Omar Sakantelidge κ.α. ν. Κώστα Αντωνίου Κωσταντή κ.α., Αρ. Αγωγής: 566/06, 14/7/06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΚΛΗΡΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 566/06 Μεταξύ:
- Omar Sakantelidge, εξ Ορόκλινης
- Natalia Bodioul Sakantelidge, εξ Ορόκλινης Εναγόντων και
- Κώστα Αντωνίου Κωσταντή, εξ Η.Π.Α.
- Μαρία Κώστα Αντωνίου, εξ Η.Π.Α. Εναγομένων Αίτηση υπό των εναγόντων - αιτητών ημερ. 21/2/
- Προσωρινό Διάταγμα. Ημερομηνία: 14/7/06 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Κ. Γεωργιάδου Για τους εναγομένους καθ΄ων η αίτηση: κ. Α. Μυλωνάς. Ενδιάμεση Απόφαση Ex-Tempore Με την οπισθογράφηση απαίτησης τους οι ενάγοντες αξιώνουν διάφορες θεραπείες οι οποίες εκπηγάζουν ,όπως ισχυρίζονται από συμφωνία για πώληση προς αυτούς από τους εναγόμενους, μιας κατοικίας που βρίσκεται σε ακίνητο τα στοιχεία του οποίου και περιγράφονται στην Οπισθογράφηση. Αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την έκδοση Δηλώσεων του Δικαστηρίου ως προς την δέσμευση των διαδίκων από την συμφωνία, Δήλωση ως προς το δικαίωμα τους να ανακτήσουν κατοχή, Διάταγμα μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι τους και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας. Το Δικαστήριο κατόπιν υποβολής μονομερούς αίτησης από τους ενάγοντες, εξέδωσε στις 4.2.06 προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο εμποδίζονταν οι εναγόμενοι να αποξενώσουν το επίδικο ακίνητο. Μια δεύτερη θεραπεία η οποία ζητείται στην παράγραφο Β της αίτησης δεν έχει εγκριθεί από το Δικαστήριο και τελικά αποσύρθηκε από τους αιτητές. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που έχει καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης, οι ενάγοντες επικαλούνται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας για πώληση του ακινήτου, οι όροι της οποίας παρουσιάζονται να έχουν ενσωματωθεί σε αλληλογραφία η οποία ανταλλάγηκε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, αφού οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους παρόμοιας φύσεως διαφορές σε σχέση με το ίδιο ακίνητο, οι οποίες παρουσιάζονταν να είχαν επιλυθεί μέσω αποφάσεως που εκδόθηκε στην αγωγή 1575/
- Οι εναγόμενοι στους οποίους έχει επιδοθεί η αίτηση και το διάταγμα υπέβαλαν Ένσταση στην συνέχιση της ισχύος του, οι λόγοι της οποίας εκτίθενται στο κυρίως σώμα της ένστασης. Τα γεγονότα που συνοδεύουν τις αντικρουόμενες θέσεις των δύο πλευρών παρατίθενται σε ενόρκους δηλώσεις που έχουν επισυνάψει τόσο στην Αίτηση όσο και στην Ένσταση, καθώς επίσης και σε συνημμένα στις ενόρκους δηλώσεις έγγραφα σαν τεκμήρια. Έχει επίσης καταχωρηθεί με άδεια του δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των αιτητών. Θα αναφερθώ κατ΄ αρχή στη νομική πτυχή της αίτησης. Οι προϋποθέσεις για έκδοση και συνέχιση της ισχύος προσωρινού διατάγματος είναι καλά γνωστές και εκτίθενται στο άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί και επανειλημμένα έχουν αναλυθεί στην σχετική νομολογία. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis [1975] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd., Πολ.΄Εφεση 9824 ημερ. 21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others [1976] 1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R. 263.) Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ.
- Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, κρίνω ότι αυτή εδώ ικανοποιείται. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της οπισθογράφησης της απαίτησης και το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της παρεμπίπτουσας αυτής διαδικασίας, υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη, το οποίο αναφέρεται στη διεκδίκηση από τους ενάγοντες δικαιωμάτων τα οποία προκύπτουν, κατά την θέση τους, από τη σύναψη προφορικής συμφωνίας για πώληση ακινήτου, συμφωνίας της οποίας οι όροι ενσωματώθηκαν με αλληλογραφία μεταξύ των συνηγόρων τους. Η αξία του επίδικου ακινήτου φαίνεται από τα παρατεθέντα στοιχεία να είναι σημαντική. Ως προς την ύπαρξη πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία, όπως έχει επεξηγηθεί, απαιτείται από τους ενάγοντες - αιτητές να καταδείξουν τελικά, ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας κατά τη δίκη που θα ακολουθήσει, στην ουσία της αγωγής. Είναι καθαρό από τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και από τις θέσεις τις οποίες έχει προβάλει και η πλευρά των εναγόντων - αιτητών, ότι δεν τίθεται θέμα επιτυχίας τους στις διεκδικήσεις οι οποίες αφορούν δήλωση και / ή διαταγή για την μεταβίβαση επ΄ ονόματι τους της διεκδικούμενης ακίνητης περιουσίας. Ο λόγος είναι καθαρός και οφείλεται στην μη ικανοποίηση των από το νόμο τιθεμένων προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγής ειδικής εκτέλεσης σύμβασης που αφορά σε αγοραπωλησία ακινήτου. ( βλ. Α.2 του περί Πώλησης Γής (Ειδική Εκτέλεση Νόμου) Κεφ. 232 ). Επομένως, είναι φανερό ότι η οποιαδήποτε διεκδίκηση των εναγόντων, περιορίζεται σε διεκδίκηση καταβολής αποζημιώσεων. Όπως προκύπτει από το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων νόμου Κεφ. 149, σε περιπτώσεις παράβασης συμφωνίας, το αναίτιο μέρος δικαιούται να διεκδικήσει από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, αποζημιώσεις για ζημιές οι οποίες προέκυψαν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση. Η νομοθετημένη αυτή αρχή, αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα σε υποθέσεις παράβασης σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου, όπως έχει επιβεβαιωθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Saab και άλλων ν. Holy Monastery of Ayios Neofytos
(1982)1 Α.Α.Δ. 499, οι αποζημιώσεις σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, στοχεύουν στο να αποκαταστήσουν τον διάδικο στην θέση στην οποία θα ευρίσκετο εάν δεν είχε μεσολαβήσει η παράβαση. Είναι επομένως σημαντικό να καταδείξει ο ενάγων και κάθε ενάγων σε αγωγές για ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης αγοράς ακινήτου, ότι λόγω της μη τήρησης της συμφωνίας, υπέστη ζημιά η οποία υπολογίζεται και αποτιμάται από την διαφορά στην αξία του ακινήτου. Δηλαδή την διαφορά της αξίας του στην ελεύθερη αγορά, σε σχέση με την συμφωνηθείσα αξία με την οποία θα εξασφάλιζε την περιουσία αυτή. Όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, οι ενάγοντες καταλογίζουν στους εναγομένους την παράβαση της συμφωνίας βασικά επειδή δεν αποδέκτηκαν την πληρωμή από μέρους τους, του συμφωνηθέντος τιμήματος και την ταυτόχρονη μεταβίβαση στο όνομα τους της ακίνητης περιουσίας. Όπως όμως έχει ορθά εντοπίσει ο συνήγορος των εναγομένων, οι όροι της συμφωνίας περιλαμβάνονται σε σχετική επιστολή την οποία ο συνήγορος τους είχε αποστείλει προς τον τότε συνήγορο των εναγόντων - αιτητών, ο οποίος και παρουσιάζεται σε σχετική επιστολή του, να έχει αποδεχθεί τους όρους εκείνους. Όπως φαίνεται στην επιστολή ημ. 22.11.05, ήταν βασικός όρος της διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων , ότι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου θα υποχρεώνονταν να μεταβιβάσουν τον τίτλο του ακινήτου στο όνομα των εναγόντων, όχι ταυτόχρονα με την καταβολή του τιμήματος πώλησης των Λ.Κ. 450.000 , αλλά « εντός 30 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής των Λ.Κ. 450.000 » Ξενίζει επομένως η θέση για μεταβίβαση ταυτόχρονα με την πληρωμή όπως αυτή παρατίθεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και φαίνεται να μην καταδυνκύεται η ισχυριζόμενη παράβαση από τους εναγομένους με τα στοιχεία αυτά. Είναι όμως και το άλλο. Για να επιτύχουν στην διεκδίκηση τους οι ενάγοντες και για να έχουν καταδείξει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, θα πρέπει ασφαλώς να αποδείξουν, έστω και με το αποδεικτικό κριτήριο του ενδιάμεσου αυτού σταδίου στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, ότι δικαιούνται στην καταβολή νομίμων αποζημιώσεων. Έχω αναφέρει προηγουμένως τις αρχές και τη νομολογία με βάση τις οποίες αποτιμούνται οι αποζημιώσεις σε τέτοιες περιπτώσεις. Τα στοιχεία τα οποία παραθέτουν στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους οι ενάγοντες, πρέπει να πω λιτά και εν πολλοίς ατεκμηρίωτα, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της ζημιάς την οποία ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί, αναφέρουν στην παράγραφο 23 της Ένορκης Δήλωσης ότι « Το ακίνητο έχει εκτιμηθεί για Λ.Κ. 860.000». Οι εναγόμενοι καθ΄ών η αίτηση με την Ένορκη Δήλωση τους έχουν αμφισβητήσει την αξία αυτή όπως την υπολόγισαν οι ενάγοντες- αιτητές, έχουν δε καταχωρήσει για υποστήριξη, εκτίμηση - Τεκμήριο Ι στην Ένορκη Δήλωση τους, με την οποία λεπτομερώς ειδικός εκτιμητής προβαίνει στην εκτίμηση του ακινήτου, με εκτιμημένη αξία, η οποία κατά πολύ διαφέρει από αυτή που θέτουν οι ενάγοντες- αιτητές και για τους λόγους που λεπτομερώς εξηγούνται στην έκθεση αυτή, αφού δηλαδή αφαιρεθούν μεταξύ άλλων αναγκαία έξοδα τα οποία κάθε αγοραστής θα έπρεπε να υποστεί, έτσι ώστε η κατοικία να είναι κατοικήσιμη. Οι ενάγοντες - αιτητές αντιθέτως, πέραν της αναφοράς σε κάποιο αριθμό, καμιά εξήγηση δεν έχουν δώσει για το πώς ανεβάζουν την αξία του ακινήτου στην αξία εκείνη, ούτε και έχουν αμφισβήτησει με οποιοδήποτε τρόπο ή αντικρούσει τους λεπτομερείς ισχυρισμούς τους οποίους παραθέτουν οι εναγόμενοι στην δική τους Ένορκη Δήλωση. Από την εκτίμηση που παρουσίασαν οι εναγόμενοι, προκύπτει η ανυπαρξία ζημιάς που προκλήθηκε στους ενάγοντες. Δεν ζητήθηκε όμως ούτε η άδεια για καταχώρηση κάποιας συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για να τεκμηριωθεί με κάποιο τρόπο η κατ΄ ισχυρισμό αξία του ακινήτου από πλευράς των εναγόντων. Αλλ΄ ούτε και ζητήθηκε η παρουσία προς αντεξέταση του προσώπου το οποίο προέβηκε στην εκτίμηση από πλευράς εναγομένων. Κατ΄ αυτό τον τρόπο η αξία την οποία αποδίδουν στο ακίνητο οι ενάγοντες - αιτητές , παραμένει αόριστη και ατεκμηρίωτη και δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση για υπολογισμό, έστω και πρόχειρα, καμιάς ζημιάς την οποία κατ΄ ισχυρισμό έχουν υποστεί οι ενάγοντες - αιτητές. Γι΄ αυτούς τους λόγους, μου είναι αδύνατον να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες - αιτητές έχουν ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων νόμου, για τους λόγους που έχω εξηγήσει και αναλύσει, ότι δηλαδή δεν έχουν καταδείξει την παράβαση συμφωνίας από τους εναγομένους και ότι υπέστησαν ζημία για την οποία δικαιούνται σε αποζημίωση λόγω της παράβασης συμφωνίας. Οι ενάγοντες περαιτέρω, φαίνεται να έχουν και άλλο εμπόδιο το οποίο αναφέρεται στην ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης κάτω από το ίδιο άρθρο του περί Δικαστηρίου Νόμου. Έχουν υποχρέωση οι ενάγοντες - αιτητές να καταδείξουν ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ή στην παρούσα περίπτωση χωρίς την συνέχιση της ισχύος του, θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν επιτύγχαναν στην αγωγή τους . Όπως έχω αναφέρει και προηγουμένως, αυτή η προϋπόθεση συναρτάται κυρίως με το θέμα των αποζημιώσεων. Εξετάζεται δηλαδή κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση, το θέμα των αποζημιώσεων είναι κατ΄ εξοχήν θέμα που συνοδεύεται με την απονομή της πλήρους δικαιοσύνης. Όπως έχει διαπιστωθεί, θα ήταν η μόνη προσφερόμενη υπό τις περιστάσεις θεραπεία. Οι ενάγοντες αιτητές όμως, δεν παρέθεσαν τέτοια στοιχεία από τα οποία να ικανοποιείται αυτή η προϋπόθεση. Πέραν του ότι, όπως έχω αναφέρει, δεν έχουν παράσχει ικανοποιητικά στοιχεία από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης και το ύψος των οποιονδήποτε αποζημιώσεων τις οποίες θα εδικαιούντο , περαιτέρω δεν έχουν καταθέσει στοιχεία από τα οποία να καταδεικνύεται η αδυναμία των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση να ανταποκριθούν και να ικανοποιήσουν μια οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ τους. Το μόνο που αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, είναι στην παράγραφο 26 στην οποία δεν παρατέθηκε ουσιαστικά τίποτε περισσότερο από το ζητούμενο. Το ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατον, κατά τον ισχυρισμό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς όμως να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με οποιαδήποτε αδυναμία ή αφερεγγυότητα ή άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν μια απόφαση εναντίον τους. Αντίθετα, οι εναγόμενοι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται στην δική τους ένορκη δήλωση ότι για τους λόγους που εξηγούν, είναι σε θέση να ικανοποιήσουν οικονομικά, απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί εναντίον τους. Και πάλιν δεν έγινε καμιά προσπάθεια να αντικρουστεί αυτός ο ισχυρισμός με άλλη μαρτυρία ούτε με αμφισβήτηση των στοιχείων αυτών μέσω αντεξέτασης. Υπό αυτές τις συνθήκες , τα όποια στοιχεία παραθέτουν οι ενάγοντες αιτητές για την τρίτη προϋπόθεση, παραμένουν αόριστα και ελλειπή. Για όλους αυτούς τους λόγους ,δεν φαίνονται να ικανοποιούνται στην παρούσα περίπτωση οι δύο βασικές προϋποθέσεις έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγείτο σε απόφαση για συνέχιση της ισχύος του διατάγματος που έχει εκδοθεί. Για τούτο, η αίτηση ημερομηνίας 21/2/06 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί στην βάση της αίτησης παύει να ισχύει. Τα έξοδα της αίτησης ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν στο τέλος της δίκης από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ. ) ........... Κ. Κληρίδης Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο