← Κύπρος

ΑΚΙΝΗΤΑ Π. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΛΤΔ ν. HUSSEIN CAGNER, Αρ. Αγωγής: 368/2004, 23 Μαϊου, 2006

ΑΚΙΝΗΤΑ Π. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΛΤΔ ν. HUSSEIN CAGNER, Αρ. Αγωγής: 368/2004, 23 Μαϊου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Ι.Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 368/2004 Μεταξύ: ΑΚΙΝΗΤΑ Π. ΙΩΑΝΝΙΔΗ ΛΤΔ Εναγόντων -και- HUSSEIN CAGNER Εναγομένου Αίτηση Εναγομένου ημερ. 9/1/

  1. 23 Μαϊου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή-Εναγόμενο: κ. Χακκί Ονέν. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κ. Λάρης Βραχίμης. Παρών ο κ. Ouzkan R. Kubilay, ο οποίος ασκεί καθήκοντα μεταφραστή. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που κατέθεσαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Αμμοχώστου, αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία τους που βρίσκεται στην οδό Δελφών 10 στην Αμμόχωστο. Αξιώνουν επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να τερματίσει κάθε παράνομη επέμβαση στην εν λόγω ιδιοκτησία και διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής της πιο πάνω ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Εναγόμενος με αίτηση που καταχώρισε στις 9.1.06 αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθενται αυτολεξεί). "Α. Ένα διάταγμα σχετικα με το θεμα ότι επειδη η σύσταση του Δικαστηριου Αμμοχωστου (Composition of the Court) που συνεδριαζει στην Λαρνακα είναι αντίθετο στο Σύνταγμα της Κυπριακης Δημοκρατίας δεν είναι αρμόδιος. Β. Ένα διάταγμα σχετικα με το θεμα ότι Δικαστηριο Αμμόχωστου που συνεδριαζει στην Λαρνακα δεν είναι αρμοδιο και ως τοπικός να εκδικάσει αυτή τη αγωγη. Γ. Ένα διάταγμα σχετικα με το θεμα ότι επείδη τα τεκμηρία σχετικα με αυτή τη δίκη συμβαίνουν σε μία περιοχη που δεν είναι στον ενεργό έλεγχο της Κυπριακης Δημοκρατίας και παλι επείδη το ακίνητο βρισκεται σε μία περιοχη που δεν είναι στον ενεργό έλεγχο της Κυπριακης Δημοκρατίας και/η τις αποφασεις που θα παιρνει το Σεβαστό Δικαστηριο δεν θα προσφέρουν ενεργή λυση στο ζητημα της δίκης και/η επειδη το Δικαστηριο δεν εχει εξουσία να εκτελεσει τις αποφασεις του δεν εχει αρμοδιότητα να εκδικάσει αυτή τη αγωγη και να δωσει αποφασείς." Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 153

(3)και 159
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο άρθρο 21
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του Εναγομένου κ.Χακκι Ονεν. Στην ένορκη δήλωση αναφέρει ότι το παρόν Δικαστήριο που καλείται να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι αναρμόδιο και/ή η σύσταση του είναι αντίθετη με το Σύνταγμα. Είναι η θέση του ότι επειδή ο Εναγόμενος είναι Τουρκοκύπριος, θα έπρεπε στη σύνθεση του Δικαστηρίου να μετέχει και Δικαστής από την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Είναι επίσης η θέση του ότι επειδή σήμερα "οι διαβάσεις είναι απεριόριστοι στο νοτο και στο βορρα" η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου όπου βρίσκεται η επίδικη περιουσία. Υποστηρίζει ακόμη ότι με το να δικαστεί ο Εναγόμενος από ένα Δικαστή που ανήκει στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα παραβιάζεται το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Τέλος είναι η θέση του ότι επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχτηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει το δίκαιο αυτής. Προς τούτο κάνει αναφορά στο Πρωτόκολλο αρ.10 της Συνθήκης Ένταξης 2003 για να υποστηρίξει ότι "επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ενεργό έλεγχο στη βόρεια πλευρά της Κύπρου, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση". Οι Ενάγοντες στις 13/3/06 καταχώρισαν ένσταση κατά της πιο πάνω αίτησης. Οι κυριότεροι λόγοι της ένστασης τους είναι οι ακόλουθοι: (παρατίθενται αυτολεξεί). "α. .............................. β. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, οι διατάξεις των άρθρων 155
(3)και 159
(3)του Συντάγματος δεν εφαρμόζονται με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Αντίθετα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν.33/64). γ. Το Διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει στην Κύπρο μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία, στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της οποίας βρίσκεται η επίδικη περιουσία. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου το οποίο με βάση τη σχετική νομοθεσία και τους κανονισμούς συνεδριάζει τακτικά στη Λάρνακα. δ. ............................... ε. Η εκδίκαση μιας υπόθεσης από ένα δικαστή του οπίου η φυλετική ή κοινοτική προέλευση είναι άλλη αυτή ενός εκ των διαδίκων σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά παράβαση του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη. Η αντικειμενικότητα ενός δικαστηρίου δεν καθορίζεται από τη φυλετική ή κοινοτική καταγωγή του Δικαστηρίου το οποίο εκδικάζει μια υπόθεση......................... στ. Το Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρεται σε αναστολή της εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου στις κατεχόμενες περιοχές, δεν περιορίζει όμως την εφαρμογή της Κυπριακής Νομοθεσίας ούτε και περιορίζει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, σε αυτές τις περιοχές." Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση παρατίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ.Πάνου Ιωαννίδη, διευθυντή των Εναγόντων. Ουσιαστικά με την ένορκη του δήλωση υιοθετεί τους λόγους ένστασης και ζητά απόρριψη της Αίτησης. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, και με αναφορά στη νομολογία, υποστήριξαν τις θέσεις των πελατών τους, χωρίς πλατειασμούς και αντιπαλότητα. Εχω θέσει ενώπιον μου τα όσα έχουν αναφέρει και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να κάνω αναφορά στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο του 64 (Ν.33/64). Σύμφωνα με το προοϊμιο του εν λόγω Νόμου, κρίθηκε επιβεβλημένη η λήψη νομοθετικών μέτρων για την απρόσκοπτη συνέχιση της απονομής της δικαιοσύνης αφού λόγω γεγονότων που είχαν μεσολαβήσει, ήταν αδύνατη αυτή. Ετσι η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε το Νόμο 33/64. Στο άρθρο 12 του Νόμου κάτω από τον τίτλο Συγκρότηση Κατώτερων Δικαστηρίων, διαβάζουμε τα ακόλουθα: "12.-
(1)Τα υπό του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 ή οιουδήποτε ετέρου Νόμου ιδρυθέντα δικαστήρια, εν τη ενασκήσει της αστικής ή ποινικής αυτών δικαιοδοσίας δυνάμει του τοιούτου Νόμου, συγκροτούνται εκ του δικαστού ή δικαστών ους το Δικαστήριον ήθελεν ορίσει, ανεξαρτήτως της κοινότητος εις ην ανήκουσιν οι διάδικοι.
(2)Οιοσδήποτε δικαστής Επαρχιακού Δικαστηρίου δύναται να εκδικάση οιανδήποτε υπόθεσιν εμπίπτουσαν εντός της αρμοδιότητος αυτού ανεξαρτήτως της κοινότητος εις ην ανήκουσιν οι διάδικοι." H σκοπιμότητα θέσπισης του Νόμου 33/64 και η εγκυρότητα του πιο πάνω άρθρου, ως επίσης και άλλων άρθρων, έτυχε αντικείμενο εξέτασης στη θεμελιακή υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)C.L.R. 195-271. Ακολούθησαν αρκετές άλλες αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων στις οποίες ηγέρθηκαν και εξετάστηκαν παρόμοια θέματα. Στην υπόθεση Ahmet Cerkez v. Δημοκρατίας και Gengiz Karashahim v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 7702 και 7703, απόφαση ημερ. 16/5/05, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία επαναλήφθηκε πως ενόψει του δικαίου της ανάγκης δεν είναι δυνατό πια τουρκοκύπριοι να δικάζονται από τουρκοκύπριο Δικαστή. Στην εκλογική αίτηση αρ. 1/04 Shener Levent ν. Αδάμου Αδάμος κ.α., απόφαση ημερ. 14/6/05, το Δικαστήριο σχολιάζοντας τις θέσεις του συνηγόρου του αιτητή ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ.6: "Η μεταβολή από την αρχική θέση στην τελική εισήγηση φαίνεται να οφείλεται στην αναγνώριση από το δικηγόρο του αιτητή του αδιαμφισβήτητου κύρους του νομικού καθεστώστος που δημιουργήθηκε από το δίκαιο της ανάγκης, όπως για πρώτη φορά εκφράστηκε στην Attorney General v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)C.L.R. 195. Το νομικό τούτο καθεστώς, που διασώζει τη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ισχύει έκτοτε αδιάλειπτα αφού επιβεβαιώθηκε σε αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων, και πρόσφατα στη σημαντική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Εκλογικές αιτήσεις 5/97 και 7/97 Γιαννάκης Κουλουντή κ.α. ν. Βουλής των Αντιπροσώπων και άλλων
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ.1026." Ο κ. Ονέν, αν έχω αντιληφθεί καλά τις θέσεις του, εισηγήθηκε ότι ορθά εκδόθηκε τότε ο Νόμος 33/
  1. Ηταν όμως η θέση του πως σήμερα τα γεγονότα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο. Δεν έχουμε αναταραχές, ενώ οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να επισκέπτονται τον νότο και οι Ελληνοκύπριοι τον βορρά και να έχουν επαφή μεταξύ τους. Ως εκ τούτου έχουν αρθεί οι λόγοι για τους οποίους θεσπίστηκε ο νόμος, και συνεπώς δεν θα πρέπει πλέον να εφαρμόζεται. Το Δικαστήριο θεωρεί πως το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια επιτρέπεται στους Ελληνοκυπρίους να επισκέπτονται περιοχές που δεν τελούν υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν αίρει τους λόγους για τους οποίους θεσπίστηκε ο Νόμος 33/
  2. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια Τουρκοκύπριοι εισέρχονται στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία. Οσον αφορά το τελευταίο αυτό θέμα, πρέπει να τονιστεί πως η Κυπριακή Δημοκρατία σε καμιά περίπτωση δεν στέρησε από τους Τουρκοκύπριους το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης εντός του εδάφους της Δημοκρατίας και το δικαίωμα διαμονής τους σε οποιοδήποτε τμήμα αυτής, δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα της. Σήμερα, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, δεν υπηρετούν στα Δικαστήρια που έχουν καθιδρυθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τουρκοκύπριοι Δικαστές. Ας σημειωθεί εδώ πως ο Νόμος 33/64 δεν απαγορεύει, και ούτε θα μπορούσε άλλωστε, τον διορισμό Τουρκοκυπρίων ως Δικαστών. Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι Δικαστές δεν είναι δυνατό σήμερα να δικαστεί ένας Τουρκοκύπριος πολίτης, ο οποίος έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τον Ελληνοκύπριο πολίτη, από Τουρκοκύπριο Δικαστή. Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, το δίκαιο της ανάγκης δεν αποβλέπει στην παράκαμψη ή τον παραμερισμό της συνταγματικής τάξης αλλά στην υποστύλωση της. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν καθήκον να διαφυλάξουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες όλων των πολιτών, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Υιοθέτηση της θέσης του κ. Ονέν φρονώ πως θα στερούσε από τους Τουρκοκύπριους πολίτες το θεμελιώδες δικαίωμα τους να έχουν πρόσβαση σε Δικαστήρια. Ισχυρισμός Εναγομένου ότι δεν θα τύχει Δίκαιης Δίκης. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του κ. Ονέν ότι επειδή ο Εναγόμενος θα δικαστεί από Ελληνοκύπριο Δικαστή δεν θα τύχει δίκαιης δίκης. Ηταν η θέση του πως, χρησιμοποιώ τα λόγια του, "ένας Ελληνοκύπριος Δικαστής είναι δυνατό να έχει ο ίδιος ή συγγενείς του περιουσία στη βόρεια Κύπρο με αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια αμφιβολία στο κοινό, και να μην φαίνεται ότι ο Τουρκοκύπριος θα τύχει αμερόληπτης δίκης". Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Βραχίμης, κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να ζητήσει εξαίρεση του Δικαστή που θα τον δικάσει. Στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος μπορεί οποτεδήποτε να υποβάλει τέτοιο αίτημα, και το Δικαστήριο έχει καθήκον να το εξετάσει. Ο κ. Ονέν βεβαίως δήλωσε την απεριόριστη εμπιστοσύνη του προς το Δικαστήριο. Ισχυρισμός Εναγομένου για τοπική αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Οσον αφορά τη θέση του ότι η παρούσα αγωγή έπρεπε να είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα. Το άρθρο 3
(4)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)αναφέρει τα ακόλουθα: "Το Ανώτατον Δικαστήριο δύναται, από καιρού εις καιρόν, διά διατάγματος δημοσιευομένου εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας, να μεταβάλλη τον αριθμόν και τα όρια των τοιούτων επαρχιών ή να ενοποιή δύο ή περισσοτέρας επαρχίας ή να διαιρή οιανδήποτε τοιαύτην επαρχίαν δια σκοπούς συγκροτήσεως Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου." Με διάταγμα του Ανώτατου Δικαστηρίου που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 13/9/74, η επαρχία Κερύνειας ενοποιήθηκε με την επαρχία Λευκωσίας και η επαρχία Αμμοχώστου με την επαρχία Λάρνακας. Να σημειωθεί εδώ πως το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την πιο πάνω εξουσία από το 1960, δηλαδή πριν από τη θέσπιση του Ν.33/64. Στην υπόθεση Θεοδούλου (Αρ.1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 438, είχε προβληθεί ο ισχυρισμός από το συνήγορο του αιτητή ότι διατάγματα που είχαν εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, ήταν άκυρα γιατί είχαν εκδοθεί από ανυπόστατο ή αναρμόδιο δικαστήριο, για τους λόγους που εμφαίνονται στην απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ο κ.Πικής, τότε Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελ.446-447 της απόφασης: "Ένα από τα έξι επαρχιακά δικαστήρια που συστάθηκε βάσει του Ν 14/60 ήταν εκείνο της επαρχίας Αμμοχώστου με έδρα την πόλη της Αμμοχώστου. Ως αποτέλεσμα της τούρκικης εισβολής κατελήφθη η πόλη και μεγάλο μέρος της επαρχίας Αμμοχώστου και εκτοπίσθηκε από την περιοχή η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της, όπως συνέβη και με άλλες περιοχές της Κύπρου που έχουν καταληφθεί από τα τούρκικα στρατεύματα. Η απώλεια της έδρας του Επαρχιακού Δικαστηρίου της περιφέρειας Αμμοχώστου κατέστησε αδύνατη τη λειτουργία του. Αφετέρου, η ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου συνορεύει με την επαρχία Λάρνακος. "Κάτω απ' αυτές τις τραγικές συνθήκες, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αναγκαία η ενοποίηση των δύο επαρχιών για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης. ".....Με την ενοποίηση επεκτείνεται και στην επαρχία Αμμοχώστου η τοπική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου που λειτουργεί στη Λάρνακα (η κύρια πόλη στο γεωγραφικό χώρο της ελεύθερης περιοχής Αμμοχώστου και Λάρνακος) που προσδιορίζεται από το άρθρο 21 (πολιτικές υποθέσεις), και από το άρθρο 23 (ποινικές υποθέσεις), του Ν 14/60." Στην πιο πάνω υπόθεση αναφέρεται ότι το Δικαστήριο επεκράτησε να περιγράφεται, για σκοπούς προσδιορισμού του τόπου λειτουργίας του και της έκτασης της τοπικής του αρμοδιότητας, ως το "Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Αμμοχώστου" ή ως το "Eπαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας". Τονίζεται ακόμη ότι το εν λόγω Επαρχιακό Δικαστήριο έχει τοπική αρμοδιότητα και για τις δύο διοικητικές περιφέρειες της Κύπρου, εκείνης της Αμμοχώστου και εκείνης της Λάρνακας. Τα πιο πάνω απαντούν στην πιο πάνω εισήγηση του κ. Ονέν. Αλλοι ισχυρισμοί του Εναγομένου. Οσον αφορά τη θέση του ότι το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση λόγω του Πρωτοκόλλου 10 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, παρατηρώ τα ακόλουθα. Το άρθρο 1
(1)του εν λόγω Πρωτοκόλλου προνοεί τα ακόλουθα: "The application of the acquis shall be suspended in those areas of the Republic of Cyprus in which the Government of the Republic of Cyprus does not exercise effective control." Είναι φανερό από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου, ότι δεν αίρεται η αρμοδιότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάζουν οποιαδήποτε αγωγή της οποίας η βάση έχει προκύψει σε επαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας που δεν ελέγχεται από αυτήν. Απλά στις εν λόγω περιοχές αναστέλλεται η εφαρμογή του Κοινοτικού Κεκτημένου, κάτι που δεν ζητείται με την παρούσα αγωγή. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτή η θέση του Εναγομένου. Τέλος, όσον αφορά τη θέση του ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αγωγή επειδή δεν μπορεί να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα εκδώσει προς όφελος του Ενάγοντα, θα αρκεστώ να αναφέρω τα ακόλουθα. Το δικαίωμα κάποιου να προσφύγει στα Κυπριακά Δικαστήρια για να αξιώσει τις όποιες θεραπείες επιθυμεί επειδή θεωρεί ότι καταπατούνται ή παραβλάπτονται τα δικαιώματα του στην Κύπρο, είναι ανεξάρτητο από την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εξασφαλίσει προς όφελος του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγόντων και εναντίον Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως μεριμνήσει για την μετάφραση της πιο πάνω απόφασης στην Τουρκική γλώσσα το συντομότερο δυνατό. Ι.Ιωαννίδης, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.