← Κύπρος

Δημήτρη Αγγελή ν. PARMA BROKERAGE LTD, Αρ. Αγωγής: 4073/02, 31 Mαϊου, 2006

Δημήτρη Αγγελή ν. PARMA BROKERAGE LTD, Αρ. Αγωγής: 4073/02, 31 Mαϊου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4073/02 Μεταξύ: Δημήτρη Αγγελή, Ενάγοντα και PARMA BROKERAGE LTD, Εναγόμενης ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Mαϊου, 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Α. Ζαχαρίου. Για Εναγόμενη: κ. Παπαγεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για την απώλεια και τη ζημιά που υπέστη συνεπεία των ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης και της παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 28.2.00 για την πώληση μετοχών της εταιρείας Cyber Group. Επιπρόσθετα, διεκδικεί το ποσό των Λ.Κ. 1.000 ως χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν χωρίς αντάλλαγμα και/ή για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε πλήρως και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η θέση του Ενάγοντα όπως αυτή καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, ημερομηνίας 2.12.2003, είναι ότι κατά ή περί τις 28.2.2000 ο Ενάγοντας συμφώνησε με την Εναγόμενη εταιρεία για να του πωλήσει και παραδώσει μετοχές της εταιρείας Cyber Group Ltd και κατέβαλε για το σκοπό αυτό, στην Εναγόμενη εταιρεία, το ποσό των Λ.Κ. 1.

  1. Η Εναγόμενη εταιρεία μέχρι και σήμερα δεν έχει παραδώσει ή εγγράψει στο όνομα του Ενάγοντα τις πιο πάνω μετοχές. Στις 17.4.2002 ο Ενάγοντας μέσω του δικηγόρου του αξίωσε την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 1.000 τερματίζοντας την συμφωνία πλην όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας. Είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη εταιρεία δόλια και/ή με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε το ποσό των Λ.Κ. 1.000 προβάλλοντας στον Ενάγοντα ότι κατείχε τις εν λόγω μετοχές. Η Εναγόμενη εταιρεία στην Υπεράσπισή της αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας όμως παραδέχεται ότι έλαβε από τον Ενάγοντα, ο οποίος ήταν πελάτης της, το ποσό των Λ.Κ. 1.
  2. Η δική της θέση είναι ότι το Φεβρουάριο του 2000 ο Ενάγοντας εκδήλωσε ενδιαφέρον για την αγορά μετοχών της εταιρείας Cyber Group Ltd τις οποίες η ίδια η Εναγόμενη ήταν σε θέση να του εξασφαλίσει. Στις 18.2.2000 ο Ενάγοντας κατέβαλλε στην Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.1.000 για την αγορά μετοχών της εταιρείας Cyber Group Ltd αξίας Λ.Κ. 1.
  3. Η Εναγόμενη προώθησε το αίτημά του αυτό, μαζί με άλλες Λ.Κ. 249.000 οι οποίες είχαν καταβληθεί από άλλους ενδιαφερόμενους επενδυτές, αποστέλλοντας μια λίστα με ονόματα στην εταιρεία Cyber Group Ltd. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η εταιρεία Cyber Group Ltd στις 25.10.2000 απέστειλε στην Εναγόμενη το τίτλο των μετοχών που αντιπροσώπευαν το ποσό των Λ.Κ. 250.
  4. Η Εναγόμενη τότε επικοινώνησε με τους ενδιαφερόμενους επενδυτές και πήρε απ΄ αυτούς σαφής εντολές όπως προχωρήσει εκ μέρους τους σε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για εξασφάλιση της επιστροφής των καταβληθέντων χρημάτων και καταχώρησε 2 αγωγές, για το σκοπό αυτό, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ενώ ο Ενάγοντας απέστειλε και την επιστολή ημερομηνίας 1.11.00 στην Cyber Group Ltd, με την οποία ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων του. Ήταν η θέση της ότι εκτέλεσε όλες τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε έναντι του Ενάγοντα και ότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται από την συμπεριφορά και τις ενέργειές του από την διεκδίκηση της επιστροφής του ποσού των Λ.Κ. 1.
  5. Από πλευράς προφορικής μαρτυρίας κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες, ο Ενάγοντας και ο Διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας. Ο Ενάγοντας ανέφερε, σε συντομία, τα ακόλουθα: Γνώριζε τον υπεύθυνο του γραφείου της Εναγόμενης εταιρείας στη Λάρνακα τον οποίο και επισκέφθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 για ν΄ αγοράσει μετοχές της εταιρείας Cyber Group Ltd, η οποία θα εισαγόταν στο Χρηματιστήριο. Έδωσε Λ.Κ. 1.000 στο συγκεκριμένο άτομο με την υπόσχεση ότι θα του έστελλαν τις μετοχές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 28.2.2002 που εξέδωσε επ΄ ονόματί του η Εναγόμενη εταιρεία. Έκτοτε, δεν έχει πάρει οτιδήποτε από την Εναγόμενη εταιρεία. Στη συνέχεια έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για να στείλουν επιστολή στην Εναγόμενη εταιρεία για τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας και επιστροφή του ποσού το οποίο καταβλήθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 17.4.
  6. Ήταν η θέση του ότι ακόμη και μετά την επιστολή που στάληκε από τους δικηγόρους του δεν πήρε οποιουσδήποτε τίτλους μετοχών ή τα λεφτά του και ότι δεν γνώριζε ότι οι μετοχές είχαν εκδοθεί στο όνομα της Εναγόμενης εταιρείας. Η Εναγόμενη εταιρεία του απέστειλε μια επιστολή μετά την έγερση της αγωγής στις 2.1.2003, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, με την οποία ζητούσε την εκ των υστέρων συγκατάθεσή του στις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί δηλαδή τις δικαστικές διαδικασίες εναντίον της εταιρείας Cyber Group Ltd. Όμως, ο ίδιος δεν υπέγραψε το απόκομμα της εν λόγω επιστολής. Κατά την αντεξέταση ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι είχε ενημέρωση από την Εναγόμενη εταιρεία αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εταιρεία Cyber Group Ltd σχετικά με την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο. Όμως, ισχυρίστηκε ότι ακόμα και μετά την επιστολή Τεκμήριο 3, ουδέποτε τέθηκε θέμα εγγραφής των μετοχών επ΄ ονόματί του. Αρνήθηκε ότι υπέγραψε ή και απέστειλε την εξουσιοδότηση που περιέχεται στο Τεκμήριο 3, τοποθέτηση την αποστολή της επιστολής τέλος του 2002 ή το 2003 και δήλωσε ότι έμαθε για την εγγραφή όλων των μετοχών στο όνομα της Εναγόμενης μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν έστειλε οποιαδήποτε επιστολή και δεν αποδέχθηκε ούτε γραπτά αλλά ούτε προφορικά οποιεσδήποτε ενέργειες της Εναγόμενης εταιρείας. Ο κ. Ζαχαριάδης (Μ.Υ.1), Διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας ανέφερε ότι όντως εισέπραξαν το ποσό των Λ.Κ. 1.000 από τον Ενάγοντα το οποίο και επένδυσαν σε μετοχές ιδιωτικής τοποθέτησης. Η πρακτική της Εναγόμενης εταιρείας ήταν να παίρνει τα λεφτά από τους επενδυτές και να τα στέλνει στις εταιρείες μαζί με τον κατάλογο των ονομάτων των επενδυτών. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της εταιρείας Cyber Group Ltd. Ο κ. Πέτρος Φραγκούδης, αντιπρόσωπος της Εναγόμενης στην Λάρνακα, έστειλε την λίστα με τον κατάλογο των επενδυτών, στην Εναγόμενη εταιρεία στις 18.2.
  7. Κατέθεσε την λίστα που έστειλε ο κος Φραγκούδης ως Τεκμήριο
  8. Η λίστα αυτή μαζί με μια επιταγή για το ποσό των Λ.Κ. 250.000 διαβιβάστηκε στην εταιρεία Cyber Group Ltd μαζί με τα ονόματα των προτιθέμενων επενδυτών στις 18.2.
  9. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, την διαβιβαστική επιστολή, αντίγραφο της εκδοθείσας επιταγής, την λίστα των επενδυτών και την βεβαίωση της εταιρείας Cyber Group Ltd ημερομηνίας 18.2.00 στην οποία καταγράφετο ότι η Cyber Group Ltd παρέλαβε από την Εναγόμενη εταιρεία το ποσό των Λ.Κ. 250.000 και ότι το ποσό αυτό θα χρησιμοποιηθεί για την αγορά μετοχών της εταιρείας Cyber Group Ltd με την μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης. Ισχυρίστηκε, ότι η εταιρία Cyber Group Ltd είχε προβλήματα με την αίτηση εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο και τον Οκτώβριο του 2000 εξέδωσε και απέστειλε τίτλο, για τις αγορασθείσες μετοχές, στο όνομα της Εναγόμενης εταιρείας για να αποφύγει, με αυτόν τον τρόπο, τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της από τους επενδυτές. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, τον τίτλο των μετοχών. Ήταν η θέση του ότι δεν έλαβε από τον Ενάγοντα οποιαδήποτε επιστολή που να ζητά την εγγραφή των μετοχών επ΄ ονόματί του. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την επιστολή ημερομηνίας 1.11.2000 η οποία σύμφωνα με την μαρτυρία του στάληκε σε όλους τους επενδυτές. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο η συγκεκριμένη επιστολή υπεγράφη από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή την συμπλήρωσε η κοπέλα του γραφείου τους μετά που μίλησε τηλεφωνικά με τον Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι την βρήκε από φάκελο την προηγούμενη μέρα και την έδωσε του δικηγόρου του χωρίς ο ίδιος να ξέρει τι ακριβώς σημαίνει. Λόγω του ότι η Εναγόμενη εταιρεία σταμάτησε τις εργασίες της, ως χρηματιστηριακό γραφείο, όλα τα έγγραφα μπήκαν σε κιβώτια και δεν γνωρίζει που βρίσκεται το κάθε έγγραφο. Τα γεγονότα ήταν η θέση του, τα γνωρίζει καλύτερα ο κ. Μ. Στελλάκης και ο κ. Χρ. Χρίστου, ο ένας εκ των οποίων είχε μιλήσει και με τον δικηγόρο της Εναγόμενης εταιρείας για την υπό εκδίκαση υπόθεση. Ερωτηθείς για το πώς η συγκεκριμένη επιστολή καταγράφεται στην υπεράσπιση ενώ αυτός δήλωσε ότι μόλις μια μέρα πριν την είχε βρει απάντησε ότι ήταν η πολιτική της Εναγόμενης εταιρείας να στείλει την συγκεκριμένη επιστολή σε όλους τους πελάτες της και να έχει και τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους για το συγκεκριμένο θέμα. Δεν αρνήθηκε την παραλαβή, από τον Ενάγοντα, του ποσού των Λ.Κ. 1.000 και ισχυρίστηκε ότι ο κ. Φραγκούδης, στη λίστα που διαβίβασε στις 18.2.2000, Τεκμήριο 4, κατέγραψε και τον αριθμό μετοχών που αναλογούσαν στον κάθε επενδυτή. Όμως, ο αριθμός αυτός δεν ήταν ο σωστός διότι είχε προηγηθεί προφορική επικοινωνία με την εταιρεία Cyber Group Ltd στην οποία είχε λεχθεί ότι η ανακοινωθείσα τιμή της μετοχής μπορούσε να αλλάξει, γι΄ αυτό και δεν γνώριζε, η Εναγόμενη εταιρεία, εκ των προτέρων τον αριθμό των μετοχών που αναλογούσε στον κάθε επενδυτή μέχρι και την τελική είσπραξη όλων των ποσών. Απαντώντας την ερώτηση γιατί ο τίτλος των αγορασθέντων μετοχών είχε εκδοθεί επ΄ ονόματι της Εναγόμενης εταιρείας, ανέφερε ότι κατά την άποψή του εσκεμμένα η Cyber Group Ltd εξέδωσε στο όνομα της Εναγόμενης εταιρείας τις μετοχές για ν΄ αποφύγει τις δικαστικές διαδικασίες από τους πελάτες και να έχει να κάνει μόνο με μια εταιρεία. Ισχυρίστηκε, ότι αν οι μετοχές μεταφέροντο στα ονόματα των επενδυτών και μετά έστελναν την επιστολή η Cyber Group Ltd θα εύρισκε πρόφαση να μεταβιβάσει και οι επενδυτές-πελάτες της Εναγόμενης θα έχαναν το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν την επιστροφή των χρημάτων εφόσον θα φαινόταν ως μεταγενέστερη η αγορά. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, τη σκυτάλη πήραν οι δικηγόροι για να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κος Παπαγεωργίου αποδέχθηκε την λήψη των Λ.Κ. 1.000 από τον Ενάγοντα με σκοπό την αγορά μετοχών της εταιρείας Cyber Group Ltd πλην όμως ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη εταιρεία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Ενάγοντα και ότι υπήρχε σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ τους αφού δεν ζητήθηκε, από τον Ενάγοντα, η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομά του και πληροφορήθηκε για τις ενέργειες στις οποίες η Εναγόμενη θα προέβαινε και δεν έφερε ένσταση. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του επικαλέστηκε τις πρόνοιες των άρθρων 142, 145, 146, 147 και 149 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.
  10. Κατέληξε, ότι η Εναγόμενη εταιρεία κρατούσε τις μετοχές για λογαριασμό των επενδυτών και για την προστασία τους καταχώρησε αγωγές εναντίον της Cyber Group Ltd με τις οποίες ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων των επενδυτών. Από πλευράς του, ο συνήγορος του Ενάγοντα αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη εταιρεία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του Ενάγοντα. Ήταν η θέση του ότι υπήρξε παράβαση συμφωνίας για την αγορά μετοχών αξίας Λ.Κ. 1.000 της Cyber Group Ltd και ο Ενάγοντας εξαναγκάστηκε σε τερματισμό της συμφωνίας με επιστολή του δικηγόρου του. Όμως, η Εναγόμενη εταιρεία δεν αντέδρασε στον τερματισμό αυτό. Εισηγήθηκε, ότι η Εναγόμενη εταιρεία ξεγέλασε τον Ενάγοντα παριστάνοντάς του ψευδώς ότι οι μετοχές της Cyber Group Ltd θα εισάγοντο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και χωρίς οποιοδήποτε λόγο ακόμα και μετά τον τερματισμό δεν του μεταβίβασαν τις μετοχές. Διαζευτικά, εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε πρόθεση να χαρίσει τις Λ.Κ. 1.000 στην Εναγόμενη εταιρεία και με βάση τις αρχές περί αδικαιολόγητου πλουτισμού αφού το ποσό δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή για αντάλλαγμα που στο τέλος απέτυχε θα πρέπει ν΄ επιστραφεί γιατί η Εναγόμενη εταιρεία επωφελήθηκε αδίκως. Επικαλέστηκε, προς υποστήριξη του ισχυρισμού, του το Άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  11. Έχοντας ολοκληρώσει με την προσαχθείσα μαρτυρία και τις θέσεις των μερών, προχωρώ στο έργο της αξιολόγησης και στην εξαγωγή συμπερασμάτων σ΄ ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ο Ενάγοντας μου άφησε απόλυτα θετική εικόνα ως μάρτυρας της αλήθειας. Χωρίς οποιαδήποτε υπερβολή απαντούσε με αμεσότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Με θετικότητα και σοβαρότητα έκαμε αναφορά στα γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Ο μάρτυρας της Εναγόμενης, ο κος Ζαχαριάδης, δεν μου άφησε καλή εντύπωση αφού η όλη παρουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα μου έδωσε την εντύπωση ατόμου που δεν ήθελε ν΄ αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Απέτυχε να εξηγήσει γιατί όλες οι μετοχές ενεγράφησαν στο όνομα της Εναγόμενης εταιρείας και γιατί ενώ είχαν κινήσει αγωγή στην εταιρεία Cyber Group Ltd από το 2001 παρέλειψαν να ειδοποιήσουν τον Εναγόμενο και αγνόησαν την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 17.4.2002 - Τεκμήριο 2 - και μόνο μετά την παρέλευση σχεδόν 3 μηνών από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στις 2.1.03, του απέστειλαν την επιστολή Τεκμήριο
  12. Ούτε δικαιολόγησε την εκ των υστέρων αποστολή της επιστολής. Όμως, παραδέχθηκε ότι είχε καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ. 1.000 από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη εταιρεία για να του αγοράσει μετοχές της Εταιρείας Cyber Group Ltd για το ισάξιο ποσό. Με βάση λοιπόν την μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί, τις παραδοχές των δικογράφων αλλά και τα κατατεθέντα τεκμήρια, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης: Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη εταιρεία διατηρούσε Χρηματιστηριακό γραφείο με παράρτημα στην Λάρνακα, του οποίου υπεύθυνος ήταν ο κος Πέτρος Φραγκούδης. Τον Φεβρουάριο του 2000 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο της Εναγόμενης για ν΄ αγοράσει μετοχές της εταιρείας Cyber Group Ltd και κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ. 1.000 για το οποίο εκδόθηκε απόδειξη. Το όνομά του μαζί με τα ονόματα άλλων επενδυτών στάληκε στα γραφεία της Εναγόμενης για να προωθηθεί η αίτησή του. Τα ονόματα των επενδυτών διαβιβάστηκαν στην εταιρεία Cyber Group Ltd με επιταγή για Λ.Κ. 250.000 πλην όμως η βεβαίωση είσπραξης καθώς και ο τίτλος για τις αγορασθείσες μετοχές εκδόθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης εταιρείας. Στις 27.9.00 εκδόθηκε ο τίτλος για τις αγορασθείσες μετοχές όμως, ο Ενάγοντας δεν πήρε τίτλο μετοχών στο όνομά του ακόμη και μετά την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 17.4.
  13. Μετά την καταχώριση της αγωγής η Εναγόμενη εταιρεία του απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 3 με την οποία του ζητούσε την εκ των υστέρων συγκατάθεσή του στις ενέργειές της. Όμως, ο Ενάγοντας ουδέποτε έδωσε την συγκατάθεσή του στις όποιες ενέργειες είχε προβεί η Εναγόμενη εταιρεία. Όσον αφορά την αποστολή του Τεκμηρίου 7 δεν υπήρξε μαρτυρία ότι αυτό όντως στάληκε στον Ενάγοντα. Στηριζόμενη πλέον στα πιο πάνω συμπεράσματα, προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Η απαίτηση του Ενάγοντα εδράζεται στην μεταξύ των μερών συμφωνία, η οποία ήταν παραδεκτή και από τις δύο πλευρές, για την αγορά μετοχών της εταιρείας Cyber Group Ltd αξίας Λ.Κ. 1.000 από την Εναγόμενη εταιρεία για τον Ενάγοντα. Ο λόγος αγοράς των μετοχών, από τον Ενάγοντα, ήταν η προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η Εναγόμενη εταιρεία όμως ουδέποτε αγόρασε μετοχές στο όνομα του Ενάγοντα. Αντίθετα, αγόρασε μετοχές στο όνομά της και ενώ κατείχε τίτλο μετοχών από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι και το 2003 δεν είχε μεταβιβάσει τις μετοχές στον Ενάγοντα και προχώρησε σε δικαστικά μέτρα εναντίον της Cyber Group Ltd χωρίς οποιαδήποτε έγκριση του Ενάγοντα. Διαδικασίες τις οποίες εν πάση περιπτώσει είχε εγερθεί επ΄ ονόματί της. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury´ s Laws of England, 4η έκδ., παρ. 538: «Where one party to a contract has committed a serious breach by defective performance or by repudiating his obligations under the contract, the innocent party will have the right to rescind the contract; that is to treat himself as discharged from the obligation to tender further performance, and to sue for damages for any loss he may have suffered as a result of the breach. The breach itself does not terminate the contract the innocent party having the right to elect to treat the contract as continuing or to terminate it by rescission.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ένα μέρος της συμφωνίας διαπράττει σοβαρή παραβίαση με ελαττωματική εκτέλεση ή αποκηρύσσοντας τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από το συμβόλαιο, το αναίτιο μέρος θα έχει το δικαίωμα ν΄ ακυρώσει τη σύμβαση; Δηλαδή, να θεωρεί τον εαυτό του απαλλαγμένο από οποιαδήποτε υποχρέωση να προχωρήσει σε περαιτέρω εκτέλεση της σύμβασης, και να κινήσει αγωγή για αποζημιώσεις για τις απώλειες που προέκυψαν σαν αποτέλεσμα της παραβίασης. Η παραβίαση από μόνη της δεν τερματίζει στο συμβόλαιο, το αναίτιο μέρος έχει το δικαίωμα να επιλέξει είτε να θεωρήσει το συμβόλαιο ως να υφίσταται ή να το τερματίσει με ακύρωση.» Στην υπό εξέταση υπόθεση ενώ η Εναγόμενη εταιρεία υποσχέθηκε ν΄ αγοράσει μετοχές της Cyber Group Ltd, αξίας Λ.Κ. 1.000, και να τις εγγράψει στο όνομα του Ενάγοντα δεν το έπραξε ακόμη μέχρι και σήμερα χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση του Ενάγοντα παρά το γεγονός ότι ο τίτλος των μετοχών είχε εκδοθεί από τις 27.9.00 σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 και αυτές ενεγράφησαν επ΄ ονόματί της. Από τις 27.9.00 η Εναγόμενη εταιρεία δεν προέβη σ΄ εκτέλεση της υπόσχεσης που είχε αναλάβει προς τον Ενάγοντα γι΄ αυτό και ο Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 17.4.02 - Τεκμήριο 2 - αξίωσε την επιστροφή του ποσού που είχε καταβάλει τερματίζοντας μ΄ αυτό τον τρόπο την μεταξύ τους συμφωνία. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Cheshine Fifoot & Furmston´ s "Law of Contract", 11η έκδοση στη σελίδα 531: «If the innocent party elects to treat the contract as discharged, he must make his decision known to the party in default. Once he has done this his election is final and cannot be retracted. The effect is to terminate the contract for the future as from the moment when the acceptance is communicated to the party in default ....... Thus the party in default is liable in damages both for any earlier breaches and also for the breach that has led to the discharge of the contract, but he is excused from further performance.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν το αναίτιο μέρος επιλέξει να θεωρήσει το συμβόλαιο ως τερματισθέν, θα πρέπει να κοινοποιήσει την απόφασή του στο μέρος που αθέτησε τη σύμβαση. Όταν το πράξει αυτό η επιλογή του είναι οριστική και δεν μπορεί ν΄ αποσυρθεί. Το αποτέλεσμα είναι ο τερματισμός του συμβολαίου στο μέλλον από τι στιγμή που η αποδοχή διαβιβάζεται στο υπαίτιο μέρος .......Έτσι, το υπαίτιο μέρος είναι υπεύθυνο για τις ζημιές που υπέστη το αναίτιο μέρος τόσο για οποιαδήποτε προηγηθείσα παραβίαση καθώς επίσης και για την παραβίαση που οδήγησε στην ακύρωση του συμβολαίου, αλλά απαλλάσσεται από περαιτέρω εκτέλεση.» Καταλήγω λοιπόν ότι η Εναγόμενη εταιρεία παραβίασε την μεταξύ της και του Ενάγοντα συμφωνία αφού δεν του αγόρασε μετοχές της εταιρείας Cyber Group Ltd, στο όνομά του, αλλά ούτε και πότε του μεταβίβασε τις μετοχές της εν λόγω εταιρείας που αναλογούσαν στο ποσό που είχε καταβάλει, στην Εναγόμενη, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτή η παραβίαση πηγαίνει στην ρίζα του συμβολαίου και αγγίζει την ουσία του. Ο Ενάγοντας γι΄ αυτό το λόγο νομιμοποιείτο να τερματίσει το συμβόλαιο, όπως και έπραξε με την επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο
  14. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 73

(1)του περί Συμβάσεων Νόμου και την μέχρι σήμερα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το αναίτιο μέρος στην αθέτηση της σύμβασης έχει δικαίωμα αποζημιώσεων για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη από την αθέτηση. Βλ. Χατζηκυριάκου (Μπισκότα Φρου Φρου) Λτδ ν. Χ" Ευσταθίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 305 και Tsouloftas Constructions Ltd κ.ά ν. Μυλωνά κ.ά
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Οπόταν, η Εναγόμενη εταιρεία είναι υπόλογη για τις ζημιές που υπέστη ο Ενάγοντας λόγω αυτής της παραβίασης, στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, τις οποίες ο ίδιος κατέταξε στο ποσό των Λ.Κ. 1.
  2. Η θέση της Εναγόμενης, ότι στάληκε επιστολή εκ μέρους του Ενάγοντα τον Νοέμβριο 2000 με την οποία αξιωνόταν η επιστροφή των χρημάτων του από την Cyber Group Ltd, απορρίφθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα και ο ίδιος ο κος Ζαχαριάδης (Μ.Υ.1) κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι μπορεί να μην είναι η υπογραφή του Ενάγοντα και να συμπλήρωσε το έντυπο η γραμματέας μετά που μίλησε τηλεφωνικώς με τον Ενάγοντα. Το ίδιο ισχύει και για την θέση που προωθήθηκε ότι η Εναγόμενη ενεργούσε ως εκπρόσωπος του Ενάγοντα. Η επιστολή Τεκμήριο 3, η οποία φέρει ημερομηνία 2.1.03 και στάληκε μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, στις 23.10.02, ουδέποτε επεστράφηκε στην Εναγόμενη υπογεγραμμένη έτσι ώστε να μπορεί η Εναγόμενη να θεωρεί τον εαυτό της ως αντιπρόσωπο του Ενάγοντα. Ούτε και είχε προηγηθεί οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από τα δύο μέρη που να δεικνύει ότι υπήρχε η σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, και από τις δύο πλευρές, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αυτή η σχέση μεταξύ των μερών γι΄ αυτό και δεν αποδέχομαι την θέση της Εναγόμενης εταιρείας. Κρίνω ακόμα ότι δεν μπορεί να τίθεται θέμα εγγραφής των μετοχών στον Ενάγοντα για δύο λόγους πρώτον, γιατί κάτι τέτοιο δεν αξιώθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα και δεύτερον, γιατί η συμφωνία έχει τερματιστεί από τις 17.4.
  3. Στην βάση πλέον του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας για ποσό Λ.Κ. 1.000 πλέον νόμιμο τόκο από 23.10.02 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.