← Κύπρος

AYA COMMERCIAL AGENCIES EST ν. NSSULGARIA LTD κ.α., Αρ.αγωγής 2345/03, 18 Απριλίου 2006

AYA COMMERCIAL AGENCIES EST ν. NSSULGARIA LTD κ.α., Αρ.αγωγής 2345/03, 18 Απριλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αρ.αγωγής 2345/03 Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: AYA COMMERCIAL AGENCIES EST. από την Ιορδανία Εναγόντων και

  1. N.S.SULGARIA LTD εκ Βουλγαρίας, έχουσας γραφεία στη Λάρνακα
  2. SVOBOTAN POPOVIC, εκ Λάρνακος
  3. ΚΕΒΕ (Κυπριακόν Εμπορικόν και Βιομηχανικόν Επιμελητήριο), εκ Λευκωσίας Εναγομένων. Ημερ..: 18 Απριλίου
  4. Αίτηση ημερ. 13.1.2006 για άδεια τροποποίησης του τίτλου της Αγωγής και της ΄Εκθεσης Απαίτησης Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Στ.Βασιλείου για κ.Α.Θεοφίλου. Για τους εναγόμενους 3-καθ΄ ων η αίτηση: κα Κότσαπα για κ.Α.Τριανταφυλλίδη. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η δίκη στην παρούσα αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη και στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων, κ.Awni Jarrar. ΄Οπως αυτός ανέφερε στη γραπτή κατάθεση του η οποία προσφέρθηκε σαν μέρος της κύριας εξέτασης του (τεκμήριο 1 Α), «είναι διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας η οποία είναι νόμιμα εγγεγραμμένη στη Βουλγαρία ...». Κατά την διά ζώσης μαρτυρία του στην κύρια εξέταση, ο μάρτυρας επεχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποιο έγγραφο το οποίο περιγράφηκε σαν πιστοποιητικό εγγραφής της ενάγουσας στην Ιορδανία. Αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς των εναγομένων. ΄Ενας από τους λόγους στους οποίους στηρίχτηκε η ένσταση ήταν ότι το όνομα των εναγόντων στην αγωγή είναι διαφορετικό από εκείνο στο πιστοποιητικό. Μετά τη διαπίστωση αυτή, η διαδικασία διακόπηκε για να δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά των εναγόντων να εξετάσουν το θέμα που προέκυψε. Το επόμενο βήμα των εναγόντων υπήρξε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία επιζητούν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ζητούν τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη πριν από το όνομα των Εναγόντων της ακόλουθης φράσης: "AMER ALSHATI AND TAREQ JARRAR CO. εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία». Β. Διαζευτικά προς το Α ανωτέρω την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την απάλειψη του ονόματος των Εναγόντων και την αντικατάσταση του με το όνομα: AMER ALSHATI AND TAREQ JARRAR CO εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία AYA COMMERCIAL AGENCIES EST εξ Ιορδανίας. Γ. Την τροποποίηση της παρ.1 της ΄Εκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως:
  5. Διά της απαλείψεως της λέξης «εταιρεία» και αντικατάσταση της με την ακόλουθη φράση «συνεταιρισμός με συνεταίρους τους AMER ABDUL JABBAR THAMER ALSHATI και TAREQ AWNI JARRAR" και της απαλείψεως της λέξης «εγγεγραμέννη» και αντικατάσταση της με τη λέξη «εγγεγραμμένος».
  6. Την προσθήκη μετά τη λέξη Ιορδανία της φράσης «εμπορευόμενοι υπό την Εμπορική επωνυμία AYA COMMERCIAL AGENCIES EST. Δ. Άδεια του Δικαστηρíου για συνéχιση της διαδικασιας με τον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής.» ΄Οπως αναφέρεται σε ένορκη δήλωση η οποία στηρίζει την αίτηση, εκ ή παραδρομής οι ενάγοντες κατά την έγερση της αγωγής έδωσαν λανθασμένη περιγραφή και μη σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τη νομική κατάσταση τους, έχοντας υπόψη το δίκαιο της χώρας τους, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η χρήση εμπορικής επωνυμίας από μόνης της σε δικαστικές διαδικασίες. Επισυνάπται δε στην ένορκη δήλωση αντίγραφο Πιστοποιητικού του Γενικού Εφόρου Εταιρειών της Ιορδανίας, σε σχέση με την εγγραφή Συνεταιρισμού με το όνομα AMER ALSHATI AND TAREQ JARRAR CO. με συνεταίρους τους Amer Abdul Jabbar Thamer Alshati και Tereq Awni Jarrar. Επισυνάπται επίσης στην ένορκη δήλωση Βεβαίωση του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Αμμάν, σύμφωνα με την οποία ο πιο πάνω συνεταιρισμός «Amer Alshati & Tareq Jarrar Co., έχει εγγραφεί στο Επιμελητήριο από τις 11.10.00 με την εμπορική επωνυμία (trade name) "Aya Commercial Agencies Est.". Οι εναγόμενοι 3 στην αγωγή καταχώρησαν τόσο ΄Ενσταση στην παρούσα αίτηση, όσο και άλλη αίτηση με την οποία επιζητούν την απόρριψη / παραμερισμό της αγωγής. Κρίθηκε σκόπιμο όπως για ευνόητους λόγους προηγηθεί, και προηγήθηκε, η εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Με την ΄Ενσταση τους οι εναγόμενοι 3 εγείρουν σωρεία λόγων για τους οποίους, κατά τον ισχυρισμό τους η αίτηση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Κεντρικός άξονας αυτών των λόγων είναι η εισήγηση ότι εφόσον όπως διαπιστώνεται, ο εμφανιζόμενος στο Κλητήριο σαν ενάγοντας είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, δεν μπορεί να τεθεί θέμα αντικατάστασης του ή προσθήκης νέου διαδίκου. Επικαλούνται περαιτέρω οι εναγόμενοι 3 την καθυστέρηση η οποία προκαλείται λόγω της καταχώρησης και ενδεχόμενα της έγκρισης της αίτησης, αλλά και της καθυστέρησης στο να αποταθούν στο Δικαστήριο οι ενάγοντες. Καθυστερήσεις οι οποίες σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, παραβιάζουν τα δικαιώματα τους που πηγάζουν από το Α.30 του Συντάγματος. ΄Οπως επεξηγεί σε συνοδευτική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης των εναγομένων 3, η παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε κατά το 2003 βαρύνεται με πολλές αναβολές και καθυστερήσεις. Με την προτεινόμενη τροποποίηση, επιχειρείται η θεραπεία της ακυρότητας της διαδικασίας με την αντικατάσταση ανύπαρκτου νομικά προσώπου. Πρόσωπο το οποίο ενώ ήταν ανύπαρκτο κίνησε αυτή τη δικαστική διαδικασία και δεν έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει ούτε την παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, οι αιτητές παρέλειψαν να επισυνάψουν την απαιτούμενη γραπτή συγκατάθεση των προτιθέμενων εναγόντων, όπως προβλέπεται στους Θεσμούς. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης, η κα Βασιλείου τόνισε ιδιαίτερα ότι κατά την εισήγηση της, η παρούσα αίτηση αφορά σε αίτημα για τη διόρθωση λανθασμένου ονόματος, αίτημα η έγκριση του οποίου ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παρέπεμψε δε σε αριθμό Κυπριακών και Αγγλικών αποφάσεων σύμφωνα με τις οποίες τέτοιου είδους τροποποιήσεις μπορούν να γίνουν δεκτές νοουμένου ότι δεν επηρεάζεται η ουσία της διαφοράς, την οποία καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο. Η συνήγορος ανέλυσε τις πρόνοιες της Δ.19 κ.2 και απέρριψε την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους των αιτητών, ή ότι υπήρξε καθυστέρηση η οποία αναμένεται να βλάψει τους καθ΄ ων η αίτηση. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της ΄Ενστασης των εναγομένων 3, η κα Κότσαπα, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα που προηγήθηκαν της αίτησης, τόνισε ιδιαίτερα τη θέση τους ότι με την αίτηση επιζητείται η αντικατάσταση ανύπαρκτου προσώπου με νέο διάδικο, εγχείρημα που αποσκοπεί στη θεραπεία της ακυρότητας της όλης διαδικασίας. Παρέπεμψε η συνήγορος σε νομολογία και δικονομικές πρόνοιες, σύμφωνα με τις οποίες δεν παρέχεται δυνατότητα διάσωσης δικονομικού μέτρου το οποίο είναι εξ υπαρχής άκυρο. Εάν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εναντίον ανύπαρκτου προσώπου, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε επίσης η συνήγορος, στην υπέρμετρη, όπως την χαρακτήρισε καθυστέρηση, των αιτητών, στην καταχώρηση της αίτησης, με δεδομένο ότι όλες οι αναγκαίες πληροφορίες και τα στοιχεία ήσαν πάντα γνωστά σ΄ αυτούς. Αναφέρθηκε επίσης στο ότι οι αιτητές δεν παρέσχαν στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η ύπαρξη καλόπιστου λάθους και να εξουδετερώνεται η κακοπιστία. ΄Οτι ακόμα, η τροποποίηση αναμένεται να προκαλέσει τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και θα επιφέρει αναπόφευκτα επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγομένων. Τελικά, η συνήγορος βάσισε περαιτέρω την ένσταση των εναγομένων 3 και στο ότι ενώ είναι απαραίτητο για την έγκριση μιας τέτοιας αίτησης να επισυνάπτεται γραπτή συγκατάθεση των νέων προτιθέμενων εναγόντων, τέτοια συγκατάθεση εδώ, δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. ΄Εχω εξετάσει προσεκτικά τα θέματα που εγείρονται μέσω της παρούσας αίτησης, υπό το φως των σχετικών δικονομικών προνοιών, του υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και των παραστάσεων στις οποίες έχουν προβεί οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Θα ασχοληθώ πρώτα με δύο προκαταρκτικής φύσεως θέματα που απετέλεσαν λόγους ένστασης των εναγομένων 3 - καθ΄ ων η αίτηση. Πρόκειται για το θέμα της καθυστέρησης την οποία καταλογίζουν στους αιτητές και το θέμα της μη απόδειξης καλής πίστης. Η κατ΄ ισχυρισμόν καθυστέρηση, οι επιπτώσεις της και η απόδειξη καλής πίστης των αιτητών Στο πλαίσιο της πτυχής της ΄Ενστασης, η οποία αναφέρεται σε καθυστέρηση, οι εναγόμενοι 3 εντάσσουν τα ακόλουθα θέματα: α. Καθυστέρηση μέχρι τώρα στην εκδίκαση της υπόθεσης. β. Καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης και αναπόφευκτη καθυστέρηση που θα προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης του. γ. Επιπτώσεις από την καθυστέρηση που προκαλούν βλάβη στους εναγομένους 3 λόγω της εκκρεμότητας στη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους. Βασικός άξονας των εισηγήσεων των καθ΄ ων η αίτηση, είναι, ότι ενώ τα στοιχεία, στη βάση των οποίων επιδιώκουν οι αιτητές να τροποποιήσουν την αγωγή, ήταν γνωστά σ΄ αυτούς και πριν από την καταχώρηση της αγωγής και μετά, δεν έκαναν τίποτε για τόσο καιρό, παραλείποντας να υποβάλουν ενωρίτερα, διάβημα στο Δικαστήριο. Υπέβαλαν δε το αίτημα τους μετά που άρχισε η ακρόαση της αγωγής η οποία έχει καταχωρηθεί από το 2003 και εκκρεμούσε έκτοτε. Κατά την άποψη μου αυτή η εισήγηση δεν μπορεί να ευσταθήσει, για διάφορους λόγους. Κατ΄ αρχήν, δεν μπορεί να λεχθεί ότι γενικά, στην εκδίκαση αυτής της αγωγής έχει σημειωθεί υπέρμετρη καθυστέρηση με υπαιτιότητα των εναγόντων, η οποία να συνιστά παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων διαδίκων, όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Α.30.2 του Συντάγματος. Εν πάση δε περιπτώσει ένα τέτοιο θέμα, όπως επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, εξετάζεται μέσα στο ίδιο το πλαίσιο της αγωγής και όχι προκαταρκτικά. (Βλ. Ν.Σιακόλας v. F.B.L. [1998] 1 Α.Α.Δ. 1338, Δημοκρατία v. Ηρακλέους [1994] 2 Α.Α.Δ. 225, Δημοκατία ν. Alan Ford και άλλων (αρ.2) [1995] 2 Α.Α.Δ. 232, Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου

(1992)1 Α.Α.Δ. 512 κλπ.). Ως προς καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω μεταξύ άλλων στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents [1994] 1 A.A.Δ.
  1. ´Oπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την ανυπαρξία καλής πίστης (Tαξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου [1995] 1 Α.Α.Δ. 560). Σημαντική επί του θέματος και με αρκετά σημεία της κοινά με την παρούσα περίπτωση είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα [1999] 1 Α.Α.Δ.
  2. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης καταδείκνυαν ότι η αίτηση για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε 12 ολόκληρα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μετά που η ακρόαση σ΄ αυτήν είχε αρχίσει δύο φορές ενώπιον του Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση αλλά διακόπηκε. Η αίτηση αφορούσε σε τροποποίηση για εισαγωγή στα δικόγραφα λεπτομερειών αλλοδαπού δικαίου, τα οποία εκ παραδρομής του συνηγόρου των αιτητών δεν είχαν περιληφθεί προηγουμένως. Το Εφετείο στην απόφαση του άν και δέχθηκε ότι όντως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι θα έπρεπε να ήταν γνωστή στο συνήγορο η ανάγκη που στοχευόταν να καλυφθεί, εν τούτοις, όπως τόνισε, η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιήθηκε λόγω σφάλματος και στην απουσία κάποιας ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη, δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Επανερχόμενος στα περιστατικά που συνθέτουν το υπό εξέταση θέμα στην παρούσα αίτηση, είμαι πεπεισμένος πως ούτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση παρατηρείται από πλευράς αιτητών, αλλ΄ ούτε και κάποιο στοιχείο που να καταδεικνύει ύπαρξη κακής πίστης. Τα πραγματικά στοιχεία ως προς τη νομική υπόσταση των των εναγόντων και συναφή στοιχεία, ασφαλώς και ήσαν πάντα γνωστά σ΄ αυτούς. Εκείνο που φαίνεται να παρέλειψαν να πράξουν είναι να είχαν εκθέσει τα ορθά στοιχεία στην αγωγή που θα καταχωρείτο στην Κύπρο. Η παράλειψη αυτή, είναι φανερό ότι διαπιστώθηκε με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την παρουσίαση του προαναφερθέντος εγγράφου, οπότε και χωρίς άλλη καθυστέρηση, η διαδικασία διακόπηκε για να υποβληθεί το υπό εξέταση διάβημα επανόρθωσης. Φαίνεται να επρόκειτο για ένα καλόπιστο σφάλμα. Η καλή πίστη εξάγεται εδώ σαν συμπέρασμα από τις εξηγήσεις, πράξεις και παραλείψεις των αιτούντων διαδίκων. Κανένα στοιχείο δεν δικαιολογεί τυχόν συμπέρασμα ότι προσπάθησαν είτε να βραδυπορήσουν οι ίδιοι την προώθηση της δικής τους απαίτησης ή να ξεγελάσουν την άλλη πλευρά. Κανένα δε συμφέρον δεν είχαν ασφαλώς είτε να διακινδυνεύσουν να αρχίσουν ή συνεχίσουν αγωγή στο όνομα ενάγοντα που δεν μπορούσε να τύχει θεραπείας. Ούτε ότι είχαν συμφέρον να διακοπεί η δικαστική διαδικασία και η λήψη μαρτυρίας αλλοδαπού μάρτυρα που αφίχθηκε από το εξωτερικό για να δώσει μαρτυρία. Κατά την άποψη μου όλα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα καλόπιστο λάθος με τη διαπίστωση του οποίου και χωρίς άλλη καθυστέρηση, λήφθηκε δικονομικό μέτρο που αποσκοπούσε στη διόρθωση του. Θα εξετάσω στη συνέχεια τη νομική πτυχή και ουσία της αίτησης. Η νομική πτυχή της Αίτησης Η βασική πρόνοια που παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου και/ή δικογράφου, παρέχεται βέβαια από τις γενικές διατάξεις της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τις οποίες δίδεται στο δικαστήριο η προς τούτο διακριτική ευχέρεια. Ο ορθός δικονομικά τρόπος με τον οποίο μπορούν συνέταιροι να εναγάγουν ή να εναχθούν εξηγείται μέσα από τις πρόνοιες της Δ.7
(1), το κείμενο της οποίας έχει ως εξής: Διαταγή 7: "...
  1. Any two or more persons claiming or being liable as co-partners and carrying on business in Cyprus may sue or be sued in the name of the respective firms (if any) of which such person were co-partners at the time of the accruing of the cause of action; and any party to an action may in such case apply by summons to a Judge for a statement of the names and addresses of the persons who were, at the time of the accruing of the cause of action, co-partners in any such firm, to be furnished in such manner, and verified on oath or otherwise as the Judge may direct...". Περαιτέρω, η δυνατότητα διόρθωσης αγωγής, η οποία έχει αρχίσει στο όνομα εσφαλμένου προσώπου σαν ενάγοντα, αποδίδεται στο Δικαστήριο με τις πρόνοιες της Δ.9, κ.
  2. Τηρουμένων των προϋποθέσεων τις οποίες θέτει αυτή η διαταγή, το Δικαστήριο νομιμοποιείται να αντικαθιστά ή να προσθέτει κάποιο πρόσωπο σαν ενάγοντα. Το κείμενο αυτής της δικονομικής πρόνοιας, έχει ως εξής: Διαταγή 9: "...
  3. Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just." Οι πιο πάνω δικονομικές πρόνοιες, είναι φανερό ότι παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, δια της προσθήκης ή αντικατάστασης ενάγοντα, στις ακόλουθες περιπτώσεις και υπό τους ακόλουθους όρους ή προϋποθέσεις: α. Εκεί όπου η αγωγή έχει κινηθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου σαν ενάγοντα ή είναι αμφίβολο κατά πόσο έχει κινηθεί στο όνομα του ορθού ενάγοντα, και, β. Το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι είχε έτσι κινηθεί εξ αιτίας καλή τη πίστει σφάλματος και, γ. Είναι αναγκαίο για την επίλυση των πραγματικών επίδικων θεμάτων να γίνει προσθήκη/αντικατάσταση ενάγοντα. Είναι γεγονός ότι το Εφετείο διευκρίνησε στην υπόθεση Lioufis and Co. Ltd. v. Ανδρονίκου [1996] 1 Α.Α.Δ. 773, ότι εάν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Είναι επίσης γεγονός ότι, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Annual Practice του 1956 στη βάση της υπόθεσης Lazard Brothers & Co v. Midland Bank Ltd [1933] A C 889, δεν νοείται αντικατάσταση ή προσθήκη εκεί όπου το πρόσωπο το οποίο είχε αρχικά καταστεί διάδικος, ήταν ανύπαρκτο κατά την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου. ΄Οπως έχω αναφέρει προηγουμένως, αυτός είναι και ο βασικός άξονας της θέσης των εναγομένων 3 - καθ΄ ων η αίτηση, ότι δηλαδή: «... εφόσον δεν υπήρχε ενάγοντας κατά την έγερση της αγωγής, δεν μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση - δεν μπορεί να αντικατασταθεί ένας ανύπαρκτος διάδικος ...». Είναι όμως πράγματι ανύπαρκτο πρόσωπο οι ενάγοντες; Η έννοια της λέξης «ανύπαρκτο» κατά την άποψη μου δεν σημαίνει απλά μη δυνάμενο να καταχωρήσει αυτοδικαίως και στο όνομα του μια αγωγή. Δεν σημαίνει ότι δεν είχε νομικά αυτή τη δυνατότητα. Δεν σημαίνει ακόμα ότι δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να κινήσει την αγωγή. ΄Οπως δε προκύπτει από το διατεθέν στο Δικαστήριο υλικό, και ιδιαίτερα από το Τεκμ.2, στην αίτηση προς υποστήριξη της αίτησης, οι ενάγοντες δεν είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Με αυτό το έγγραφο, που είναι βεβαίωση του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Αμμάν, οι ενάγοντες "Aya Commercial Agencies Est.", είναι εμπορική επωνυμία υπό την οποία είναι εγγεγραμμένοι οι προτεινόμενοι ενάγοντες "Amer Al Shati & Tareq Jarrar Co.". Mε αυτή λοιπόν την έννοια, οι ενάγοντες δεν ήσαν «ανύπαρκτοι», αλλ΄ απλά δεν ήσαν αυθύπαρκτοι. Είναι δηλαδή το εγγεγραμμένο όνομα με το οποίο εμπορεύονταν οι ενάγοντες πλην όμως δεν μπορούσε η αγωγή να κινηθεί μόνο στο όνομα της επωνυμίας αυτής, σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο. Πολύ βοηθητική και αρκετά παρόμοια με την υπό εξέταση περίπτωση, είναι αυτή που είχε εξετασθεί από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Etablissement Bauddot v. R S Graham and Co. Ltd. [1953] 1 Αll E.R.
  4. Η υπόθεση εκείνη, είχε εξετασθεί στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας Αγγλικής RSC Ord. 16 r.2, το κείμενο της οποίας ήταν σχεδόν το ίδιο με αυτό της Κυπριακής Δ.9 κ.
  5. ΄Εγιναν δε εκεί δεκτές οι ακόλουθες παρατηρήσεις στις οποίες είχε προβεί ο δικαστής Russel στην προηγουμένως εκδοθείσα απόφαση στην υπόθεση Tetlow v. Orela Ltd. [1920] 2 Ch. 24 at 26, σε σχέση με την ορθή ερμηνεία της δικονομικής αυτής διάταξης: "In my opinion that rule means that, where an action has been commenced between two living parties by a living plaintiff, and the living plaintiff afterwards turns out to be the wrong person, an application may be made to the court, and the court can substitute another person for the living plaintiff or may add another person as co-plaintiff as the case may be. But it does not justify the court in creating a plaintiff in an action for the first time...". Στην ίδια την υπόθεση Etablissement Baudelot η αγωγή καταχωρήθηκε στο όνομα "Etablissement Baudelot" σαν ενάγοντες και σ΄ αυτήν αναφερόταν ότι οι ενάγοντες ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη Γαλλική νομοθεσία διότι αυτή η πληροφορία είχε δοθεί στους δικηγόρους στην Αγγλία. ΄Ομως στην πραγματικότητα αυτό ήταν εσφαλμένο καθότι οι εμφανιζόμενοι σαν ενάγοντες δεν ήσαν εγγεγραμμένη εταιρεία, παρά μόνο ήταν το εμπορικό όνομα με το οποίο εμπορευόταν ο Γαλλικός οίκος που είχε συμβληθεί με τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι μετά την εξακρίβωση αυτού του γεγονότος αποτάθηκαν με αίτηση τους στο Δικαστήριο ζητώντας τον παραμερισμό της όλης αγωγής σαν καταχωρηθείσας από ανύπαρκτο ενάγοντα. Από την άλλη, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητούσαν όπως τα ονόματα των προσώπων τα οποία εμπορεύονταν με το προαναφερθέν όνομα, προστεθούν στο όνομα των εναγόντων. Το πρωτόδικο δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση του κλητηρίου διά της προσθέσεως των ονομάτων εκείνων των προσώπων σαν εναγόντων και ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε αυτή την απόφαση. Στην απόφαση του το Εφετείο, τόνισε ότι πράγματι δεν μπορεί να επιτραπεί τροποποίηση εκεί όπου ένας διάδικος είναι νεκρός ή δεν υπήρξε ποτέ κατά νόμο. Μπορεί όμως να επιτραπεί, εκεί όπου πρόκειται για εσφαλμένη εγγραφή του ονόματος του ενάγοντα (misnomer). Και κατά το Αγγλικό Εφετείο εκείνη η περίπτωση ήταν τέτοια. Το πρώτο ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν κατά πόσο η περιγραφή των εναγόντων στο κλητήριο σαν "Etablissement Bandelat" έστω και αν δεν ήταν εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο, αντιπροσώπευε κάτι το υπαρκτό. Η απάντηση δεν μπορούσε παρά να ήταν ότι βεβαίως ήταν υπαρκτό. Υπήρχε και εχρησιμοποιείτο σαν εμπορικό όνομα σε συναλλαγές και με τους εναγόμενους. Το άλλο ερώτημα κατά πόσο έκανε διαφορά το ότι στην αγωγή είχε περιγραφεί σαν εγγεγραμμένη εταιρεία, απαντάται αρνητικά. Το ορθό ερώτημα δεν μπορεί να είναι κατά πόσο οι ενάγοντες με το όνομα που περιγράφηκαν, υπήρχαν ή όχι σαν νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο. Αυτό είναι δεκτό πως εσφαλμένα παρουσιάστηκε σαν τέτοιο και για τούτο χρειάζεται η τροποποίηση για διόρθωση του. Αγωγή δεν μπορούσε να κινηθεί στο όνομα εκείνο χωρίς τα ονόματα των εμπορευομένων με αυτήν και επρόκειτο περί διορθώσιμου σφάλματος. Υιοθετώ πλήρως τη λογική και την συνετή, θα έλεγα ανωτέρω εκφρασθείσα άποψη του Αγγλικού Εφετείου. Επανερχόμενος δε στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, θα έλεγα ότι κατά παρόμοιο τρόπο, το όνομα των εναγόντων στο κλητήριο στην παρούσα αγωγή δεν είναι «ανύπαρκτο». Είναι η εμπορική επωνυμία η οποία παρουσιάζεται να είναι εγγεγραμμένη και γνωστή στους διαδίκους και με την οποία εμπορεύονταν οι αιτητές. Δεν είναι εγγεγραμμένη αυθύπαρκτη νομική οντότητα, είναι όμως υπαρκτή, και εφόσον με αυτήν εμπορεύονταν οι αιτητές - προτεινόμενοι ενάγοντες, η καταχώρηση της αγωγής στο όνομα της επωνυμίας μόνο, συνιστά σφάλμα περιγραφής των εναγόντων το οποίο είναι θεραπεύσιμο με τροποποίηση. Η μη παρουσίαση έγγραφης, υπογεγραμμένης συγκατάθεσης των εναγόντων ΄Αλλο σκέλος της ΄Ενστασης των εναγομένων 3 ήταν ότι η αίτηση δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να εγκριθεί καθότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο έγγραφη συγκατάθεση των προσώπων που θα προστεθούν σαν ενάγοντες. Σύμφωνα με την αγόρευση της συνηγόρου τους, τόσο στον Κυπριακό θεσμό όσο και στον αντίστοιχο Αγγλικό θεσμό, αυτό είναι ένα απαραίτητο προαπαιτούμενο. ΄Οπως δε σχολιάζεται στο Annual Practice, το λεκτικό του Αγγλικού θεσμού είναι σαφές και απαιτεί την συγκατάθεση του προσώπου που θα προστεθεί σαν ενάγοντας, η οποία να είναι έγγραφη και υπογεγραμμένη. Προηγουμένως δε στην αγόρευση παρατέθηκε το κείμενο της Αγγλικής R.S.C. O.15 r.6
(2)σαν του αντίστοιχου Αγγλικού θεσμού από τον οποίο προκύπτει ο Κυπριακός. Εκεί δε, αναφέρεται πράγματι ότι: "........... 2. ................. (
  1. a)................ (
  2. b)................ order any person ........................... ....................................................................................... ................... be added as a party; but no person shall be added as a plaintiff without his comment signified in writing or in such manner as may be authorized ............". Σε σχέση με τούτο θα πρέπει κατ΄ αρχή να παρατηρήσω ότι η αντίστοιχη της Κυπριακής δικονονομικής πρόνοιας στη Δ.9 κ.2 Αγγλική πρόνοια, δεν είναι η Οrd.15 r.6. ΄Οπως έχω αναφέρει και προηγουμένως, αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια από την οποία πηγάζει η Κυπριακή, είναι η R.S.C. Ord. 16 r.2 προτού βέβαια αυτή τροποποιηθεί στην Αγγλία. Εκείνη δε η Διαταγή δεν ανέφερε οτιδήποτε περί συγκατάθεσης. Η Κυπριακή αναφέρει πράγματι ότι μπορεί να προστεθεί ένα πρόσωπο "consenting" δηλ. με τη συγκατάθεση του. ΄Ομως δεν τίθεται προϋπόθεση για έγγραφη και/ή υπογεγραμμένη συγκατάθεση. Από την άλλη, εδώ, η προτεινόμενη και εγκριθείσα, κατά τα άλλα τροποποίηση δεν στοχεύει στο να προσθέσει ένα νέο ενάγοντα - διάδικο ώστε να απαιτείται η ρητή συγκατάθεση του. Πρόκειται για προσθήκη στο όνομα με το οποίο μόνο οι προτεινόμενοι ενάγοντες δικαιούνται να εμπορεύονται και ήσαν πάντα εκείνοι πίσω από αυτό. Ουσιαστικά επιφέρεται με τις τροποποιήσεις διόρθωση του ονόματος των εναγόντων το οποίο είχε εσφαλμένα αναγραφεί στο κλητήριο. Τελικά, ως προς τη θέση των εναγομένων 3 - καθ΄ ων η αίτηση ότι η τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλούσε τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και θα προκαλούσε αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγομένων, παρατηρώ της εξής: Κανένας εκτροχιασμός δεν αναμένεται να προκύψει ή προέκυψε ποτέ από την τοποθέτηση των διαδίκων και των επίδικων θεμάτων στη σωστή τους βάση μετά τη διακρίβωση ενός σφάλματος. Αντίθετα, εκτροχιασμός σίγουρα θα προκύψει αν το Δικαστήριο, μετά τη διάγνωση ενός καλόπιστου λάθους σε όνομα διαδίκου, δεν επαναφέρει τη διαφορά στις σωστές της διαστάσεις ώστε να μπορέσουν να κριθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις στην ουσία τους παρά να θυσιαστούν στο βωμό των τύπων ή του σφάλματος. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το αίτημα εγκρίνεται και διατάσσεται ως ακολούθως: α. Επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ως η παρα. (Α) του αιτητικού της αίτησης. β. Επιτρέπεται η τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ως η παρα. (Γ) του αιτητικού της αίτησης. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας την καθιερωμένη στην Κύπρο πρακτική, την οποία ακολούθησε και το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (ανωτέρω), διατάσσω όπως τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα όποια έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης, επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 3 και εναντίον των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της δίκης. Σε σχέση με τους άλλους εναγόμενους δεν εκδίδεται καμιά διαταγή εξόδων. Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες ως προς την καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.