← Κύπρος

Μιχάλης Μιχαήλ ν. Παναγιώτης Φελλά, Αρ. Αγωγής: 05/06, 19.06.2006

Μιχάλης Μιχαήλ ν. Παναγιώτης Φελλά, Αρ. Αγωγής: 05/06, 19.06.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 05/06 Μεταξύ: Μιχάλης Μιχαήλ, τώρα εις Αγγλία Ενάγοντας και Παναγιώτης Φελλά, εκ Λάρνακας Εναγόμενος Ημερομηνία: 19.06.2006 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-αιτητή: κα Γ. Ζαχαρίου Για τον Εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση: κα Χρ. Σολομωνίδου για Ν. Νικηφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας που απαιτεί από τον εναγόμενο απόφαση για επιστροφή σ΄ αυτόν του ποσού των Λ.Κ.20.000 πλέον νόμιμο τόκο ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα και /ή για αντάλλαγμα που απέτυχε και /ή ως money had and received και /ή δυνάμει των αρχών περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού και /ή αποκατάστασης και /ή αποζημιώσεις, πέτυχε μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στον εναγόμενο να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και /ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το μερίδιο του στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται εντός του τεμαχίου με αριθμό 1158, Φ/Σχ. XL/55 W.2, Τμήμα C στην οδό Αρχιεπισκόπου Παϊσίου αρ. 52 στην Αραδίππου, στην επαρχία Λάρνακας μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Όταν επιδόθηκε η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα στον εναγόμενο αυτός καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας συνοπτικά τους ακόλουθους λόγους: α. Το διάταγμα δεν έπρεπε να εκδοθεί μονομερώς γιατί δεν υπήρχε το στοιχείο του επείγοντος. β. Το προσωρινό διάταγμα ημερ. 28.03.06 είναι άνευ αντικειμένου. γ. Ο ενάγοντας-αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. δ. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αστήρικτη και αδικαιολόγητη. ε. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 02.01.06 ενώ η αίτηση για την έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος στις 27.03.06 και το διάταγμα εκδόθηκε στις 28.03.

  1. Το Δικαστήριο όρισε το διάταγμα επιστρεπτέο στις 04.04.06 ημέρα κατά την οποία εμφανίστηκε συνήγορος εκ μέρους του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση αλλά τελικά η ένσταση καταχωρήθηκε στις 22.05.
  2. Ήταν η θέση του ενάγοντα-αιτητή τόσο στην αίτηση για έκδοση του διατάγματος όσο και κατά την αγόρευση τους ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι διάδικοι κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2003 διαπραγματεύτηκαν για την αγορά από τον ενάγοντα της ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγόμενου, κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία στα πλαίσια της οποίας ο ενάγοντας πλήρωσε ως προκαταβολή στον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.20.
  3. Ακολούθως δεν υπεγράφη έγκυρη συμφωνία και χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντα δεν προχώρησε η αγορά του επίδικου ακινήτου. Ο ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο να του επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής των Λ.Κ.20.000 το οποίο καταβλήθηκε χωρίς αντάλλαγμα αλλά ο εναγόμενος αρνείται μέχρι σήμερα να επιστρέψει το ποσό αυτό παρ' όλες τις προσπάθειες του και με την αποστολή επιστολών μέσω του δικηγόρου του. Ο ενάγοντας πληροφορήθηκε περί τις 22.03.06 ότι ο ο καθ΄ ου η αίτηση βρίσκεται σε διαδικασίες για να πωλήσει ή και πώλησε το επίδικο ακίνητο σε κάποιο τρίτο πρόσωπο και προσέφυγε στο Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος αφού υπήρχε ο ορατός κίνδυνος αποξένωσης του ακινήτου από τον εναγόμενο γεγονός το οποίο θα φέρει απεριόριστη και ανεπανόρθωτη ζημιά στον ίδιο αφού ο εναγόμενος του οφείλει Λ.Κ.20.000 ποσό για το οποίο δεν έχει καμιά άλλη εξασφάλιση από τον καθ΄ ου η αίτηση. Ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αιτείται ακύρωση του διατάγματος. Είναι η θέση του ότι το διάταγμα ημερ. 28.03.06 είναι άκυρο και /ή ακυρώσιμο και /ή άνευ αντικειμένου καθότι εδώ και ένα περίπου χρόνο η επίδικη ακίνητη περιουσία δεν βρίσκεται πλέον στη κατοχή του και /ή στην ιδιοκτησία του αφού προχώρησε σε πώληση της σε τρίτο πρόσωπο στις 16.11.05 βάσει πωλητηρίου εγγράφου, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται, γεγονός το οποίο ο ενάγοντας το γνώριζε εδώ και αρκετούς μήνες. Έχει επίσης τη θέση ότι η μη ολοκλήρωση της προφορικής συμφωνίας μεταξύ του και του ενάγοντα για αγορά του επιδίκου ακινήτου οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντα. Είναι η θέση του ότι το ποσό των Λ.Κ.20.000 το οποίο παραδέχεται ότι έλαβε από τον ενάγοντα δεν έχει καμιά υποχρέωση να του το επιστρέψει αφού ήταν ρητός όρος της προφορικής συμφωνίας, με τον οποίο ο ενάγοντας συμφώνησε, ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας άλλαζε γνώμη η προκαταβολή δεν θα του επιστρεφόταν. Προβάλλει τη θέση ότι μέχρι να τον ειδοποιήσει ο ενάγοντας ότι δεν ενδιαφερόταν να προχωρήσει με την ολοκλήρωση της συμφωνίας είχε χάσει αρκετούς πελάτες και τελικά ,έπαθε ζημιά με τη πώληση στο τρίτο πρόσωπο αφού με τον ενάγοντα είχαν προφορικά συμφωνήσει ως τιμή πώλησης τις Λ.Κ.128.000 ενώ, μετά που έχασε αρκετές ευκαιρίες, το πώλησε στο τρίτο πρόσωπο για Λ.Κ.100.
  4. Υπό τα περιστατικά της εξεταζόμενης υπόθεσης κρίνω ότι θα πρέπει πρώτα να εξετασθεί (α) κατά πόσο ευσταθεί η θέση ότι οι αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και (β) ότι δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον του αιτήματος και μετά, αν χρειασθεί, οι 3 προϋποθέσεις που η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει με βάση το άρθρο 32 του Ν14/
  5. Το γιατί θα γίνει κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο. Διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιουργήματα του Δικαίου της Επιείκειας. Από τις καταβολές του Δικαίου αυτού τέθηκε ως αρχή η προϋπόθεση ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο Δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η αρχή αυτή επιτάσσει όπως στην ένορκη δήλωση που στηρίζει μονομερή αίτηση πρέπει να γίνεται αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το καθήκον αυτό όπως αναφέρεται και στην υπόθεση United Pertlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company, Πολιτική Έφεση 10604 ημερ. 28/6/02 συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όταν ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίδεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη. Το ουσιαστικό κριτήριο για το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι αντικειμενικό και μπορεί να λεχθεί ότι είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά τα στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets

(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, που παραπέμπει σε προηγούμενες αυθεντίες, In Re Stavros Appartments LTd, Αίτηση 76/94 ημερ. 29/12/94 και In Re B.P. Cyprus LTD, Αίτηση 143/96 ημερ. 1/8/96). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Ο ενάγοντας στήριξε το αίτημα του για έκδοση του διατάγματος στο ότι μόλις στις 22.03.06 πληροφορήθηκε από την αδελφή του δια τηλεφώνου, ο ίδιος διαμένει στην Αγγλία, ότι ο εναγόμενος επρόκειτο να πωλήσει ή είχε πωλήσει το επίδικο ακίνητο. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πώλησε το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο στις 16.11.05 και ότι το γεγονός αυτό ο ενάγοντας το γνώριζε εδώ και αρκετούς μήνες. Θεωρώ ότι σε αυτή τη θέση του εναγόμενου όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του, σχετική είναι η παράγραφος 14, εγείρονται και οι ενστάσεις του για το ότι δεν έχει καταδειχθεί το κατ΄ επείγον και ότι ο ενάγοντας δεν έχει έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού τίποτε άλλο στην ένορκο του δήλωση δεν στηρίζει τις εν λόγω ενστάσεις. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν έχει αντεξεταστεί και η θέση του ενάγοντα ότι η πληροφόρηση του για την πώληση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο έγινε στις 22.03.06 έμεινε αναντίλεκτη. Ο ενάγοντας καταχώρησε τη αίτηση στις 27.03.06, δηλαδή, αμέσως μετά που το έμαθε λαμβανομένου υπόψη και του αναντίλεκτου γεγονότος ότι διαμένει στην Αγγλία. Αντίθετα ο εναγόμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος γνώριζε το γεγονός αυτό εδώ και μήνες χωρίς καμιά υποστήριξη ή στοιχειοθέτηση του. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση είχε το βάρος να αποδείξει αυτούς τους λόγους της ένστασης του, βάρος το οποίο έχει αποτύχει να αποσείσει. Θεωρώ ότι η ένσταση για το ότι δεν έχει αποδειχθεί το κατ΄ επείγον και ότι ο ενάγοντας δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που η νομολογία έχει καθορίσει για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Είναι γνωστές οι προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευτεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέρα από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεση με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή η προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης όπου το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα. Η νομολογία είναι πολύ γνωστή για τα θέματα αυτά, αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κ.ΟΤ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, A.B.P. Holdings Ltd v. Αντρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Επισημαίνω επίσης πριν να στραφώ στην υπό κρίση αίτηση ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής ούτε και αποφασίζει τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η όλη απαίτηση του ενάγοντα. Αντικείμενο εξέτασης είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων αναφορικά με την ουσία του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης για τα οποία μοναδικό αρμόδιο σώμα είναι το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις με βάση την έκθεση απαίτησης και τους ισχυρισμούς των διαδίκων στις ένορκες δηλώσεις τους αντίστοιχα, ικανοποιούνται. Το ποσό των Λ.Κ.20.000 έχει πληρωθεί από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και είναι παραδεκτό. Το κατά πόσο αυτό αποτελούσε προκαταβολή που είχε συμφωνηθεί να μην επιστραφεί σε περίπτωση που ο ενάγοντας μετάνιωνε και δεν επιθυμούσε την ολοκλήρωση της συμφωνίας, κατά πόσο όντως είναι ο ενάγοντας που υπαναχώρησε ή είναι άλλοι οι παράγοντες που οδήγησαν στη μη ολοκλήρωση της συμφωνίας είναι θέματα που αφορούν την κυρίως υπόθεση και σίγουρα δεν θα εξεταστούν στο στάδιο αυτό. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Ο κίνδυνος αποξένωσης της επίδικης περιουσίας από τον καθ΄ ου η αίτηση είναι κάτι πολύ πέραν από ορατός, είναι σχεδόν βέβαιος. Ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει πωλήσει το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο με γραπτή συμφωνία ημερ. 16.11.2005 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένσταση του. Η θέση του ενάγοντα ότι το επίδικο ακίνητο είναι η μοναδική περιουσία του εναγόμενου και αν αυτός την αποξενώσει τότε ο ίδιος δεν θα έχει καμία εξασφάλιση ότι θα του πληρώσει το οφειλόμενο ποσό δεν αντικρούεται από τον εναγόμενο. Αναφέρω επίσης σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14/60 και είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 ουσιαστικά αντιστοιχεί σ΄αυτή την προϋπόθεση. Για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος απαιτείται στερεή θετική μαρτυρία και απτά στοιχεία αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ Πολ. Έφεση 11013 ημερομηνίας 13/6/2001 "εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία." Με βάση λοιπόν τα περιστατικά της υπόθεσης τέτοιος κίνδυνος έχει κατά την άποψη μου αποδειχτεί. Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν προβάλλει καθαρή θέση αναφορικά με τις ενέργειες του σε σχέση με την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία. Αναφέρει στη παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης ".... εδώ περίπου και ένα χρόνο η ανωτέρω ακίνητη περιουσία δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή μου και ή στην ιδιοκτησία μου". Δεν υπάρχει καθαρή θέση εάν ο εναγόμενος δεν έχει απλά κατοχή της ακίνητης περιουσίας, γεγονός που δε μεταβάλλει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ακίνητης περιουσίας, ή δεν έχει την ιδιοκτησία της. Επίσης ενώ το συμβόλαιο που έχει επισυνάψει φέρει ημερομηνία 16.11.05 και προβλέπει ότι η μεταβίβαση της κυριότητας και η εξόφληση θα γίνουν μέχρι 31.12.05, η θέση του στη παράγραφο 3 ανωτέρω είναι ότι η περιουσία δεν βρίσκεται στη κατοχή του εδώ και ένα χρόνο. Η ένορκη δήλωση έχει ημερομηνία 22.05.06 δηλαδή ένας χρόνος πριν είναι 22.05.05 ενώ το συμβόλαιο έχει ημερομηνία 16.11.05 και στο οποίο προνοείται ότι την ίδια μέρα έχει παραδοθεί η κατοχή της ιδιοκτησίας στο τρίτο πρόσωπο. Επίσης πέραν της σύγχυσης που έχει δημιουργήσει στο Δικαστήριο για την κατάσταση δεν έχει προβάλει κανένα θετικό ισχυρισμό συνοδεύομενο από αποδεικτικό στοιχείο ότι έχει μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία στο τρίτο πρόσωπο. Για όλους τους λόγους που έχω ανωτέρω επεξηγήσει η ένσταση του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση δεν επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Θεωρώ ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχει καθιερώσει για τη διατήρηση του διατάγματος και κρίνω ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως το διάταγμα συνεχίσει να ισχύει και συνεπώς καθίσταται απόλυτο. Ο εναγόμενος καταδικάζεται στα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......................................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.