← Κύπρος

Θεόδουλος Νίρου ν. Μάριος Σωτηρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1216/03, 10.07.2006

Θεόδουλος Νίρου ν. Μάριος Σωτηρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1216/03, 10.07.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1216/03 Μεταξύ: Θεόδουλος Νίρου, εκ Μενεού Ενάγοντα και

  1. Μάριος Σωτηρίου, εκ Λάρνακος
  2. Βάσος Σωτηρίου, εκ Λάρνακος Εναγόμενοι Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20.04.05 Μεταξύ:
  3. Θεόδουλος Νίρου, εκ Μενεού
  4. DENIRO PUB LTD, εκ Λάρνακας Ενάγοντες και
  5. Μάριος Σωτηρίου, εκ Λάρνακος
  6. Βάσος Σωτηρίου, εκ Λάρνακος Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10.07.2006 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. A. Σωτηρίου Για τους Εναγόμενους: κ. Ε. Ερωτοκρίτου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή σχετίζεται με την αγωγή 3580/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που είναι μεταξύ των ίδιων διαδίκων οι οποίοι αντιπροσωπεύονται από τους ίδιους συνήγορους. Τα γεγονότα που τις περιβάλλουν όπως και τα νομικά σημεία που εγείρονται είναι πανομοιότυπα και σχετίζονται γι΄ αυτό και εκδικάστηκαν παράλληλα και οι μάρτυρες έδωσαν προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφορικά και με τις δύο υποθέσεις. Η αξίωση των εναγόντων κατά του εναγόμενου 1 (για τον εναγόμενο 2 η αγωγή απεσύρθη άνευ βλάβης δικαιωμάτων λόγω του ότι είναι πτωχεύσας) είναι για Λ.Κ.8.500 πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι στην πλειονότητα τους παραδεχτά ή αναντίλεκτα. Η αξίωση των εναγόντων για το πιο πάνω ποσό αφορά επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ ημερομηνίας 01.10.02 με αρ. 27928999, τεκμήριο 3, την οποία μαζί με μια άλλη επιταγή της ίδιας Τράπεζας με αρ. 27929000 και ημερομηνίας 01.04.03 για το ποσό των Λ.Κ.8.000 σχετικά με την οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας η αγωγή με αρ. 3580/03, εξέδωσαν ο εναγόμενος 1 μαζί με τον Βάσο Σωτηρίου για την αγορά της επιχείρησης της ενάγουσας 2 η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αριθμό 36709 και ημερομηνία συστάσεως την 18.07.1989, σχετικό είναι το τεκμήριο 4, και η οποία ασχολείτο και ήταν η ιδιοκτήτρια επιχείρησης μπυραρίας με το ίδιο όνομα η οποία βρισκόταν σε υποστατικό τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας με αριθμό τεμαχίου 628, Φ/Σχ. XLI/57.4.III, Block G, Σκάλα στη Λάρνακα στην οδό Ντους Χανέ, αρ.
  7. Συγκεκριμένα, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 27.11.01, τεκμήριο 2, η ενάγουσα αρ. 2, "οι πωλητές", πώλησαν στον εναγόμενο 1, "αγοραστής", "την επιχείρηση μπυραρίας με την ονομασία Deniro Pub μαζί με όλα τα σκεύη, έπιπλα, κινητό εξοπλισμό, εμπορεύματα και εμπορική φήμη και πελατεία τα οποία ο αγοραστής επιθεώρησε και είναι της απολύτου αρεσκείας του ως έχει και οι πωλητές συμφώνησαν να πωλήσουν στον αγοραστή την επιχείρηση ως έχει και να του εκχωρήσουν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του που απορρέουν από την λειτουργία της εν λόγω μπυραρίας." Στο τεκμήριο 2 καθορίζεται επίσης η τιμή πώλησης σε Λ.Κ.20.000, ο τρόπος πληρωμής που σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του τεκμηρίου 2 ήταν Λ.Κ.3.500 με την υπογραφή της συμφωνίας, Λ.Κ.8.500 μέχρι 01.10.02 και Λ.Κ.8.000 μέχρι την 01.04.
  8. Σύμφωνα με τους ειδικούς όρους του τεκμηρίου 2 "ο αγοραστής γνωρίζει ότι το υποστατικό στο οποίο διατηρείται η ως άνω επιχείρηση κατέχεται από τους Θεόδουλο Νίρου και Κώστα Νίρου ως αδειούχοι χρήσης του και αναλαμβάνει όπως διευθετήσει ο ίδιος προσωπικά τη μεταβίβασης της άδειας χρήσεως επ' ονόματι του." Ήταν η θέση του ενάγοντα 1 στο Δικαστήριο ότι κατείχε το εν λόγω υποστατικό κατόπιν άδειας χρήσης επ' ονόματι του και του αδελφού του Κώστα Νίρου από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών από το 1985 μέχρι το 2001 που πωλήθηκε η επιχείρηση. Είπε ότι όταν κατέληξαν σε συμφωνία με τους εναγόμενους 1 και 2 εξακριβώθηκε προηγουμένως ότι ήσαν δικαιούχοι, δηλαδή είχαν το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για να μεταβιβαστεί η άδεια χρήσης του υποστατικού στο όνομα τους το οποίο ως έχει ήδη αναφερθεί είναι τουρκοκυπριακή περιουσία και διαχειρίζεται από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών και για το γεγονός αυτό τον ενημέρωσαν οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι μάλιστα είχαν αναθέσει την υπόθεση σε δικηγόρο ο οποίος και σύνταξε το τεκμήριο
  9. Το τεκμήριο 2 ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο των εναγομένων 1 και 2 και υπεγράφη στο γραφείο του. Πριν να υπογραφεί το τεκμήριο 2 ο ίδιος όπως και ο αδελφός του Κώστας Νίρου που είχαν την άδεια χρήσης του υποστατικού υπέγραψαν έγγραφο το οποίο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 5 στο οποίο προβαίνουν σε δήλωση ότι παραχωρούν το δικαίωμα τους ως προς την κατοχή του ακινήτου στον εναγόμενο
  10. Το τεκμήριο 5 το οποίο είναι η αίτηση που υπέβαλε ο εναγόμενος 1 για παραχώρηση του επίδικου υποστατικού και εξασφάλιση άδειας χρήσης, φέρει ημερομηνία 29.11.01 ενώ η σφραγίδα ότι αυτό ελήφθη από την Αρμόδια Αρχή είναι ημερ. 30.11.
  11. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ο εναγόμενος 1 και ο Βάσος Σωτηρίου πλήρωσαν το ποσό των Λ.Κ.3.500 ως προνοείτο σε μετρητά και εξέδωσαν δύο επιταγές μία εκ των οποίων είναι η επίδικη, τεκμήριο
  12. Είπε ότι κατέθεσε την επιταγή για πληρωμή στην Τράπεζα αλλά επεστράφη με την ένδειξη "Αποταθείτε στον Εκδότη-Ακάλυπτη Επιταγή". Ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες εκπλήρωσαν στο ακέραιο τις δικές τους υποχρεώσεις σύμφωνα με το τεκμήριο 2, αφού πώλησαν την επιχείρηση δηλαδή τη φήμη και πελατεία όπως και την επίπλωση και εξοπλισμό του υποστατικού στον εναγόμενο
  13. Δεν μπορούσαν να πωλήσουν το υποστατικό αφού δεν ήταν δικό τους, ο ίδιος υπέγραψε όμως το σχετικό έγγραφο ότι συγκατατίθεται στο να μεταφερθεί η άδεια χρήσης επ' ονόματι του εναγόμενου
  14. Είπε επίσης ότι πέραν των υποχρεώσεων του σύμφωνα με το τεκμήριο 2, για ένα μήνα δούλευε στην μπυραρία αμισθί με τον εναγόμενο 1 για να τον βοηθήσει. Είπε ότι η μπυραρία ήταν σε λειτουργίσιμη κατάσταση και είχε πελάτες. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε τις υποβολές ότι η μπυραρία ήταν κλειστή για ένα ολόκληρο χρόνο, ότι η μπυραρία και η επιχείρηση δεν αξίζουν τίποτε, ότι όταν πωλήθηκε η επιχείρηση ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένη, ότι δεν είχε καθόλου ή αν είχε ήταν ληγμένες άδειες ποτού, ότι ο λόγος που αποδέχτηκε σταδιακή πληρωμή ήταν η μη εύρωστη οικονομικά κατάσταση της εταιρείας και ότι πρώτα ενοικίασε την μπυραρία στον εναγόμενο 1 και μετά την πώλησε. Κλήθηκε από πλευράς εναγόντων η Παναγιώτα Κυριάκου ΜΕ2 υπάλληλος στο Τμήμα Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών η οποία έχει στην κατοχή της το φάκελο που αφορά το επίδικο υποστατικό. Το 2001 δικαιούχοι του υποστατικού ήταν οι Θεόδουλος και Κώστας Νίρου και με τον όρο "δικαιούχος" χαρακτηρίζεται πρόσωπο που είχε άδεια χρήσης του υποστατικού. Στις 29.11.01 υπεβλήθη αίτηση από τον εναγόμενο 1 για μεταβίβαση της άδειας χρήσης επ' ονόματι του με την συγκατάθεση των δύο αδελφών Νίρου που ήταν οι προηγούμενοι μισθωτές. Η συγκατάθεση ζητήθηκε από το γραφείο τους και αυτή είναι η πολιτική τους. Στις 26.09.02 η αίτηση εξετάστηκε από την Υπηρεσιακή Συμβουλευτική Επιτροπή Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ο εναγόμενος 1 εγκρίθηκε ως αδειούχος με ενοίκιο Λ.Κ.60 μηνιαίως και προς τούτο υπεγράφη συμφωνία στις 19.11.02, τεκμήριο 6, μεταξύ του εναγόμενου 1 και του Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η εν λόγω άδεια βρισκόταν επ΄ ονόματι του εναγόμενου 1 μέχρι 31.07.04 και ακολούθως με συγκατάθεση του εναγόμενου 1 μεταβιβάστηκε στον Κυριάκο Κυριάκου γιο του Βάσου Σωτηρίου. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι όταν υπεβλήθη η αίτηση στις 29.11.01 υπήρχε ενδεχόμενο να μην εγκριθεί. Είπε επίσης ότι πρέπει πρώτα να υπογραφεί και να εγκριθεί η άδεια από τον διαχειριστή τουρκοκυπριακών περιουσιών και μετά να χρησιμοποιηθεί το υποστατικό από τον αδειούχο. Εάν ένα πρόσωπο χρησιμοποιεί το υποστατικό πριν να υποβληθεί η αίτηση για παραχώρηση σε αυτό άδεια χρήσης και τελικά η αίτηση δεν εγκριθεί το πρόσωπο αυτό θεωρείται ότι έχει χρησιμοποιήσει το υποστατικό παράνομα. Για την πλευρά του εναγόμενου 1 έδωσε μαρτυρία ο Βάσος Σωτηρίου που είναι αδελφός του. Είπε ότι είναι ο ίδιος που ουσιαστικά διαβουλεύτηκε και κατέληξε σε συμφωνία με τον ενάγοντα 1 για την πώληση της μπυραρίας. Ήταν η θέση του ότι η μπυραρία ήταν κλειστή (δεν λειτουργούσε), ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα 1 να ενοικιάσουν πρώτα την μπυραρία για ένα χρόνο έναντι του μισθώματος των Λ.Κ.350 μηνιαίως, πλήρωσαν προκαταβολικά τον πρώτο χρόνο και επιπλέον πλήρωσαν ή Λ.Κ.200 ή Λ.Κ.500 για κάποια κρασιά που είχε μέσα. Πήραν αμέσως κατοχή της μπυραρίας και γνώριζαν ότι η μπυραρία βρισκόταν σε Τουρκοκυπριακή Περιουσία. Όταν άρχισαν να δουλεύουν την μπυραρία και έπρεπε να εκδοθούν άδειες για ποτά, μεγάφωνα, σερβιτόρους κλπ, και πληροφορήθηκαν από το Δημαρχείο ότι δεν μπορούσαν να προωθήσουν τις αιτήσεις τους για άδειες επειδή το υποστατικό λειτουργούσε στο όνομα του ενάγοντα
  15. Όταν του μίλησαν για το θέμα αυτό τους είπε ότι δεν προτίθεται να τους εξυπηρετήσει με το να το δεχτεί να εκδοθούν στο δικό του όνομα οι οποιεσδήποτε άδειες, δεν τους έδινε πίσω τα χρήματα που είχαν προπληρώσει για το ενοίκιο του ενός χρόνου και αναγκάστηκαν ουσιαστικά να αγοράσουν την μπυραρία δίδοντας το τεκμήριο 3 και μια άλλη μεταχρονολογημένη επιταγή που είναι το αντικείμενο της αγωγής 3580/03, για να έχουν την ευκαιρία να δουλέψουν λίγο την μπυραρία και να τον πληρώσουν. Ήταν η θέση του ότι μόνο όταν κατέληξαν σε συμφωνία να αγοράσουν την μπυραρία αναφέρθηκε το θέμα της Τουρκοκυπριακής Περιουσίας, ο ενάγοντας 1 ουδέποτε τους ανάφερε ότι χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δεν μπορούν να χρησιμοποιούν την μπυραρία αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο ο ίδιος ρώτησε για το θέμα αυτό. Αντεξεταζόμενος ήταν η θέση του ότι πήραν κατοχή της μπυραρίας ένα δύο μήνες πριν την υπογραφή του συμβολαίου. Όταν του υπεβλήθη ότι σε δική του ένορκο δήλωση σε ενδιάμεση αίτηση που αφορούσε την παρούσα αγωγή αναφέρει "αμέσως μετά την υπογραφή (της συμφωνίας) λάβαμε χρήση και κατοχή" επέμενε ότι μπήκαν μέσα πριν την ημέρα της συμφωνίας ένα με δύο μήνες. Επέμενε επίσης ότι τις Λ.Κ.3.500 που αναφέρονται στο τεκμήριο 2 ως η προκαταβολή τις έδωσαν μόλις έλαβαν κατοχή της μπυραρίας αφού είχαν συμφωνήσει να την ενοικιάσουν για ένα χρόνο και πλήρωσαν προκαταβολικά. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η δήλωση συγκατάθεσης για μεταβίβαση της άδειας χρήσης στο όνομα του εναγόμενου 1 από τον ενάγοντα 1 και τον αδελφό του έγινε πριν ή κατά την υποβολή της αίτησης, τεκμήριο 5, δεν θυμόταν και δεν συμφώνησε με την υποβολή ότι πριν να υπογραφεί το τεκμήριο 2 είχε ήδη μαζέψει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και ότι δόθηκε και η συγκατάθεση του ενάγοντα
  16. Επέμενε ότι υποχρεώθηκαν να αγοράσουν το υποστατικό, ότι πλήρωσαν προκαταβολικά τον πρώτο χρόνο της ενοικίασης Λ.Κ.3.500, ότι τα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο 2 αναφορικά με το θέμα της προκαταβολής δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά δέχτηκε ότι το τεκμήριο 2 υπεγράφη στο γραφείο του δικηγόρου τους ο οποίος και το σύνταξε. Η αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ενόσω έδιδαν την μαρτυρία τους στο Δικαστήριο δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχομαι ως ειλικρινή και γνήσια την μαρτυρία του ενάγοντα 1 και της ΜΕ2 ενώ αντίθετα η μαρτυρία του Βάσου Σωτηρίου βρίθει ανακριβειών, ψεμάτων και αντιφάσεων τόσο πολύ που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί στην ολότητα της. Ο ενάγοντας 1 παρουσίασε την υπόθεση του χωρίς υπερβολή, πάθος ή οποιαδήποτε διάθεση διόγκωσης των περιστατικών της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ήταν στρωτή, απλή, λογική, συνεπής και χωρίς αντιφάσεις. Η γλώσσα που χρησιμοποίησε ήταν πολύ απλή, η όλη του εμφάνιση στο Δικαστήριο ήταν σεμνή και ήταν άνθρωπος που σέβεται τον όρκο του. Η ΜΕ2 περιορίστηκε ουσιαστικά να αναφέρει γεγονότα και ημερομηνίες αναφορικά με το επίδικο υποστατικό όπως φαίνονται από το φάκελο που τηρείται στο γραφείο της Υπηρεσίας Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών. Η μαρτυρία της υποστηρίκτηκε από σχετικά έγγραφα. Τον ΜΥ1 τον έχω ήδη χαρακτηρίσει. Όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο είναι όλα ψέματα. Δεν δέχομαι τη θέση του ότι δεν γνώριζε από την αρχή τις υποχρεώσεις που είχε για να μεταβιβαστεί στο όνομα του εναγόμενου 1 η άδεια χρήσης του υποστατικού όπως και τη θέση του ότι ενοικίασαν πρώτα την μπυραρία για ένα χρόνο για Λ.Κ.350 μηνιαίως λεφτά τα οποία και προπλήρωσαν. Πέραν του ότι η θέση αυτή δεν είναι δικογραφημένη και είναι πολύ καλά γνωστή η νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι μαρτυρία εκτός δικογράφων δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Γ. Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd)

(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Και με τα πιο απλά μαθηματικά προκύπτει ότι αν προπλήρωναν ενοίκιο για ένα χρόνο τότε θα έπρεπε να πληρώσουν Λ.Κ.4.200 και όχι Λ.Κ.3.500, πόσο μάλλον όταν ισχυρίστηκε ότι πέραν του ενοικίου του πρώτου χρόνου πλήρωσαν είτε Λ.Κ.200 είτε Λ.Κ.500 επιπλέον για ποτά που υπήρχαν στην μπυραρία. Το τεκμήριο 2 είναι σαφέστατο. Οι υποχρεώσεις του αγοραστή και του πωλητή καθορίζονται πλήρως και επακριβώς, δεν υπάρχει καμιά ασάφεια και έτσι δεν συντρέχει κανένας λόγος για εφαρμογή από το Δικαστήριο των αρχών ερμηνείας συμβάσεων. Τα μέρη με καθαρή λιτή και απλή γλώσσα έχουν αποδώσει την έννοια των όσων έχουν συμφωνήσει. Οι πωλητές σύμφωνα με το τεκμήριο αυτό πώλησαν την επιχείρηση, τη φήμη, την πελατεία και τον εξοπλισμό της μπυραρίας την οποία μάλιστα οι αγοραστές μετά από εξέταση βρήκαν της αρεσκείας τους. Οι ίδιοι δηλώνουν ότι έχουν την υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για μεταβίβαση της άδειας χρήσης στο όνομα τους. Ο ενάγοντας 1 αμέσως με την υπογραφή του τεκμηρίου 2 δίνει τη συγκατάθεση του για τη μεταβίβαση της άδειας χρήσης, εκπληρώνοντας έτσι στο ακέραιο τις δικές του υποχρεώσεις. Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια σε μερικές περιπτώσεις παρά την ύπαρξη γραπτού συμφωνητικού εγγράφου επιτρέπουν την εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για να διαπιστωθεί η αληθινή φύση της συναλλαγής. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κ. Κωνσταντίνου κ.α., Πολ. Έφ. 10783, ημερομηνίας 26.09.
  1. Αυτή όμως δεν είναι η περίπτωση όπου μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, το κείμενο του τεκμηρίου 2 το οποίο ειρήσθω εν παρόδω έχει υπογραφεί στο γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων ο οποίος μάλιστα μαρτυρεί τόσο την υπογραφή της συμφωνία όσο και την εγγύηση πιστής τήρησης της δεν αφήνουν περιθώρια για κάτι τέτοιο. Ενόψει των ανωτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ότι ο ενάγοντας 1 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της ενάγουσας 2 συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 και τον ΜΥ1, τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους τους ανέλαβε ο ΜΥ1, να πωλήσουν σε αυτούς την επιχείρηση μπυραρίας με το όνομα Deniro Pub Ltd η οποία βρίσκεται σε υποστατικό που αποτελεί Τουρκοκυπριακή Περιουσία και στην οποία αδειούχοι χρήσης ήταν ο ενάγοντας 1 και ο αδελφός του Κώστας Νίρου. Η τιμή συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.20.000, Λ.Κ.3.500 δόθηκαν ως προκαταβολή με την υπογραφή της συμφωνίας στις 27.11.01 ενώ μέρος του υπόλοιπου τιμήματος, ποσό Λ.Κ.8.500 πληρώθηκε με την επίδικη επιταγή. Ο εναγόμενος 1 και ο ΜΥ1 γνώριζαν πολύ καλά ότι η μπυραρία ήταν σε τουρκοκυπριακή περιουσία και ότι έπρεπε οι ίδιοι να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να τους δοθεί άδεια χρήσης του υποστατικού, υποχρέωση η οποία συμπεριλήφθηκε σαφέστατα στη συμφωνία πώλησης της επιχείρησης. Ο ενάγοντας 1 και ο αδελφός του έδωσαν την απαραίτητη συγκατάθεση για μεταβίβαση της άδειας χρήσης επ΄ ονόματι του εναγόμενου
  2. Ο εναγόμενος 1 έλαβε κατοχή της μπυραρίας, υπέβαλε αίτηση στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για να εκδοθεί επ΄ ονόματι του άδεια χρήσης του υποστατικού, αίτηση η οποία εγκρίθηκε στις 19.11.02 όπου και υπεγράφη σχετικό έγγραφο. Έκτοτε η επιχείρηση της μπυραρίας λειτουργούσε κανονικά από τον εναγόμενο αλλά ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους σύμβασης δεν τίμησε τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφλήσει το τίμημα αγοράς της επιχείρησης. Η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα από τον ενάγοντα 1 και επιστράφηκε με την ένδειξη "ακάλυπτη επιταγή". Ο εναγόμενος 1 μέχρι σήμερα δεν έχει εξοφλήσει το ποσό της επιταγής. Έρχομαι τώρα να εξετάσω την ουσιαστική υπεράσπιση του εναγόμενου 1 που είναι κατ΄ αρχήν ότι η συμφωνία είναι παράνομη αφού δεν τηρήθηκαν σωστά οι πρόνοιες του περί Διαχείρισης Τουρκοκυπριακής Υπηρεσίας Νόμου Νόμος 139/91όπως έχει τροποποιηθεί γι΄ αυτό και οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην οποιαδήποτε αξίωση τους. Το πρώτο πράγμα που έχω να παρατηρήσω είναι ότι η πραγματική φύση του τεκμηρίου 2 όπως έχω αναφέρει ήταν η πώληση της επιχείρησης της μπυραρίας στον εναγόμενο 1 και σε καμία περίπτωση η πώληση του υποστατικού στο οποίο στεγαζόταν. Έχει αποδειχθεί από πλευράς εναγόντων ότι η ενάγουσα 1 ήταν η νόμιμη ιδιοκτήτρια της επιχείρησης αυτής την οποία και έχουν πωλήσει στον εναγόμενο 1 μετά που αυτός ικανοποιήθηκε ότι ο εξοπλισμός και η επίπλωση της μπυραρίας ήταν της αρεσκείας του, μετά από έρευνα που έκανε για τη φήμη και την πελατεία της και μάλιστα υπογράφοντας συμβόλαιο συνταγμένο από τον δικηγόρο του και στο οποίο ο δικηγόρος φέρεται ως μάρτυρας. Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει επίσης ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με τους ρητούς όρους του τεκμηρίου 2, η διαδικασία υποβολής αίτησης στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για να δοθεί άδεια χρήσης του υποστατικού βάρυνε αποκλειστικά τον εναγόμενο 1 ο οποίος και ανέλαβε να την εκπληρώσει αφού προηγουμένως βεβαιώθηκε ότι ήταν αρχικά δικαιούχος αφού ήταν πρόσφυγας. Σε σχέση με την διαδικασία αυτή και για να υποβοηθηθεί η αίτηση του εναγόμενου 1, ο ενάγοντας 1 και ο αδελφός του, δικαιούχοι χρήσης του υποστατικού μέχρι τότε, αμέσως εκπλήρωσαν τη δική τους υποχρέωση για παροχή συγκατάθεσης στην αλλαγή χρήσης αμέσως με την υπογραφή της συμφωνίας. Επομένως κατά την κατάρτιση της συμφωνίας πώλησης της επιχείρησης της μπυραρίας δεν τίθετο θέμα παρανομίας εν τη εννοία των παρανόμων συμβάσεων από τις οποίες δεν μπορεί να αντληθεί αγώγιμο δικαίωμα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 984, Σωτήρης Ιωάννου κ.α. ν. Γεώργιου Μουσκάλλη κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1595, Λάζος ν. Νεοφύτου
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Όπως έχει γίνει σαφές είναι η επιχείρηση της μπυραρίας που αποτελούσε το αντικείμενο του τεκμηρίου 2, ο εναγόμενος 1 είχε κάθε δικαίωμα, αφού ήταν αρχικά πρόσωπο που δικαιούτο ως πρόσφυγας, να υποβάλει όπως και υπέβαλε αίτηση για άδεια χρήσης. Η αίτηση του βεβαίως θα εξεταζόταν, υπήρχε ίσως το ενδεχόμενο να μην εγκριθεί αλλά αυτό δεν καθιστά παράνομη τη συμφωνία. Παράλληλη γραμμή υπεράσπισης στο θέμα της παρανομίας ήταν ότι ο εναγόμενος 1 παράνομα κατά τη διάρκεια της ενοικίασης της μπυραρίας πήρε κατοχή και λειτουργούσε την μπυραρία χωρίς άδεια χρήσης αφού η άδεια τελικά, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και το τεκμήριο 6, εκδόθηκε στις 19.11.
  2. Η θέση του εναγόμενου 1 ότι αρχικά είχε γίνει προφορικά σύμβαση ενοικίασης της μπυραρίας για ένα χρόνο με συμφωνηθέν ενοίκιο Λ.Κ.350 μηνιαίως το οποίο είχε προπληρωθεί έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την υπεράσπιση του εναγόμενου 1 έλαβε κατοχή και χρήση της μπυραρίας αμέσως με την υπογραφή της συμφωνίας. Η προφορική του μαρτυρία ότι είχε πάρει κατοχή της μπυραρίας ένα ή δύο μήνες πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 2 απορρίπτεται αφού δεν συνάδει με το δικόγραφο του και σύμφωνα με την αρχή ότι μαρτυρία που δεν συνάδει με το δικόγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη. Παραπέμπω στην υπόθεση Παπαγεωργίου (ανωτέρω). Είναι κατά την άποψη μου σαφές ότι η τυχόν κατοχή του υποστατικού από τον εναγόμενο 1 χωρίς να υπάρχει προηγουμένως η απαραίτητη άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ουδόλως αφορά τους ενάγοντες οι οποίοι ούτε και ευθύνονται γι΄ αυτό. Το γεγονός αυτό αφορά καθαρά και μόνο τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ο οποίος αν γνώριζε το γεγονός αυτό είχε δικαίωμα να στραφεί δικαστικά εναντίον του εναγόμενου. Επομένως και αυτή η θέση του εναγόμενου 1 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο εναγόμενος προβάλλει επίσης στην υπεράσπιση του τη θέση ότι η επιταγή εδόθη για αποπληρωμή προς την εταιρεία ενάγουσα 2 και όχι προς όφελος του ενάγοντα 1 ο οποίος δεν πρόσφερε κανένα αντάλλαγμα στον εναγόμενο 1 και έτσι η αγωγή του ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Vasos Charalambides Ltd v. Παμπος Ψαρά Πολ. Έφ. 10518 ημερ. 29.05.00, κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (ή επιταγής), θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται αν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστη αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). Το τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaelina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338). "Κάτοχος", σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262, είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του, ή ο κομιστής. "Κομιστής", σύμφωνα με το ίδιο άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή. Ο ενάγων απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής, αν στην υπεράσπιση γίνει από τον εναγόμενο σχετική παραδοχή. Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος παραδέχεται στην υπεράσπιση του ότι είναι εκδότης του τεκμηρίου 3. Ο ενάγοντας 1 έχει αναφέρει στη μαρτυρία του και δεν αντεξετάστηκε σε αυτό το σημείο ότι το τεκμήριο 3 όπως και η άλλη επιταγή που αφορά το υπόλοιπο του τιμήματος που είχε συμφωνηθεί είχαν δοθεί στον ίδιο την ημέρα υπογραφής του τεκμηρίου 2 στο γραφείο των δικηγόρων του εναγόμενου. Επομένως ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής. Οι επιταγές όπως η νομοθεσία και η νομολογία καθορίζουν ουσιαστικά εξομοιώνονται με μετρητά εξού και οι υπερασπίσεις που προσφέρονται και μπορούν να εγερθούν είναι πολύ περιορισμένες. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR.
  1. Οι υπερασπίσεις αυτές είναι ότι υπήρχαν δόλιες παραστάσεις (fraudulent representation) ή παντελής αποτυχία του ανταλλάγματος (failure of consideration). Η υπεράσπιση που εγείρει ο εναγόμενος 1 είναι ότι δεν δόθηκε κανένα αντάλλαγμα από τον ενάγοντα 1 γι΄ αυτό και θα πρέπει να αποτύχει η αξίωση του. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι συζητήσεις για πώληση της επιχείρησης της μπυραρίας έγιναν από τον ενάγοντα 1, Διευθυντή της ενάγουσας 2, μαζί με τον ΜΥ
  2. Αυτό έχουν αναφέρει και ο ενάγοντας 1 και ΜΥ
  3. Ο ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι καθόλα τα χρονικά διαστήματα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Deniro. Ο ΜΥ1 σε ένορκη μαρτυρία που βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου αναφέρει ότι το τεκμήριο 3 (η επιταγή) εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντα 1 ως Διευθυντή ή αντιπροσώπου της εταιρείας Deniro Pub Ltd. Ο ενάγοντας 1 είναι επίσης το πρόσωπο που υπέγραψε το τεκμήριο 2 εκ μέρους της ενάγουσας
  4. Περαιτέρω ο ενάγοντας 1 ως Διευθυντής της ενάγουσας 2 υπέχει καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duty) έναντι της εταιρείας. Περαιτέρω είναι σαφές ότι με την τίμηση/εξόφληση της επίδικης επιταγής όπως και τις επιταγής που αφορά η αγωγή 3580/03 η απαίτηση της ενάγουσας 2 για αγορά της επιχείρησης της από τον εναγόμενο εξοφλείται πλήρως. Επομένως η θέση του εναγόμενου ότι δεν υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα εκ πλευράς του ενάγοντα 1 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 για ποσό Λ.Κ.8.500 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 τα έξοδα της διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.