ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. SAVVAKIS ANDREOU QUICK FRAMING LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 756/2002, 8 Ιουνίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 756/2002 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγοντες -και-
- SAVVAKIS ANDREOU QUICK FRAMING LTD
- Σαββάκης Ανδρέου
- Ανδρούλλα Ανδρέου
- Τώνης (Αντώνης) Ανδρέου Εναγομένων Ημερ. 8 Ιουνίου, 2006 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Α. Αργυρίδης Για τους εναγόμενους: Για Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σία κ. Ν. Τσαρδελλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων που είναι χρηματοδοτικός οργανισμός προέρχεται από συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Η διαζευκτικά προβαλλόμενη στην έκθεση απαιτήσεως συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, της οποίας η ημερομηνία διαφέρει από τη συμφωνία ενοικιαγοράς, δεν προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και ούτε προκύπτει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από το έγγραφο υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά συνέπεια δεν θα εξετασθεί. Εκείνο το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει συνοψίζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών όπως αυτές εκφράστηκαν μέσω των δικογράφων αλλά και της προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας και των τελικών εισηγήσεων τους είναι η γνησιότητα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς που φέρει ημερομηνία 25.05.
- ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Οι ενάγοντες ισχυρίζονται με τη συμφωνία αυτή ότι ενοικίασαν στη 1η εναγομένη ένα αυτοκίνητο μάρκας FORD τύπου VAN μοντέλο TRANSIT με αριθμό εγγραφής ΕΕΑ 757 (που στη συνέχεια της απόφασης μου θα αναφέρεται ως ¨το όχημα¨) με την εγγύηση, και /ή υποχρέωση και/ ή συμφωνία προς αποζημίωση και/ ή κάλυψη (indemnity) των εναγομένων 2,3 και 4 υπό συνήθεις όρους ενοικιαγοράς, με δικαίωμα αγοράς με την εξόφληση, η οποία θα γινόταν με την καταβολή εξήντα
(60)μηνιαίων δόσεων της κάθε μιας εκ Λ.Κ.115,63σ. Οι δόσεις θα άρχιζαν να καταβάλλονται από τις 25.06.1999. Η εναγομένη 1 με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς πήρε στην κατοχή της το πιο πάνω περιγραφόμενο όχημα. Λόγω μη τήρησης των όρων της πιο πάνω συμφωνίας με την καταβολή κάθε μήνα των συμφωνηθέντων δόσεων, οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδας και τους εναγομένους 2,3 και 4 ως εγγυητές της, το ποσό των Λ.Κ.5.426,57σ. πλέον τους τόκους και διατάγματα επιστροφής και πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό του πιο πάνω περιγραφομένου οχήματος, τα έσοδα εκ του οποίου να διατεθούν έναντι και/ ή προς εξόφληση των απαιτήσεων των εναγόντων και των εξόδων τα οποία επίσης αξιώνονται. Η μη συμμόρφωση των εναγομένων με τις υποχρεώσεις τους, ανάγκασαν τους ενάγοντες, ως είχαν δικαίωμα, με ασφαλισμένη επιστολή του δικηγόρου τους με ημερομηνία 24.01.2002 να τερματίσουν την ανωτέρω συμφωνία και κάλεσαν την εναγομένη 1 όπως παραδώσει αμέσως σε αυτούς το ενοικιασθέν όχημα και πληρώσουν όλα τα οφειλόμενα από αυτούς πλέον τους τόκους. Η εναγομένη 1 έκτοτε παραλείπει ή αμελεί να συμμορφωθεί. Η αποστολή της επιστολής η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 και η παραλαβή της από όλους τους εναγομένους και ο τερματισμός της συμφωνίας συμφωνήθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Σε γενικές γραμμές στην έκθεση υπερασπίσεως τους οι εναγόμενοι πλην της γενικής και ειδικής άρνησης ενός εκάστου από τους ισχυρισμούς των εναγόντων, τους οποίους καλούσαν σε αυστηρή απόδειξη, προβάλλουν ότι, η επίδικη συμφωνία είναι εικονική και ότι έστω και αν αποδειχθεί ότι το επίδικο όχημα μεταβιβάστηκε επ΄ονόματι των εναγόντων, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, η εν λόγω μεταβίβαση προωθήθηκε από τους ενάγοντες ή και η εκτέλεση της επιβλήθηκε από τους ενάγοντες στους εναγόμενους ή σε οποιονδήποτε από αυτούς στο πλαίσιο της υπό των εναγόντων προώθησης και ή κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, η οποία ήταν εικονική ή και προηγούμενων άλλων εικονικών συμφωνιών ενοικιαγοράς. Οι μεταβιβάσεις του οχήματος διενεργήθηκαν εικονικά, με σκοπό την από πλευράς των εναγόντων επιβολής στους εναγόμενους αρ. 1 ή και με σκοπό την επίτευξη από πλευράς εναγόντων δανειοδότησης των εναγομένων αρ. 1 ή και μέσω άλλου εναγομένου ή και την δανειοδότηση οποιουδήποτε από τους εναγομένους με εικονικούς όρους δήθεν ενοικιαγοράς ή και με κεφαλαιοποιημένους παράνομους τόκους υπό την μορφή δήθεν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς ή και με παράνομους γενικά τόκους. Η κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς προωθήθηκε από τους ενάγοντες ή και επιβλήθηκε από τους ενάγοντες στους εναγομένους με σκοπό όπως το προϊόν της χρηματοδότησης ή και του δανείου χρησιμοποιηθεί όπως και πράγματι χρησιμοποιήθηκε ως ακολούθως: (ι) για την εξόφληση υπολοίπου της επίσης εικονικής προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς με αριθμό 3328783 ή και του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού των εναγομένων αρ. 1 εκ Λ.Κ.340,00. (
- ii)για την πληρωμή Λ.Κ.124,23σ. στον λογαριασμό των εναγομένων 1 με αριθμό 067-11-001721 στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, (iii) με τη πληρωμή ή και εξόφληση του λογαριασμού των εναγομένων αρ. 1 στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με αρ. 097-12-003523 εκ Λ.Κ.4.450,27σ. και (
- iv)με την χρέωση των εναγομένων αρ. 1 με Λ.Κ.85= ως δήθεν έξοδα χρηματοδοτήσεως που στην πραγματικότητα αποτελούσαν εξ ολοκλήρου ή και κατά το μεγαλύτερο τους μέρος έμμεση χρέωση παρανόμων τόκων. Αναφορά σε περαιτέρω ισχυρισμούς των δικογράφων θα κάμω και στη συνέχεια της απόφασης μου, όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Την απαίτηση τους οι ενάγοντες προσπάθησαν να αποδείξουν με προφορική μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων και την εκ μέρους τους παρουσίαση διαφόρων εγγράφων που αφορούσαν την επίδικη συμφωνία ως τεκμηρίων. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε προφορικά μόνο ο Εναγόμενος 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα, εφόσον ενάγεται ως εγγυητής, αλλά και ως διευθυντής της εναγομένης 1. Ο Μάρκος Μάρκου (Μ.Ε.1), ελεγκτής οδικών μεταφορών Λάρνακας - Αμμοχώστου, είχε στη κατοχή του τον φάκελο που τηρούσε το τμήμα του για το ανωτέρω περιγραφόμενο όχημα. Το όχημα όπως εξήγησε είχε εγγραφεί αρχικά στις 13.09.1995 επ΄ ονόματι των εναγόντων ως χρηματοδοτικού οργανισμού και της 1ης εναγομένης λόγω ενοικιαγοράς. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος και ως Τεκμήριο 3 πιστό αντίγραφο πιστοποιητικού σύστασης της 1ης εναγομένης, έγγραφα που τηρούνται στο αρχείο του τμήματος του. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 4 έως 7 τέσσερις διαδοχικές μεταβιβάσεις του πιο πάνω αυτοκινήτου που έγιναν στις 24.05.1999, αρχικά επ΄ ονόματι της 1ης εναγομένης ως απόλυτης ιδιοκτήτριας, ακολούθως στον 2ο εναγόμενο ως απόλυτου ιδιοκτήτη, στη συνέχεια στους ενάγοντες και τέλος ως συνιδιοκτήτες στους ενάγοντες και στην 1η εναγομένη. Για όλες αυτές τις μεταβιβάσεις πλην της 1ης για την οποία δεν προβλέπονταν, καταβλήθηκαν τα νενομισμένα τέλη. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι μπορούσε να διακρίνει ποια ήταν η σειρά των μεταβιβάσεων παρόλο ότι αυτές είχαν γίνει την ίδια ημέρα και αυτή ήταν η σειρά στην οποία αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του. Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 2, το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος που εξεδόθη από το τμήμα δεν κατεγράφησαν οι μεταβιβάσεις που έγιναν με το Τεκμήριο 4 και στη συνέχεια με τα Τεκμήρια 5 έως και 7, εξήγησε ότι δεν είναι η πρακτική να καταγράφονται σε αυτό κάθε φορά οι μεταβιβάσεις που γίνονται ενός αυτοκινήτου. Εξήγησε ακόμα ότι στο φάκελο που τηρείται στο τμήμα του καταχωρείται το ιστορικό των μεταβιβάσεων ενός οχήματος και δεν καταχωρείται κάθε φορά αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής. Αυτό δίδεται στον ιδιοκτήτη και σε αυτό δεν εμφαίνονται οι μεταβιβάσεις που προηγήθηκαν. Όμως, εφόσον οι μεταβιβάσεις έγιναν στη Λευκωσία, δεν μπορούσε να ξέρει με ακρίβεια την τακτική που ακολουθεί το εκεί τμήμα της υπηρεσίας του. Σε υποβολή ότι δεν έγινε η μεταβίβαση που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 4 διότι εάν είχε γίνει αυτή θα αναγραφόταν στο Τεκμήριο 2, επανέλαβε ότι δεν γνώριζε την πρακτική που ακολουθούσαν στη Λευκωσία. Σύμφωνα όμως με τις καταχωρήσεις που φαίνονται στο φάκελο του, φαίνεται ότι έγινε αυτή η μεταβίβαση όπως και οι άλλες που ακολούθησαν. Εν πάση περιπτώσει υπάρχει βεβαίωση του Εφόρου η οποία καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 8 όπου σε αυτή αναφέρεται ότι από το 1995 μέχρι σήμερα εξακολουθούν να είναι συνιδιοκτήτες οι ενάγοντες και η εναγομένη 1. Δεν δέχθηκε τη θέση του συνηγόρου των εναγομένων ότι δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη μεταβίβαση του οχήματος από τις 13.09.1995 μέχρι και σήμερα και προς τούτο επικαλέστηκε τις μεταβιβάσεις που εμφαίνονται επί του φακέλου που τηρεί το τμήμα του τα Τεκμήρια δηλαδή 4 έως και 7. Κατά την επανεξέταση του συμφώνησε ότι η εικόνα που παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 8 είναι διαφορετική από αυτή που φαίνεται στο φάκελο που τηρεί το τμήμα του και αυτό διότι σε αυτό δεν εμφαίνονται οι πράξεις που είχαν γίνει το 1999. Ο Αλέκος Πολυκάρπου (Μ.Ε.2) είναι ο υπεύθυνος αρχείου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με έδρα του τη Λευκωσία. Εξήγησε και αυτός το ιστορικό του οχήματος. Αυτό ενεγράφη στο μητρώο εγγραφής οχημάτων στις 13.09.1995 επ΄ονόματι της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και στην 1η εναγομένη ως ενοικιαγοραστή. Στις 24.05.1999 το όχημα μεταβιβάστηκε κατ΄ απόλυτη ιδιοκτησία στην 1η εναγομένη, ακολούθως κατά απόλυτη ιδιοκτησία στον 2ο εναγόμενο, στη συνέχεια κατά απόλυτη ιδιοκτησία στους ενάγοντες και τέλος στους ενάγοντες και στη 1η εναγομένη η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εγγεγραμμένη ως ενοικιαγοραστής του οχήματος. Στο Τεκμήριο 2 που είναι το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος δεν φαίνονται οι άλλες μεταβιβάσεις πλην της αρχικής εγγραφής στις 13.09.1995. Εξήγησε ότι προχωρούσαν με αυτές τις εγγραφές χωρίς την παρουσίαση του τίτλου οπότε και εξέδιδαν νέο τίτλο στον οποίο φαινόταν μόνο ο τελευταίος ιδιοκτήτης. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι οι μεταβιβάσεις που έγιναν και αφορούν το επίδικο όχημα εμφαίνονται επί του φακέλου που τηρείται στο τμήμα τους που εδρεύει στη Λευκωσία. Τις πράξεις που έγιναν στις 24.05.1999 τις είχε διεκπεραιώσει η συνάδελφος του Ξένια Μιχαηλίδου. Ως υπεύθυνος του αρχείου και για τη φύλαξη του φακέλου του επίδικου οχήματος, όσα αναφέρει προέρχονται από στοιχεία καταχωρημένα στο φάκελο εφόσον όλες οι μεταβιβάσεις καταχωρούνται στο φάκελο που τηρείται προς αυτόν το σκοπό. Δεν μπορούσε να ξέρει ποιος ήταν εκείνος που είχε πάρει τις φόρμες για να γίνουν οι πράξεις στις 24.05.1999. Στις 24.05.1999 εκδόθηκε νέο πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος το οποίο δείχνει την τελευταία πράξη μεταβίβασης που έγινε, δείχνει δηλαδή ως ιδιοκτήτες τους ενάγοντες και ως ενοικιαγοραστή την εναγομένη 1. Όταν συμβεί να γίνουν την ίδια ημέρα μεταβιβάσεις εκδίδεται ένας τίτλος επ΄ονόματι του τελευταίου εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Για κάθε μεταβίβαση καταβάλλονταν τα καθορισμένα τέλη. Το τμήμα διατηρεί τον αρχικό πρωτότυπο τίτλο που εκδίδεται για κάθε αυτοκίνητο για σκοπούς αρχείου. Οι πράξεις που είχαν γίνει στις 24.05.1999 δηλαδή οι διαδοχικές μεταβιβάσεις του οχήματος εμπίπτουν σε πρακτική που ακολουθείται πολλές φορές από τις τράπεζες. Ο Ευάγγελος Μεστιτζιής (Μ.Ε.3) είναι ο προϊστάμενος υπηρεσίας παρακολούθησης λογαριασμών στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, των εναγόντων, στη Λάρνακα. Το επίδικο έγγραφο ενοικιαγοράς το είχε στη κατοχή του και το κατέθεσε ως Τεκμήριο 9. Δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας, κοντά του είχε πάει υπογεγραμμένη και ως αρμόδιος την είχε ελέγξει και βρήκε ότι ήταν εντάξει. Για το εν λόγω συμβόλαιο είχαν εκδοθεί δύο τιμολόγια, στο ένα φαινόταν πωλητής ο 2ος εναγόμενος και αγοραστές οι ενάγοντες για ποσό Λ.Κ.5.000=. Σε άλλο τιμολόγιο εμφανίζονταν οι ενάγοντες ως πωλητές και ως αγοράστρια η εναγομένη 1. Τα τιμολόγια αυτά κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα. Μετά από τον έλεγχο του συμβολαίου οι ενάγοντες προχώρησαν με την χρηματοδότηση της εναγομένης 1 για το ποσό των Λ.Κ.5.000= και επιπλέον με δικαιώματα ενοικιαγοράς Λ.Κ.1.937,50σ. Ο 2ος εναγόμενος ως διευθυντής της 1ης εναγομένης τους έδωσε γραπτή εξουσιοδότηση, το Τεκμήριο 12, για το πως θα έπρεπε να κατανέμουν το ποσό της χρηματοδότησης του. Με βάσει αυτή την εξουσιοδότηση προχώρησαν στις ακόλουθες πράξεις: (α) Με το ποσό των Λ.Κ.340,00 εξοφλήθηκε προηγούμενη συμφωνία ενοικιαγοράς που αφορούσε το ίδιο όχημα, (β) το ποσό των Λ.Κ.124,23σ. κατατέθηκε σε λογαριασμό της εναγομένης 1, (γ) με το ποσό των Λ.Κ..4.450,27 εξοφλήθηκε δάνειο της εναγομένης 1 προς τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ , (δ) το ποσό των Λ.Κ. 85,50 χρεώθηκε ως έξοδα. Για όλες αυτές τις πράξεις διέθετε αποδείξεις τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 13, 13(α)14,15 και 15(α). Ο ίδιος εντός των καθηκόντων του παρακολουθούσε τη πορεία του συμβολαίου και όταν διαπίστωσε ότι δεν καταβάλλονταν οι συμφωνημένες δόσεις έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους για να τερματίσει τη συμφωνία. Εξήγησε ότι μέχρι την 24.01.2002 είχαν καταβάλει Λ.Κ.1.520,93σ. και έκτοτε δεν είχαν πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό. Πιστοποιητικό με βάσει το Άρθρο 35 παρ. 3 του περί Αποδείξεως Τροποποιητικού Νόμου Ν. 32
(1)/2004 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16 και ως Τεκμήριο 17 κατατέθηκε η κατάσταση λογαριασμού η οποία δεικνύει το υπόλοιπο στις 23.01.2006 το οποίο ανερχόταν σε Λ.Κ.5.499,07σ. το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η επίδικη χρηματοδότηση θα πρέπει να είχε εγκριθεί από τον διευθυντή του καταστήματος τους. Ο ίδιος δεν είχε δει τους εναγόμενους κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ούτε και ξέρει με ποιους από τους συναδέλφους του είχαν μιλήσει. Η επίδικη συμφωνία όπως δείχνουν τα τεκμήρια που κατατέθηκαν είχε γίνει για να εξοφληθούν άλλες υποχρεώσεις των εναγομένων. Ήταν ο ίδιος που είχε ελέγξει τα έγγραφα που υπεγράφησαν και το ποσό της χρηματοδότησης καταβλήθηκε από άλλο συνάδελφο του. Δεν είχε υπόψη του τις μεταβιβάσεις που είχαν γίνει από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων εφόσον την όλη διαδικασία καταρτισμού της συμφωνίας την χειρίστηκαν άλλοι συνάδελφοι του. Εξήγησε την λειτουργία κάποιου εσωτερικού λογαριασμού της Τράπεζας όπου κατατίθενται αρχικά τα χρήματα χρηματοδότησης σε παρόμοιες περιπτώσεις και ακολούθως κατανέμονται σε διάφορους λογαριασμούς κατά την επιθυμία του πελάτη. Τα έγγραφα κοντά του θα πρέπει να είχαν πάει κατά την ημερομηνία που φέρουν αυτά, εφόσον αυτή είναι η συνήθης πρακτική. Όπως φαίνεται από το έγγραφο η συνάδελφος του Λίζα Μήλου η οποία εργάζεται στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, αδελφή εταιρεία των εναγόντων με την οποία συνεργάζονται στενά, είναι αυτή που επιμαρτυρεί τις υπογραφές. Όπως υποθέτει, αφού συμπληρώθηκε το έγγραφο θα στάλθηκε κοντά τους για να γίνει η διευθέτηση των πληρωμών. Παραδέχθηκε ότι τον είχε επισκεφθεί ο 2ος εναγόμενος για να μιλήσουν για τις καθυστερημένες δόσεις του. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 4-7 ανέφερε ότι αυτά τα είχε υπογράψει ο διευθυντής του Φίλιππος Φιλίππου και δεν θυμόταν εάν αυτά είχαν επισυναφθεί πάνω στο συμβόλαιο. Ο ίδιος είχε ελέγξει μόνο το συμβόλαιο, τα υπόλοιπα έγγραφα θα πρέπει να τα είχαν ελέγξει συνάδελφοι του στο τμήμα διεκπεραίωσης συμβολαίων. Το συμβόλαιο ενοικιαγοράς το οποίο είχε εξοφληθεί σύμφωνα με το Τεκμήριο 13(α) αφορά το ίδιο πιο πάνω αυτοκίνητο και είχε εξοφληθεί με την κατάρτιση της νέας συμφωνίας. Σε σχέση με τις ημερομηνίες που φέρουν οι μεταβιβάσεις και την ημερομηνία του συμβολαίου ανέφερε ότι εφόσον οι μεταβιβάσεις είχαν γίνει στις 24 του μήνα τότε το συμβόλαιο θα είχε γίνει από πριν. Οι πράξεις που έγιναν για τη μεταβίβαση του οχήματος την ίδια ημέρα εξυπηρετούσαν στο να καταφανεί ότι ο 2ος εναγόμενος που ήταν ο έμπορος θα έπρεπε να καταστεί ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Η διευθέτηση αυτή υπολογίζει να είχε γίνει εκ μέρους του 2ου εναγομένου ο οποίος είναι διευθυντής και μέτοχος της 1ης εναγομένης. Αυτός ήταν που υπέγραψε ότι ήθελε το ποσό των Λ.Κ.5.000= το πως θα το χρησιμοποιούσε το ποσό αυτό δεν ενδιέφερε τους ενάγοντες. Δεν γνώριζε, όπως ήταν η υποβολή της πλευράς των εναγομένων, εάν ήταν οι ενάγοντες που είχαν εισηγηθεί αυτή τη διευθέτηση που είχε ως αποτέλεσμα τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας εφόσον δεν συμμετείχε στις διαβουλεύσεις που οδήγησαν στην κατάρτιση της συμφωνίας. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι μεταβιβάσεις του αυτοκινήτου που έγιναν στις 24.05.1999 ήταν ψεύτικες και διερωτήθηκε πως τις αποδέχθηκε ο Έφορος εάν πράγματι ήταν τέτοιες. Αποκάλεσε εικασίες την εισήγηση περί εικονικότητας της συμφωνίας. Παραδέχθηκε ότι τις φόρμες Τεκμήρια 4-7 είναι η ενάγουσα που φροντίζει κατά τη συνήθη τακτική της και στέλλονται στον Έφορο για να γίνουν οι πράξεις και αυτό προς διευκόλυνση των πελατών τους. Σε υποβολή ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική και αποσκοπούσε σε χρέωση τόκων πέραν του ποσοστού των 18% ανέφερε ότι υπήρχαν δικαιώματα 7.75% στη συναφθείσα συμφωνία και όχι τόκος 18% και διαφώνησε ότι η συμφωνία ήταν εικονική, εκείνο το οποίο έγινε ήταν η εξυπηρέτηση του πελάτη ο οποίος εισηγήθηκε αυτή τη διευθέτηση καθότι έτσι θα τον βόλευε. Η συμπλήρωση συμφωνιών ενοικιαγοράς μπορεί να γίνεται και σε καταστήματα της Τράπεζας, η έγκριση τους όμως δίδεται πάντοτε από το Τμήμα τους. Το τι ειπώθηκε μεταξύ του εναγομένου 2 και αυτών που συνέταξαν το έγγραφο δεν μπορούσε να ξέρει. Παραδέχθηκε ότι υπάρχει στενή συνεργασία των εναγόντων με την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα εφόσον είναι αδελφές εταιρείες και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών, όμως αρνήθηκε ότι σε συνεργασία προωθούν εικονικές συμφωνίες με ανύπαρκτα αντικείμενα. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του Μ.Ε. 4 Νίκου Σοφοκλέους η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 18, το 1999 ήταν ο διευθυντής της ενάγουσας στη Λάρνακα και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Είχε επικοινωνήσει μαζί του ο υπεύθυνος του καταστήματος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ της Λεωφόρου Αρτέμιδος και τον πληροφόρησε ότι αποτάθηκε κοντά του ο 2ος εναγόμενος και του ζητούσε να προσφέρει το αυτοκίνητο του με αριθμό εγγραφής ΕΕΑ 757 Ford Transit Van για διακανονισμό των υποχρεώσεων του στη Τράπεζα. Επειδή η Τράπεζα δεν προσφέρει τέτοιες διευκολύνσεις με εξασφάλιση αυτοκίνητου, του υπέδειξε ότι το αρμόδιο τμήμα είναι η Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις. Υπέδειξε στον ανωτέρω υπεύθυνο του καταστήματος, εφόσον ήταν κοντά τους οι ενδιαφερόμενοι να συμπληρώσει το συμβόλαιο ενοικιαγοράς παίρνοντας τα αναγκαία στοιχεία και να του το αποστείλει για έγκριση, όπως και έγινε. Αφού αξιολόγησε το έγγραφο το ενέκρινε και έδωσε οδηγίες στο αρμόδιο τμήμα να το διεκπεραιώσει. Από το ποσό που είχε ζητήσει των Λ.Κ.5.000= με γραπτές οδηγίες του ίδιου του 2ου εναγομένου, εξόφλησαν το υφιστάμενο χρέος του αυτοκινήτου και το υπόλοιπο ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμούς που τους υπέδειξε ο 2ος εναγόμενος. Το κατάστημα της Λεωφόρου Αρτέμιδος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ υπάγεται στο Κεντρικό Κατάστημα και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα έγγραφα τελικά να συμπληρώθηκαν σε εκείνο το κατάστημα. Ο λόγος που είχαν πάει σε κατάστημα της Τράπεζας οι εναγόμενοι, από ότι είχε πληροφορηθεί ήταν για να κανονίσουν τις υποχρεώσεις τους για κάποιο δάνειο που είχαν στην τράπεζα προσφέροντας αυτοκίνητο ως εγγύηση του. Από ότι θυμόταν επρόκειτο για κάποια υπόλοιπα δανείων περίπου Λ.Κ.3.500-Λ.Κ.4.
- Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν οι ίδιοι οι ενάγοντες που είχαν εισηγηθεί στους εναγόμενους να κάμουν αυτή την διευθέτηση με τη σύναψη συμφωνίας ενοικιαγοράς, εφόσον οι ενάγοντες δεν ήξεραν ποιες ήταν οι προθέσεις του και εφόσον αυτός πρόσφερε για εξασφάλιση αυτοκίνητο και η Τράπεζα δεν αποδεχόταν κάτι τέτοιο για την εξασφάλιση εμπορικού δανείου θα πρέπει να ήταν δική του απόφαση να προχωρήσει με την συμφωνία ενοικιαγοράς. Δεν μπορούσε να ξέρει εάν υπήρχαν εξασφαλίσεις για το προηγούμενο δάνειο και σε υποβολή ότι δεν υπήρχαν, ανέφερε ότι για τη νέα χρηματοδότηση, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να υπάρξει εξασφάλιση. Δεν είχαν αυτοσκοπό οι ενάγοντες να μεθοδεύσουν αυτή τη μορφή δανειοδότησης της εναγομένης 1 με σκοπό να χρεώσει τόκους πέραν των επιτρεπομένων. Η Τράπεζα, ανέφερε, δεν έχει ανάγκη να πλάθει ιστορίες για να αποκομίζει περισσότερα κέρδη. Το αυτοκίνητο ήταν αρκετή εξασφάλιση γι΄αυτούς, πέραν δε αυτού υπήρχαν και οι προσωπικές εγγυήσεις. Η εμπειρία που διέθεταν, τους επέτρεπε να γνωρίζουν την αξία ενός αυτοκινήτου γνωρίζοντας την ηλικία του και παίρνοντας ως δεδομένο ότι ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση. Προς τούτο πιστώνουν με καλοπιστία τις δηλώσεις των πελατών τους για την αξία ενός αντικειμένου που προτείνουν για χρηματοδότηση του. Δεν αρνήθηκε ότι η χρηματοδότηση αποσκοπούσε την εξόφληση δανείου προς την Τράπεζα αλλά πριν γίνει αυτό θα έπρεπε να εξοφληθεί και το προηγούμενο συμβόλαιο χρηματοδότησης του οχήματος προς αυτούς, όπως ήταν οι οδηγίες του πελάτη. Αναφέρθηκε και αυτός στη διαδικασία που έγινε για την εξόφληση του προηγούμενου συμβολαίου με κάποιες χρεώσεις και πιστώσεις λογαριασμών που έγιναν. Με την ολοκλήρωση της πράξης είχε εξοφληθεί και ο παλιός λογαριασμός. Αρνήθηκε υποβολή ότι το επίδικο όχημα δεν είχε την αξία για την οποία έγινε η χρηματοδότηση του καθώς με βάσει τα στοιχεία που διαθέτουν μπορούσαν να θεωρήσουν ότι το ποσό των Λ.Κ.5.000= θα ήταν μια ικανοποιητική αξία για το υπό χρηματοδότηση όχημα. Δεν είχε μιλήσει ο ίδιος με τον 2ο εναγόμενο και δεν γνωρίζει εάν είχε μιλήσει με οποιονδήποτε του τμήματος του. Τα έγγραφα όταν είχαν πάει στο κατάστημα του τα χειρίστηκε ο ίδιος εφόσον ήταν αυτός που είχε δώσει τις αρχικές οδηγίες και στη συνέχεια έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες για ολοκλήρωση της πράξης. Τα έγγραφα όταν έφτασαν σε αυτόν ήταν συμπληρωμένα και συνοδεύονταν από όλα τα αναγκαία συνοδευτικά τους. Εξήγησε την διαφορά που παρουσιάζεται στις ημερομηνίες που φέρουν τα τεκμήρια και τη σειρά που ακολουθήθηκε. Αρνήθηκε υποβολή ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εικονική και ως εκ τούτου παράνομη. Η συμφωνία δεν υπέκρυπτε οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους τους για χρέωση παράνομων τόκων. Για τους εναγόμενους κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος
- Η γραπτή του δήλωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σε αυτή αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής της εναγομένης 1 και είχε υπογράψει την επίδικη συμφωνία εκ μέρους της αλλά και ως εγγυητής της. Είχε κληθεί από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ στην οποία διατηρούσε κάποιο δάνειο η εταιρεία του για να συζητήσουν σε σχέση με τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε. Είχε συναντήσει στο κατάστημα στο οποίο μετέβη την Λίζα Μήλου, που ήταν υπάλληλος της τράπεζας, η οποία τον κάλεσε να εξοφλήσει το δάνειο του, διαφορετικά θα ελάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Της εισηγήθηκε να του παραχωρήσουν νέο δάνειο με χαμηλότερη δόση για να εξοφλήσει το παλιό και αφού αυτή έλαβε οδηγίες από τον προϊστάμενο της, του ανέφερε ότι θα μπορούσαν να του παραχωρήσουν δάνειο μέσω των εναγόντων. Συμφώνησε με την εισήγηση και ακολούθως η Λίζα Μήλου του εισηγήθηκε να χρησιμοποιηθεί κάποιο όχημα του ως το αντικείμενο το οποίο θα χρηματοδοτείτο. Της πρότεινε το επίδικο όχημα το οποίο ήταν ήδη εγγεγραμμένο στους ενάγοντες και στην εταιρεία του, εναγομένη 1, με βάση προηγούμενη συμφωνία ενοικιαγοράς του
- Στη συνέχεια η πιο πάνω, σε επικοινωνία που είχε με τους ενάγοντες του ανέφερε ότι με τη συμφωνία που θα κατάρτιζαν θα έπρεπε να εξοφλείτο και το υπόλοιπο της προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς και ο ίδιος συμφώνησε. Η πιο πάνω ετοίμασε τα έγγραφα Τεκμήρια 4,5,6,7,9,10,11,12 τα οποία υπέγραψε στις 24.05.1999 στην παρουσία της. Οι εναγόμενοι 3 και 4 την ίδια ημέρα στο υποκατάστημα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και στη παρουσία της Λίζας Μήλου υπέγραψαν το Τεκ. 9 δηλαδή τη συμφωνία. Με αυτό τον τρόπο καταρτίστηκε η επίδικη συμφωνία για το ποσό των Λ.Κ.5.000=. Το ποσό αυτό καθορίστηκε όχι με βάση την αξία του οχήματος τον επίδικο χρόνο αλλά με βάση τις υποχρεώσεις του προς την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και προς τους ενάγοντες και προς τούτο εξοφλήθηκαν προηγούμενο του δάνειο και το υπόλοιπο ενοικιαγοράς για το ίδιο αυτοκίνητο. Περαιτέρω προστέθηκε και το ποσό των Λ.Κ.85,00 που αφορούσε τα έξοδα των εναγόντων για την διεκπεραίωση αυτής της διευκολυντικής χρηματοδότησης του, όπως του την είχαν χαρακτηρίσει. Το εναπομείναν ποσό κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας του έτσι που να συμπληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.5.000=. Δεν είχε πρόθεση να πωλήσει στην εταιρεία του, την εναγομένη 1, το επίδικο όχημα όπως παρουσιάζεται στην συμφωνία και αυτό το γνώριζαν οι ενάγοντες. Η υπογραφή εκ μέρους του των Τεκμηρίων 4,5,6 και 7 στις 24.05.1999 καθώς και οι μεταβιβάσεις που αφορούσαν το επίδικο όχημα οι οποίες έγιναν την ίδια ημέρα, έγιναν μετά από υπόδειξη της Λίζας Μήλου για να μπορεί να προχωρήσει όπως του είχε αναφέρει ο καταρτισμός της επίδικης συμφωνίας και να φαίνεται ότι δήθεν ήταν ιδιοκτήτης για να μπορεί να το πωλήσει στην εταιρεία του μέσω των εναγόντων. Οι μεταβιβάσεις που αναφέρονται στα Τεκμήρια 4,5,6 και 7 δεν αποτελούσαν σε καμιά περίπτωση πραγματική πρόθεση μεταβίβασης της κυριότητας του οχήματος και δεν είχε με τους ενάγοντες πρόθεση κατάρτισης γνήσιας συμφωνίας ενοικιαγοράς, όπως την χαρακτήριζαν οι ενάγοντες. Αποτέλεσμα της μη παραχώρησης στην εταιρεία του δανείου, όπως είχε ζητήσει, αλλά καταρτισμός συμβολαίου ενοικιαγοράς ήταν να επιβαρυνθεί με τόκο άνω του 18% ενώ σε αντίθετη περίπτωση με τη παροχή δανείου θα επιβαρυνόταν με τόκο μέχρι 9% που ήταν τότε το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο. Για όλους αυτούς τους λόγους ζητά απόρριψη της αγωγής καθ΄ότι αφορούσε εικονική συμφωνία η οποία έδιδε το δικαίωμα στους ενάγοντες να τον χρεώνουν τόκους περισσότερους από όσους εδικαιούνταν. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι όταν είχε συναντήσει τη Λίζα Μήλου και συζήτησαν το θέμα που προέκυπτε, αυτή είχε συζητήσει το θέμα με τον διευθυντή της αλλά δεν την είχε αντιληφθεί να έχει επικοινωνία η ίδια με άλλο τμήμα. Όταν του εισηγήθηκε να του κάμουν χρηματοδότηση, αυτός της είπε ότι δεν ήθελε χρήματα αλλά της ζήτησε δάνειο για να διευθετήσει τις υπάρχουσες υποχρεώσεις του. Ήταν η Λίζα που του είχε προτείνει την χρηματοδότηση. Δεν είχε εκλογή και έτσι αποδέχτηκε την εισήγηση της. Αργότερα του είχαν φωνάξει για τις υπογραφές. Ούτε που κοίταξε τα έγγραφα που του είχε δώσει να υπογράψει, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του σαν βλάκα που δεν το έκαμε. Δεν μπορούσε να ξέρει την αξία του αυτοκινήτου του κατά τον επίδικο χρόνο και σε υποβολή ότι ήταν αξίας τουλάχιστον Λ.Κ.5.000= ανέφερε ότι δεν μπορούσε να ξέρει. Όταν είχε ζητήσει εξηγήσεις γιατί έπρεπε να γίνουν οι μεταβιβάσεις του αυτοκινήτου, του είπαν ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Παραδέχθηκε ότι πήρε το ποσό των Λ.Κ.5.000= για το οποίο είχε γίνει η χρηματοδότηση του. Οι υπάλληλοι που ανέλαβαν να τον εξυπηρετήσουν χειρίστηκαν μόνοι τους τα έγγραφα. Παρόλο ότι υπέγραψε την εξουσιοδότηση, Τεκμήριο 12, εντούτοις δεν την είχε διαβάσει. Συμφώνησε όμως ότι με αυτή τη δήλωση εξουσιοδοτούσε τους ενάγοντες να διαθέσουν το ποσό της χρηματοδότησης, όπως και έκαμαν. Επικαλέστηκε την δύσκολη θέση στην οποία είχε βρεθεί την οποία εκμεταλλεύτηκαν οι ενάγοντες για να τον χρηματοδοτήσουν χρεώνοντας τον με τόκο πέραν του 18%. Του είχαν βάλει τα έγραφα σε ένα γραφείο και κάθισε και τα υπέγραψε χωρίς να τα κοιτάξει και χωρίς να ξέρει τι υπέγραφε καθώς εμπιστευόταν την τράπεζα. Ήταν αργότερα που ¨ξύπνησε ¨ όπως ανέφερε και αντιλήφθηκε ότι οι ενάγοντες τον ξεγέλασαν ενώ ευρισκόταν κάτω από ψυχολογική πίεση. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι ήξερε πολύ καλά ότι υπέγραφε συμβόλαιο ενοικιαγοράς και όχι δανείου, επιμένοντας ότι ήταν δάνειο που είχε ζητήσει. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους έκαμαν αναφορά τόσο στην μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική και έγγραφη όσο και σε νομολογία, επισημαίνοντας ο καθένας σημεία τα οποία συνηγορούν υπέρ της δικαίωσης των θέσεων τους. Οι επισημάνσεις τους θα τύχουν σχολιασμού στη συνέχεια της απόφασης μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην κατάληξη μου σε ευρήματα όπως και στη νομική πτυχή της υπόθεσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Οι Μ.Ε. 1 και 2 δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Παρέθεσαν με αντικειμενικό τρόπο τα στοιχεία από τους φακέλους που τηρούνται στα γραφεία τους ως της αρμόδιας κυβερνητικής υπηρεσίας όπου τηρούνται στοιχεία για τις μεταβιβάσεις των μηχανοκινήτων οχημάτων και αφορούσαν τις μεταβιβάσεις που έγιναν για το επίδικο όχημα. Η μαρτυρία τους στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Για το τμήμα τους δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό εάν μέσα σε μια ημέρα διενεργηθούν αλλεπάλληλες μεταβιβάσεις ενός οχήματος αρκεί να καταβάλλονται τα νενομισμένα τέλη όπως και έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Ο Μ.Ε.3 Μεστιτζιής και αυτός με τη σειρά του παρέθεσε στοιχεία που βρίσκονταν στο αρχείο της Τράπεζας. Αναφέρθηκε στον έλεγχο της συμφωνίας που ως αρμόδιος υπάλληλος διενήργησε και την μετέπειτα πορεία της συμφωνίας. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν θέλησε να αποκρύψει την αλήθεια για όσα προέκυπταν από τα στοιχεία που τηρούσε η τράπεζα αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, η οποία για τον ίδιο είχε συναφθεί σύμφωνα με τους κανονισμούς και το νόμο και σε καμιά περίπτωση δεν αποσκοπούσε στο να επιβαρυνθούν οι εναγόμενοι με παράνομους τόκους ή δικαιώματα. Αν φάνηκε κάποιες στιγμές από την επίμονη αντεξέταση του και τις συνεχείς υποβολές ότι επρόκειτο για μια εικονική συμφωνία να δυσανασχετεί, αυτό το γεγονός από μόνο του δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία του και για την αλήθεια των όσων έλεγε. Εξάλλου η όποια δυσανασχέτηση, όπως ανέφερα πιο πάνω, κινήθηκε μέσα σε πλαίσια κοσμιότητας. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του όσον αφορά την κίνηση του λογαριασμού που ανοίχθηκε για τη συμφωνία, το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων όπως εξάλλου καταγράφεται στο Τεκμήριο 17 και ότι το όχημα εξακολουθεί να το κατέχει η εναγομένη 1, όπως και για την εξαγωγή των υπόλοιπων συμπερασμάτων μου. Την ίδια εντύπωση μου προκάλεσε και ο Μ.Ε. 4 Σοφοκλέους. Ήταν αυτός που είχε γνώση και έδωσε τις οδηγίες για την σύναψη της επίδικης συμφωνίας ως υπεύθυνος, τότε, του γραφείου των εναγόντων στη Λάρνακα. Πουθενά στη μαρτυρία του και κυρίως κατά την αντεξέταση του δεν διαπίστωσα ότι ήθελε να αποκρύψει από το Δικαστήριο οτιδήποτε σε σχέση με την σύναψη της συμφωνίας, τι προηγήθηκε αυτής και πως αυτή εξελίχθηκε. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και στην μαρτυρία του μπορώ να βασιστώ και την δέχομαι. Η αντίφαση όπως επισημάνθηκε από τον κ. Τσαρδελλή ότι δηλαδή ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι ολόκληρο το ποσό της χρηματοδότησης κατατέθηκε αρχικά στον εσωτερικό λογαριασμό που τηρούν οι ενάγοντες, ενώ ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι ήταν μόνο το ποσό των Λ.Κ.340,00 που προοριζόταν για εξόφληση του προηγούμενου συμβολαίου δεν κρίνω ότι είναι αποφασιστικής σημασίας. Και οι δύο είχαν απαντήσει σχετικά με αυτό το θέμα χωρίς να διαθέτουν ενώπιον τους τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τα συμβουλευθούν, δεν πιστεύω ότι αποσκοπούσε σε κάποιο λόγο η διαφορετική απάντηση που έδωσε ο καθένας τους ή ότι αυτό το θέμα θα επηρέαζε τη φύση της συμφωνίας. Εξάλλου δεν βλέπω πως μια τέτοια διαφοροποίηση στην αντίληψη που είχε ο καθένας επ΄αυτού του θέματος μπορεί να επιδράσει στην αξιοπιστία τους. Ούτε τέλος, κρίνω ότι όπως και όπου αυτό το ποσό και αν κατατέθηκε ενέχει ιδιαίτερη σημασία για την όλη συμφωνία. Ο εναγόμενος 2 που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για τους εναγόμενους ήταν φανερό ότι προσπάθησε να αποκρύψει την αλήθεια από το Δικαστήριο και να παραποιήσει τα γεγονότα που οδήγησαν κατά κύριο λόγο στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Θα αναφερθώ στη συνέχεα με λεπτομέρεια στα σημεία επί της μαρτυρίας του που με οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα: Σφαιρικά αντικριζόμενο το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης και συγκρινόμενο με όσα προφορικά ανέφερε κατά την αντεξέταση του, καταδεικνύονται πολλές αντιφάσεις γιατί: (α) Επέμενε ότι ήθελε να συνάψει δάνειο όμως συμφώνησε ότι ακολούθησε την εισήγηση της Λίζας Μήλου εφόσον δεν διέθετε τις απαραίτητες εξασφαλίσεις για τη σύναψη εμπορικού δανείου, (β) Η μόνη σταθερή του θέση ήταν ότι οι ενάγοντες τον ξεγέλασαν και αντί να του παραχωρήσουν δάνειο, το οποίο δεν αρνήθηκε ότι αποσκοπούσε στη χρησιμοποίηση του για τον ίδιο σκοπό που τελικά χρησιμοποιήθηκε το ποσό που αποκόμισε με την επίδικη συμφωνία, τον εξανάγκασαν να συνάψει συμβόλαιο ενοικιαγοράς με σκοπό να τον χρεώσουν με παράνομους τόκους και δικαιώματα, για τα οποία όμως, πλην του αόριστου ισχυρισμού, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να τον αποδείξει και μάλιστα ασκώντας, όπως ανέφερε, πάνω του ψυχολογική πίεση, θέση την οποία μόλις στην αντεξέταση του ανέφερε χωρίς καν να είναι δικογραφημένη ή να δίδονται λεπτομέρειες της, (γ) Στην ουσία τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του δεν διαφοροποιούν τη θέση των μαρτύρων των εναγόντων 3 και 4 οι οποίοι παραδέχθηκαν και συμφώνησαν με τα όσα ισχυρίζεται ο 2ος εναγόμενος, ότι τα χρήματα που προήλθαν από την επίδικη συμφωνία χρησιμοποιήθηκαν προς κάλυψη άλλων υποχρεώσεων των εναγομένων, (δ) ενώ στη κατάθεση του αναφέρει ότι το ποσό με το οποίο χρηματοδοτήθηκαν προσδιορίστηκε με βάση τις υποχρεώσεις του στη Τράπεζα και όχι της αξίας του αυτοκινήτου, εντούτοις κατά την αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε για την αξία του αρνήθηκε να την προσδιορίσει αναφέροντας ότι δεν την ήξερε, (ε) ενώ στη κατάθεση του λέγει ότι συμφώνησε να συνάψει συμβόλαιο ενοικιαγοράς κατά την αντεξέταση φανερά καθοδηγημένος ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν δάνειο που επιθυμούσε να συνάψει και άφησε να νοηθεί ότι εάν διάβαζε τα έγγραφα που τον έβαλαν να υπογράψει μπορούσε να αρνείτο να συνάψει μια τέτοια συμφωνία, (στ) ανέφερε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ότι διερωτήθηκε γιατί έπρεπε να γίνουν όλες αυτές οι μεταβιβάσεις του αυτοκινήτου ωσάν να ήταν πέραν εκείνου το οποίο λέγει ότι συγκατατέθηκε να ακολουθηθεί, γιατί όμως όταν του εξήγησαν το λόγο δεν αντέδρασε, εφόσον κάτι τέτοιο δεν ήταν η επιθυμία του; (ζ) δεν αρνήθηκε ότι πήρε το ποσό της χρηματοδότησης και ότι αυτό με γραπτές οδηγίες του με το Τεκμήριο 12 εξουσιοδότησε τους ενάγοντες που και πως να το χρησιμοποιήσουν, θέλοντας όμως να δημιουργήσει εντυπώσεις ανέφερε ότι ¨αφού υπέγραψα τα έγγραφα αυτοί χειρίστηκαν από μόνοι τους, όπως ήθελαν εκείνοι¨, (η) ανέφερε ότι ¨δυστυχώς αργότερα ξύπνησε¨ αφού τάχατες, αντιλήφθηκε ότι εξαπατήθηκε από τους ενάγοντες, αφήνοντας να νοηθεί ότι τον ξεγέλασαν ασκώντας μάλιστα ψυχολογική πίεση πάνω του να τα υπογράψει, και τέλος (θ) σε υποβολή ότι δεν είναι δάνειο που ήθελε να συνάψει αλλά την επίδικη συμφωνία, η οποία είναι συμφωνία ενοικιαγοράς, επέμενε ότι ήταν δάνειο που επιθυμούσε να συνάψει ερχόμενος σε αντίθεση με όσα κατέγραψε στην γραπτή του κατάθεση και όσα επεξήγησε αργότερα κατά την αντεξέταση του. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος 2 δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να πει την αλήθεια αλλά φανέρωνε την αγωνία του, διαστρεβλώνοντας γεγονότα, με σκοπό να απεκδυθεί των ευθυνών του που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι εναγόμενοι. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκω ως πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος 2 διευθυντής της εναγομένης 1 επισκέφθηκε το κατάστημα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ επί της Λεωφόρου Αρτέμιδος στη Λάρνακα όπου διατηρούσε η εταιρεία του λογαριασμό δανείου. Το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις ως προς την αποπληρωμή του, εκεί ανέλαβε να τον εξυπηρετήσει η υπάλληλος Λίζα Μήλου. Εν όψει οικονομικών δυσκολιών, ο εναγόμενος 2 πρότεινε αρχικά στους ενάγοντες να του παραχωρήσουν άλλο δάνειο με μικρότερη δόση, το οποίο πρότεινε να το εξασφάλιζε με το αυτοκίνητο FORD τύπου VAN TRANSIT με αριθμό εγγραφής ΕΕΑ 757 ¨το όχημα¨ το οποίο ήδη ευρισκόταν υπό χρηματοδότηση με προηγούμενο συμβόλαιο ενοικιαγοράς στους ενάγοντες. Οι πιο πάνω δεν αποδέχθηκαν την εισήγηση του εφόσον μέσα στη συνήθη πρακτική τους για παροχή εμπορικών δανείων δεν δέχονται οχήματα ως εξασφαλίσεις. Τον παρέπεμψαν στους ενάγοντες εταιρεία που ανήκει στον ίδιο με τον δικό της όμιλο και αφού ήρθαν σε συνεννόηση μαζί με τους υπεύθυνους της στη συνέχεια προθυμοποιήθηκαν προς εξυπηρέτηση των πελατών τους, κάμνοντας τις αναγκαίες διαβουλεύσεις και ετοιμάζοντας τα αναγκαία έγγραφα στο εκεί κατάστημα. Επομένως η εισήγηση του εναγομένου 2 πήρε τη μορφή επαναχρηματοδότησης του πιο πάνω οχήματος με τη συγκατάθεση του και αυτή αποσκοπούσε στην εξόφληση όλων των προηγούμενων υποχρεώσεων του τόσο στην Τράπεζα όσο και στον Χρηματοδοτικό Οργανισμό (τους ενάγοντες) όπου παρέμενε ένα μικρό υπόλοιπο προς εξόφληση του προηγούμενου του συμβολαίου. Οι εναγόμενοι όπως φαίνεται επί των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, υπέγραψαν όλα τα αναγκαία έγγραφα προς αυτόν τον σκοπό στις 24.05.1999 και την επομένη 25.05.
- Το όχημα έπρεπε για την εκπλήρωση των όσων συμφωνήθηκαν να μεταβιβαστεί και θα εξοφλείτο η προηγούμενη συμφωνία ενοικιαγοράς έτσι που ο εναγόμενος 2 να καθίστατο ιδιοκτήτης ο οποίος θα πωλούσε ως έμπορος πλέον το όχημα στους ενάγοντες και αυτοί με τη σειρά τους θα το μεταβίβαζαν δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και επ΄ ονόματι της εναγομένης
- Για την εκπλήρωση όλων των πιο πάνω πράξεων υπογράφτηκαν από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα και ως διευθυντή της εναγομένης 1 όλα τα αναγκαία έγγραφα όπως τα έντυπα μεταβιβάσεων του οχήματος, τιμολόγια, εξουσιοδότηση της εναγομένης 1 για την πληρωμή των διαφόρων ποσών για την εξόφληση λογαριασμών της και η επίδικη συμφωνία. Όλα αυτά τα έγγραφα κατατέθηκαν και σημειώθηκαν από τους μάρτυρες ως Τεκμήρια. Το συμβόλαιο ενοικιαγοράς το εγγυήθηκαν με προσωπική τους εγγύηση οι εναγόμενοι 2,3 και
- Σε αυτό καθοριζόταν ως τίμημα το ποσό των Λ.Κ.5.000= πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς προς 7.5% που όπως υπολογίστηκαν ανέρχονταν σε Λ.Κ.1.937,
- Το ποσό αυτό θα έπρεπε να εξοφληθεί με την καταβολή 60 μηνιαίων δόσεων προς Λ.Κ.115,63σ. η κάθε μια που θα άρχιζαν από τις 25.06.
- Με την καταβολή όλων των οφειλομένων δόσεων και την καταβολή με την τελευταία δόση του επιπρόσθετου ποσού Λ.Κ.10,00 ως δικαιώματα αγοράς, το όχημα θα μεταβιβαζόταν σε απόλυτη ιδιοκτησία επ΄ ονόματι των εναγομένων
- Με το ποσό των Λ.Κ.5.000 που αφορούσε η επίδικη συμφωνία είναι παραδεκτό ότι εξοφλήθηκε το προγενέστερο συμβόλαιο ενοικιαγοράς που διατηρούσε η εναγομένη 1 στους ενάγοντες, δηλαδή ποσό Λ.Κ.340,00 καθώς και προηγούμενο δάνειο της εναγομένης 1 στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.4.450,
- Το εναπομείναν ποσό ήτοι Λ.Κ.85,50 αφαιρέθηκε ως έξοδα για τις πιο πάνω πράξεις μεταβιβάσεων και ποσό Λ.Κ.124,23 κατατέθηκε σε λογαριασμό της εναγομένης
- Τις πιο πάνω πράξεις τις ενέκρινε ο εναγόμενος 2 ως διευθυντής της εναγομένης 1 και προς τούτο υπέγραψε όλα τα αναγκαία έγγραφα. Λόγω μη συμμόρφωσης της εναγομένης 1 με τα συμφωνηθέντα με την καθυστέρηση στην καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων, οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία με επιστολή του δικηγόρου τους με ημερομηνία 24.01.
- Με τη ίδια επιστολή προειδοποιούσαν τόσο την εναγομένη 1 όσο και τους εγγυητές της (εναγόμενους 2,3 και 4) ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωση τους θα ελάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον τους χωρίς άλλη ειδοποίηση. Δέχομαι επίσης ότι μέχρι σήμερα το πιο πάνω όχημα ευρίσκεται στη κατοχή της εναγομένης 1 και ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.5,499.07 μέχρι τις 23.01.2006 πλέον τους τόκους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Δεν αμφισβητήθηκε εν΄ όψει των ισχυρισμών στην Υπεράσπιση περί εικονικότητας και παράνομης συμφωνίας ότι υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης των όρων και των λέξεων ή των εγγράφων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύβαση (βλ. σχετικά την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1432). Η πιο πάνω απόφαση και η νομολογία στην οποία γίνεται αναφορά καθορίζει ότι εντός της παραδεκτής δυνατότητας υπέρβασης των όρων ή των λέξεων ή των εγγράφων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, είναι δυνατή η εξέταση της ουσίας της συμφωνίας και όχι απλώς οι λέξεις της. Καθήκον του Δικαστηρίου είναι να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντας την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψη. Πέραν δε των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Υπεράσπιση δόθηκε σχετική μαρτυρία και από τον εναγόμενο 2. Με αυτή τη παρατήρηση θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω εάν με βάσει τα πιο πάνω γεγονότα που αποδέχθηκα ότι διέπουν την επίδικη συμφωνία, αυτή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς και κατά συνέπεια εφόσον υπάρχει παράβαση των όρων της εκ μέρους των εναγομένων θα εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με την απαίτηση των εναγόντων ή σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή θα απορριφθεί εφόσον στηρίζεται σε άκυρη ή/ και παράνομη συμφωνία. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση γίνεται αναφορά στα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας σύμβασης ενοικιαγοράς, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: ¨Τέτοια σύμβαση εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, όπως ήταν εν προκειμένω οι εφεσείοντες, είναι ιδιοκτήτες του αντικειμένου. Ως ιδιοκτήτης λοιπόν, συμφωνεί να ενοικιάσει στον αντισυμβαλλόμενο στον οποίο αναγνωρίζεται δυνατότητα, εφόσον τηρήσει τους όρους της ενοικίασης, να το αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, εκείνη της ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Η δε αγορά του αυτοκινήτου από τον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δε είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημα του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. Όπως στην περίπτωση της Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure
(1882)21 Ch. D. 309: μΕταιρεία πώλησε περιουσιακά στοιχεία της σε άλλη, εισέπραξε το τίμημα για να καλύψει τις ανάγκες της και συνήψε μαζί της σύμβαση ενοικιαγοράς με την οποία ενοικίασε τα ίδια περιουσιακά στοιχεία, προς επαναγορά τους στο τέλος. Αποφασίστηκε πως η αρχική πώληση που οδήγησε στη μεταβίβαση της κυριότητας ήταν πραγματική και πως, συνεπώς, η σύμβαση ενοικιαγοράς που συνάφθηκε στη συνέχεια ήταν γνήσια. Όπως εξηγήθηκε στην Eastern Distributors v. Goldring
(1957)2 All E.R. 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται, όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης - ενοικιαγοράς¨. Μελέτησα με προσοχή τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων σε σχέση με τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν κατά τη μαρτυρία και τα οποία, κατά την άποψη του, καταδεικνύουν την εικονικότητα της επίδικης συμφωνίας. Δεν θα συμφωνήσω με αυτές. Θα ξεκινήσω από την επισήμανση του ότι η εικονικότητα καταδεικνύεται από το γεγονός ότι αυτή δεν υπογράφτηκε στα γραφεία των εναγόντων αλλά στην Τράπεζα, όπου αυτός είχε καταφύγει για την εξασφάλιση δανείου. Όμως η μαρτυρία που αποδέχθηκα είναι ότι ναι μεν αυτός επεδίωκε δάνειο όμως η εξασφάλιση που παρείχε δηλαδή όχημα, δεν γινόταν αποδεκτό από τους ενάγοντες ως εξασφάλιση για να του παραχωρήσουν εμπορικό δάνειο. Ασφαλώς το κατάστημα στο οποίο ετοιμάστηκαν τα έγγραφα δεν μπορεί να ενέχει οποιαδήποτε σημασία ούτε και το πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους των εναγόντων, φτάνει να έχει την σχετική εξουσιοδότηση. Εξάλλου το γεγονός ότι η συμφωνία καταρτίστηκε σε κατάστημα όπου εξυπηρετούσε τους εναγόμενους αυτό έγινε προς εξυπηρέτηση τους και όχι για κανένα άλλο σκοπό, όπως ανέφερε ο Μ.Ε.
- Το ότι δεν είχαν επιθεωρήσει το όχημα και πάλιν εξήγησε ο Μ. Ε. 4 ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο εφόσον γνώριζαν από τα στοιχεία που διέθεταν την ηλικία του και μπορούσαν με βάση τη πείρα που διέθεταν να εκτιμήσουν την αξία του εάν αυτό ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση όπως τους το παρουσίασε ο εναγόμενος
- Με αυτά τα δεδομένα υπόψη έκριναν ότι μπορούσαν να εκτιμήσουν το επίδικο όχημα και ότι αυτό είχε την αξία που τελικά ανέλαβαν να το χρηματοδοτήσουν. Έγινε πολύς λόγος για την εικονικότητα του προγενέστερου συμβολαίου, αν και μη επίδικο, δεν τέθηκε υπόψη των Μ.Ε.3 και 4 ποια ήταν η αξία με την οποία χρηματοδοτήθηκε κατ΄ αρχή. Αυτό θα ήταν μια ένδειξη προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι δεν είχε την αξία για την οποία χρηματοδοτήθηκε με την επίδικη συμφωνία. Επομένως τα πιο πάνω γεγονότα δεν καθιστούν κατά την άποψη μου εικονική τη συμφωνία. Ούτε και το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν επιθεώρησαν το όχημα πριν εγκρίνουν την χρηματοδότηση του. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι το αντικείμενο της χρηματοδότησης ήταν ανύπαρκτο, τουναντίον ο εναγόμενος 2 παραδέχθηκε ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι μέχρι και σήμερα στην κατοχή της εναγομένης
- Ούτε και το επιχείρημα περί ακριβούς προσαρμογής του ποσού της χρηματοδότησης στις ανάγκες των εναγομένων και όχι σε σχέση με την αξία του αυτοκινήτου μπορεί να σταθεί, εφόσον φάνηκε από την μαρτυρία και αυτό το παραδέχονται και οι εναγόμενοι ότι μέρος, έστω και μικρό που παρέμεινε, κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης
- Οι αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα της απόφασης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.ά. δηλαδή η Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure και Eastern Distributors v. Coldring καταρρίπτουν και το άλλο επιχείρημα της Υπεράσπισης περί εικονικότητας καθώς είναι δυνατή ακόμα η επαναγορά του αντικειμένου, τόσο μάλλον όταν στην προκείμενη υπόθεση έχουμε εμπλοκή δύο προσώπων της εναγομένης 1 και του εναγομένου 2 στα οποία διαδοχικά μεταβιβάστηκε το όχημα. Ακόμα τα γεγονότα της παρούσας διαφέρουν σημαντικά από τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης (Κωνσταντίνου) την οποία επικαλέστηκε, εδώ έχουμε την περίπτωση όπου οι ενάγοντες είχαν καταστεί ιδιοκτήτες του αντικειμένου το οποίο ενοικίασαν στην εναγομένη 1 (βλ. σχετικά T.J.S. Enterprises Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Π.Ε. 1538 ημερ. 20.01.2005). Εξήγησαν περαιτέρω οι Μ.Ε. τη διαδικασία που ακολουθεί σε τέτοιες περιπτώσεις ο Οργανισμός με την κατάθεση του ποσού με το οποίο χρηματοδοτείται κάποιος σε εσωτερικό λογαριασμό που τηρείται γι΄αυτό τον σκοπό και πως αυτό στη συνέχεια κατατίθεται με λογιστικές πράξεις στους λογαριασμούς που ανάλογα υποδεικνύει ο πελάτης. Διαφέρει επίσης η παρούσα υπόθεση από τα γεγονότα της πιο πάνω και ως προς τις ημερομηνίες οι οποίες επέδρασαν για την κατάληξη που είχε εκείνη η υπόθεση. Στη προκείμενη περίπτωση πουθενά δεν έχει καταδειχθεί ότι υπήρξε στιγμή κατά την οποία το ενοικιασθέν όχημα ευρισκόταν ταυτόχρονα υπό χρηματοδότηση σε δύο συμβόλαια ενοικιαγοράς. Αυτό καταδεικνύεται και από τα έγγραφα μεταβίβασης του που φέρουν ημερομηνία 24.05.1999 ημερομηνία που φέρει και η επίδικη συμφωνία. Οι γραπτές οδηγίες που δόθηκαν με το τεκμήριο 12 που φέρει ημερομηνία 25.05.1999 όπως και οι υπόλοιπες πράξεις των τεκμηρίων 13 έως 15(α) επίσης δεν καταδεικνύουν ότι το όχημα ευρισκόταν ταυτόχρονα χρηματοδοτούμενο με δύο συμβόλαια εφόσον οι μεταβιβάσεις του έγιναν την προηγούμενη 24.05.1999 όπως φαίνονται στα τεκμήρια 4 έως και
- Το ότι το τεκμήριο 12 αναγράφει τον αριθμό της επίδικης συμφωνίας αυτό έχει λογική εξήγηση, εφόσον για να δοθεί στην εναγομένη 1 το ποσό με το οποίο χρηματοδοτήθηκε, όπως ο ίδιος ο εναγόμενος 2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, θα έπρεπε να είχε συναφθεί προηγουμένως η συμφωνία με την οποία θα εχρηματοδοτείτο το όχημα που ο εναγόμενος 2 είχε προτείνει. Οι τέσσερις διαδοχικές μεταβιβάσεις του αυτοκινήτου που φέρουν την ίδια ημερομηνία και πάλιν κατά την άποψη μου δεν μπορεί να χαρακτηρισθούν ως εικονικές. Ήταν πραγματικές, για να γίνουν πληρώθηκαν δικαιώματα, καταχωρήθηκαν στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα, δεν είναι μεμπτή ενέργεια και ούτε υποκρύπτει οποιαδήποτε παρανομία. Οι μεταβιβάσεις αποσκοπούσαν πράγματι και κατέδειξαν ότι η επίδικη συμφωνία ήταν γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς εφόσον σύμφωνα με τα τεκμήρια 6 και 7 καταδεικνύεται ότι η μεταβίβαση έγινε από τον εναγόμενο 2 στους ενάγοντες ως χρηματοδοτικό οργανισμό και ακολούθως και επ΄ ονόματι της εναγομένης 1 ως ενοικιαγοράστριας όπως είναι και η ιδιότητα που εμφαίνεται για τον καθένα τους επί της επίδικης συμφωνίας, τηρήθηκε ακόμα και το τυπικό της συμφωνίας. Τέλος, αναφορικά με το θέμα της άσκησης ψυχολογικής πίεσης επί του εναγομένου 2 της οποία επίκληση έγινε κατά πρώτον στην αντεξέταση του ως μη δικογραφημένος ισχυρισμός δεν μπορεί να εξετασθεί, όπως επίσης δεν μπορεί να τύχει σύγκλησης η υπεράσπιση του non est factum η οποία δεν προβλήθηκε, ούτε προωθήθηκε από την Υπεράσπιση παρά τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος 2 για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε (βλ. Κουαταλινός v. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 476. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω επομένως, ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν με την προσκομησθείσα μαρτυρία της αξίωση τους η οποία βασίζεται σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς τόσο εναντίον της εναγομένης 1 ως πρωτοφειλέτιδας όσο και εναντίον των εναγομένων 2,3 και 4 ως εγγυητών της. Οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος των ισχυρισμών τους περί εικονικότητας της συμφωνίας και κατά συνέπεια της ακυρότητας της. Ούτε καθ΄οιονδήποτε τρόπο πέραν των σχετικών υποβολών προς του Μ.Ε.3 και 4 περί χρέωσης παράνομων τόκων ή δικαιωμάτων έχουν τεκμηριώσει αυτή τη πτυχή των ισχυρισμών τους με τη προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Τα δικαιώματα ενοικιαγοράς εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόκοι εντός της έννοιας του νόμου. Εφόσον μετά την έγερση της αγωγής δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό και το υπόλοιπο που αξιώνεται με την έκθεση απαιτήσεως δεν έχει αμφισβητηθεί θα εκδώσω: (α) απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων ομού και/ ή κεχωρισμένως για το ποσό των Λ.Κ.5.426.57σ. ως υπόλοιπο εξ ενοικίου και/ ή δυνάμει δόσεως και/ ή αποζημιώσεις για διάρρηξη συμφωνίας ενοικιαγοράς πλέον νόμιμο τόκο από 25.01.2002, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, μέχρι εξοφλήσεως, (β) εναντίον της εναγομένης 1 διάταγμα με το οποίο διατάσσεται όπως επιστρέψει το όχημα μάρκας FORD τύπου VΑΝ με αριθμό εγγραφής EEA 757 μοντέλο TRANSIT εντός δέκα ημερών από της επιδόσεως του διατάγματος στην διεύθυνση των εναγόντων στη Λάρνακα, (γ) Διάταγμα για την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του πιο πάνω περιγραφομένου οχήματος και όπως τα εκ της πωλήσεως έσοδα διατεθούν έναντι και/ ή προς εξόφληση των απαιτήσεων των εναγόντων και των εξόδων και ότι οποιοδήποτε υπόλοιπο παραμείνει να διατεθεί προς όφελος των εναγομένων. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).................................... Χρήστος Γ. Φιλίππου (Ε.Δ.) ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο