει τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει, ο ίδιος έστειλε μέσω δικηγόρου επιστολή ημερ. 30.06.04, τεκμήριο 2, με την οποία ζητούσε το αξιούμενο ποσό. Η ενάγουσα σε απάντηση της εν λόγω επιστολής έβαλε κάτω από τη πόρτα της οικίας του χειρόγραφη επιστολή, τεκμήριο 1, δια της οποίας ζητούσε το ποσό των Λ.Κ.5.800 για υπηρεσίες που του πρόσφερε και αριθμούσε αρκετές εξυπηρετήσεις που του έκανε για τις οποίες δε ζητούσε χρήματα. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο δικηγόρος Ιωσήφ Φράγκος ο οποίος είπε ότι την εναγόμενη του είχε συστήσει ως πελάτιδα του ο ενάγοντας τον οποίο γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια, είναι φίλος και πελάτης του. Ο ίδιος είχε καταχωρήσει εκ μέρους της εναγόμενης αίτηση διάλυσης της εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχος η εναγόμενη και ο τέως σύζυγος της και επειδή η εναγόμενη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα ανέλαβε ο ίδιος να χρηματοδοτήσει τα έξοδα της αίτησης χωρίς να τη χρεώσει για τις υπηρεσίες του. Γνώριζε ότι ο ενάγοντας βοηθούσε οικονομικά την εναγόμενη και κατά το τέλος του 2003 - αρχές 2004 ο ενάγοντας επικοινώνησε μαζί του και ζήτησε να διευθετηθεί συνάντηση μεταξύ του και της εναγόμενης στην παρουσία του. Η συνάντηση έγινε στο γραφείο του σε πολύ καλό κλίμα, ο ενάγοντας ανέφερε κάποια ποσά τα οποία ως ισχυριζόταν είχε δανείσει στην εναγόμενη και ήταν κοινή αντίληψη ότι όταν ολοκληρωνόταν η διαδικασία που είχε κινήσει η εναγόμενη εναντίον του συζύγου της και θα εισέπραττε το μερίδιο που της αναλογούσε ο κ. Φράγκος θα έδιδε στον ενάγοντα το ποσό που είχαν συμφωνήσει προς εξόφληση της υποχρέωσης της εναγόμενης. Το ποσό αυτό ήταν Λ.Κ.4.500 - 5.000, ο ενάγοντας ζήτησε όπως γίνει έγγραφο για την εν λόγω διευθέτηση αλλά ο ίδιος, και παραδέχτηκε ότι αυτό ίσως ήταν δικό του λάθος, επειδή είχε τον έλεγχο της υπόθεσης της εναγόμενης τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν ανάγκη. Αργότερα το 2004 είχε γίνει μια πρόταση από τους δικηγόρους του συζύγου της εναγόμενης προς την εναγόμενη για καταβολή σε αυτή κάποιου ποσού, ο ίδιος είχε δει θετικά τη πρόταση και συμβούλεψε την εναγόμενη να τη δεχτεί, η εναγόμενη αντέδρασε έντονα και διαφωνούσε, έγινε αλλαγή δικηγόρου χωρίς ο ίδιος να τη χρεώσει οποιοδήποτε ποσό και ακολούθως η υπόθεση διευθετήθηκε μέσω του νέου της δικηγόρου. Ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε και ζήτησε από τον ίδιο να τον βοηθήσει να προωθήσει την αξίωση του εναντίον της εναγόμενης και ο ίδιος απέστειλε το τεκμήριο 2. Επέμενε ότι στη συζήτηση που έγινε στο γραφείο του ενώπιον του υπήρχε ξεκάθαρη αντίληψη μεταξύ τους ότι το ποσό που είχε αναφερθεί ήταν δάνειο από τον ενάγοντα προς την εναγόμενη το οποίο ανέλαβε να εξοφλήσει όταν εισέπραττε το μερίδιο της στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας εναντίον του συζύγου της. Η εναγόμενη δέχτηκε ότι με τον ενάγοντα τη συνδέει φιλική σχέση εδώ και πολύ καιρό ενώ για χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών είχαν ερωτικό δεσμό. Είπε ότι ο ενάγοντας τη βοήθησε και της συμπαραστάθηκε πολύ όταν αντιμετώπιζε προβλήματα με το σύζυγο της μόλις χώρισε. Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους ο ενάγοντας την είχε βοηθήσει οικονομικά αρκετές φορές όχι όμως δανείζοντας της χρήματα αλλά στα πλαίσια της σχέσης τους ως ζευγάρι. Δέχτηκε ότι ο ενάγοντας τη βοήθησε να αγοράσει κάποιο εξοπλισμό αναγκαίο για την ίδια για να συνεχίσει την εργασία της ως γυμνάστρια από το κατάστημα "Αρχοντίδης" στη Λάρνακα και μάλιστα της έδωσε και τις αποδείξεις. Η ίδια είπε ότι μετά που χώρισε, κατά διαστήματα έκανε διάφορες δουλείες όπως μαθήματα αεροβικής γυμναστικής και μαθήματα κολύμβησης από τα οποία είχε κάποιο εισόδημα. Ο ενάγοντας είχε κατάστημα που πουλούσε διάφορα κοσμήματα και souvenir και η ίδια τον βοηθούσε πολύ στο κατάστημα το οποίο ήταν φίλης της και με δική της συμβολή συνεργάστηκε με τον ενάγοντα. Βοηθούσε τον ενάγοντα να στήσει τη δουλειά, δούλεψε ένα μήνα ως πωλήτρια, βοηθούσε με την εκφόρτωση των εμπορευμάτων και πήγαινε στη Τράπεζα όπου έκανε κατάθεση ποσών στον λογαριασμό του και του έστελνε και χρήματα στο εξωτερικό. Η σχέση της με τον ενάγοντα δεν ήταν εύκολη αφού ο ενάγοντας ήταν πολύ δύσκολος άνθρωπος, θύμωνε και έβριζε άσχημα και επειδή η ίδια είχε και δύο παιδιά δεν μπορούσε πλέον να ανεχθεί αυτή του τη συμπεριφορά και του ζήτησε να χωρίσουν εκστομίζοντας μάλιστα εναντίον του βαριά κουβέντα, συγκεκριμένα τον αποκάλεσε "ανίκανο". Έδωσε τη δική της εξήγηση για τα ποσά που αξιώνει ο ενάγοντας αναφέροντας πάντοτε ότι σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε θέμα δανείου. Είπε ότι η πρώτη φορά που έμαθε ότι ο ενάγοντας διεκδικεί χρήματα από την ίδια ήταν όταν της απέστειλε το τεκμήριο 2 και ότι ποτέ μέχρι την εν λόγω ημερομηνία δεν της είχε ζητήσει να του επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό. Αρνήθηκε έντονα ότι έγινε οποιαδήποτε συνάντηση στο γραφείο του ME2 και όλα όσα κατ΄ ισχυρισμό λέχθηκαν κατά τη συνάντηση αυτή. Είπε ότι το τεκμήριο 1 το έγραψε ως αντίδραση στην επιστολή που της απέστειλε ο ενάγοντας τεκμήριο 2 για να του δώσει ένα μήνυμα και ότι δεν επέμεινε στις αξιώσεις της αυτές και δεν ανταπαιτεί οτιδήποτε από τον ίδιο. Επέμενε σταθερά ότι όταν ήταν ζευγάρι αλληλοβοηθούνταν χωρίς ποτέ να τεθεί θέμα επιστροφής οποιουδήποτε ποσού από την ίδια προς τον ενάγοντα και ήταν η θέση της ότι ο ενάγοντας ήθελε να την εκδικηθεί που του ζήτησε να χωρίσουν γι΄ αυτό και καταχώρησε την αγωγή εναντίον της. Η ΜΥ2, Τασούλα Κωστή, είναι φίλη της εναγόμενης και είχε επαγγελματική σχέση με τον ενάγοντα, συγκεκριμένα έγινε συνέταιρος της μετά που τον γνώρισε μέσω της εναγόμενης σε ένα κατάστημα που είχε στον Άγιο Λάζαρο. Έβλεπε τον ενάγοντα πολλές φορές σπίτι της εναγόμενης και αρκετές φορές ήταν παρούσα όταν καυγάδιζαν. Η τελευταία φορά που είδε τον ενάγοντα ήταν ένα βράδυ περί το τέλος του 2003 όταν ο ενάγοντας πήγε στο σπίτι της εναγόμενης και έκανε φασαρία για κάποια κουβέντα που του είχε πει η εναγόμενη όπου και της ανέφερε στη παρουσία της "δε θα μείνει έτσι, θα σου κάνω μια αγωγή που να μη ξέρεις που να πάεις να σταθείς." Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες όταν έδιναν προφορική μαρτυρία και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Ο ενάγοντας έπεσε σε αρκετές αντιφάσεις στη μαρτυρία του και δεν κατάφερε να στηρίξει πειστικά τις αξιώσεις του. Ισχυρίστηκε ότι αγόρασε με δικά του χρήματα εξοπλισμό αξίας Λ.Κ.950 από το κατάστημα Αρχοντίδης για την ενάγουσα, πλήρωσε με δική του επιταγή, η απόδειξη ήταν στο όνομα της εναγόμενης για να μπορέσει να τα διεκδικήσει αργότερα από τον σύζυγο της. Όμως η εναγόμενη κατέθεσε ως τεκμήρια 3 και 4 τις εν λόγω αποδείξεις οι οποίες είναι για ποσό Λ.Κ.760,80 και είναι στο όνομα του ενάγοντα και όχι της εναγόμενης. Όσον αφορά τα έξοδα για το αυτοκίνητο δεν απέδειξε ότι πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό για επιδιόρθωση του παλιού αυτοκινήτου της εναγόμενης αλλά ούτε και τα έξοδα του δικού του παλιού αυτοκινήτου το οποίο χρησιμοποιούσε η εναγόμενη. Δεν κατέθεσε καμιά απολύτως απόδειξη για τα ποσά αυτά ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό από αυτά που αξιώνει γεγονός που δημιουργεί ερωτηματικά για τη γνησιότητα των απαιτήσεων του αφού τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι μάρτυρες που κατέθεσαν στην αγωγή τον χαρακτηρίζουν ως πρόσωπο πολύ προσεκτικό στις συνδιαλλαγές του και που ουδέποτε ξόδεψε το παραμικρό ποσό χρημάτων χωρίς απόδειξη. Ούτε η απόδειξη του δικηγόρου για την πληρωμή των Λ.Κ.350 έχει προσκομιστεί, όπως ούτε η απόδειξη για την αγορά τηλεόρασης. Η θέση του ενάγοντα ότι έδιδε στην ενάγουσα Λ.Κ.150 μηνιαίως για περίοδο δύο ετών για το οποίο αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.2.000 (αντί για Λ.Κ.3.600 που θα ήταν το ορθό ποσό) δεν έχει αποδειχθεί καθόλου ούτε και υποβλήθηκε στην εναγόμενη η οποία ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα ότι δεν λέει την αλήθεια, όπως ούτε τέθηκε στην εναγόμενη η θέση ότι η ίδια δεν είχε καθόλου εισοδήματα και έπρεπε να συντηρείται από τον ενάγοντα. Το ποσό των Λ.Κ.200 ως δανεικά χρήματα για Χριστουγεννιάτικα δώρα των παιδιών της εναγόμενης το 2001 πέραν του ότι δεν έχει αποδειχθεί φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, πάντοτε με τα δεδομένα που ο ίδιος ο ενάγοντας έχει αναφέρει αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης μόλις χώρισε. Είναι δύσκολο να γίνει δεκτό το γεγονός ότι μια γυναίκα με τόσα οικονομικά προβλήματα εκείνη την περίοδο θα δανειζόταν Λ.Κ.200 μόνο για Χριστουγεννιάτικα δώρα των παιδιών της. Το ποσό των Λ.Κ.400 που ο ενάγοντας αξιώνει ως δάνειο που έδωσε στην εναγόμενη για να το πάρει στην μητέρα της για ιατρικά έξοδα ως η δικογραφημένη θέση του κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι τις Λ.Κ.400 τις έδωσε στην εναγόμενη για να πάει να επισκεφτεί τη μητέρα της και όχι για ιατρικά έξοδα. Επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ο ενάγοντας απόφυγε εντέχνως να αναφέρει ότι η εναγόμενη του ζήτησε να χωρίσουν εκστομίζοντας μάλιστα εναντίον του βαριά κουβέντα αναφορικά με τον αντρισμό του, όπως επίσης και το γεγονός ότι και η εναγόμενη τον βοήθησε με το δικό της τρόπο κατά το στήσιμο του μαγαζιού του και όταν ο ίδιος έλειπε στο εξωτερικό για ανάγκες της δουλειάς του όπου και ανέλαβε όχι μόνο το κατάστημα αλλά και τη διεκπεραίωση των τραπεζικών του υποχρεώσεων. Είναι επίσης άξιο απορίας γιατί ένα πρόσωπο όπως τον ενάγοντα, που όπως χαρακτηρίστηκε και από τον ΜΕ2 και την εναγόμενη και την ΜΥ2 ότι ήταν πολύ τυπικός στη διεκπεραίωση των υποθέσεων του, ότι έπαιρνε αποδείξεις για κάθε ποσό που ξόδευε όσο ασήμαντο και αν ήταν, δάνεισε τέτοιο μεγάλο ποσό χρημάτων στην εναγόμενη χωρίς να ζητήσει να γίνει γραπτώς τέτοια ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής. Επίσης δεν έχει απαντηθεί ικανοποιητικά από τον ενάγοντα το ερώτημα γιατί ενώ ποτέ, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, δεν ένιωσε ότι η εναγόμενη δεν θα τηρούσε τις υποσχέσεις της για επιστροφή των χρημάτων ένιωσε την ανάγκη να πάει με την εναγόμενη ενώπιον του ΜΕ2 και να ζητήσει να γίνει ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής του ποσού που κατ' ισχυρισμό την είχε δανείσει. Ο ΜΕ2 σίγουρα ένιωθε άσχημα για το γεγονός ότι δεν έγινε γραπτώς η διαβεβαίωση μεταξύ τους ως η προφορική του μαρτυρία. Αυτό το έχει εκφράσει και ο ίδιος τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του. Ο ενάγοντας είναι φίλος του εδώ και χρόνια αλλά και πελάτης του. Ο ίδιος μάλιστα του σύστησε την εναγόμενη. Όμως δεν έχω αμφιβολία ότι έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με την συνάντηση που έγινε στο γραφείο του. Το τι συμφωνήθηκε όμως εκείνη την ημέρα, σύμφωνα πάντα με τη δική του μαρτυρία, ήταν ότι ο ίδιος όταν έπαιρνε τα χρήματα που θα αναλογούσαν στην εναγόμενη από τον διακανονισμό της υπόθεσης της με τον σύζυγο της θα έδινε στον ενάγοντα ένα ποσό χρημάτων. Αυτό εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να γίνει αφού όπως ήταν κοινό έδαφος στη δική του μαρτυρία αλλά και στη μαρτυρία της εναγόμενης, ο ίδιος δεν είχε πλέον το χειρισμό της υπόθεσης εκ πλευράς εναγόμενης. Η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΥ2 ότι όντως η εναγόμενη και ο ενάγοντας συναντήθηκαν στο γραφείο του στη δική παρουσία και ότι ο ίδιος ανέλαβε να επιστρέψει ένα ποσό χρημάτων στον ενάγοντα μόλις η εναγόμενη εισέπραττε το ποσό που της αναλογούσε από την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία εναντίον του πρώην συζύγου της δεν αφαιρεί από τον ενάγοντα την υποχρέωση που έχει να αποδείξει τις αξιώσεις και τους ισχυρισμούς του. Η εναγόμενη είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια όσον αφορά τη δική της αντίληψη ότι τόσο η βοήθεια που της πρόσφερε ο ενάγοντας, την οποία ουδέποτε αρνήθηκε, αλλά και η βοήθεια που η ίδια του προσέφερε ήταν στα πλαίσια της σχέσης τους σαν ζευγάρι. Η δικαιολογία που έδωσε για αρκετά από τα ποσά που διεκδικεί ο ενάγοντας ήταν πολύ πιο πειστική από αυτή του ενάγοντα, έχω ήδη αναφερθεί στο ποσό των Λ.Κ.950 για αγορά μηχανημάτων γυμναστικής. Επέμενε σταθερά ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα δανείου. Η θέση της ότι ουδέποτε επισκέφτηκε τον ΜΕ2 μαζί με τον ενάγοντα έχει καταρρεύσει. Έχω ήδη αποδεχτεί την μαρτυρία του ΜΕ2 ότι έγινε η επίδικη συνάντηση στο γραφείο του. Το γεγονός αυτό, δηλαδή, ότι δεν έχει πει την αλήθεια για την ενώπιον του ΜΕ2 συνάντηση δεν κλονίζει όμως όλη της τη μαρτυρία αφού τα υπόλοιπα που έχει αναφέρει κρίνονται ως αξιόπιστα. Η ΜΥ2 σίγουρα είχε κάθε συμφέρον να βοηθήσει τη φίλη της, εναγόμενη, όμως δεν της υπεβλήθηκε ότι τα όσα έχει αναφέρει αναφορικά με το περιστατικό του καβγά μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης στο σπίτι της τελευταίας όπου ο ίδιος την είχε απειλήσει με τη λήψη δικαστικών μέτρων δεν ανταποκρίνονται στη αλήθεια. Επίσης δεν φάνηκε να διακατέχεται από αρνητικά συναισθήματα έναντι του ενάγοντα ούτε και τέθηκε θέμα από πλευράς της οποιασδήποτε εκκρεμότητας μεταξύ της και του ενάγοντα για όσο καιρό είχαν συνεργαστεί. Βρίσκω ότι έχει αναφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι σε μια αστική υπόθεση ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Το μέτρο είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Επίσης αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμών των επιδίκων θεμάτων. Η δίκη δρομολογείται όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.