← Κύπρος

Χρυστάλλα Γεωργίου Σάββα ν. Χρυσούλα Καβέλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1319/05, 25.05.2006

Χρυστάλλα Γεωργίου Σάββα ν. Χρυσούλα Καβέλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1319/05, 25.05.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1319/05 Μεταξύ: Χρυστάλλα Γεωργίου Σάββα, εξ Αναφωτίας Ενάγουσα -και-

  1. Χρυσούλα Καβέλη, εκ Λάρνακας
  2. Όλγα Φραγκεσκίδου, εκ Λάρνακας Εναγόμενες Ημερομηνία: 25.05.2006 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: Δρ. Α. Ποιητής μαζί με τον κ. Α. Σταύρου Για τις εναγόμενες: κ. Χρ. Σκορδής μαζί με τον κ. Κ. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με τη γενικά οπισθογραφημένη απαίτηση της αξιοί από το Δικαστήριο: "Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ένα έγγραφο φερόμενο ως Διαθήκη της αποβιωσάσης Δέσποινας Σάββα Κωνσταντή, συζύγου Σωτήρη Στυλιανού τέως εξ Αναφωτίας, ημερ. 23.01.90 είναι άκυρο και δεν έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα ή και διάταγμα διατάττον την ακύρωση της ως μη εκτελεσθείσης από την αποβιώσασα ή και διότι η αποβιώσασα δεν ήταν σε θέση να την εκτελέσει ή και λόγω ανεπίτρεπτης επιρροής. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να διορισθούν διαχειρίστριες της περιουσίας ή και εκτελέστριες οποιασδήποτε «διαθήκης» της αποβιωσάσης Δέσποινας Σάββα Κωνσταντή, συζύγου Σωτήρη Στυλιανού τέως εξ Αναφωτίας, της πιο πάνω ισχυριζόμενης ως Διαθήκης και Διάταγμα διατάσσον τον διορισμό της εναγούσης ή και οποιουδήποτε άλλου προσώπου κρίνει το Δικαστήριο κατάλληλο ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου απορρίπτον την αίτηση διαχείρισης των εναγομένων ημερ. 28.04.04." Η καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας που φέρει την ίδια ημερομηνία όπως η καταχώρηση της αγωγής, που είναι απαραίτητη δικονομική προϋπόθεση, σχετική είναι η Δ.2 Καν. 13 που προβλέπει (σε μετάφραση): "Της σφράγισης ενός κλητηρίου εντάλματος σε αγωγές επικύρωσης διαθήκης πρέπει να προηγείται η καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως από τον ενάγοντα για επαλήθευση της οπισθογράφησης του κλητηρίου." Η πιο πάνω πρόνοια πρέπει να τηρείται αφού όπως έχει νομολογηθεί η καταχώρηση της ενόρκου δηλώσεως που προβλέπεται στον Κανονισμό αποτελεί αναγκαία προηγούμενη προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας, σχετικές είναι οι υποθέσεις Δημητρίου και Άλλοι ν. Προδρόμου

(1983)1 Α.Α.Δ. 301 και Άννα Πετρίχου ν. Αντζολέττας Χ"Ιωσήφ, Πολ. Έφ. 9835 ημερ. 21.01.
  1. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι εναγόμενες καταχώρησαν την αίτηση 182/04 για χορήγηση σε αυτές εγγράφων διαχείρισης ώστε να διοριστούν διαχειρίστριες της περιουσίας της αποβιώσασας Δέσποινας Σάββα Κωνσταντή, σύζυγου Σωτήρης Στυλιανού τέως εξ Αναφωτίας, η οποία απεβίωσε στις 18.06.
  2. Η ενάγουσα η οποία ισχυρίζεται ότι είναι μια από τις νόμιμες κληρονόμους της πιο πάνω αποβιωσάσης καταχώρησε ένσταση (caveat) στα πλαίσια της αίτησης αυτής και την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει ως έχει ανωτέρω αναφερθεί. Οι λόγοι που ισχυρίζεται ότι η διαθήκη είναι άκυρη ή ακυρώσιμη είναι συγκεκριμένοι και ειδικά ότι α) η αποβιώσασα δεν γνώριζε γράμματα και δεν υπέγραφε ενώ επί της διαθήκης φαίνεται να υπάρχει υπογραφή, β) η κατάσταση της αποβιώσασας σωματικά, ψυχικά και πνευματικά δεν της επέτρεπε να προβεί σε έγκυρη διαθήκη, συγκεκριμένα η κατάσταση της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι έπραττε ώστε να μπορεί να εκτελέσει νόμιμη και έγκυρη διαθήκη. Διαζευκτικά και /ή περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε εκτέλεση διαθήκης εκ μέρους της αποβιώσασας είναι προϊόν ανεπίτρεπτης επιρροής που ασκήθηκε από τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα από τους τιμώμενους στη διαθήκη ή και λογαριασμό τους. Οι εναγόμενες καταχώρησαν υπεράσπιση στην οποία αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εκτός από το ότι η ενάγουσα είναι μια από τις νόμιμες κληρονόμους της αποβιώσασας, ισχυρίζονται ότι η αποβιώσασα μπορούσε και υπέγραφε και η κατάσταση της την ημέρα υπογραφής ήταν τέτοια που είχε πλήρη αντίληψη του τι έπραττε και ότι η ίδιες δεν ισχυρίζονται ότι η αποβιώσασα υπέγραψε τη διαθήκη αλλά βεβαιώνουν ότι υπέγραψε, η δε εναγόμενη 2 είναι μάρτυρας στη διαθήκη. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν εκ πλευράς της ενάγουσας τρεις μάρτυρες. Η ίδια η ενάγουσα δεν έδωσε μαρτυρία. Η ΜΕ1 είναι η Πρωτοκολλητής στο Τμήμα Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Φλώρα Λοϊζου, η οποία ουσιαστικά κατέθεσε το φάκελο της αίτησης 182/04 τον οποίον έχει υπό την φύλαξη της και ανέφερε τα έγγραφα που βρίσκονται κατατεθειμένα σε αυτόν. Ο ΜΕ2, Γιαννάκης Ιωάννου, είναι ο σύζυγος της ενάγουσας ο οποίος ήταν Γραμματέας της Σ.Π.Ε. Αναφωτίας από το 1985 -
  3. Ανέφερε ότι γνώριζε την αποβιώσασα και από προσωπική του γνώση στα πλαίσια των καθηκόντων του η αποβιώσασα δεν γνώριζε γράμματα, όταν έπρεπε να υπογράψει έθετε το σημάδι του αντίχειρα της. Η αποβιώσασα δεν υπέγραψε ποτέ ενώπιον του και όταν χρειαζόταν να εξαργυρώνει τις επιταγές της σύνταξης της ενώπιον του έθετε το σημάδι του αντίχειρα της στο σημείο της υπογραφής. Κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 2 και 3 που είναι αποδείξεις πληρωμής της Σ.Π.Ε. Αναφωτίας ημερ. 12.06.86 και 30.06.88 αντίστοιχα προς την αποβιώσασα για κάποια γραμμάτια στα οποία στο σημείο της υπογραφής υπάρχει σημάδι αντίχειρα. Επίσης κατέθεσε το τεκμήριο 4 που είναι Δήλωση Μεταβίβασης Ακινήτου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τύπος Ν.270) ημερ. 17.02.92 εντός του οποίου βρίσκεται ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο της αποβιώσασας ημερ. 13.03.92 στο οποίο στο σημείο της υπογραφής της αποβιώσασας υπάρχει το σημάδι του αντίχειρα. Κατέθεσε επίσης μιαν απόδειξη παραλαβής χρημάτων στην οποία η ημερομηνία δεν φαίνεται καθαρά αλλά στην οποία υπάρχει η υπογραφή της αποβιώσασας, απόδειξη που του δόθηκε από την ΜΥ3 η οποία του ανέφερε "ορίστε μάνα μου, μπορούσε να υπογράφει για να μην φάτε τα λεφτά σας στους δικηγόρους". Αντεξεταζόμενος είπε ότι μπορεί να γνώριζε γράμματα η αποβιώσασα αφού πήγε δημοτικό μέχρι την 4η τάξη αλλά έπασχε από την ασθένεια Parkinson και έτρεμε ολόκληρη. Είπε ότι δεν ξέρει αν η αποβιώσασα υπέγραφε οποιαδήποτε έγγραφα αλλά το μόνο που ξέρει από προσωπική του γνώση είναι ότι η αποβιώσασα δεν υπέγραφε αλλά έθετε το σημάδι του αντίχειρα της, και ουδέποτε υπέγραψε ενώπιον του. Ο ΜΕ3, Ξενοφών Ιωάννου είναι ο Γραμματέας της Σ.Π.Ε. Αναφωτίας και Κοινοτάρχης Αναφωτίας και είναι αδελφός του ΜΕ
  4. Γνώριζε την αποβιώσασα και την θυμόταν, ουδέποτε υπέγραψε ενώπιον του αντίθετα όταν πήγαινε για να εξαργυρώσει τις επιταγές της έθετε το σημείο του αντίχειρα της για υπογραφή. Είπε μάλιστα ότι ήξερε ότι η αποβιώσασα είχε πρόβλημα, δεν μπορούσε να γράψει λόγω τρέμουλου στο χέρι της και μάλιστα κρατούσαν το χέρι της όταν έθετε το σημείο του αντίχειρα της. Κατέθεσε τα τεκμήρια 6 και 7 τα οποία είναι μπλοκ αποδείξεων παραλαβής χρημάτων και πληρωμής της Σ.Π.Ε. Αναφωτίας που αναφέρονται στην περίοδο 13.07.88 μέχρι 19.07.88 το τεκμήριο 6 και 06.06.86 μέχρι 15.07.86 το τεκμήριο 7 στα οποία υπάρχουν έντυπα που αφορούν την αποβιώσασα και ουσιαστικά είναι τα πρωτότυπα των τεκμηρίων 2 και
  5. Για τις εναγόμενες έδωσε μαρτυρία η εναγόμενη 2, Όλγα Φραγκεσκίδου, η οποία είπε το 1990 εργαζόταν ως δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο της δικηγόρου Κωνσταντίας Βάρδα. Είπε ότι η αποβιώσασα υπέγραψε ενώπιον της τη διαθήκη και αναγνώρισε την υπογραφή της και ότι η ίδια υπέγραψε ως δεύτερος μάρτυρας ενώ σαν πρώτος μάρτυρας υπέγραψε η κα Δήμητρα Κουκούνη. Κατέθεσε το τεκμήριο 8 που είναι πιστό αντίγραφο της διαθήκης της αποβιώσασας πιστοποιημένο από τον Πρωτοκολλητή. Αντεξεταζόμενη ήταν η θέση της ότι μετά τις υπογραφές η διαθήκη σφραγίστηκε με κερί και παρέμεινε στο γραφείο της δικηγόρου Βάρδα μέχρι το θάνατο της τον Φεβρουάριο του 1993 οπότε και οι υποθέσεις της κας Βάρδα μεταφέρθηκαν στο δικηγορικό γραφείο του κ. Σκορδή όπου εργοδοτήθηκε και η ίδια. Ο φάκελος με τη διαθήκη ήταν κλειστός στο γραφείο του κ. Σκορδή μέχρι που το 2000 περίπου κάποιο πρόσωπο την επισκέφτηκε στο γραφείο του κ. Σκορδή και ζητούσε το φάκελο. Η ίδια ανακάλυψε τη διαθήκη τηλεφώνησε στον κύριο που είχε ενδιαφερθεί γι΄ αυτήν ετοίμασε τα σχετικά έγγραφα αλλά εν τω μεταξύ η πρώτη εναγόμενη επικοινώνησε μαζί της, της ζήτησε να παραδώσει τη διαθήκη επειδή είχε αναλάβει την υπόθεση ο κ. Χριστοφόρου στον οποίον εργαζόταν η πρώτη εναγόμενη. Ανέφερε ότι παρέδωσε το φάκελο με τη διαθήκη κλειστό με το βουλοκέρι στην πρώτη εναγόμενη η οποία σε κατοπινό στάδιο της ζήτησε να μπει και αυτή διαχειρίστρια της διαθήκης. Είπε επίσης ότι η κα Βάρδα συνήθιζε να έχει τους φακέλους των διαθηκών στο γραφείο της και δεν τους κατάθετε στο Δικαστήριο πριν να ανοιχθούν, επέμενε ότι σίγουρα η διαθήκη διαβάστηκε στην αποβιώσασα προτού υπογραφεί, και πάντοτε σε όλες τις διαθήκες που έκανε η κα Βάρδα οι μάρτυρες υπέγραφαν στην παρουσία του προσώπου που έκανε τη διαθήκη. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι η αποβιώσασα δεν μπορούσε να υπογράφει, ότι αυτή που φαίνεται ως υπογραφή της στο τεκμήριο 8 δεν είναι η υπογραφή της και ότι δεν λέει την αλήθεια. Ο ΜΥ2 Χριστόδουλος Χ"Γιάννης ήταν Γραμματέας της Σ.Π.Ε. Αναφωτίας από το 1982-1986 και γνώριζε την αποβιώσασα αφού ήταν θεία του μακρινή. Κατά διάρκεια της υπηρεσίας του στη Σ.Π.Ε. Αναφωτίας η αποβιώσασα πήγαινε στην Συνεργατική και διεκπεραίωνε κάποιες συναλλαγές. Πάντοτε υπέγραφε ολογράφως το όνομα της ενώπιον του. Κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 9 - 12 που είναι αποδείξεις παραλαβής χρημάτων και αποδείξεις πληρωμής που αναφέρονται στην περίοδο 26.04.82 μέχρι 13.05.
  6. Κατά την αντεξέταση του, του υποδείχθηκαν τα τεκμήριο 2, 3 και 4 και του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί εκεί η αποβιώσασα έβαζε το σημάδι του αντίχειρα της. Η θέση του ήταν για όσο καιρό ο ίδιος ήταν στη Σ.Π.Ε. η αποβιώσασα υπέγραφε ολογράφως ενώπιον του αλλά δεν γνωρίζει τι έγινε μετά αναφέροντας ότι όλα τα τεκμήρια που του έχουν υποδειχθεί φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας που ήταν ο ίδιος γραμματέας της Σ.Π.Ε. Ανέφερε ότι και κατά το χρονικό διάστημα που η αποβιώσασα συναλλασσόταν με την Σ.Π.Ε. και ο ίδιος εργοδοτείτο στη Σ.Π.Ε. η αποβιώσασα υπέφερε μεν από Parkinson αλλά μπορούσε και υπέγραφε ολογράφως. Η ΜΥ3, Ρεβέκκα Μιχαήλ είναι πρώτη εξάδερφη της ενάγουσας ενώ η αποβιώσασα ήταν θεία της, αδελφή του πατέρα της. Με την αποβιώσασα είχε πολύ καλές σχέσεις, την έβλεπε πολύ τακτικά, την περιέγραψε ως άτομο που της άρεσε πολύ να διαβάζει βίους Αγίων και την Καινή Διαθήκη, ενώ έγραφε και άρθρα αφού πήγε σχολείο μέχρι την Δ΄ τάξη του δημοτικού. Η αποβιώσασα είχε προβλήματα υγείας όπως όλοι οι ηλικιωμένοι, είχε Parkinson και μετά έκαμε εγχείρηση χολής συνεπεία της οποίας αδυνάτησε πολύ ο οργανισμός της και το χέρι της έτρεμε πολύ. Λίγο πριν πεθάνει είχε προβλήματα στα γόνατα της δεν μπορούσε να κινηθεί εύκολα και χρειαζόταν να μετακινείται με σίδερο. Αρνήθηκε έντονα ότι η αποβιώσασα δεν μπορούσε να υπογράφει και θυμήθηκε ότι μετά το 1990 σίγουρα συνόδευσε την αποβιώσασα στην Τράπεζα για να ανανεώσει ένα γραμμάτιο της υπέγραψε ολογράφως, πήρε κάποια χρήματα από τα οποία της έδωσε Λ.Κ.20 για τον κόπο της να την συνοδεύσει. Η διανοητική της κατάσταση ήταν πολύ καλή και συζητούσε μάλιστα με τον Τραπεζίτη για τον τόκο του γραμματίου. Είπε ότι η ίδια δεν είναι κληρονόμος της αποβιώσασας σύμφωνα με την διαθήκη της, δεν περίμενε ότι θα της άφηνε οτιδήποτε η θεία της, ούτε και έχει οποιαδήποτε απαίτηση. Ανάφερε χαρακτηριστικά αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης "λυπούμαι πολλά, η γυναίκα έβαλλε του ψύλλου χαλινάρι". Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι η αποβιώσασα ήξερε γράμματα, μπορούσε να υπογράφει και υπέγραφε, έτρεμε μεν το χέρι της αλλά μπορούσε να υπογράφει και επανέλαβε ότι η ίδια συνόδευσε την αποβιώσασα μετά το 1990 στην Τράπεζα όπου μπροστά της υπέγραψε ολογράφως. Είπε ότι πιθανόν για ευκολία της να έθετε το σημάδι του αντίχειρα της αλλά σίγουρα μπορούσε να υπογράφει. Ως ΜΥ4 κατέθεσε ο κ. Παντελής Χριστοφή, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ο οποίος κατέθεσε τα τεκμήρια 13 και 14 που είναι ειδικό πληρεξούσιο και δήλωση της αποβιώσασας στα οποία φαίνεται η υπογραφή της ολογράφως και φέρουν ημερομηνία 22.06.87 και 04.12.
  7. Οι υπογραφές αυτές είναι πιστοποιημένες από τον Κοινοτάρχη Αναφωτίας όσον αφορά το τεκμήριο 14 και από πιστοποιών υπάλληλο όσον αφορά το τεκμήριο
  8. Είπε ότι το πρωτότυπο της διαθήκης το έχει υπό τη φύλαξη του στα πλαίσια των καθηκόντων του ενώ του υποδείχθηκε το τεκμήριο 1 και είπε ότι είναι πιστό αντίγραφο της διαθήκης που έχει υπό την φύλαξη του το οποίο ο ίδιος έχει πιστοποιήσει. Η ΜΥ5, Δήμητρα Κουκούνη αναγνώρισε την υπογραφή της στην διαθήκη, είπε ότι όταν υπέγραφε ήταν παρούσες η αποβιώσασα, η εναγόμενη 2, η δικηγόρος Κωνσταντία Βάρδα και η ίδια, η κα Βάρδα της εξήγησε τι θα υπέγραφε και ήταν βεβαία ότι ήταν παρούσα όταν υπέγραφε η αποβιώσασα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι έτυχε και άλλες φορές να την καλέσει η κα Βάρδα να μαρτυρήσει υπογραφές σε διαθήκες, θυμάται σίγουρα ότι η κα Βάρδα πάντα της εξηγούσε τι έγγραφο θα μαρτυρούσε, σε όλες τις περιπτώσεις ήταν σίγουρη ότι το πρόσωπο που προέβαινε στη διαθήκη παρών και ουδέποτε έτυχε να της πει η κα Βάρδα να πιστοποιήσει υπογραφή η οποία είχε εκ των προτέρων τεθεί στο έγγραφο. Ο ΜΥ6, Σάββας Κώστα είναι ένας από τους κληρονόμους και κληροδόχους της αποβιώσασας. Ανέφερε ότι προέβηκε σε έρευνα στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και κατέθεσε στο Δικαστήριο έγγραφο με τίτλο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 04.03.89 στο οποίο υπάρχει ολογράφως η υπογραφή της αποβιώσασας πιστοποιημένη από πιστοποιών υπάλληλο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν την προφορική τους μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία. Όλοι ανεξαίρετα οι μάρτυρες των εναγομένων μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση, ήταν μάρτυρες της αλήθειας που ήρθαν στο Δικαστήριο σεβόμενοι τον όρκο τους. Δεν ανέφεραν καμιά υπερβολή ούτε κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση τους. Ιδιαιτέρα θετική εντύπωση μου έκανε η ΜΥ3 η οποία είναι μια γνήσια γυναίκα που χωρίς καμιά επιτήδευση σκιαγράφησε την αποβιώσασα θεία της στο Δικαστήριο με τα πιο απλά λόγια δίδοντας ταυτόχρονα την πλήρη εικόνα της. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αφού η ΜΥ3 ήταν μεν κληρονόμος της αποβιώσασας με την οποία από ότι φαίνεται είχε στενή σχέση, δεν είναι όμως από τα πρόσωπα που έχουν επωφεληθεί με βάση τη διαθήκη και δεν έχει κανένα παράπονο γι΄ αυτό. Εντελώς αρνητική εικόνα άφησαν στο Δικαστήριο οι δύο ουσιαστικά μάρτυρες της ενάγουσας δηλαδή οι ΜΕ2 και ΜΕ3 αφού η μαρτυρία της ΜΕ1 ήταν τυπική στην ουσία της και αποδέχομαι το περιεχόμενο της μαρτυρίας της αυτής. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου οι ΜΕ2 και ΜΕ3 είναι αδέλφια και ο ΜΕ2 σύζυγος της ενάγουσας η οποία έχει κάθε συμφέρον να προωθεί τις αξιώσεις της. Ειδικά ο ΜΕ2 έδωσε διαφορετικές απαντήσεις αναφορικά με το κατά πόσο η αποβιώσασα γνώριζε γράμματα. Σε ερώτηση του συνηγόρου για την ενάγουσα κατά την κυρίως εξέταση του "Σχετικά με την υπογραφή της, ήξερε γράμματα;" ο ΜΕ2 απάντησε "εκ πείρας μου όχι, έβαζε αντίχειρα", κατά την αντεξέταση του και σε ερώτηση των συνηγόρων των εναγομένων "ήταν αγράμματη;" απάντησε "γράμματα μπορεί να γνώριζε, πήγε δημοτικό μέχρι την Δ΄ τάξη αλλά έτρεμε ολόκληρη, έπασχε από Parkinson". Εκείνο που έχει σημασία αναφορικά με την υπόθεση της ενάγουσας είναι η μαρτυρία που έχει δοθεί σε σχέση πάντα με τη δικογραφημένη θέση της. Η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 έχει κινηθεί εκτός των δικογράφων της ενάγουσας. Η νομολογία από πολύ νωρίς έχει διασαφηνίσει ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του διακαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου. Σχετική είναι η υπόθεση Γ. Παπαγεωργίου ν. Λ. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 A.A.Δ. 24. Η δίκη δρομολογείται όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 CLR 180 και Christakis Loukaides v. C.D.Hay and Sons Ltd
(1971)1 CLR 134 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθαρισμένων γραμμών της διαδρομής. Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι ξεκάθαρο από την έκθεση απαίτησης ότι η αξίωση της ενάγουσας βασίζεται στις εξής καθαρές θέσεις: ότι η αποβιώσασα δεν ήξερε γράμματα και σε σχέση με αυτό και όχι όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της προσπάθησε να αναφέρει στην αγόρευση του, δεν μπορούσε να υπογράφει και ότι διαζευκτικά η νοητική της κατάσταση ήταν τέτοια όταν υπέγραφε ή της ασκήθηκαν τέτοιες πιέσεις που δεν ήξερε τι υπέγραφε. Καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε αναφορικά με την νοητική κατάσταση της αποβιώσασας. Ούτε βεβαίως προσκομίστηκε μαρτυρία περί ψυχικής πίεσης ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επηρεασμού της από πρόσωπα που πιθανόν να είχαν συμφέρον. Αντίθετα στο τεκμήριο 4, που είναι τεκμήριο που έχει κατατεθεί από την ενάγουσα, υπάρχει πιστοποίηση του Κοινοτάρχη και των μελών της Χωρητικής Αρχής του χωριού Αναφωτία ότι η αποβιώσασα έθεσε την χείρα της ενώπιον τους, είναι ενήλικας με σώας τας φρένας και προσωπικά γνωστή τους. Επομένως αυτή η θέση της ενάγουσας απορρίπτεται λόγω μη προώθηση της αφού είναι γνωστή η αρχή στις Πολιτικές Υποθέσεις ότι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του είναι αυτός που ισχυρίζεται. Όσον αφορά τη θέση ότι η αποβιώσασα δεν ήξερε γράμματα ο ισχυρισμός αυτός έχει καταρριφθεί πρώτα από όλα από τον ΜΕ2 ο οποίος στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η αποβιώσασα πήγε σχολείο μέχρι την Δ΄ τάξη του δημοτικού. Αυτό το γεγονός το βεβαίωσαν και οι ΜΥ2 και ΜΥ3, αλλά και οι ΜΥ1 και ΜΥ4 που ανέφεραν ότι η αποβιώσασα υπέγραψε μπροστά τους. Επίσης από όλα σχεδόν τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αποβιώσασα γνώριζε γράμματα και υπέγραψε ολογράφως τα τεκμήρια αυτά και η υπογραφή της δεν έχει αμφισβητηθεί σε καμιά περίπτωση από τους συνηγόρους της ενάγουσας. Επομένως και αυτή της η θέση έχει καταρριφθεί και απορρίπτεται. Παραμένει η άλλη θέση της ενάγουσας ότι η αποβιώσασα δεν μπορούσε να υπογράφει. Αν και όπως έχω ήδη αναφέρει κατά την γνώμη μου ο ισχυρισμός αυτός όπως είναι γραμμένος στην έκθεση απαίτησης συναρτάται άμεσα και πρέπει να διαβάζεται με τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν ήξερε γράμματα και σε αυτό το σημείο δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό, θεωρώ ορθό να τον εξετάσω και αυτόν τον ισχυρισμό για σκοπούς πληρότητας της απόφασης. Εάν γίνει αποδεκτό ότι ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται στο ότι η αποβιώσασα λόγω της ασθένειας Parkinson από την οποία έπασχε δεν μπορούσε να υπογράφει ολογράφως επειδή έτρεμε το χέρι της τότε σημειώνω τα ακόλουθα. Καμιά ιατρική μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί εκ πλευράς της ενάγουσας για την πραγματική κατάσταση της αποβιώσασας σε σχέση πάντοτε με την ασθένεια Parkinson από την οποία υπέφερε. Έχω την άποψη ότι η θέση της ενάγουσας ότι η αποβιώσασα "δεν υπέγραφε" θέση η οποία σύμφωνα με τον δικηγόρο της ενάγουσας αναφέρεται στην αδυναμία της να υπογράφει λόγω της πιο πάνω ασθένειας δεν έχει αποδειχτεί δεόντως στο Δικαστήριο. Αναφέρω επίσης ότι η διαθήκη φέρει ημερομηνία την 23.01.1990 και έχω ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία της ΜΥ3 ότι σίγουρα μετά το 1990 η ίδια μετέβηκε με την αποβιώσασα σε Τράπεζα για ανανέωση γραμματίου όπου ενώπιον της υπέγραψε ολογράφως. Επίσης η ΜΥ3 αναφέρει ότι η κατάσταση της αποβιώσασας χειροτέρεψε μετά που υπεβλήθη σε εγχείρηση το 1989 και της υπεβλήθη ότι είναι από πριν το 1989 που δεν μπορούσε να υπογράφει. Η θέση αυτή καταρρίπτεται από το τεκμήριο 15 με τίτλο Πληρεξούσιο Έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία 04.03.89 και η ενάγουσα υπογράφει ολογράφως. Επίσης η εξήγηση που έχει δοθεί από την ΜΥ3 και τον ΜΥ2 ότι είναι για ευκολία της αποβιώσασας που αυτή έβαζε τον αντίχειρα της και όχι επειδή δεν μπορούσε να υπογράφει φαίνεται ότι είναι η λογική και πιστευτή εξήγηση γιατί άλλως πως δεν δικαιολογείται το γεγονός ότι για την ίδια χρονική περίοδο και συγκεκριμένα για έτη 1986, 1987 και 1988 έχουν κατατεθεί τεκμήρια άλλα από την ενάγουσα και άλλα από τις εναγόμενες και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 2, 3, 13, 14 και 15 σε άλλα εκ των οποίων υπάρχει η υπογραφή της αποβιώσασας ολογράφως ενώ σε άλλα μόνο το σημάδι του αντίχειρα της ενώ όπως έχει ήδη αναφερθεί η γνησιότητα της υπογραφής της αποβιώσασας στα τεκμήρια αυτά δεν έχει αμφισβητηθεί από τους συνηγόρους της ενάγουσας. Έτσι και αυτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας καταρρίπτεται και απορρίπτεται. Ενόψει των ανωτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι η αποβιώσασα γνώριζε γράμματα, είχε φοιτήσει στο δημοτικό μέχρι την Δ΄ τάξη, η νοητική της κατάσταση ήταν καλή και αντιλαμβανόταν και συναισθανόταν το τι έπραττε. Όσον αφορά την σωματική της κατάσταση έπασχε από την ασθένεια Parkinson και έτρεμαν τα χέρια της αλλά μπορούσε να θέσει την υπογραφή της ολογράφως. Το γεγονός ότι σε κάποια τεκμήρια υπάρχει το σημάδι του αντίχειρα της αποβιώσασας καταδεικνύει ότι για σκοπούς ευκολίας της έθετε το σημάδι του αντίχειρα της αντί την υπογραφή της σε κάποια έγγραφα. Η υπογραφή στη διαθήκη με βάση όλη τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, το τεκμήριο νομιμότητας είναι της αποβιώσασας. Περαιτέρω σε ότι αφορά τη διαθήκη της αποβιώσασας έχει εφαρμογή το τεκμήριο της ορθής εκτέλεσης (presumption of a due execution). Σε σχέση με το τεκμήριο αυτό παραπέμπω στο σύγγραμμα Williams on Wills 3η έκδοση, σελ. 73 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "If a will, on the face of it, appears to be duly executed, the presumption is in favour of due execution, applying the principle omnia praesumuntur rite esse acta. The force of the presumption varies with the circumstances. If the will is entirely regular in form, it is very strong........" Περαιτέρω στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα ακόλουθα: "Where there is a proper attestation clause, even though the witnesses have no recollection of having witnessed the will, the presumption applies. In the absence of such a clause a will which on the face of it is duly executed is accepted, although no evidenced is forthcoming. Where there is such a clause, the court requires the strongest evidence before deciding that the will was not duly executed." Κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας έχει προβάλει άλλο ένα ισχυρισμό. Τούτος είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει για σκοπούς δημόσιας τάξης να διατάξει ότι η αίτηση 182/04 δεν μπορεί να προχωρήσει αφού πάσχει ουσιαστικά. Τούτο γιατί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση και στην οποία ορκίζονται οι εναγόμενες 1 και 2 υπάρχει ο ισχυρισμός τους ότι το έγγραφο που επισυνάπτεται σ΄ αυτές αποτελεί το πρωτότυπο της τελευταίας διαθήκης της αποβιώσασας, ενώ είναι ολοφάνερο ότι δεν είναι το πρωτότυπο αλλά πιστό αντίγραφο του γεγονός που προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο αλλά και από τη μαρτυρία του ΜΥ4 ότι το πρωτότυπο βρίσκεται υπό την κατοχή και φύλαξη του στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Όντως στο φάκελο της αίτησης 182/04 που όπως έχει ανωτέρω αναφερθεί έχει κατατεθεί ως τεκμήριο 1 στην παρούσα διαδικασία, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για χορήγηση προς τις εναγόμενες 1 και 2 εγγράφων διαχείρισης, οι εναγόμενες 1 και 2 ορκίζονται ότι το επισυνημμένο έγγραφο αποτελεί το πρωτότυπο της τελευταίας διαθήκης της αποβιώσασας. Σε σχέση με αυτή την παρατήρηση του παραπέμπω στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τάκη Ηλιάδη, όπου στη σελ. 74 του Κεφ. 7 με τίτλο "Έγγραφη Απόδειξη (Documentary Evidence)" και κάτω από την παράγραφο "Απόδειξη Περιεχομένου" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο βασικός κανόνας είναι ότι το περιεχόμενο ενός ιδιωτικού εγγράφου αποδεικνύεται με πρωταρχική μαρτυρία που συνήθως είναι η προσαγωγή του αρχικού εγγράφου. Η αρχή αυτή που φαίνεται να είναι η μόνη περίπτωση που παραμένει στο Κανόνα της "καλύτερης δυνατής μαρτυρίας" πηγάζει από την ανάγκη μείωσης των κινδύνων απάτης, λάθους ή ανακρίβειας που μπορεί να προκύψουν από την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας ή αντιγράφου του αρχικού εγγράφου." Σε σχέση με το θέμα της πρωταρχικής μαρτυρίας στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 75 με τίτλο "Αντίγραφο Καταχωρηθέντων Εγγράφων" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Όταν μια διαθήκη καταχωρίζεται στο Πρωτοκολλητείο ενός Δικαστηρίου ή ένα άλλο έγγραφο σε ένα άλλο δημόσιο ίδρυμα, κάθε πιστό αντίγραφο που εκδίδεται αργότερα θεωρείται πρωτότυπο." Με βάση τα πιο πάνω το συνημμένο έγγραφο στη ένορκο δήλωση των εναγομένων 1 και 2 στην αίτηση 182/04 είναι πρωτότυπο εφόσον είναι φωτοαντίγραφο της διαθήκης στο οποίο έχει η σφραγίδα του Πρωτοκολλητή ότι είναι πιστό αντίγραφο. Ο ΜΥ4 έχει προφορικά αναφέρει στο Δικαστήριο ότι το πρωτότυπο βρίσκεται στην κατοχή ή φύλαξη του ενώ έχει αναγνωρίσει το τεκμήριο 8, το οποίο είναι το ίδιο έγγραφο με το συνημμένο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση 182/04, ως φωτοαντίγραφο του πρωτοτύπου το οποίο ο ίδιος έχει πιστοποιήσει ως πιστό αντίγραφο. Ήταν επίσης θέση του κ. Ποιητή ότι το Δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει ότι το έγγραφο της διαθήκης έχει χαθεί αφού δεν παρουσιάστηκε το πρωτότυπο. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Υπάρχει θετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρωτότυπο του εγγράφου της διαθήκης βρίσκεται υπό την κατοχή και φύλαξη του ΜΥ4 ο οποίος έχει επιβεβαιώσει ότι το τεκμήριο 8 αποτελεί πιστό αντίγραφο του. Το πότε, σύμφωνα με τη νομολογία, θεωρείται ότι έχει χαθεί ένα έγγραφο διαθήκης ουδόλως εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει απλή εφαρμογή των όσων αναφέρονται στο σύγγραμμα του κ. Τάκη Ηλιάδη το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω αναφορικά με τις διαθήκες ισχύουν στην παρούσα περίπτωση οπόταν το τεκμήριο 8 που φέρει επίσης την σφραγίδα του Πρωτοκολλητή ότι είναι πιστό αντίγραφο θεωρείται πρωτότυπο. Είναι προφανές από τα όλα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της και συνεπώς η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /XX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.