← Κύπρος

Νίκος Γιώτα Αθανασίου Λτδ ν. Μάριος Κίττου, Αρ. Αγωγής: 650/2002, 2 Μαίου, 2006

Νίκος Γιώτα Αθανασίου Λτδ ν. Μάριος Κίττου, Αρ. Αγωγής: 650/2002, 2 Μαίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 650/2002 Μεταξύ: Νίκος & Γιώτα Αθανασίου Λτδ Ενάγοντες- Καθ ών η Αίτηση -και- Μάριος Κίττου Εναγομένου- Αιτητού Ημερ.: 2 Μαίου, 2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές : κα Γ. Ζαχαρίου στην εκφώνηση της απόφασης κ. Σαββίδης Για εναγόμενο - Καθ΄ού η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης στην εκφώνηση της απόφασης κα Αριστείδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΕ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Ενώ η υπόθεση έχει κλείσει και για τους δύο διαδίκους και ευρισκόμαστε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων η ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων - αιτητών υπέβαλε αρχικά προφορικά αίτημα για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως και συγκεκριμένα της παραγράφου 4 (Α) με τη προσθήκη ενός μηδενικού στο ποσό των Λ.Κ.1.200, όπως αναγράφεται εκεί, έτσι που να διαβάζεται πλέον ως Λ.Κ.12.

  1. Επρόκειτο όπως ανέφερε για γραφικό λάθος, που μόλις εκείνη τη στιγμή το είχε αντιληφθεί μετά το σχόλιο που έκαμε ο συνάδελφος της όταν του δόθηκε ο λόγος από το Δικαστήριο να αρχίσει την αγόρευση του. Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι το ποσό αναγράφεται ορθά στη συνέχεια του ίδιου εγγράφου και συγκεκριμένα στην παρ. 6 (Δ) του αιτητικού της εκθέσεως απαιτήσεως. Μετά από ένσταση της άλλης πλευράς η υπόθεση αναβλήθηκε έτσι που να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να υποβάλει γραπτώς το αίτημα της. Η γραπτή αίτηση που επακολούθησε προσέκρουσε σε ένσταση της άλλης πλευράς. Οι συνήγοροι περιορίστηκαν στην υποστήριξη των θέσεων τους με αγορεύσεις χωρίς να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες. Η αίτηση η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 Θ. 1-6 και Δ.48 Θ.1,2,4,8 και 9, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της κας Κατερίνας Βουρή η οποία είναι γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων. Υποστηρίζει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης καθώς και από πληροφορίες που πήρε από το φάκελο της υπόθεσης και από τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση. Αναφέρει στη συνέχεια ότι κατά τη δακτυλογράφηση της έκθεσης απαιτήσεως παραλήφθηκε 1 μηδενικό με αποτέλεσμα να διαβάζεται το ποσό ως Λ.Κ.1.200 αντί Λ.Κ.12.
  2. Υποστηρίζει ότι είναι φανερό ότι πρόκειται για γραφικό λάθος και αυτό καταδεικνύεται από το ορθό ποσό που αναγράφεται στο αιτητικό της έκθεσης απαιτήσεως. Αυτό μπορεί να καταδειχθεί επίσης από το γεγονός ότι οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους κατά την ακροαματική διαδικασία από Λ.Κ.12.000 σε Λ.Κ.3.
  3. Πρόκειται για καλόπιστο λάθος που ανάγεται σε γραμματικό ή τυπογραφικό λάθος. Σκοπός της τροποποίησης όπως της εξηγούν οι δικηγόροι είναι να διορθωθεί ένα φανερά τυπογραφικό λάθος, καθ΄ότι σε αντίθετη περίπτωση πιθανώς να θεωρείται η μαρτυρία εκτός δικογράφων. Δεν προκαλείται καμιά ζημιά για την άλλη πλευρά και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι η άλλη πλευρά σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα δεν έφερε ένσταση στην προσκομισθείσα μαρτυρία που έθετε την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου σε Λ.Κ.3.240 ετησίως για το λόγο ότι δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα. Η παράλειψη εντοπίστηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων όταν ο συνήγορος του εναγομένου το έθεσε ως πρόβλημα της απαίτησης των εναγόντων. Αμέσως μετά τον εντοπισμό του εν λόγω λάθους προέβηκαν στα αναγκαία διαβήματα για τη διόρθωση του τυπογραφικού λάθους και ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ένσταση του εναγομένου στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ. 10 Δ.25 Θ. 1-6, Δ.39 Θ. 2 και Δ.48 Θ. 1-9 και στις γενικές εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι

(1)Επιχειρείται η μεταβολή ισχυρισμού με έκδηλη καθυστέρηση, δηλαδή στο στάδιο των αγορεύσεων και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, ήτοι σε στάδιο που η δίκη έχει ουσιαστικά περατωθεί.
(2)Η καθυστέρηση είναι έκδηλα αδικαιολόγητη. Καμιά εξήγηση δεν δίδεται από τους αιτητές ή από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γιατί δεν υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση νωρίτερα, στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό μάλιστα είχε εκληφθεί και από το Δικαστήριο ως δεδομένο για την έκδοση της ενδιάμεσης του απόφασης όταν αποφάνθηκε περί της δικαιοδοσίας του. Παρόλα αυτά δεν καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης σε κατοπινό στάδιο προτού ολοκληρωθεί η υπόθεση του εναγομένου. Από τα πιο πάνω καθίσταται πρόδηλο ότι οι ενάγοντες όχι μόνο δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την τροποποίηση της απαίτησης τους αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα και αδιαφορία και κακόπιστα επιχειρούν να ανατρέψουν τις γραμμές επί των οποίων διεξάχθηκε η διαδικασία μετά την περάτωση της.
(3)Δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός περί δήθεν εντοπισμού της παράλειψης στο στάδιο των αγορεύσεων διότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δόθηκε την 1.11.2005 και δεν μπορεί να προβάλλεται ότι οι ενάγοντες δεν γνώριζαν το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου.
(4)Ο ισχυρισμός περί δήθεν τυπογραφικού λάθους είναι κακόπιστος και εκ των υστέρων προσπάθεια δικαιολόγησης της μεταβολής του ύψους της απαίτησης. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι δήθεν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους αλλά δεν εξηγούν γιατί οι ίδιοι κατά την καταχώρηση της αγωγής έχουν προσδιορίσει το επίδικο θέμα σε Λ.Κ.5.000-25.000, ο ισχυρισμός ο οποίος δεν αφορά την κλίμακα της υπόθεσης αλλά δικογραφήθηκε σε συμμόρφωση με τη Δ.2 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και γι΄αυτό δεν σκοπείται τροποποίηση.
(5)Η τυχόν αποδοχή της τροποποίησης όπως επιζητείται θα καταστήσει αντιφατικό τον ισχυρισμό περί ζημιάς και αξίας του επίδικου θέματος, ως αυτός έχει προσδιοριστεί σε συμμόρφωση με τη Δ.2 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τον οποίο δεν σκοπείται τροποποίηση.
(6)Η αποδοχή της αίτησης θα καταστήσει το Δικαστήριο άνευ δικαιοδοσίας αφού πλέον η απαίτηση με βάση της έκθεση απαίτησης θα εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου του Επαρχιακού Δικαστή με βάση το άρθρο 22 του Ν. 14/1960.
(7)Επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, οι Αιτητές δεν επιχειρούν να τροποποιήσουν την απαίτηση κατά τρόπο που να συνάδει με προηγούμενη δήλωση τους για περιορισμό της απαίτησης, την οποία ουσιαστικά ανατρέπουν εκ νέου, αφού η σκοπούμενη τροποποίηση δεν αντικατοπτρίζει την εν λόγω δήλωση αλλά αντιφάσκει με αυτή.
(8)Αποδοχή της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη αδικία στον εναγόμενο που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα, αφού ο εναγόμενος θα στερηθεί να αντεξετάσει τη μαρτυρία που προσήχθη από τους ενάγοντες αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου σε σχέση με τα όσα προβάλλονται στην αγωγή. Συνεπώς, αποδοχή της αίτησης για τροποποίηση θα προκαλέσει ανάγκη επανανοίγματος της δίκης, επανάκληση μαρτύρων, ενδεχομένως προσαγωγή νέας μαρτυρίας και μετατόπιση σε σημαντικά μεταγενέστερο χρόνο της απόφασης, γεγονότα που σε συνδυασμό με το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα του κάθε διαδίκου να διεξάγεται η δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο, την καθιστούν οπωσδήποτε ανεπίτρεπτη και προδήλως άδικη για τον εναγόμενο.
(9)Η ενόρκως δηλούσα των αιτητών ουδεμία προσωπική γνώση έχει για τα όσα αναφέρει και ουδεμία πληροφόρηση αποκαλύπτει για τα γεγονότα που ισχυρίζεται κατά παράβαση της Δ.39 Θ.
  1. Συγκεκριμένα δεν αναφέρει αν είναι η ίδια που δακτυλογράφησε την Έκθεση Απαίτησης, ούτε αν άντλησε πληροφόρηση από οποιοδήποτε πρόσωπο για τούτο, ούτε εξηγείται πως γνωρίζει ότι το λάθος ήταν στην εν λόγω παράγραφο και όχι στην παράγραφο 6Δ της απαίτησης. Επίσης, δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει αν το λάθος είναι καλόπιστο ή όχι, αν είναι γραμματικό ή ηθελημένο, αφού ουδεμία γνώση κατέχει σε σχέση με το τι σκοπούσε να αποτυπώσει στην Έκθεση Απαίτησης ο συντάκτης της, τον οποίο επίσης δεν αποκαλύπτει. Το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης, αφού τα όσα σχετικά αναφέρει δεν εμπίπτουν στο πεδίο της προσωπικής της γνώσης, και δεν αποκαλύπτει το πρόσωπο από το οποίο έχει περισυλλέξει πληροφορίες. Με βάση τα ανωτέρω, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση των Αιτητών θα πρέπει να αγνοηθεί ως άκυρη ή/ και ως αντικανονική ή/ και ως μη αποτελούσα μαρτυρία και η αίτηση να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη. Οι πιο πάνω λόγοι της ένστασης υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου. Στις τεκμηριωμένες αγορεύσεις τους με την παράθεση σχετικής νομολογίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά υποστήριξαν τα όσα προβάλλουν η μεν πλευρά των αιτητών με την αίτηση τους η δε πλευρά του καθ΄ού η αίτηση με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Εκείνο το οποίο κατά την άποψη μου θα πρέπει να εξετασθεί από την αρχή είναι η σημασία η οποία θα πρέπει να προσδοθεί στη δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου που εκπροσωπούσε τότε τους ενάγοντες κ. Ζαχαρίου περί μείωσης του ποσού που αξίωναν σε Λ.Κ. 3.340 με αύξηση 14% κάθε δύο χρόνια όπως προέκυπτε, κατά την άποψη του από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 Μ. Φιλώτα ο οποίος, ως εμπειρογνώμονας των εναγόντων, είχε καταθέσει για την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου. Θα την παραθέσω αυτούσια ¨κ. Πρόεδρε, για να μη ταλαιπωρούμαστε και να μη χάνουμε την ώρα μας, ειδικά πριν προχωρήσει ο συνάδελφος, επειδή οι ενάγοντες έχουν πωλήσει άρα πλέον δεν τους ενδιαφέρει, γι΄αυτό εγκαταλείπω τα Α,Β και Γ της έκθεσης απαίτησης και περιορίζω ο Δ σε Λ.Κ.3.340 με αύξηση 14% κάθε δύο χρόνια πράγμα που δικαιούμαι να κάμω σε αυτό το στάδιο¨. Εάν δηλαδή η πιο πάνω δήλωση ενέχει τέτοια δεσμευτική σημασία η οποία αφής στιγμής γίνει, δεσμεύει πλέον τον διάδικο για τον οποίο γίνεται και στη συνέχεια είναι επί τη βάσει αυτού του ισχυρισμού που θα κινηθεί η υπόλοιπη μαρτυρία. Σε τέτοια περίπτωση θα καθιστούσε άσκοπη οποιαδήποτε προσπάθεια τροποποίησης με τη διόρθωση λάθους ή όπως και αν μπορούσε αυτό να χαρακτηρισθεί, το οποίο εμφανίζει η αρχική έγγραφη πρόταση, και το οποίο άμεσα συσχετίζεται με το περιεχόμενο της δήλωσης, οπότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη διόρθωση θα επέφερε αλλαγή και πάλιν των δεδομένων με βάσει τα οποία διεξήχθη η δίκη. Τα πιο πάνω με δεδομένο ότι η κα Ζαχαρίου στην αγόρευση της ανέφερε ότι η πλευρά των εναγόντων δεν αφίσταται από την δήλωση που προηγήθηκε περί μείωσης της απαίτησης την οποία θα ήταν έτοιμη να επαναλάβει εφόσον το Δικαστήριο θα αποφάσιζε επί του αιτήματος της, χωρίς όμως από την άλλη να δώσει πειστική εξήγηση σε τι αποσκοπεί τότε η διόρθωση του λάθους που επιζητεί και το οποίο παρουσιάζεται στο δικόγραφο τους. Εδώ θα επισημάνω και δύο άλλα θέματα που προέκυψαν κατά τη μελέτη της υπόθεσης πρώτο, το ποσό στο οποίο μειώθηκε η απαίτηση προσδιορίστηκε σε Λ.Κ.3.340 το χρόνο, όπως ήταν η δήλωση του κ. Ζαχαρίου και όχι σε Λ.Κ.3.240 όπως λανθασμένα αναγράφεται στην αίτηση για τροποποίηση, είναι φανερό ότι επρόκειτο για λανθασμένη αριθμητική πράξη όπως προκύπτει από την εκτίμηση του κ. Φιλώτα Τεκμήριο 3, από την οποία προκύπτει ότι το ορθό ποσό θα έπρεπε να ήταν Λ.Κ.3.240, δεύτερο, στη παρ. 5(Α) της εκθέσεως απαιτήσεως προσδιορίζεται ως χρόνος έναρξης της αξίωσης η 1η .06.1997 ενώ στο αιτητικό το οποίο διατείνεται η πλευρά των εναγόντων ότι είναι το ορθό στη παρ. 6 (Δ) ο χρόνος αρχίζει την 1η .06.
  2. Τα πιο πάνω φαίνεται ότι και πάλιν διέλαθον της προσοχής των εναγόντων για τα οποία δεν επιζητήθηκε οποιαδήποτε διόρθωση, τα οποία όμως δεν αφίστανται και της ουσίας του τι τώρα επιδιώκεται. Στην απόφαση Ανδρέας Σοφοκλέους v. Κωστάκη Τεβουλίδη κ.α Πολ. Έφεση Αρ. 10932 Ημερ. 28.01.2002 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η έκταση της εξουσίας του δικηγόρου είναι αρκετά ευρεία ώστε να έχει και τη δυνατότητα να συμβιβάζει την υπόθεση του εντολέα - πελάτη του (βλ. In Re Charalambous
(1985)1 C..L.R. 746,748), και περιλαμβάνει ήσσονα εξουσία να προβαίνει σε δηλώσεις στο πλαίσιο της δίκης, που δεσμεύουν τον πελάτη (βλ. Λαϊκή Τράπεζα v. Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. 556). Αναμφισβήτητα, η δέσμευση υφίσταται και δεν θα επιτραπεί η ανάπτυξη των θεμάτων αυτών. Θα προσθέταμε ότι δημιουργείται κώλυμα για έγερση τους και για το λόγο ότι ενόψει των δηλώσεων, ο δικηγόρος των εφεσιβλήτων δεν ανέπτυξε ή δεν ανέπτυξε πλήρως τα σχετικά επιχειρήματα του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ετ. Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 94,95 αποφασίστηκε ότι: ¨Παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει μέσω του δικηγόρου του προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορούν να οδηγήσουν στην θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος εφόσον (
  1. i)είναι σαφείς, (
  2. ii)ο αντίδικος βασίζεται σε αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (iii) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του¨ (βλέπε επίσης Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Κατά συνέπεια σύμφωνα με τη νομολογία μας η δήλωση που έγινε εκ μέρους των εναγόντων τους δεσμεύει και είναι επί αυτής της βάσης που κινήθηκε ολόκληρη η μετέπειτα μαρτυρία τόσο των εναγόντων όσο και του εναγομένου, δημιούργησε κατά την άποψη μου εξ υποσχέσεως κώλυμα από το οποίο δεν μπορούν να αποστούν οι ενάγοντες. Βέβαια εδώ έχουμε το παράδοξο φαινόμενο να δίδεται ταυτόχρονα η δέσμευση, ότι μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης η πλευρά των εναγόντων είναι πρόθυμη να επαναλάβει την δήλωση, μια θέση η οποία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή. Εξ αυτού και μόνο του λόγου θα απέρριπτα την αίτηση. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου στο πρωταρχικό θέμα που έθεσα θα προχωρήσω να εξετάσω και τους άλλους παράγοντες που εξετάζονται. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η Διαταγή 25 καν. 1 προβλέπει: ¨The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties". Σε ελεύθερη μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα, με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Όπως καθορίζει η νομολογία μας η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ.704, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33 όπως επαναλαμβάνονται και στην Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11. Περαιτέρω όπως αναφέρθηκε και στην Μιχάλης Παπόρης v. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S
(1996)1 (B) A.A.Δ. 1037: ¨Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727,729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών¨. Τα Δικαστήρια μας σήμερα ακολουθούν μια φιλελεύθερη προσέγγιση σε τέτοιας φύσης αιτήματα. Στην Χριστοδούλιου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής: " I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as may hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Σε ελεύθερη μετάφραση: ¨Ξεκινώ από την αρχή, την καλά καθιερωμένη, ότι μια τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, ακόμα και εάν ζητείται καθυστερημένα, εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθώς οποιαδήποτε δυσχέρεια προκληθεί από αυτή θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή η αρχή ισχύει εδώ. ¨ Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης. Στην απόφαση Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων v. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 ειπώθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου: ¨Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης¨. Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, κρίθηκε ότι η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση (βλέπε επίσης την Περικτιώνη Χρίστου v. Αντρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Τέλος η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Όσο όμως πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της υπόθεσης, τόσο περισσότερο ο αιτητής θα πρέπει να αποσείσει το βάρος που έχει για να επιτραπεί αυτή (βλ. Skepi Ltd v. Kaiti
(1983)1 A.A.Δ. 231, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Mahatou v. Viceroy Shipping Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 542). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές που έχουν διαχρονικά καθιερωθεί από την νομολογία μας και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια διαπιστώνω ότι το αίτημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό και για τους ακόλουθους λόγους:
(1)Γίνεται κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αυτό εφόσον με τη δεσμευτική δήλωση που έγινε εκ μέρους του συνηγόρου των εναγόντων η απαίτηση έχει πλέον μειωθεί στο ποσό το οποίο έχει προσδιορισθεί με τη δήλωση αυτή, από την οποία οι ενάγοντες δεν αφίστανται και είναι έτοιμοι να την επαναλάβουν. Η τυχόν έγκριση εκ των υστέρων της τροποποίησης θα συνεπαγόταν και πάλι την αύξηση του ποσού της απαίτησης το οποίο, θα συμφωνήσω με την πλευρά του εναγομένου ότι (α) εφόσον προβάλλεται ως ορθή η διατύπωση της αξίωσης επί του αιτητικού τότε θα πρόκειται για αξίωση η οποία θα υπερβαίνει τη δικαιοδοσία μου και δεν θα έχω πλέον λόγο παρά να αναστείλω την διαδικασία, είναι γι΄αυτό τον λόγο που η επιδιωκόμενη τροποποίηση κρίνω πως είναι ουσιαστική και δεν πρόκειται απλά για διόρθωση ενός απλού γραφικού λάθους με τη προσθήκη ενός μηδενικού, αν δηλαδή επιτρεπόταν θα είχε ως συνέπεια τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και κατά συνέπεια (β), θα περιέπλεκε τη διαδικασία εφόσον θα καθιστούσε πιθανή ή /και αναγκαία την επανακλήτευση μαρτύρων και προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με σίγουρο αποτέλεσμα (γ) την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης η οποία θα έφθανε τα όρια της παραβίασης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του εναγόμενου για γρήγορη εκδίκαση και ξεκαθάρισμα της θέσης του, η αγωγή καταχωρήθηκε εδώ και τέσσερα και πλέον χρόνια,
(2)γίνεται πολύ καθυστερημένα και αυτό κρίνεται σε συνάρτηση με το ιστορικό της υπόθεσης, εφόσον η δίκη έχει ολοκληρωθεί μετά από πολλές δικασίμους με την κλήτευση και από τις δύο πλευρές αρκετών μαρτύρων. Στην ενδιάμεση απόφαση μου όπου είχα αποφασίσει για την καθ΄ύλη αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, είχα κάμει σχόλιο στην εν λόγω παράγραφο της οποίας επιζητείται η τροποποίηση, αυτή δε είχε εκδοθεί αρκετούς μήνες προηγουμένως χωρίς έκτοτε να ληφθεί οποιοδήποτε διορθωτικό διάβημα. Εάν έστω η παράλειψη αυτή οφειλόταν σε αβλεψία υπήρχαν αρκετές ευκαιρίες κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας και τις επανειλημμένες αναβολές της ακρόασης που δόθηκαν προς αυτό τον σκοπό να γινόταν το αναγκαίο διάβημα πιο νωρίς, η καλοπιστία του αιτήματος αμφισβητείται ρητά στην ένσταση όπου οι ενάγοντες πιστώνονται με κακοπιστία (βλ. παραγράφους 3,4 και 5 της ένστασης όπως επίσης και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει), δεν διαφέρει η κρίση μου επί του προκειμένου. Αναμφίβολα η καθυστέρηση προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου από μόνη της, όμως μπορεί να μην είναι πάντοτε καταλυτική ώστε να συνιστά αιτία απόρριψης της αίτησης. Από την άλλη όμως όπως υποδείχθηκε και στην Περιεκτιόνη Χρίστου v. Αζά (ανωτέρω) ο παράγοντας της καθυστέρηση πρέπει να συνεκτιμηθεί ως απόρροια της επιταγής του Συντάγματος μας για περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα (βλέπε άρθρο 30
(2)του Συντάγματος για το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο). Σίγουρα η συνταγματική αυτή επιταγή δεν αποκλείει ένα διάδικο από του να επιχειρεί αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο, διότι αποτελεί γενική αρχή ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του, προτού εκδοθεί η τελική απόφαση με γνώμονα την τελέσφορη επίλυση όλων των συναφών διαφορών των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24,26). Δεν θα πρέπει όμως να λησμονείται ότι η απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο και η διεξαγωγή δίκαιης δίκης περιλαμβάνει ταυτόχρονα και τα δικαιώματα του αντιδίκου να τύχει το συντομότερο δυνατό απόφασης. Η ακρόαση των υποθέσεων και η διεξαγωγή της δίκης επαφίεται και αποτελεί ευθύνη του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένου και του χρόνου εκδίκασης, όπως έχει κατά επανάληψη λεχθεί (βλ. Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1222),
(3)έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία που έχει κατατεθεί κατά τη διεξαγωγή της δίκης και συγκεκριμένα την μαρτυρία των ίδιων των εναγόντων που προήλθε από τον εμπειρογνώμονα Μ.Ε. 2 στη βάσει της οποίας έγινε και η δήλωση για τη μείωση της αξίωσης. Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου οποιαδήποτε ενασχόληση με το θέμα του νομότυπου ή της επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση για τα οποία γίνεται αναφορά στην ένσταση δεν θα είχε σημασία. Το αίτημα αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα που προκλήθηκαν συνεπεία του αιτήματος επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου - καθ΄ού η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.) .................................................. Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.