← Κύπρος

G IOANNOU EMPORIKI LTD ν. SHANGHAI DONGZHAN INTERNATIONAL TRADE CO LTD, Αρ. Αγωγής: 3277/05, 17 Μαϊου, 2006

G IOANNOU EMPORIKI LTD ν. SHANGHAI DONGZHAN INTERNATIONAL TRADE CO LTD, Αρ. Αγωγής: 3277/05, 17 Μαϊου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου,Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3277/05 Μεταξύ: G. IOANNOU EMPORIKI LTD, από τη Λάρνακα, Ενάγουσας, και SHANGHAI DONGZHAN INTERNATIONAL TRADE CO LTD, από την Κίνα, Εναγόμενης. ------------------------- Αίτηση ημερ. 5.1.06 για παραμερισμό και/ή ακύρωση επίδοσης κλητηρίου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Μαϊου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Φλουρέντζου για κους Μιχ. Κυπριανού & Σία. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Θεμιστοκλέους. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός και/ή ακύρωση προηγούμενου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.9.05 με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής στην Κίνα δια διπλοσυστημένης επιστολής (εφεξής το Διάταγμα) καθώς και η γενόμενη επίδοση. Ταυτόχρονα, ζητείται και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.10.05 που κατέστησε απόλυτο το διάταγμα ημερομηνίας 14.9.05 με το οποίο εμποδιζόταν η Εναγόμενη από το να εισπράξει ανοιχθείσα πίστωση προς όφελός της στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ για το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 66.995,
  2. Η Αιτήτρια-Εναγόμενη υποστήριξε την Αίτησή της με την Ένορκη Δήλωση του κου Μιχάλη Χάσικου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του κου Μιχαλάκη Κυπριανού. Σε συντομία ο κος Χάσικος, στην Ένορκη Δήλωσή του, εισηγείται ότι η Αίτηση πρέπει να πετύχει γιατί η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή όλων των εγγράφων που επιδόθηκαν στην Εναγόμενη έγινε σε γλώσσα μη κατανοητή από τους αξιωματούχους ή τους υπαλλήλους της Εναγόμενης εταιρείας. Ως δεύτερο λόγο ακύρωσης εισηγείται το γεγονός ότι με την ίδια αίτηση η Ενάγουσα εταιρεία αιτήθηκε τόσο άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος όσο και επίδοσή του στο εξωτερικό και αυτό είναι λανθασμένο. Ενώ η Ένορκη Δήλωση, η οποία συνόδευε την αίτηση για σφράγιση και επίδοση, ήταν ελλιπής και/ή δεν δικαιολογούσε την έκδοση των διαταγμάτων. Στην συνέχεια, ισχυρίζεται ότι λανθασμένα παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και όχι της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Παράλληλα, προβάλλει ότι μερικά από τα έγγραφα που επιδόθηκαν δεν καλύπτονταν από το Διάταγμα (ημερ. 14.9.05) ενώ η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για σφράγιση δεν επεδόθηκε στην Εναγόμενη. Η άλλη ενότητα των λόγων που προβλήθηκαν αφορούσε το απαγορευτικό διάταγμα, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 14.9.05, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 24.10.
  3. Συγκεκριμένα, ότι το εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα έγινε απόλυτο πριν την λήξη της προθεσμίας που είχε τεθεί από το δικαστήριο για να καταχωριστεί εμφάνιση εκ μέρους της Αιτήτριας-Εναγόμενης. Παράλληλα, γίνεται ισχυρισμός για ανεπαρκή ή/και ελλιπή ένορκη δήλωση, η οποία υποστήριξε την αίτηση για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος και ότι δεν έγινε πλήρης και αληθινή αποκάλυψη, εκ μέρους της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση, αναφορικά με τα γεγονότα. Η καταχωρησθείσα Ένσταση αρνείται όλα τα διατάγματα τα οποία επιζητεί η Αιτήτρια και υποστηρίζεται από σχετική Ένορκη Δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας κου Γεώργιου Ιωάννου. Τόσο στην Ένσταση καθώς και στην Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει καταγράφηκε αριθμός λόγων για τους οποίους η αίτηση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Μεταξύ των οποίων είναι και το γεγονός ότι η Εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε εμφάνιση χωρίς αυτή να είναι υπό όρους και χωρίς να προβεί σε διαδικασίες που να της δώσουν δικαίωμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και ανέθεσε σε δικηγορικό γραφείο την εκπροσώπησή της ενώ επικαλείται ότι η επίδοση των εγγράφων ήταν σε μη κατανοητή γλώσσα. Επίσης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Ενόρκος Δηλών στην αίτηση δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του, δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή/και είναι παραπληροφορημένος. Ενώ γίνεται και εισήγηση ότι η καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης σκοπεί στην πρόκληση ταλαιπωρίας και καθυστέρησης. Η Αίτηση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία και χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση των εκατέρωθεν ομνυόντων στην Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έθεσαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους. Η ουσία της αγόρευσης της κας Φλουρέντζου ήταν ότι δεν μπορεί με μια αίτηση να ζητείται η σφράγιση και η επίδοση ταυτόχρονα. Επικαλέστηκε προς υποστήριξη του ισχυρισμού της την Δ.2 θ.
  4. Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν ακολουθήθηκε η σωστή πρακτική αναφορικά με την επίδοση. Ήταν η θέση της ότι σύμφωνα με το Νόμο περί της Σύμβασης περί της Εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις, (Νόμος 40/82) (πιο κάτω η «Σύμβαση» ή ο «Νόμος») η επίδοση θα έπρεπε να γίνει μέσω Πρεσβείας και σε κατανοητή γλώσσα από την Εναγόμενη. Διαφορετικά, παραβιάζεται το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Επικαλέστηκε τις αποφάσεις ΚΕΑΝ Soft Drinks Ltd v. Safmarine Container Lines N.V.

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1784, Γενικός Εισαγγελέας ν. Unitica Enterprises Ltd
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 730 και Zach & Pant Enter. Ltd. V. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) Α.Α.Δ.
  1. Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο αν γνωρίζει κατά πόσο η Κίνα έχει υπογράψει την Σύμβαση απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η αντίθετη θέση του κου Θεμιστοκλέους επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι οι Αιτητές καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης, στις 15.11.05, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη αναφορικά με την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ενώ την υπό εξέταση αίτηση την κατεχώρησαν 2 μήνες μετά την καταχώριση του Σημειώματος Εμφανίσεως. Ήταν η θέση του ότι ο Ενόρκως Δηλών στην αίτηση δεν μπορεί να επικαλείται ως πηγή πληροφόρησής του το φάκελο αφού δεν υπάρχει φάκελος, οπόταν δεν έχει θετική γνώση για τα γεγονότα, ενώ παράλληλα εισηγήθηκε ότι οι τοποθετήσεις του είναι γενικές. Ισχυρίστηκε, ότι λόγω της τιμιότητας της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση επεδόθηκαν στην Εναγόμενη-Αιτήτρια όλα τα έγγραφα και διατάγματα και ότι έγινε πλήρης αποκάλυψη όλων των γεγονότων μέχρι και την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το απαγορευτικό διάταγμα έγινε απόλυτο μετά την λήξη των 40 ημερών που είχε παραχωρήσει το δικαστήριο για την επίδοσή του. Όμως, παράλληλα ισχυρίστηκε ότι το θέμα της επίδοσης και εμφάνισης διαχωρίζεται από το θέμα της επίδοσης του απαγορευτικού διατάγματος. Καταλήγοντας, ανέφερε ότι δεν υπάρχει διακρατική σύμβαση μεταξύ της Κίνας και της Κύπρου που να διέπει διαδικαστηριακές σχέσεις γι΄ αυτό και η επίδοση μπορούσε να εκτελεσθεί με τον τρόπο που έγινε. Το σημαντικό είναι ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια πήρε τα δικόγραφα και ειδοποίησε δικηγόρο έτσι ώστε να καταχωριστεί Σημείωμα Εμφανίσεως και να μπορεί να παραθέσει την θέση της. Προτού το Δικαστήριο ασχοληθεί με την επιχειρηματολογία και τις εκατέρωθεν νομικές θέσεις μια σύντομη καταγραφή της διαφοράς μεταξύ των μερών, όπως εξάγεται από το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό, είναι αναγκαία. Η Αιτήτρια-Εναγόμενη είναι Κινέζική εταιρεία, με έδρα την Σαγκάϊ στην Κίνα και ασχολείται με την εμπορεία και πώληση διαφόρων προϊόντων και εμπορευμάτων. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση, είναι Κυπριακή εταιρεία, ασχολείται με το εισαγωγικό εμπόριο και την μεταπώληση αγαθών. Τον Απρίλιο του 2005 η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση συμφώνησε με την Εναγόμενη-Αιτήτρια την αγοραπωλησία και προμήθεια εμπορευμάτων και αγαθών αξίας $66.995,80 και άνοιξε, για την αξία της συγκεκριμένης συμφωνίας, πιστωτική σημείωση προς όφελος της Εναγόμενης-Αιτήτριας, στην Ελληνική Τράπεζα, με το ισάξιο ποσό πληρωτέα στις 29 Σεπτεμβρίου,
  2. Μετά την παραλαβή και εξέταση των προϊόντων, τον Αύγουστο του 2005, διεπιστώθη ότι αυτά δεν ανταποκρίνοντο στα παραγγελθέντα τόσο στην περιγραφή όσο και στην ποιότητα καθώς επίσης και στο καθορισμένο είδος. Ενώ, ορισμένη ποσότητα που είχε παραδοθεί από την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση στους πελάτες της επεστράφη ως μη ανταποκρινόμενη στην περιγραφή ή/και ακατάλληλη. Υπήρξε, μετά την παραλαβή των εμπορευμάτων μεταξύ των μερών αλληλογραφία στην οποία η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση διαμαρτυρήθηκε για τα εμπορεύματα και τα απέρριψε και η Εναγόμενη-Αιτήτρια προσφέρθηκε να την αποζημιώσει για την ταλαιπωρία και την ζημιά. Ως αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση αξιώνει από την Εναγόμενη-Αιτήτρια ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ. 46.390,10 για ζημιές που υπέστη λόγω παράβασης της μεταξύ των μερών συμφωνίας (τις οποίες επεξηγεί στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησής της), γενικές αποζημιώσεις για την παράβαση της συμφωνίας, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ν΄ ακυρώνεται η ανοιχθείσα πιστωτική υπέρ της Εναγόμενης-Αιτήτριας, νόμιμο τόκο και έξοδα. Είναι πρόσφορο να εξεταστεί πρώτα η σημασία της καταχώρισης, εκ μέρους της Εναγόμενης-Αιτήτριας, εμφάνισης σύμφωνα με την Δ.16, θ.3.. Δηλαδή, η καταχώρηση εμφάνισης άνευ όρων ή διαμαρτυρίας. Η σημασία αυτής της ενέργειας επεξηγείται στα συγγράμματα The Annual Practice 1956 και
  3. Σύμφωνα με το The Annual Practice 1956, σελ. 102 εάν ο Εναγόμενος καταχωρίσει εμφάνιση άνευ όρων τότε αποδέχεται την δικαιοδοσία αναφορικά με ολόκληρη την αξίωση. Ενώ στο The Annual Practice 1979 στις σελίδες 99 και 100 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Unconditional Appearance»: "Where a defendant enters an ordinary appearance without any condition or protest reserving his right to object to the irregularity of the writ or service or the jurisdiction of the court he is debarred from raising an objection afterwards. The effect, therefore, of an ordinary or unconditional appearance is a waiver of the irregularity, if any, as well as a submission to the jurisdiction of the Court. .......................................................................................... And so if a defendant out of the jurisdiction is served without leave, or otherwise irregularly, and appears to such service without protest, he is held to have waived the irregularity and to have submitted to the jurisdiction Re Orr Ewing, 22 Ch. D. P. 463." (η υπογράμμιση είναι δική μου) Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: "Όπου ένας εναγόμενος καταχωρεί τη συνήθη εμφάνιση χωρίς οποιοδήποτε όρο ή διαμαρτυρία με την οποία να διαφυλάσσει το δικαίωμά του ν΄ ενστεί στην αντικανονικότητα του κλητηρίου εντάλματος, της επίδοσης ή της έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου τότε εμποδίζεται από το να τα εγείρει σε μεταγενέστερο στάδιο. Η συνέπεια της καταχώρισης συνήθους ή άνευ όρων εμφάνισης είναι η παραίτηση από την ανωμαλία, εάν υπάρχει, καθώς και η υποταγή στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. ........................................................................................... Έτσι όταν γίνει επίδοση σε κάποιο εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια ή με κάποια άλλη αντικανονικότητα και αυτός εμφανιστεί στην επίδοση χωρίς διαμαρτυρία τότε θεωρείται ότι παραιτήθηκε από την αντικανονικότητα και αποδέχθηκε την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Βλ. Re Orr Ewing, 22 Ch. D. p.463." Βλ. επίσης Sheldon v. Brown Bayley´s Steelworks Ltd and Dawnays Ltd
(1953)2 QB 393. Ενώ στην σελίδα 113 του The Annual Practice 1979 κάτω από τον τίτλο «Irregularity in Issue or Service of the Writ» αναφέρεται ότι: «Where the writ is irregular e.g. as is not, issued by leave under O.6, r. 7 ......... the defendant should not enter an ordinary appearance.» Σ΄ ελεύθερη μετάφραση: «Όπου το κλητήριο είναι αντικανονικό δηλαδή δεν εκδόθηκε δυνάμει άδειας σύμφωνα με την Δ.6, θ.7 ................... ο εναγόμενος δεν πρέπει να καταχωρίσει την συνήθη εμφάνιση.» Η σωστή προσέγγιση του Εναγόμενου, εάν υπάρχει διαμαρτυρία αναφορικά με την έκδοση ή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι είτε πριν εμφανισθεί να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος, χωρίς προηγουμένως να λάβει διάταγμα από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία ή να πάρει άδεια από το Δικαστήριο για καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στην συνέχεια να καταχωρίσει αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Ο μηχανισμός για αυτό προσφέρεται με τη Δ.48 θ.8
(1)(α1) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών σε συνδυασμό με την Δ.16 θ.9. Η Εναγόμενη-Αιτήτρια επέλεξε να μην ακολουθήσει την πιο πάνω διαδικασία. Σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερθέντα η Εναγόμενη-Αιτήτρια, με την ενέργειά της να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης χωρίς οποιοδήποτε όρο ή διαμαρτυρία, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι αποδέχθηκε τόσο την σφράγιση καθώς και την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. Αυτή η άνευ όρων αποδοχή της δικαιοδοσίας και όλων όσων προηγήθηκαν της καταχώρισης του Σημειώματος Εμφανίσεως οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης στην ολότητά της. Καταλήγω λοιπόν ότι για αυτό τούτο τον λόγο η Αίτηση θα πρέπει ν΄ απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, ότι η χωρίς όρους καταχώριση του Σημειώματος Εμφανίσεως είναι μοιραία για την Αίτηση, θα προχωρήσω και στην εξέταση των υπόλοιπων λόγω που καταγράφησαν προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Εναγόμενης-Αιτήτριας. Θα πρέπει στη συνέχεια ν΄ εξεταστεί το θέμα κατά πόσο η αίτηση για άδεια σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος και η αίτηση για παραχώρηση άδειας επίδοσης στο εξωτερικό μπορούν να ζητηθούν στην ίδια αίτηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2, θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, κλητήριο ένταλμα του οποίου η ειδοποίηση σκοπείται όπως επιδοθεί εκτός Κύπρου δεν σφραγίζεται παρά κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα, περαιτέρω, με τις πρόνοιες της Δ.48, θ.8
(1)(α.1), τέτοια αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση (ex parte) αλλά απαιτείται από τον θ.8
(2)της ίδιας Διαταγής όπως αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Αναφορικά προς το θέμα της επίδοσης κλητηρίου ή της ειδοποίησής του εκτός δικαιοδοσίας, ρητά προβλέπεται στη Δ.6 θ.1 ότι προαπαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να δοθεί αν συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές που εναλλακτικά εκτίθενται στις υποπαραγράφους (
  1. a)- (
  2. h)του θ.1. Τα της αίτησης για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας διέπονται από τον θ.4 της Δ.6. Σύμφωνα με αυτόν, με την ένορκη δήλωση πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και να καταδεικνύεται ο τόπος ή χώρα στην οποία ο εναγόμενος δυνατό να ευρεθεί όπως και το υπόβαθρο στο οποίο η αίτηση βασίζεται. Και αυτή η αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση (ex parte) σύμφωνα με τις πρόνοιες του Δ.48 Θ. 8
(1)(f). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, στη σελίδα 922, κάτω από τον τίτλο «Contemplated Action» (προτιθέμενη αγωγή), αιτήσεις για άδεια έκδοσης και επίδοσης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, δύναται, να υποβληθούν είτε μαζί είτε ξεχωριστά. Σε περίπτωση όπου μαζί υποβάλλεται το αίτημα, νοείται ασφαλώς ότι υποστηρίζεται από μια ένορκη δήλωση. Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί δεν απαγορεύουν την πρακτική αυτή, να ζητείται με την ίδια αίτηση άδεια για σφράγιση του κλητηρίου και άδεια για επίδοσή του ή επίδοση ειδοποίησής του εκτός της δικαιοδοσίας, αφού το πρώτο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να ζητηθεί το δεύτερο και αφού άρνηση χορήγησης της σφράγισης θα οδηγούσε συνεπακόλουθα σε απόρριψη και του δεύτερου αιτήματος. Καταλήγω λοιπόν, ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε δικονομικό εμπόδιο στην πρακτική αυτή που ακολουθείται οπόταν και απορρίπτω τον ισχυρισμό της Αιτήτριας-Εναγόμενης επί του συγκεκριμένου θέματος. Ερχόμενη τώρα στον ισχυρισμό ότι το διάταγμα για την καταχώρηση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκδόθηκε στην βάση ελλειπούς ένορκης δήλωσης ή/και ένορκης δήλωσης που δεν δικαιολογούσε την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος και/ή στην οποία δεν έγινε πλήρης και αληθινή αποκάλυψη. Είναι αυτονόητο ότι και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε κάθε ένορκη δήλωση ισχύουν και πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση προς τις πρόνοιες της Δ.39, οι οποίες διέπουν τα του τύπου και περιεχομένου ενόρκων δηλώσεων. Όπως ειδικότερα προνοείται στην Δ.39, θ.2, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα, τα οποία ο ομνύων είναι ικανός ν΄ αποδείξει εξ ιδίας γνώσεως, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μπορούν να περιλαμβάνουν και δηλώσεις από πληροφορίες και από πεποίθηση. Δεδομένου όμως ότι αποδίδεται η πηγή και η βάση των πληροφοριών ή της πεποίθησης. Εγέρθηκε θέμα απόκρυψης γεγονότων, κατά το μονομερές στάδιο της αίτησης για σφράγιση και επίδοση, που οδήγησε στο υπό κρίση Διάταγμα. Η νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος είναι καλά θεμελιωμένη και πασίγνωστη. Μπορούν να υιοθετηθούν τα όσα αναφέρονται στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 τα οποία επιβεβαιώθηκαν και στην Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 (A) Α.Α.Δ. 447 στις σελίδες 456-458 όπου στην σελίδα 458 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που δυνατό να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου για την άσκηση της εξουσίας του είναι αναγκαία. Δεν είναι βεβαίως κάθε παράλειψη που συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου όπως επεξηγείται με πολλή σαφήνεια στις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην υπόθεση Brink´ s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Αυτό που πρέπει να καταδειχθεί είναι ότι δεν απεκαλύφθησαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία εξ αντικειμένου θα βάρυναν στην σκέψη του Δικαστηρίου όταν εξέταζε τη μονομερή αίτηση. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά ν. BENFLEET ENTERPRISES Ltd κ.ά, Πολ. Έφ. 12144 ημερ. 27.3.06 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με το υπό εξέταση θέμα: «Η νομολογία επί του θέματος είναι καθαρή. Λόγω ακριβώς του ότι στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας της μονομερούς αίτησης, το δικαστήριο, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem» ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», ακούει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη από τον αιτητή όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία δυνατόν να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία μπορεί να επηρεάσουν το δικαστήριο στην κρίση του. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση (βλέπε μεταξύ άλλων Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημητρίου ν. The Dolphin Insurance Company Limited κ.ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 351 και Χριστιάνα Στυλιανού , διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583). Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex partePrincess Edmond De Polignac
(1917)1 K.B. 486, 514, ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής κατά την εξέταση της αίτησης. Το ουσιώδες των γεγονότων θα πρέπει να αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι τον αιτητή ή τους δικηγόρους του.» Με δεδομένη τη νομολογία επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Η Αιτήτρια-Εναγόμενη παραπονείται ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα δεν αποκάλυψε στην Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την Αίτηση ότι πώλησε στην Κυπριακή αγορά μέρος των επίδικων προϊόντων που είχε αγοράσει από την Αιτήτρια-Εναγόμενη. Αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού από τον φάκελο της Γεν. Αιτ. 80/05 στην παράγραφο 5 της αρχικής Ένορκης Δήλωσης του κου Ιωάννου, που συνόδευε την αίτηση για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και επίδοσή του στο εξωτερικό, λέει ότι ορισμένη ποσότητα από τα εισαχθέντα προϊόντα προωθήθηκε σε πελάτες της εταιρείας, πλην όμως, απορρίφθησαν από αυτούς και επεστράφησαν ως ακατάλληλα. Τα πιο πάνω δεδομένα καθιστούν και αυτό το λόγο ανυπόστατο και συνεπακόλουθα απορριπτέο. Η Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα απεκάλυψε στο Δικαστήριο ότι πώλησε μέρος των προϊόντων στην Κυπριακή αγορά δεν το απέκρυψε. Ο Ενόρκος Δηλών στην αίτηση, στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα που επεδόθηκαν στην Αιτήτρια-Εναγόμενη και/ή κάποια από αυτά δεν καλύπτονταν από το Διάταγμα. Ενώ πιο κάτω συγκεκριμενοποιεί ότι δεν έγινε επίδοση της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την Αίτηση για σφράγιση και επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου έγινε επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, αυτού τούτου του κλητηρίου εντάλματος, των δύο διαταγμάτων που εξεδόθησαν από το Δικαστήριο στις 14.9.05 καθώς και αντίγραφο της μονομερούς αίτησης με την ένορκη δήλωση που την συνόδευε στην βάση της οποίας είχε εκδοθεί το απαγορευτικό διάταγμα. Δηλαδή, επεδόθηκαν τα έγγραφα τα οποία έδιδαν μια ακριβή εικόνα της θέσης της Καθ΄ ης η Αίτηση -Ενάγουσας και τι ακριβώς ζητούσε από την Αιτήτρια-Εναγόμενη. Από όποια οπτική γωνιά και αν εξεταστεί η πιο πάνω ενέργεια της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί μεμπτή ή κατακριτέα. Αντίθετα, πρέπει να θεωρηθεί ως μια ειλικρινής προσπάθεια αποκάλυψης της αξίωσης ή/και των απαιτήσεών της από την Αιτήτρια-Εναγόμενη. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί η πράξη αυτή να ενεργήσει σε βάρος της. Αλλά ούτε και το γεγονός ότι δεν επεδόθηκε η ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση για σφράγιση και επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος δεν μπορεί να προσμετρήσει σε βάρος της Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσας, αφού η Δ.6 θ.6 δεν επιβάλλει την επίδοση εγγράφων άλλων εκτός από την ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος. Καταλήγω λοιπόν, ότι ούτε αυτός ο λόγος δεν μπορεί να πετύχει. Αυτό μας φέρνει και στον ισχυρισμό της Αιτήτριας-Εναγόμενης ότι λανθασμένα δόθηκε άδεια επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής και όχι της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής. Το Διάταγμα δίδει άδεια επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Όμως, η Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα κατέγραψε στην νομική βάση της Αίτησής της την Δ.6 θ.6, η οποία προβλέπει για την επίδοση της ειδοποίησης της αγωγής και όχι την ίδια την αγωγή όταν ο διάδικος δεν είναι βρετανός υπήκοος ή δεν βρίσκεται στις βρετανικές αποικίες, και συμμορφώθηκε μ΄ αυτήν. Επέδοσε, όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος σύμφωνα με την Φόρμα 6 που προβλέπεται από την Δ.6 θ.6. Καταλήγω λοιπόν ότι από τι στιγμή που υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.6 θ.6, εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσας, και παράλληλα έγινε επίκληση του συγκεκριμένου θεσμού στην νομική βάση της αίτησης το γεγονός και μόνο ότι στο Διάταγμα καταγράφηκε ότι δόθηκε άδεια επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος δεν είναι μοιραίο αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς αλλά αντίθετα πλήρης συμμόρφωση μ΄ αυτούς γι΄ αυτό και κατά την κρίση μου δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα εφαρμογής της Δ.64 θ.2. Ο επόμενος ισχυρισμός που πρέπει ν΄ εξεταστεί αφορά την γλώσσα στην οποία ήταν συνταγμένα τα έγγραφα τα οποία επεδόθησαν. Είναι η θέση της Αιτήτριας-Εναγόμενης ότι τα έγγραφα που επεδόθησαν στην Αιτήτρια-Εναγόμενη ήταν σε γλώσσα μη κατανοητή για αυτήν και έγινε μάλιστα και η εισήγηση ότι αυτό παραβιάζει τις πρόνοιες του Άρθ. 30.3 του Συντάγματος. Η απάντηση στο πιο πάνω ζήτημα δίνεται στην απόφαση ΚΕΑΝ Soft Drinks Ltd v. Safmarine Container Lines N. V. κ.ά (ανωτέρω) όπου στην σελίδα 1788 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Ο Κανονισμός 23 του περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1893 προνοεί ότι, «Όταν το πρόσωπο στο οποίο θα γίνει επίδοση βρίσκεται εκτός Κύπρου πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση στο Δικαστήριο για διάταγμα που θα παρέχει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος.» Ο πιο πάνω Κανονισμός δεν επιβάλλει την υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στη γλώσσα που ομιλεί ο διάδικος στον οποίο θα γίνει η επίδοση. Σύμφωνα με το άρθρο 3.1 του Συντάγματος και τους Νόμους 51/65, 67/88, 146/89, 154/90 και 153/91, οι επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας είναι η Ελληνική και Τουρκική και οι διάδικοι πρέπει να συμμορφώνονται προς τις πιο πάνω συνταγματικές υποχρεώσεις. Η ειδοποίηση που συντάχθηκε στην Ελληνική γλώσσα που είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους, είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη. Αντίθετη θα ήταν η κατάληξη αν το σχετικό έγγραφο δεν συντασσόταν σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας. (Ιδε The United Bible Societies (Gulf) v. Χατζηκακού
(1990)1 Α.Α.Δ. 395).» Ανάλογη με τον Κανονισμό 23 του περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικού Κανονισμού, τηρουμένων των αναλογιών, είναι η Δ.6 θ.
  1. Οπόταν, με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ούτε αυτή η εισήγηση της Αιτήτριας-Εναγόμενης. Σωστά συντάχθηκε και επεδόθηκε στην Ελληνική γλώσσα η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος. Η Αιτήτρια-Εναγόμενη προβάλλει επίσης ως λόγο ακύρωσης της επίδοσης το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση της επίδοσης, όπως προβλέπεται από τους θεσμούς και/ή τη νομολογία και/ή την πρακτική. Θα πρέπει σ΄ αυτό το σημείο ν΄ αναφερθεί ότι ενώ οι θεσμοί προβλέπουν για τον τρόπο πιστοποίησης της επίδοσης αναφορικά με τις χώρες που η Κύπρος διατηρεί διημερής συμφωνίες, αναφορικά με το θέμα της επίδοσης, βλ. Δ.6 θ.7-9, δεν κάμνουν οποιαδήποτε πρόβλεψη για τις χώρες που δεν υπάρχει τέτοια διημερής συμφωνία. Η Διεθνής Σύμβαση, η οποία διέπει το θέμα, ήτοι η Σύμβαση της Χάγης περί της Εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (όπως κυρώθηκε από το Ν. 40/82)επιτρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 10, την επίδοση δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς, απευθείας, υπό την αίρεση της αποδοχής αυτού του τρόπου επίδοσης από το ίδιο το κράτος προορισμού. Όμως, ούτε και στην Σύμβαση προβλέπεται τρόπος πιστοποίησης της επίδοσης δια της οδού αυτής. Συνεπακόλουθα, το μόνο αποδεικτικό στοιχείο επίδοσης είναι το έντυπο του ταχυδρομείου. Στην υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε στο Δικαστήριο, από τον δικηγόρο της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσας, η απόδειξη αποστολής της διπλοσυστημένης επιστολής προς την Αιτήτρια-Εναγόμενη η οποία φέρει κινέζικη σφραγίδα με ημερομηνία 27.9.05 ως ημερομηνία παραλαβής. Το έντυπο αυτό ικανοποιεί τις οδηγίες του Δικαστηρίου , όπως η επίδοση γίνει με διπλοσυστημένη επιστολή, και υπάρχει απτή απόδειξη ότι όντως έγινε η επίδοση αφού υπάρχει εμφάνιση. Από τι στιγμή που δεν απαιτείται καταχώρηση οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης από τους θεσμούς, αναφορικά με αυτό τον τύπο επίδοσης, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αναφορικά με το θέμα αυτό ν΄ εξετάσει και να ικανοποιήσει τον εαυτό του ότι έγινε η επίδοση σύμφωνα με τις οδηγίες του. Όπως έχω ήδη αναφέρει τόσο το ταχυδρομικό έντυπο της διπλοσυστημένης επιστολής, το οποίο επεστράφη με ένδειξη ότι το γράμμα παρελήφθη καθώς και το γεγονός ότι υπάρχει εμφάνιση με οδηγούν στην κατάληξη ότι όντως η Αιτήτρια-Εναγόμενη έλαβε γνώση της διαδικασίας. Δεν έχει προσκομιστεί εκ μέρους της Αιτήτριας-Εναγόμενης οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η Κίνα ενίσταται στην ταχυδρομική επίδοση δικογράφων οπόταν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε αυτή η εισήγηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας αφού σύμφωνα με την Δ.48 θ.2 «η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις». Η οποιαδήποτε πρόχειρη δήλωση της δικηγόρου της Αιτήτριας-Ενάγουσας, κατά την ακρόαση της αίτησης, ότι κατά την άποψή της η επίδοση θα έπρεπε να είχε γίνει μέσω Πρεσβείας, η οποία δεν αποτελεί μέρος της Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που την συνοδεύει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να οδηγήσει την γενόμενη επίδοση σε ακύρωση. Ερχόμενη τώρα στους λόγους ακύρωσης που αφορούν το απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 14.9.05 το οποίο έγινε απόλυτο στις 25.10.
  2. Ο πρώτος ισχυρισμός της Αιτήτριας - Ενάγουσας αφορά το γεγονός ότι το διάταγμα κατέστη απόλυτο πριν εκπνεύσουν οι μέρες που το Δικαστήριο είχε παραχωρήσει για την καταχώριση εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης. Το μονομερές Διάταγμα που εξεδόθη στις 14.9.05 ορίστηκε επιστρεπτέο στις 24.10.05 δηλαδή 40 ημέρες μετά την έκδοσή του. Παρασχέθηκαν 40 ημέρες στην Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση για να επεδόσει το μονομερές απαγορευτικό διάταγμα και καθορίστηκε ως ημερομηνία εμφάνισης η 24.10.05 για οποιονδήποτε ενίστατο στο εκδοθέν διάταγμα, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 9 εδάφιο
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας-Ενάγουσας ότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία των 40 ημερών για την καταχώριση εμφάνισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η αίτηση για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος είναι μια ξεχωριστή διαδικασία από την αίτηση για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας και ανεξάρτητη από την επίδοση της αγωγής. Από τι στιγμή που η ίδια, η Αιτήτρια-Εναγόμενη, έλαβε γνώση του Διατάγματος στις 27.9.05 χωρίς να λάβει οποιαδήποτε μέτρα μέχρι τις 25.10.05 δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την προθεσμία που είχε δοθεί για την καταχώριση του σημειώματος εμφανίσεως για να επιτύχει την ακύρωση του απαγορευτικού Διατάγματος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το απαγορευτικό διάταγμα ημερ. 14.9.06 εξεδόθη πάνω στη βάση ανεπαρκούς ή ελλιπούς ένορκης δηλώσεως ισχύουν όσα έχω αναφέρει για την ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αφού ο ισχυρισμός είναι ταυτόσημος. Έχοντας απορρίψει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας-Εναγόμενης σ΄ αυτό το σημείο δεν θα μπορούσα να μην σημειώσω ότι ενώ το άνευ όρων Σημείωμα Εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 15.11.05 η παρούσα αίτηση για ακύρωση της καταχώρισης, σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος καταχωρίστηκε περίπου 2 μήνες μετά, στις 5.1.
  2. Αυτό επιδεικνύει ολιγωρία και καθυστέρηση εκ μέρους της Αιτήτριας-Εναγόμενης αδικαιολόγητη, θα μπορούσα να πω. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση -Ενάγουσας και εναντίον της Αιτήτριας-Εναγόμενης. Τα έξοδα θα καταβληθούν όταν ολοκληρωθεί η ακρόαση της αγωγής. (Υπ.) .............................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.