Θεοδώρα Βασιλείου ν. Κωνσταντίνου Χ"Κωνσταντή, Αρ. Αγωγής: 3521/03, 10.07.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3521/03 Μεταξύ: Θεοδώρα Βασιλείου, εκ Αραδίππου Ενάγουσας και Κωνσταντίνου Χ"Κωνσταντή, εκ Νήσου Εναγόμενου Ημερομηνία: 10.07.2006 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Δ. Μιχαηλίδης για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη Για τον εναγόμενο: κ. Α. Μυλωνάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μέσω του συζύγου της Πάμπου Κονναρή (ΜΕ1) αγόρασε από τον εναγόμενο ο οποίος αντιπροσώπευε την εταιρεία Matrion Insurance Ltd μέσω του αντιπροσώπου του Νίκου Γαβριήλ (ΜΥ2) 3.000 μετοχές της εταιρείας Royal Holdings Ltd έναντι του ποσού των Λ.Κ.3.
- Η συμφωνία αυτή έγινε στις 13.07.00 και υπεγράφη από τον ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας και από τον εναγόμενο. Η συμφωνία ημερομηνίας 13.07.00 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1, είναι ουσιαστικά το έγγραφο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει γι΄ αυτό και κρίνω ότι είναι ορθό να το παραθέσω ολόκληρο. " MATRION INSURANCE AGENCY LTD ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ Ημερομηνία: 13 Ιουλίου, 2000 Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Κωνσταντίνος Χατζηκωνσταντή, από την Λευκωσία, με αριθμό Πολιτικής ταυτότητας 752448, υποχρεούμαι όπως μεταβιβάσω 3000 μετοχές της εταιρείας Royal Holdings Ltd που ευρίσκονται στο όνομα της εταιρείας Matrion Ins. Ag. Ltd, με αριθμό εγγραφής 94927 στην Βασιλείου Θεοδώρα από την οποία είσπραξα το ποσό των Λ.Κ.3.600 Συμβαλλόμενος Βασιλείου Θεοδώρα αρ.ταυτ726324 ....................................... .......................................................... Κωνσταντίνος Χατζηκωνσταντή 04-812181 Μάρτυρες
- Έμιλη Βούρκα αρ.ταυτ706536 .................................
- Γιώργος Θεοφάνους αρ.ταυτ806785 ..............................." Η αξίωση της ενάγουσας είναι (α) επιστροφή σε αυτή του ποσού των Λ.Κ.3.600 που έχει δώσει στον εναγόμενο για την αγορά των μετοχών πλέον νόμιμο τόκο λόγω του ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε, δεν μερίμνησε ούτε διασφάλισε όπως οι μετοχές μεταβιβαστούν στο όνομα της, και (β) ποσό Λ.Κ.1.470 με νόμιμο τόκο το οποίο είναι το ποσό το οποίο η ενάγουσα θα μπορούσε να επωφεληθεί αν οι 3.000 μετοχές της εταιρείας Royal τις οποίες συμφώνησε να αγοράσει βρίσκονταν στο όνομα της στις 16.07.01 ημέρα που άρχισε η διαπραγμάτευση των μετοχών της εταιρείας Royal κατά την οποία η τιμή της ήταν 0,49 σέντ που ήταν και η ψηλότερη τιμή που έτυχε διαπραγμάτευσης η εν λόγω μετοχή, και μπορούσε να τις πωλήσει. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.3.600, ισχυρίζεται ότι ήταν πάντοτε έτοιμος να μεταβιβάσει τις μετοχές επ' ονόματι της ενάγουσας σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, ότι κάλεσε επανειλημμένα την ενάγουσα να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών επ' ονόματι της όταν μπορούσαν οι μετοχές να μεταβιβαστούν στο όνομα της, αλλά η ίδια αρνήθηκε και /ή αμέλησε να αποδεχτεί την μεταβίβαση. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 έχει παρατεθεί ολόκληρο πιο πάνω. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι με βάση το τεκμήριο αυτό ο εναγόμενος είχε αναλάβει υποχρέωση να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα της την ημέρα που έγινε η συμφωνία, δηλαδή στις 13.07.00, και ότι ήταν ρητός όρος του Τεκμηρίου 1 ότι οι μετοχές της Royal θα έπρεπε εκείνη την ημέρα, δηλαδή 13.07.00, να ήταν ήδη εγγεγραμμένες στο όνομα της Matrion. Αντίθετα η θέση του ενάγοντα ήταν ότι ήταν ρητός και /ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι η μεταβίβαση των μετοχών θα γινόταν από τον εναγόμενο στην ενάγουσα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μετά την εισδοχή των μετοχών της Royal στο Χρηματιστήριο. Είναι επίσης η θέση του ότι η φράση "που ευρίσκονται στο όνομα της εταιρείας Matrion ......." δεν σημαίνει ότι έπρεπε στις 13.07.00 οι μετοχές της Royal να ήταν ήδη εγγεγραμμένες στο όνομα της Matrion αλλά ότι και αυτή η φράση παραπέμπει στην εισδοχή των μετοχών της Royal στο Χρηματιστήριο. Ήταν η θέση του σχετικά ότι η εταιρεία Matrion είχε συμφωνήσει γραπτώς με την εταιρεία Royal στις 26.06.00 και αγόρασε 10.000 μετοχές της Royal προς Λ.Κ.1 εκάστη οι οποίες θα εκδίδονταν επ' ονόματι της Matrion. Αυτή η συμφωνία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ήταν δε περαιτέρω η θέση του ότι στις 29.12.00 η Matrion ήταν δικαιούχος, από την αρχική έκδοση μετοχών της Royal, για 16.732 μετοχές ενώ αργότερα στις 28.02.01 αγόρασε άλλες 11.000 μετοχές. Κατατέθηκε σχετικά το τεκμήριο
- Σύμφωνα με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 09.01.01 (τεκμήριο 2) ζήτησε από τον ενάγοντα να της επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.3.600 αφού οι μετοχές μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα της. Προειδοποίησε μάλιστα τον εναγόμενο με λήψη ποινικών μέτρων. Ακολούθως η ενάγουσα με άλλη επιστολή της ημερομηνίας 27.06.03 ζητά από τον εναγόμενο να της μεταβιβάσει τις μετοχές μέχρι τις 03.07.03 αναφέροντας ρητά ότι καθιστά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών ουσιώδη (τεκμήριο 7Α). Η εν λόγω επιστολή ταχυδρομήθηκε όπως φαίνεται από το φάκελο που έχει κατατεθεί ως τεκμήριο 7β την 01.07.
- Η επιστολή του συνηγόρου του εναγόμενου ημερομηνίας 09.07.03 με την οποία πληροφορούσε την ενάγουσα ότι η επιστολή ημερομηνίας 27.06.03 παραλήφθηκε στις 07.07.03 καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 4 ενώ ως τεκμήριο 5 κατατέθηκε επιστολή του συνηγόρου της ενάγουσας ημερομηνίας 15.07.03 αναφέροντας ότι η υποχρέωση του εναγόμενου ήταν να μεταβιβάσει τις συγκεκριμένες μετοχές που αναφέρονται στο τεκμήριο 1, το γεγονός αυτό ο εναγόμενος δεν έπραξε ούτε μέχρι και τις 03.07.03 γι΄ αυτό και προειδοποιεί με δικαστικά μέτρα. Ως τεκμήριο 8 κατατέθηκε εκ συμφώνου επιστολή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου στην οποία αναφέρεται η διαπραγμάτευση της μετοχής της εταιρείας Royal άρχισε στις 16.07.01 σύμφωνα με την οποία η τελευταία τιμή πώλησης ήταν 0,49 σέντ. Ο εναγόμενος κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 6 επιστολή της εταιρείας Matrion προς την ενάγουσα ημερομηνίας 28.12.00 στην οποία αναφέρει ότι το τεκμήριο 1 δεν αποτελεί όλη την μεταξύ τους συμφωνία αναφέροντας ότι ήταν ρητός και /ή εξυπακουόμενος όρος ότι θα εξασφάλιζε για την ενάγουσα 3.000 μετοχές της Royal οι οποίες θα εξακολουθούσαν να παραμένουν στο όνομα της Matrion τουλάχιστον μέχρι την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης στο ΧΑΚ και μόνο τότε θα μπορούσαν είτε να μεταβιβαστούν επ' ονόματι τους είτε να δεχθούν οδηγίες από την ενάγουσα για πώληση τους για λογαριασμό της. Η εν λόγω επιστολή, δεν παρελήφθη ποτέ από την ενάγουσα ως ο ισχυρισμός της. Ο ΜΕ1 στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι πριν να δώσει οδηγίες στον δικηγόρο του για να αποστείλει το τεκμήριο 2 είχε κάμει έρευνα και μελέτησε το ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας Royal όπου διεφάνηκε ότι η εταιρεία Matrion δεν συμπεριλαμβανόταν στους κύριους μετόχους της γεγονός που τον ανησύχησε και μάλιστα εξέφρασε την ανησυχία του προς το ΜΥ
- Ακολούθως έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε το τεκμήριο 2, ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε θετικά και τους ανέφερε ότι όταν οι μετοχές της Royal εισήγονταν στο Χρηματιστήριο τότε θα τους μεταβίβαζε τις μετοχές που τους αναλογούσαν θέση που απέρριψαν διότι σύμφωνα με το τεκμήριο 1 η υποχρέωση του εναγόμενου ήταν να τους μεταβιβάσει τις μετοχές που αγόρασαν οι οποίες ήταν ήδη εγγεγραμμένες στο όνομα της Matrion. Παραδέχτηκε ότι ο εναγόμενος σε κατοπινό στάδιο ήταν πρόθυμος να τους μεταβιβάσει τις μετοχές αλλά οι ίδιοι πλέον δεν ενδιαφέρονταν και απέρριψαν αυτή την προσφορά. Ζητούσαν έκτοτε τα χρήματα τους. Αυτό έγινε γνωστό στον εναγόμενο από τον Ιανουάριο του 2001 με το τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τον Ιούλιο του 2000 και τον Ιανουάριο του 2001 σύμφωνα με τη δική του έρευνα η εταιρεία Matrion δεν είχε επ΄ ονόματι της μετοχές της Royal. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι όταν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση των μετοχών, υπήρχαν αρκετές μετοχές της Royal στο όνομα της Matrion, ότι άλλαξαν γνώμη και δεν ήθελαν πλέον τις μετοχές λόγω της αλλαγής του κλίματος στο Χρηματιστήριο και ότι ο εναγόμενος καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν πρόθυμος για να τους μεταβιβάσει τις μετοχές. Η ενάγουσα αναγνώρισε το τεκμήριο 1, είπε ότι είναι η ίδια που πλήρωσε τις Λ.Κ.3.600 για την αγορά των μετοχών αλλά την όλη διαπραγμάτευση και συμφωνία την έκανε ο σύζυγος της ΜΕ1 χωρίς η ίδια να έχει έκτοτε οποιαδήποτε ενημέρωση. Αρνήθηκε ότι παρέλαβε το τεκμήριο 6 και δεν γνωρίζει αν το παρέλαβε ο σύζυγος της. Κατά την αντεξέταση της δέχτηκε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο τεκμήριο 6 είναι ορθή και ότι αυτό στάληκε κανονικά στην σωστή διεύθυνση αναφέροντας ότι ουδέποτε το παρέλαβε. Είπε ότι ουδέποτε γνώρισε τον Νίκο Γαβριήλ και ότι δεν είχε καμία ανάμιξη στην υπόθεση εκτός από την πληρωμή των μετοχών. Ήταν όμως η θέση της ότι τα χρήματα για την αγορά των μετοχών τα πλήρωσε ο σύζυγος της με δική του επιταγή και ότι την παρούσα αγωγή ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο σύζυγος της. Ο εναγόμενος παραδέχτηκε ότι μέσω του ΜΥ2 ο οποίος ήταν συνεργάτης στο γραφείο του έκαμε τη συμφωνία που προβλέπεται στο τεκμήριο 1 με την εναγόμενη την οποία ουδέποτε γνώρισε. Είπε πολύ περιληπτικά ότι η μεταβίβαση των μετοχών της Royal στο όνομα της ενάγουσας φυσιολογικά θα γινόταν με την ένταξη των τίτλων της Royal στο Χρηματιστήριο και ότι όντως μόλις οι τίτλοι της Royal άρχισαν να διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο ο ίδιος τιμώντας τη συμφωνία μεταξύ τους ειδοποίησε για τη μεταβίβαση των μετοχών, μάλιστα έστειλε τον ΜΥ1 με τα έντυπα μεταβίβασης αλλά η ενάγουσα αρνήθηκε να τα υπογράψει και του τα έστειλε πίσω ανυπόγραφα αναφέροντας ότι ήθελαν πίσω τα χρήματα τους. Είπε ότι το τεκμήριο 7Α το παρέλαβε μετά τις 03.07.03 και ήταν αδύνατο να συμμορφωθεί με την προθεσμία που είχε ταχθεί αλλά εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα δεν ήθελε πλέον τις μετοχές. Ήταν η θέση του ότι όταν υπογράφηκε το τεκμήριο 1 ο ίδιος είχε ήδη συμφωνία με την Royal για παραχώρηση μετοχών στο όνομα της Matrion και ήταν σε θέση να τις μεταβιβάσει όταν θα έπρεπε. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι η υποχρέωση του για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι της ενάγουσας ήταν με την εισαγωγή των τίτλων της Royal στο Χρηματιστήριο και όχι προηγουμένως και είπε ότι ήταν αδύνατο να μεταβιβαστούν οι μετοχές πριν η εταιρεία Royal αρχίσει να διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο. Του υπεβλήθηκε ότι εν πάση περιπτώσει όταν κατ' ισχυρισμό έστειλε το τεκμήριο 6 και πάλι οι μετοχές δεν ήταν επ' ονόματι της Matrion και η θέση του παρέμενε ότι καθόλα τα χρονικά διαστήματα είχε συμφωνία με τη Royal για παραχώρηση μετοχών. Του υποβλήθηκε επίσης ότι το τεκμήριο 6 είναι δικό του κατασκεύασμα και ότι ουδέποτε στάληκε στην ενάγουσα για να δικαιολογήσει τη μη μεταβίβαση των μετοχών, υποβολή που δεν δέχτηκε, και επίσης αρνήθηκε τις υποβολές ότι δεν υλοποίησε τη συμφωνία που είχε αναλάβει και ότι ήταν δικό του το φταίξιμο για την μη εκπλήρωση των όρων της. Ο ΜΥ2 είπε ότι ουδέποτε γνώρισε την ενάγουσα αλλά μόνο το σύζυγο της, ότι το τεκμήριο 1 έγινε μέσω του και ότι οι μετοχές θα μεταβιβάζονταν όταν οι τίτλοι της Royal εισήγονταν στο Χρηματιστήριο. Όταν αυτό έγινε ο ίδιος πήρε στο ΜΕ1 το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών που του είχε δώσει ο εναγόμενος αλλά ο ΜΕ1 δεν το αποδέχτηκε και έτσι το πήρε πίσω στον εναγόμενο ανυπόγραφο. Η αντεξέταση του κινήθηκε γύρω από τον άξονα ότι ο ίδιος προσωπικά δεν γνώριζε αν ο εναγόμενος ή η Matrion είχαν μετοχές της Royal στο όνομα τους και είπε ότι δεν είδε ποτέ του τέτοιο πιστοποιητικό. Επανέλαβε ότι η μοναδική του σχέση με την υπόθεση ήταν να πάρει το τεκμήριο 1 από τον εναγόμενο στον ΜΕ1 και επίσης πήρε στον ΜΕ1 το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών το οποίο ο ΜΕ1 του είπε να επιστρέψει στον εναγόμενο ανυπόγραφο. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία. Η ενάγουσα έχει περιπέσει σε μια μεγάλη αντίφαση. Ενώ ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση της ότι η ίδια προσωπικά δεν είχε καμιά ανάμιξη με την παρούσα υπόθεση και ότι ανέλαβε τα πάντα ο σύζυγος της, ΜΕ1, είπε όμως ότι είναι η ίδια που πλήρωσε τις μετοχές με δικά της χρήματα και ότι εξουσιοδότησε το σύζυγο της για όλα. Κατά την αντεξέταση της όμως είπε ότι είναι ο σύζυγος της που πλήρωσε τις μετοχές διευκρινίζοντας μάλιστα ότι είναι με δική του επιταγή. Από το πιο πάνω και μόνο η όλη μαρτυρία της είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Αναφέρω εδώ ότι τελικά δεν αποδείχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ποιος πλήρωσε τελικά τις μετοχές γεγονός που θέτει σε αμφισβήτηση κατά πόσο η ορθή διάδικος είναι η ενάγουσα ή ο ΜΕ
- Η εκδοχή του ΜΕ1 για το πως απεφάσισε να ζητήσει πίσω τα χρήματα του και να μην αποδεχτεί την μεταβίβαση των μετοχών δεν έχει πείσει. Είπε ότι δεν είδε στο ενημερωτικό δελτίο της Royal ότι η Matrion ήταν από τους κυρίους μετόχους της. Αυτό δεν έχει καμία σχέση ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την εικασία του ΜΕ1 ότι επειδή η Matrion δεν ήταν από τους κυρίους μετόχους της Royal σημαίνει ότι δεν μπορούσε να πουλήσει μετοχές της εταιρείας αυτής ή ότι δεν διέθετε αρκετές. Είπε επίσης ότι εκτός από το ενημερωτικό δελτίο αυτό το έλεγξε και από άλλη πηγή την οποία βεβαίως δεν αποκάλυψε. Ενώ αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος που δεν ήθελε πλέον τις μετοχές ήταν η αλλαγή του κλίματος στο Χρηματιστήριο εντούτοις φαίνεται ότι αυτός ήταν ο λόγος γιατί η πρώτη φορά που ζήτησε από τον εναγόμενο τα χρήματα τους πίσω ήταν στις 09.01.01 με το τεκμήριο 2 ενώ η εταιρεία Royal σύμφωνα με το τεκμήριο 8 άρχισε να διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο στις 16.07.01 δηλαδή 6 μήνες μετά. Σύμφωνα δε με το τεκμήριο 10 εκείνη την ημέρα, δηλαδή, 09.01.01 οι μετοχές της Royal ευρίσκοντο στο όνομα της Matrion. Περαιτέρω, η όλη του εισήγηση ότι ο εναγόμενος ευθύνεται για παραβίαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας αναφορικά με την ημερομηνία υποχρέωσης μεταβίβασης των μετοχών στην ενάγουσα που ήταν την ημέρα που υπεγράφη το τεκμήριο 1 δηλαδή 13.07.00 ως προνοούσε η συμφωνία, και ότι εφόσον δεν μεταβιβάστηκαν και πέρασαν και 6 μήνες ο ίδιος δεν επιθυμούσε πλέον την μεταβίβαση μετοχών, συγκρούεται κάθετα με την ενέργεια του να αποστείλει μέσω δικηγόρου το τεκμήριο 7Α καθιστώντας το χρόνο μεταβίβασης μετοχών ως ουσιώδη, τον οποίο μάλιστα καθόρισε στις 03.07.
- Ο εναγόμενος επέμενε ότι δεν μπορούσε να μεταβιβάσει τις μετοχές της Royal στο όνομα της ενάγουσας προτού αρχίσουν να διαπραγματεύονται στο Χ.Α.Κ. Είπε ότι αυτό είναι φυσικό, έτσι είναι όλοι το ξέρουν αλλά απέφυγε να δώσει οποιαδήποτε βοήθεια στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του για την αγορά μετοχών από την Royal εκ μέρους της Matrion η μαρτυρία του είναι αποδεχτή και συνοδεύεται και από τα απαραίτητα υποστηρικτικά έγγραφα. Όσον αφορά το τεκμήριο 6 δεν δέχομαι τη θέση του ότι το απέστειλε στην ενάγουσα γιατί οι αντιφάσεις στις οποίες έχει υποπέσει για τις ημερομηνίες και για τις αντιδράσεις του στην επιστολή τεκμήριο 2 ήταν τόσο πολλές που δεν μπορεί το Δικαστήριο με ασφάλεια να στηρικτεί στα όσα έχει πει. Δέχομαι όμως τη θέση του ότι έλαβε το τεκμήριο 7Α μετά την ημερομηνία 03.07.03 που καθοριζόταν σε αυτό ως ουσιώδης χρόνος για την μεταβίβαση των μετοχών. Ο ΜΥ2 κλήθηκε από τον εναγόμενο με τον οποίο και συνεργάζεται επαγγελματικά αλλά η μαρτυρία του ήταν πολύ περιορισμένη και το περιεχόμενο της είναι αποδεκτό και από τους διαδίκους. Δέχομαι τη μαρτυρία αυτή. Όπως έχει αναφερθεί από την αρχή ουσιαστικά το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το τεκμήριο 1 σε σχέση με δύο ερωτήματα.
(1)Πότε ήταν η υποχρέωση του εναγόμενου να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα της ενάγουσας, και
(2)Την ερμηνεία της φράσης "που ευρίσκονται στο όνομα της εταιρείας Matrion ...". Ως προς τις αρχές ερμηνείας μιας σύμβασης παραπέμπω στην υπόθεση Ανδρέας Ζήνωνος κ.α. από Λεμεσό ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. 11058, ημερ. 28.06.02 όπου το Δικαστήριο παρέθεσε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ, Πολ. Έφ. 9302 ημερ. 24.02.98: "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS
(1998)1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα." Σχετική είναι επίσης η απόφαση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. αρ. 9515, 17.12.
- Επίσης στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. Ι, 22η έκδοση, από τη παράγραφο 585 και επόμενες με τίτλο "Construction of Terms" αναφέρονται όλες οι αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του όταν καλείται να ερμηνεύσει μια σύμβαση. Επιγραμματικά οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
- The object of all construction of the terms of a written agreement is to discover the intention of the parties. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, ο σκοπός ερμηνείας των όρων ενός γραπτού συμβολαίου είναι να ανακαλυφθεί η πρόθεση των μερών. Σε σχέση με αυτή την αρχή στο σύγγραμμα Chitty ανωτέρω αναφέρονται τα ακόλουθα: "The cardinal presumption is that the parties are presumed to have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself."
- Adoption of the popular meaning of words. Πρέπει να αποδοθεί στις λέξεις που χρησιμοποιούνται στη σύμβαση η συνήθης ερμηνεία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty: "Words are to be construed according to their strict and primary acceptation, unless from the context of the instrument, and the intention of the parties to be collected from it, they appear to be used in a different sense, or unless, in their strict sense, they are incapable of being carried into effect." This is sometimes known as the "golden" rule of construction.
- The whole contract is to be considered. Η ερμηνεία των όρων του συμβολαίου γίνεται έχοντας υπόψη ολόκληρο το έγγραφο. "Every contract is to be construed with reference to its object and the whole of its terms, and accordingly, the whole context must be considered in endeavouring to collect the intention of the parties, even though the immediate object of inquiry is the meaning of an isolated clause."
- Construction must be in favour of supporting the document. Ο τρόπος ερμηνείας του εγγράφου πρέπει να είναι τέτοιος που το έγγραφο να "σωθεί" δηλαδή να θεωρηθεί ως έγκυρο. "In order to give effect to the intention of the parties and to "save" the document, if possible, the court will adopt various expedients towards this end."
- Construction against grantor. Το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει το έγγραφο πιο αυστηρά εναντίον του πωλητή, εκχωρητή κλπ, αυτός ο κανόνας ερμηνείας όμως εφαρμόζεται μόνο όπου υπάρχει ασάφεια στο κείμενο και όπου όλοι οι άλλοι κανόνες ερμηνείας δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Αναφέρει σχετικά ο Chitty: "Another rule of construction is that a deed or other instrument shall be construed more strongly against the grantor or maker thereof. This rule is often misinterpreted. It is only to be applied in cases of ambiguity and where other rules of construction fail." Έρχομαι τώρα να εφαρμόσω τα πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση. Το πρώτο ερώτημα αφορά την ερμηνεία του όρου "που ευρίσκονται στο όνομα της εταιρείας Matrion..." όπως αυτός αναγράφεται στο τεκμήριο
- Η θέση της ενάγουσας είναι ότι η ερμηνεία του εν λόγω όρου δεν μπορεί να είναι άλλη από του ότι οι μετοχές ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της εταιρείας Matrion την ημέρα της σύμβασης. Η θέση του εναγόμενου ότι δεν θα πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στον εν λόγω όρο αφού η Matrion είχε μεν αγοράσει αριθμό μετοχών της Royal αλλά δεν μπορούσαν να εγγραφούν επ΄ ονόματι της Matrion και κατ΄ επέκταση της ενάγουσας προτού η εταιρεία Royal εισαχθεί στο ΧΑΚ, δεν έχει υποστηριχθεί από καμιά μαρτυρία. Ελλείψει μαρτυρίας ως προς τα χρηματιστηριακά δρώμενα και η μη αναφορά σε σχετική νομοθεσία από πλευράς εναγόμενου και κατ' εφαρμογή των κανόνων ερμηνείας των συμβάσεων όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω θεωρώ ότι η ερμηνεία που αποδίδει η ενάγουσα στο σχετικό όρο της σύμβασης είναι η ορθή. Αυτή είναι με βάση και τους κανόνες ερμηνείας ανωτέρω η πιο απλή και ξεκάθαρη ερμηνεία του όρου. Εάν η θέση του εναγόμενου ευσταθεί τότε θα έπρεπε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και να καταστήσει σαφές κατά την υπογραφή της συμφωνίας τα όσα ισχυρίζεται περιλαμβάνοντας συγκεκριμένα στο κείμενο της συμφωνίας. Όσον αφορά τον δεύτερο όρο που καλείται το Δικαστήριο να ερμηνεύσει, αυτό που αφορά χρονικά την υποχρέωση του εναγόμενου για μεταβίβαση των μετοχών επ΄ ονόματι της ενάγουσας, και πάλι σύμφωνα με τη νομολογία και τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές. Είναι σαφές από το κείμενο του τεκμηρίου 1 ότι δεν προνοείται η χρονική προθεσμία εντός της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα της ενάγουσας. Η θέση της ενάγουσας ήταν ότι αυτό έπρεπε να γίνει με την υπογραφή της συμφωνίας. Αυτή της η θέση όμως καταρρίπτεται από τις ενέργειες της ίδιας της ενάγουσας η οποία με το τεκμήριο 7Α καθιστά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών ουσιώδη και τον καθορίζει μέχρι τις 03.07.
- Η θέση του εναγόμενου είναι βεβαίως διαφορετική. Ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση του για μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα της ενάγουσας συνδέεται και πάλι με την έναρξη διαπραγμάτευσης των μετοχών της εταιρείας Royal στο Χρηματιστήριο. Σε σχέση με την υποχρέωση του αυτή ο εναγόμενος ανέφερε ότι όταν οι μετοχές της Royal άρχισαν να διαπραγματεύονται στο ΧΑΚ προσφέρθηκε να εκπληρώσει το δικό του μέρος της συμφωνίας που ήταν η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα της ενάγουσας αλλά η ενάγουσα αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μεταβίβαση. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται. Σύμφωνα με το Κεφ. 149 άρθρο 46 εάν δεν ορίζεται στη σύμβαση χρόνος εκπλήρωσης η υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου. Το τι είναι εύλογος χρόνος αποτελεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικό ζήτημα. Επίσης συνήθως πρόνοιες της σύμβασης όσον αφορά τον χρόνο δεν είναι ουσιώδης εκτός εάν τα μέρη με σαφή προειδοποίηση το ένα στο άλλο καταστήσουν τέτοιο όρο ουσιώδη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει κατά πόσο ο τρόπος που έχει δοθεί η προειδοποίηση για το χρόνο και η διάρκεια της προειδοποίησης είναι ικανοποιητικά. Σχετική είναι η απόφαση Χαράλαμπος Αχ. Δημήτρη κ.ά. v. Paul Beven & άλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 663. Είναι επίσης αναγνωρισμένη η αρχή ότι σε μια σύμβαση όταν υπάρχει παράβαση των όσων έχουν συμφωνηθεί, το ένα από τα δύο μέρη μπορεί να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Xenophontos ν. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23 και η υπόθεση Latifundia Properties Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ, Ψακή Πολ. Έφ. 10999, ημερ. 23.05.03 Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7Α η ενάγουσα η οποία θεωρεί τον εναγόμενο υπαίτιο για παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας καθιστά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών ουσιώδη και τον καθορίζει μέχρι τις 03.07.
- Το τεκμήριο 7Α φέρει ημερομηνία 27.06.
- Είναι όμως παραδεχτό και εξάγεται και από το τεκμήριο 7β με ασφάλεια το γεγονός ότι ταχυδρομήθηκε την 01.07.
- Στο εν λόγω τεκμήριο καθορίζεται ως χρόνος για εκπλήρωση της υποχρέωσης του εναγόμενου ήτοι η μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα της ενάγουσας η 03.07.03 δηλαδή δύο μόλις μέρες μετά την ταχυδρόμηση του τεκμηρίου 7Α. Είναι κατά την άποψη μου προφανές ότι ο χρόνος αυτός δεν είναι ικανοποιητικός. Με βάση την αρχή του Postal Rule μια επιστολή τεκμαίρεται ότι έχει καταλήξει στο παραλήπτη της αν ταχυδρομηθεί στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση και μετά την πάροδο λογικού χρονικού διαστήματος δεν έχει επιστραφεί ως αζήτητη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στο τεκμήριο 7Α και 7β είναι η ορθή. Εξάλλου η θέση του εναγόμενου είναι ότι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή πολύ μεταγενέστερα όμως από την ημερομηνία 03.07.03 που καθορίζεται σ΄ αυτήν ως ο χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης του. Είναι κατά την άποψη μου σαφές ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μια επιστολή που ταχυδρομείται την 01.07.03 και καθορίζει ως το χρόνο για υλοποίηση μέχρι και τις 03.07.03, που κατ' εφαρμογή του postal rule η επιστολή δεν έχει ακόμη παραληφθεί από τον παραλήπτη της, παρέχει ικανοποιητικό χρόνο για εκπλήρωση του. Ενόψει των ανωτέρω ο χρόνος που δόθηκε με το τεκμήριο 7Α δεν θεωρείται ικανοποιητικός ούτε εύλογος με βάση τα πραγματικά γεγονότα και περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Έτσι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει παράβαση του εναγόμενου ουσιώδους όρου της συμφωνίας και δεν έχει τερματίσει νόμιμα την σύμβαση. Επομένως η αξίωση της ενάγουσας για επιστροφή σ΄ αυτήν του ποσού των Λ.Κ.3.600 που αφορούν το τίμημα αγοράς των 3.000 μετοχών είναι καταδικασμένο σε αποτυχία και απορρίπτεται. Επαναλαμβάνω εδώ αυτό που έχει και προηγουμένως αναφερθεί ότι με βάση τη μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας δεν είναι η ίδια που έχει πληρώσει τις μετοχές αλλά ο σύζυγος της από τον προσωπικό του λογαριασμό. Η ενάγουσα διεκδικεί επίσης αποζημιώσεις για το ποσό των Λ.Κ.1.470 επί τη βάση ζημιάς που θα πραγματοποιούσε εάν οι μετοχές ευρίσκοντο στο όνομα της στις 17.07.01 όταν άρχισε η διαπραγμάτευση των μετοχών της Royal στο ΧΑΚ, ημέρα κατά την οποία η τιμή πώλησης τους ήταν 0,49 σέντ εκάστη που ήταν η ψηλότερη τιμή πώλησης που έτυχε έκτοτε η μετοχή αυτή. Η μαρτυρία του εναγόμενου ήταν ότι 16.732 μετοχές της Royal ευρίσκοντο στο όνομα της Matrion στις 29.12.00, σχετικό είναι το τεκμήριο 10, και ότι η ενάγουσα αν ήθελε θα μπορούσε να της πωλήσει μέσω του την ημέρα που άρχισε η διαπραγμάτευση τους στο ΧΑΚ παρόλο που δεν ήταν ακόμη εγγεγραμμένες στο όνομα της ενάγουσας και έτσι η ενάγουσα αν ήθελε θα μπορούσε να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό. Η ενάγουσα δεν αντίκρουσε αυτή τη θέση αλλά είναι περαιτέρω σαφές ότι η ενάγουσα η οποία από τις 09.01.01 με το τεκμήριο 2 είχε ήδη ζητήσει επιστροφή των χρημάτων της, δεν επιθυμούσε πλέον να προχωρήσει και να υλοποιήσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Περαιτέρω, είναι γνωστό ότι όσον αφορά αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης το είδος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος αναφέρονται στο άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Η βασική αυτή αρχή έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Saab & another v. The Holy Monastery of Agios Neofhytos
(1982)1 C.L.R. 499. Η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ζημιά. Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι και η αξίωση της για την ισχυριζόμενη ζημιά των Λ.Κ.1.470 δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει εκ πλευράς εναγόμενου παράβαση όρου της μεταξύ τους συμφωνίας αναφορικά με την υποχρέωση του χρόνου μεταβίβασης των μετοχών. Επίσης δεν έχει διευκρινιστεί στο Δικαστήριο ικανοποιητικά με βάση πάντα το βάρος απόδειξης που έχει η ενάγουσα ότι η ίδια είναι η ορθή διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Η αγωγή και η αξίωση της ενάγουσας απορρίπτονται. Επιδικάζονται επίσης εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγόμενου τα έξοδα της διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο