ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ ν. DELOITTE TOUCHE κ.α., Αρ.αγωγής: 5503/00, 14 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής: 5503/00 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, από τη Λάρνακα Ενάγοντος και
- DELOITTE & TOUCHE
- TOUCHE ROSS & ASSOCIATES
- ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
- ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
- ΚΩΣΤΑ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗ
- ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΑΛΙΩΤΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
- ΜΑΡΚΟΥ ΔΡΑΚΟΥ
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑΣ ΠΗΤΤΑ
- ΝΑΚΗ ΣΠΑΝΟΥΔΗ
- ΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένων Ημερ.: 14 Ιουλίου 2006 Για τον ενάγοντα: κ. Α. Ποιητής Για τους εναγόμενους 1 - 6: κ. Γ. Χριστοδούλου με την κα Α. Κακογιάννη Για τους εναγόμενους 7, 8 και 9: κα Ρ. Χρίστη για κ. Στ. Καρύδη. Για τους εναγομένους 10 και 11: κ. Χ. Κυριακίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Το βασικό ζήτημα που εγείρεται προς δικαστική απόφανση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής είναι κατά πόσο ο ενάγων λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων αναγκάσθηκε να διακόψει την εργοδότηση του με αυτούς υπό συνθήκες που ισοδυναμούσαν με έμμεση απόλυση, ή αντίθετα κατά πόσο από μόνος του εγκατέλειψε την εργοδότηση του αφού αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες τις οποίες είχε αναλάβει αποδεχόμενος αυτή την εργοδότηση. Ο ενάγων, ο οποίος είναι τώρα 74 ετών, ασκεί το επάγγελμα του λογιστή-ελεγκτή από το 1950 και έκτοτε πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε διάφορους ελεγκτικούς οίκους στην Κύπρο. Ξεκίνησε εργαζόμενος στον οίκο Russell & Co, που μετεξελίχθηκε στον οίκο Earnst & Young μέχρι το
- Αργότερα ίδρυσε με άλλους τον οίκο Χριστοφίδης & Λοϊζίδης, που μετεξελίχθηκε σε Μεταξάς, Λοϊζίδης, Χριστοφίδης και αργότερα σε Μεταξάς, Λοϊζίδης, Συρίμης. Οι ελεγκτικοί αυτοί οίκοι συνδέθηκαν με άλλους διεθνείς οίκους, τους οποίους εκπροσωπούσαν στην Κύπρο. Τελικά κατά τις αρχές του 1995 ο ενάγων υπέγραψε Συμφωνία με τον εναγόμενο 1 ελεγκτικό οίκο Deloitte & Touche (D & T) ο οποίος οίκος διεξάγει σε συνεργασία με τον εναγόμενο 2 οίκο Touche Ross & Associates (T.R.A.) εργασίες λογιστών, ελεγκτών, φορολογικών συμβούλων, συμβούλων επιχειρήσεων και συναφών εργασιών. Πρόεδρος και διευθύνων συνεταίρος των εναγομένων 1 ήταν ο εναγόμενος 3 κ.Δ.Ιωαννίδης, ενώ οι άλλοι συνεταίροι του ίδιου οίκου ήσαν οι εναγόμενοι 7, 8 και
- Συνεταίροι στον εναγόμενο 2 οίκο T.R.A. ήσαν οι εναγόμενοι 4 και
- Οι εναγόμενοι 5, 6 και 11 κατέστησαν συνεταίροι σε μεταγενέστερο στάδιο. Με βάση τη Συμφωνία εκείνη (Τεκμ.1), η οποία δεν φέρει ημερομηνία, ο ενάγων εργοδοτείτο από την D & T σαν σύμβουλος (consultant). Τα καθήκοντα και ευθύνες του θα περιλαμβάνονταν σε λεπτομερή κατάλογο τον οποίο θα του έδιδε ο διευθύνων συνεταίρος των D & T, αφού λαμβάνονταν υπόψη οι γνώσεις, πείρα και θέση του ενάγοντα στην κοινωνία και το επάγγελμα. Σύμφωνα πάντα με το κείμενο της Συμφωνίας - Τεκμ.1, άλλοι όροι ήσαν οι ακόλουθοι: α. Ο ενάγων θα εργοδοτείτο μέχρι την 31.12.01 αλλά οι εναγόμενοι θα εíχαν την επιλογή να μειώσουν την πλήρη εργοδότηση του σε μερική απασχόληση τα τελευταία δύο χρόνια, με ανάλογη μείωση της αμοιβής του. β. Ο μισθός του ενάγοντα για το 1995 θα ήταν £37.000 ετησίως και θα αυξανόταν κάθε επόμενο έτος κατά τέτοιο ποσό που θα αντικατόπτριζε την αύξηση στο κόστος του τιμαριθμικού δείκτη για τα προηγούμενα έτη. Με άλλους όρους της Συμφωνίας, ο ενάγων εδικαιούτο και σε άλλα ωφελήματα και/ή επιδόματα, όπως φιλοδώρημα, ασφάλιση, οδοιπορικά, ετήσια άδεια κλπ. Ας σημειωθεί εδώ ότι με βάση μια δεύτερη Συμφωνία η οποία περιλαμβάνεται σε επιστολές, επίσης χωρίς ημερομηνία, που ανταλλάγηκαν μεταξύ των διαδίκων (Τεκμ.2) ο ενάγων επιπρόσθετα της συμφωνηθείσας αμοιβής του, θα λάμβανε από την D & T και ένα ποσό £6.000 ετήσια σαν επίδομα για οδοιπορικά και έξοδα παραστάσεως. Σε άλλους, λεπτομερείς όρους της βασικής Συμφωνίας - Τεκμηρίου 1 θα αναφερθώ αργότερα στην παρούσα Απόφαση, εκεί όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Η εργοδότηση του ενάγοντα άρχισε την 1.4.1995 και όπως ο ίδιος κατάθεσε, ανέμενε ότι θα πληρωνόταν την αμοιβή του μηνιαία. ΄Ομως, μετά από ένα μήνα, οι εναγόμενοι άρχισαν με διάφορες προφάσεις να μην του καταβάλλουν όσα ανέμενε με βάση τις συμφωνίες. Από το 1995 - 1998, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, διαμαρτυρόταν προφορικά, τηλεφωνικά και γραπτά προς τον εναγόμενο 3 και άλλους συνεταίρους, επισύροντας την προσοχή τους στις παραβάσεις όρων των συμφωνιών. Όμως μάταια, αφού το μόνο που αυτοί έκαναν ήταν να τον αποφεύγουν ή να του δίδουν μικροποσά. Εν τω μεταξύ με τη συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι προέβαιναν, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, σε διάφορες πράξεις οι οποίες αποσκοπούσαν ή είχαν σαν αποτέλεσμα την υποτίμηση, υποβάθμιση και εξευτελισμό του. Λεπτομέρειες των πράξεων ή της εν γένει συμπεριφοράς των εναγομένων, δίδει ο ενάγων στην παρα.13 της ΄Εκθεσης Απαίτησης του και σε σχέση με τούτες, έδωσε περαιτέρω εξηγήσεις και παραδείγματα κατά την κύρια εξέταση του στο Δικαστήριο. Δειγματοληπτικά και όχι εξαντλητικά, αναφέρω τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι του αποστερούσαν την βοήθεια άλλου εργοδοτούμενου στην εξυπηρέτηση πελατών, του αφαίρεσαν τα κλειδιά της εισόδου του γραφείου για να μην εργάζεται Σαββατοκυρίακα, τον εμπόδιζαν από του να έχει υπηρεσιακής φύσεως τηλεφωνικές επικοινωνίες με το εξωτερικό, του κατένειμαν ένα πολύ μικρών διαστάσεων δωμάτιο σαν το γραφείο του, κλπ. ΄Οταν οι συνεχείς προσπάθειες και παρακλήσεις του ενάγοντα δεν απέφεραν κανένα αποτέλεσμα, απευθύνθηκε στο δικηγόρο του, ο οποίος με επιστολή του ημερ. 4.1.1999 (Τεκμ. 48) ζητούσε την εξόφληση μέχρι 8.1.1999 όλου του οφειλομένου υπολοίπου μισθών του που ανερχόταν σε £40.526.46, διαφορετικά θα αποτεινόταν στο Δικαστήριο για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και θα αναγκαζόταν να θεωρήσει τη συμφωνία τερματισθείσα εξ΄ υπαιτιότητος των εναγομένων. Λόγω της μη ανταπόκρισης εκ μέρους των εναγομένων, ο ενάγων καταχώρησε στις 11.1.1999 την υπ΄ αρ. 107/1999 Αγωγή Ε.Δ. Λάρνακας αξιώνοντας μισθούς και ωφελήματα για τα έτη 1996, 1997 και
- Μετά δύο μέρες, δηλαδή στις 13.1.1999, ο δικηγόρος του ενάγοντα απέστειλε προς τους εναγομένους την επιστολή - Τεκμ.
- Με την επιστολή επληροφορούντο οι εναγόμενοι ότι: «... ο πελάτης μας τερματίζει πάραυτα υπαιτιότητι σας την πιο πάνω συμφωνία και επιφυλάσσει όλα του τα δικαιώματα λόγω του εξαναγκασμού του εις παραίτηση που προήλθε από τη συστηματική εκ μέρους σας διάρρηξη των εκ του εγγράφου υποχρεώσεων σας ...». Σημειώνεται ότι η προαναφερθείσα αγωγή αρ. 107/99 συμβιβάστηκε και στις 6.10.2000 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση (Τεκμ.54), με την οποία οι εναγόμενοι διατάχθηκαν να πληρώσουν προς τον ενάγοντα ποσό εκ £25.000 πλέον τόκο και έξοδα. ΄Οπως δε καταγράφηκε στη ρηθείσα απόφαση σαν «κανών του δικαστηρίου»: «..Η απόφαση υπέρ του ενάγοντος 1 για το ποσό των £25.000 σχετικά με την απαίτηση του, είναι για τα έτη 1996, 1997,
- Το ποσό των £25.000 περιλαμβάνει £10.000 έναντι εξόδων τα οποία ο πρώτος ενάγων είχε καταβάλει στα πλαίσια των υπηρεσιών του προς ή και για λογαριασμό των εναγομένων ...». Διευκρινίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο στην προαναφερθείσα αγωγή γίνεται λόγος για «1ο ενάγοντα» είναι διότι στην αγωγή υπήρχε και 2ος ενάγων, γιος του παρόντος ενάγοντα για λόγους οι οποίοι δεν χρειάζεται εδώ να απασχολήσουν. Σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, κατά την αναγκαστική αποχώρηση του από την εργοδοσία των εναγομένων, ήταν ηλικίας 67 ετών και δεν θα μπορούσε να εργοδοτηθεί αλλού σαν έμμισθος. Αξιοποιώντας δε κάποιες σχέσεις τις οποίες είχε, άνοιξε δικό του ελεγκτικό γραφείο και ίδρυσε εταιρεία παροχής διευθυντικών υπηρεσιών, την C.P.C. Management Services Limited. Πολλοί όμως δικοί του πελάτες, τους οποίους εξυπηρετούσε δεν τον ακολούθησαν, παραμένοντας με τους εναγομένους. Σύμφωνα με τους Λεπτομερείς Λογαριασμούς Αποτελεσμάτων για το έτος που έληξε στις 31.12.1999 (Τεκμ. 56), το ελεγκτικό του γραφείο παρουσίασε κέρδος από εργασίες ύψους £1.
- Για το ίδιο έτος η εταιρεία του CPC Management Services Ltd παρουσίασε ζημιά ύψους £606.- (Τεκμ. 57). ΄Οπως κατέθεσε κατά την αντεξέταση του ο ενάγων, ο λόγος που είχε αποχωρήσει από τον προηγούμενο συνεταιρισμό στον οποίο απασχολείτο κατά το 1994 ενώ θα μπορούσε να είχε παραμείνει για ακόμα τρία χρόνια, ήταν ότι ο συνεταιρισμός άρχισε να λαμβάνει κάποιες αποφάσεις με τις οποίες ο ίδιος δεν συμφωνούσε. ΄Οταν απεχώρησε, ο οίκος κινήθηκε δικαστικά εναντίον του ισχυριζόμενος ότι αυτός κατακρατούσε χρήματα του οίκου και δεν τηρούσε καταστάσεις ωρών εργασίας (time sheets). Ερωτηθείς αν ο ίδιος πρόβαλε και σε εκείνη την αγωγή τη θέση ότι ο οίκος εκείνος δεν του κατάβαλλε μισθούς και τον υποβάθμιζε, ο ενάγων απάντησε πως δεν θυμόταν, μπορεί να ήταν έτσι. Υποβλήθηκαν περαιτέρω στον ενάγοντα ερωτήσεις που αφορούσαν σε κάποια γεγονότα που είχαν επισυμβεί, κατά τους εναγομένους , ενόσω αυτός τελούσε στην εργοδοσία τους. Απαντώντας ο ενάγων δέχθηκε ότι χρεωστούσε χρήματα σε 1 - 2 εμπορευόμενους, ενώ για έκδοση από τον ίδιο ακάλυπτων επιταγών, είπε ότι δεν είχε υπόψη του κάτι τέτοιο πλην μιας περιπτώσεως η οποία οφειλόταν σε παρεξήγηση αφού ο δικαιούχος κατάθεσε αμέσως μια επιταγή ενώ τον είχε παρακαλέσει να καθυστερήσει. Τέθηκε στον ενάγοντα ότι σύμφωνα με κατάσταση του Γραφείου Φόρου Εισοδήματος (Τεκμ. 98) χρεωστούσε ο ίδιος ποσά που προέρχονταν από απλήρωτες φορολογίες, ύψους πέραν των £150.
- Απάντησε πως δεν είναι ντροπή αν ένας επαγγελματίας χρεωστεί φόρο εισοδήματος ενώ θα ήταν βέβαια καλύτερα αν δεν χρωστούσε. Τέθηκε περαιτέρω στον μάρτυρα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσιαζόταν στο δικαστήριο σαν κατηγορούμενος και εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης του αυτοκινήτου του και άλλων περιουσιακών του στοιχείων. Ο ενάγων απάντησε πως δεν προχώρησε ποτέ διαδικασία εκποίησης αλλά κινήθηκε διαδικασία εναντίον του στο Δικαστήριο στην οποία και παραδέχθηκε. Δέχθηκε επίσης ότι πράγματι είχε κινηθεί εναντίον του αγωγή από εμπορικό οίκο για οφειλή από αγορά κινητού τηλεφώνου και ότι δικηγορικός οίκος από την Αγγλία έστελλε στα γραφεία των εναγομένων μηνύματα διεκδικώντας ποσά τα οποία ο ενάγων είχε δανειστεί, προσθέτοντας ότι αυτό το θέμα διευθετήθηκε. Κατά την αντεξέταση τέθηκαν προς τον ενάγοντα και άλλα στοιχεία σε σχέση με πελάτες των εναγομένων προς τους οποίους ο ίδιος χρωστούσε χρήματα. Επεξηγώντας αυτό που είχε πει περί απαγόρευσης τηλεφωνικής του επικοινωνίας με πελάτες στο εξωτερικό, ο ενάγων κατέθεσε πως άνκαι επισήμως κάτι τέτοιο δεν του είχε απαγορευτεί, εν τούτοις ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1997 - 98, ολοφάνερα γινόταν μια προσπάθεια εκ μέρους του συνεταιρισμού να αποσπάσουν από τον ίδιο πελάτες των οποίων τις υποθέσεις χειριζόταν ο ίδιος, ώστε να τους εξυπηρετούσαν άλλοι. Σκοπός τούτου, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, ήταν έτσι ώστε εάν κάποια ώρα εξαναγκαζόταν να αποχωρήσει επειδή οι εναγόμενοι δεν εκτελούσαν τις προς αυτόν οικονομικές υποχρεώσεις τους, να μην εδημιουργείτο πρόβλημα εξυπηρέτησης των πελατών εκείνων. Είχαν δε δοθεί οδηγίες από τους εναγομένους, όπως προκύπτει και από την επιστολή - Τεκμ.11, όπως τα τηλεφωνήματα του γίνονται όχι απευθείας αλλά μέσω του τμήματος υποδοχής. Αυτό, άνκαι δεν ισοδυναμούσε με απαγόρευση, εν τούτοις ήταν ακόμα μια μειωτική ενέργεια των εναγομένων η οποία έθιγε την αξιοπρέπεια του σαν συμβούλου του οίκου. Επίσης στην αντεξέταση, τέθηκε ο ενάγων αντιμέτωπος με το περιεχόμενο σωρείας εγγράφων - τεκμηρίων για να τα σχολιάσει. Δεν θα παραθέσω εδώ τις απαντήσεις ή σχόλια του ενάγοντα, ενώ ειδικές αναφορές σ΄ αυτά θα γίνουν αργότερα στην παρούσα απόφαση, εκεί όπου κρίνεται τούτο σκόπιμο. Ερωτηθείς ο ενάγων επίσης στην αντεξέταση, τί ήταν που μεσολάβησε μεταξύ 11 Ιανουαρίου 1999 που καταχώρησε την άλλη αγωγή εναντίον των εναγομένων και 13 Ιανουαρίου που απέστειλε την επιστολή (Τεκμ.19) για την αποχώρηση του, είπε ότι ενώ περιήλθε στη γνώση των εναγομένων η αγωγή και παρήλθε η προθεσμία για πληρωμή του, δεν τον πλήρωσαν. Απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις κατά την αντεξέταση, ο ενάγων είπε ότι οι απολαβές που συμφώνησε να παίρνει για τα έτη 1996, 1997 και 1998 είναι αυτές που δηλώθηκαν και επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο στην άλλη αγωγή. Ως προς τις οικονομικές καταστάσεις του νέου ελεγκτικού γραφείου που άνοιξε μετά την αποχώρηση του από τους εναγομένους, ο ενάγων δέχθηκε ότι είναι αποδεκτή αρχή ότι ένα τέτοιο γραφείο θα πρέπει να παρουσιάζει την εικόνα σύμφωνα με την οποία στο 1/3 περίπου των εισπράξεων του ανέρχεται το κόστος λειτουργίας του, στο 1/3 οι μισθοί προσωπικού και στο 1/3 το κέρδος. Αυτό όμως ισχύει για τα μεγάλα και παλαιότερα γραφεία και δεν ίσχυε στην περίπτωση του, όπου το γραφείο του βρισκόταν στο πρώτο ξεκίνημα του, ήταν μικρό και είχε πολλά και μεγάλα έξοδα όπως ενοίκια, τηλέφωνα, ρεύμα κλπ. Σε σχέση με τούτο ζητήθηκε από τον ενάγοντα και παρουσίασε και τους Λεπτομερείς Λογαριασμούς Αποτελεσμάτων του γραφείου του και για τα έτη 2000 και 2001 (τεκμήρια 99 και 100). Τελικά υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν αρνούνταν να πληρώσουν σ΄ αυτόν τις απολαβές του, αλλ΄ απλά του ζητούσαν λεπτομερή και ακριβή στοιχεία για την εργασία του, έτσι ώστε να εξακριβώσουν τί ακριβώς εδικαιούτο να πληρωθεί. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν κατά την ακρόαση μαρτυρία, η οποία να ασχοληθεί με τα περιστατικά που προηγήθηκαν ή σχετίζονται με τους λόγους της αποχώρησης του ενάγοντα από την εργοδοσία του. Πρόσφεραν μόνο τη μαρτυρία του κ. Ν. Κυριακίδη, εγκεκριμένου λογιστή - ελεγκτή και συμβούλου επιχειρήσεων, εκ των συνεταίρων των εναγομένων και υπευθύνου του γραφείου Λεμεσού. Η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, περιστράφηκε γύρω από τα δεδομένα τα οποία παρουσίασε ο ενάγων ως προς την δημιουργία και τα οικονομικά αποτελέσματα του νέου γραφείου που λειτούργησε μετά την αποχώρηση του από τους εναγομένους. Σημείο αναφοράς της μαρτυρίας του μάρτυρα ήταν, βέβαια, οι Λεπτομερείς Λογαριασμοί που είχε παρουσιάσει ο ενάγων (Τεκμ. 56 και 57). Ο μάρτυρας κατάθεσε σαν ειδικός επί θεμάτων λειτουργίας ελεγκτικών γραφείων και σχολίασε τα στοιχεία που δίδονται μέσω των εγγράφων εκείνων. Η κύρια θέση η οποία εξάγεται μέσα από τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα είναι ότι με τα εισοδήματα τα οποία παρουσίαζε το γραφείο του ενάγοντα και το ύψος των εξόδων που φαίνεται να είχε και που ανέρχονταν σχεδόν στο σύνολο των εσόδων του σαν αμοιβή της CPC Management Ltd, αυτό ερμηνεύεται σαν προσπάθεια του ενάγοντα να επενδύει για το μέλλον. Γι΄ αυτό και αφήνει τη διαχείριση σε άλλη οντότητα για να έχει ο ίδιος διαθέσιμο χρόνο. Η κερδοφορία ήταν πολύ χαμηλή εκτός αν αποσκοπούσε σε επένδυση με την προσέλκυση νέων πελατών, είτε για τον ίδιο είτε για μια νέα διάδοχο του κατάσταση. ΄Ομως αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί και εάν ο ενάγων χειριζόταν μόνος του τους πελάτες του χωρίς να αναθέτει σε άλλο έναντι αμοιβής, με τη βοήθεια χαμηλόβαθμου υπαλλήλου. Ο μάρτυρας τεκμηρίωσε τη βασική του θέση με παραδείγματα και αριθμούς για εισπράξεις, ώρες εργασίας, κόστος εργάσιμου χρόνου κλπ. Τέθηκε στο μάρτυρα το γεγονός ότι ο ενάγων θα εργοδοτείτο για ακόμα ένα χρόνο επί πλήρους απασχόλησης με τους εναγομένους και ότι μετά αυτοί είχαν το δικαίωμα να του μειώσουν την ανατιθέμενη σ΄αυτόν εργασία. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας ως προς τούτο και απάντησε ότι εάν συνέχιζε να εξυπηρετούσε τους πελάτες που είχε, οι οποίοι θα απέφεραν ένα εισόδημα της τάξης των £30.000 περίπου, τότε ο ίδιος θα τον εργοδοτούσε επί μερικής απασχόλησης επί ποσοστού 20% του συνόλου για το οποίο εργοδοτείτο επί πλήρους απασχόλησης. Στο μεταξύ δε, λόγω και της ηλικίας του και της επικείμενης αποχώρησης του, θα έπρεπε σταδιακά να εμειώνετο η εμπλοκή του με πελάτες, ώστε αυτοί να αναλαμβάνονταν ομαλά από άλλο λογιστή. Σχολιάζοντας το εάν πράγματι ο ενάγων αποχωρώντας πήρε μαζί του και εξυπηρετούσε αριθμό πελατών που απέφεραν εισοδήματα της τάξης των £30.000, ο μάρτυρας είπε ότι εάν αυτοί εξυπηρετούντο σωστά από το νέο γραφείο του ενάγοντα, θα έπρεπε να αφήνουν ένα κέρδος της τάξης των £10.000 - £12.000, αφαιρουμένων των εξόδων. Ο ίδιος μάρτυρας υπολόγισε και την καθαρή αμοιβή την οποία λάμβανε ο ενάγων κατά το 1999 που αποχώρησε. Δεδομένου ότι οι ακάθαρτες απολαβές του ανέρχονταν σε £44.000 - £45.000, τότε αφαιρουμένου του φόρου εισοδήματος, σε καθαρές απολαβές του θα ανέρχονταν σε £28.000 - £30.
- Περαιτέρω, με βάση και πάλι ακάθαρτες απολαβές ύψους £45.000 κατά τη διάρκεια της πλήρους απασχόλησης του, όταν ο ενάγων θα απασχολείτο στη βάση μερικής απασχόλησης, óπως επρονοείτο στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, θα λάμβανε τις ακόλουθες απολαβές : Αν εργαζόταν για το 20% του χρόνου που απασχολείτο επί πλήρους βάσεως, που είναι η εισήγηση του μάρτυρα, ότι αυτό είναι περίπου το ορθό ποσοστό, τότε θα λάμβανε περί τις £9.000 ετήσια ακάθαρτα, ενώ αν εργαζόταν για το 15% του χρόνου, θα λάμβανε περί τις £7.
- Οι καθαρές απολαβές για τις δύο αυτές περιπτώσεις θα ήσαν £7.000 - £8.000 και £5.000 - £6.000 αντίστοιχα. Περαιτέρω, όπως υπολόγισε ο μάρτυρας, εάν ο ενάγων μετά που αποχώρησε και εργαζόταν σε δικό του γραφείο μεγιστοποιούσε το κέρδος του, θα κέρδιζε περίπου το ήμισυ των εισπράξεων, δηλαδή £30.000 ÷ 2 = £15.000 ακάθαρτα ή £12.000 καθαρά. Επεξηγώντας περαιτέρω τις θέσεις που ανέπτυξε, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση κατέθεσε πως αντί να ανέθετε ο ενάγων τη διεξαγωγή των εργασιών του γραφείου του στην άλλη εταιρεία επ΄ αμοιβή, εάν αφιέρωνε ο ίδιος περισσότερο χρόνο, ασφαλώς θα είχε πολύ λιγότερα έξοδα και συνακόλουθα πολύ περισσότερο κέρδος. Αγορεύοντας ο κ.Κυριακίδης προώθησε τους τρεις βασικούς άξονες στους οποίους βασίζεται η υπεράσπιση των εναγομένων, ήτοι: α. ΄Οτι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων άλλη, παράλληλη συμφωνία για τον υπολογισμό και καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντα. β. ΄Οτι η αποχώρηση του ενάγοντα από την εργοδοσία του ήταν αποτέλεσμα οικειοθελούς απόφασης του ιδίου. γ. ΄Οτι η όλη συμπεριφορά του ενάγοντα ήταν τέτοια, που δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα για εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Ο συνήγορος των εναγομένων 10 και 11 ανέλυσε τη μαρτυρία η οποία σχετίζεται με συμπεριφορά και διαγωγή του ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εργοδοσίας του. ΄Οπως εισηγήθηκε με αναφορά σε προφορική και έγγραφη μαρτυρία, επρόκειτο για συμπεριφορά άκρως ασυμβίβαστη με την επαγγελματική ιδιότητα του ενάγοντα. Ως προς την αμοιβή του ενάγοντα, προκύπτει από τα κατατεθέντα τεκμήρια, ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει σε ένα τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντα ο οποίος συναρτάτο προς την απόδοση του και ο ενάγων είχε αποδεχθεί αυτή τη διευθέτηση. ΄Οπως περαιτέρω πρόσθεσε ο ίδιος συνήγορος, ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση κατά το 1999, τη στιγμή που όπως ο ίδιος κατέθεσε τα ίδια προβλήματα που επικαλείται σαν λόγους παραίτησης του, υπήρχαν από τον πρώτο μήνα της εργοδοσίας του. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω θέσεις, ο συνήγορος των εναγομένων 10 και 11 υπέβαλε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται εν πάση περιπτώσει σε αποζημιώσεις για τα δύο χρόνια που θα απασχολείτο στους εναγομένους με μερική απασχόληση, λόγω των όσων προκύπτουν από το συνδυασμό της δικής του μαρτυρίας σχετικά με τους πελάτες που εξυπηρετούσε και της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 Ν. Κυριακίδη για το σωστό τρόπο χειρισμού τους. Ο συνήγορος των εναγομένων 1 - 6 κ. Γ. Χριστοδούλου, επιπρόσθετα των πιο πάνω τα οποία και υιοθέτησε, προώθησε περαιτέρω και ένα νομικό θέμα το οποίο εγείρεται στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης και είχε εξετασθεί από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση προηγουμένως σε ενδιάμεση διαδικασία προδικαστικής εξέτασης νομικού σημείου. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων εμποδίζεται (estopped) να προχωρήσει με την αγωγή του λόγω δεδικασμένου (res judicata) καθότι τα θέματα και αξιώσεις που εγείρονται στην παρούσα αγωγή έχουν αποφασισθεί τελεσίδικα μεταξύ των ιδίων διαδίκων στην αγωγή αρ. 107/
- Παρά το ότι το Δικαστήριο προηγουμένως αποφάνθηκε σε σχετική ενδιάμεση απόφαση του ότι δεν υπήρχε τέτοιο κώλυμα για τον ενάγοντα, εν τούτοις το θέμα, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συνήγορο, μπορεί να επαναφερθεί και εξετασθεί υπό το φως της ήδη δοθείσας μαρτυρίας, η οποία μαρτυρία δεν μπορούσε να ήταν διαθέσιμη στο αρχικό, προδικαστικό εκείνο στάδιο. ΄Οπως δε διαφαίνεται από την προφορική και έγγραφη μαρτυρία, το βασικό παράπονο του ενάγοντα ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος η μη καταβολή της αμοιβής του και τελικά αυτό ήταν που επικαλέσθηκε για την παραίτηση του. Καταχώρησε, όμως, την πρώτη αγωγή βασιζόμενος στα ίδια γεγονότα και διεκδίκησε μόνο αμοιβή ενώ μπορούσε να θέσει και το θέμα του κατ΄ ισχυρισμόν εξαναγκασμού σε παραίτηση, στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής. ΄Οπως περαιτέρω υπέβαλε ο κ.Χριστοδούλου, και αν ακόμα δεν κωλύεται να εγείρει τα πιο πάνω θέματα και αν πράγματι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση, τότε και πάλι δεν απέδειξε ότι δικαιούται σε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, εφόσον παραιτήθηκε παίρνοντας μαζί του, σε δικό του γραφείο όλους τους πελάτες που εξυπηρετούσε, οι οποίοι απέφεραν ένα ετήσιο κέρδος μόνο £1.000 περίπου, σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, ενώ ο ίδιος κατέθεσε ότι θα έπρεπε να πληρωνόταν αμοιβή ύψους £35.
- Η συνήγορος που παρουσιάστηκε για τους εναγομένους 7, 8 και 9 υιοθέτησε τις αγορεύσεις των άλλων δύο συνηγόρων των εναγομένων. Στη δική του αγόρευση ο κ. Ποιητής για τον ενάγοντα, αναφερόμενος στην προδικαστική ένσταση των εναγομένων επικαλέστηκε την ενδιάμεση απόφαση του κ. Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. σύμφωνα με την οποία τα θέματα της παρούσας αγωγής δεν ήταν δυνατό να εγερθούν στην προηγηθείσα αγωγή αρ. 107/
- Η δε απόφαση σ΄ εκείνη την αγωγή είχε εκδοθεί εκ συμφώνου και όχι κατόπιν ακρόασης, ενώ τίποτε δεν καταδεικνύει ότι με την πληρωμή των ποσών που είχαν εκεί επιδικασθεί, είχαν επιλυθεί όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές. Η αναφορά στις Υπερασπίσεις των εναγομένων σε ισχυριζόμενες άλλες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, παρέμεινε ατεκμηρίωτη, αφού καμιά προς τούτο μαρτυρία δεν δόθηκε από τους εναγομένους. Αναφερόμενος στις συνθήκες αποχώρησης του ενάγοντα από την εργοδοσία του, ο συνήγορος του έδωσε έμφαση στον κύριο ισχυρισμό του, ότι δηλαδή δεν τον πλήρωναν μισθό, γεγονός το οποίο αφ΄ εαυτού εξαναγκάζει κάποιον εργοδοτούμενο να φύγει από την εργοδοσία του, αφού παραμείνει για ένα λογικό διάστημα αναμένοντας την αντίδραση του εργοδότη του στις διαμαρτυρίες του. Στην παρούσα δε περίπτωση ο ενάγων δικαιούται και στην καταβολή τιμωρητικών αποζημιώσεων, εφόσον πρόκειται για άτομο 74 ετών με πείρα στο επάγγελμα και καλό όνομα, ο οποίος έτυχε εξευτελιστικής συμπεριφοράς από τους εναγομένους. Κάθε μήνας που περνούσε και δεν επληρώνετο, αποτελούσε και νέα πράξη η οποία του έδιδε το δικαίωμα να διακόψει την εργοδοσία του. Τα δε κάποια οικονομικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στον ενάγοντα και χρέη, οφείλονταν στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν του κατάβαλλαν τους μισθούς του. Ο κ. Ποιητής ανάλυσε λεπτομερώς το περιεχόμενο των περισσοτέρων από τα κατατεθέντα τεκμήρια και αξιολόγησε τη σημασία τους. Συνοψίζοντας τις διεκδικήσεις του ενάγοντα, υπέβαλε ότι αυτός δικαιούται στα ακόλουθα ποσά: α. Ποσό πλήρους μισθού για το
- β. Ποσό μισθού για μερική απασχόληση για τα έτη 2000 και 2001, σε ποσοστό 70%. γ. Τιμωρητικές αποζημιώσεις. δ. Τόκους από το
- Αυτά ήσαν τα κύρια σημεία της μαρτυρίας και των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το νομικό θέμα που ήγειρε ο συνήγορος των εναγομένων 1 - 6, σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων εμποδίζεται να προωθεί τις αξιώσεις του στην παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου (res judicata). Εισήγηση περí ύπαρξης εμποδíου λόγω δεδικασμένου (res judicata) ΄Οπως έχει αναφερθεί, το θέμα τούτο ηγέρθη και εξετάστηκε και προηγουμένως από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση σαν προδικαστικό νομικό σημείο και εξεδόθη η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22.4.05 από τον αδελφό Δικαστή Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Μελέτησα προσεκτικά την ενδιάμεση εκείνη απόφαση υπό το φως των όσων έχει εισηγηθεί ο συνήγορος των εναγομένων 1 -
- Πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν βλέπω κανένα λόγο ούτε και δυνατότητα να επανεξετασθεί η ουσία του νομικού θέματος που είχε εκδικασθεί προδικαστικά. Πέραν του ότι τα όσα έχουν περιληφθεί στην ενδιάμεση απόφαση ως προς τη μη ύπαρξη κωλύματος λόγω δεδικασμένου, με βρίσκουν πλήρως σύμφωνο, πιστεύω ότι η εκδίκαση της υπόθεσης με τη λήψη μαρτυρίας, η οποία έχει έκτοτε μεσολαβήσει, καθόλου δεν διαφοροποιεί τη νομική ή άλλη κατάσταση πραγμάτων και δεν παρέχει έρεισμα για ανακίνηση του θέματος. Ας υπενθυμιστεί προς τούτο ότι η διαδικασία με βάση τη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιστρατεύθηκε με αίτημα των ιδίων των εναγομένων 1 -
- Κάλεσαν και έπεισαν το Δικαστήριο να εξετάσει προδικαστικά το θέμα του δεδικασμένου στο αρχικό εκείνο στάδιο της διαδικασίας, εισηγούμενοι ότι όλα τα γεγονότα στα οποία αυτό στηρίζεται, ήταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό δε είναι και βασική προϋπόθεση. ΄Οπως εύστοχα είχε επιβεβαιωθεί και στην υπόθεση Greenock Navigation v. Tradex [1988] 1 C.L.R. 709: "..Μπορεί να δικαιολογηθεί η ακρόαση σοβαρών νομικών ζητημάτων προκαταρκτικά της δίκης, εφόσον η επίλυση τους δεν συναρτάται με αμφισβητούμενα γεγονότα αφ΄ ενός και θα ήταν λυσιτελής ως προς ένα ή περισσότερα επίδικα θέμα αφ΄ ετέρου ...». (Βλπ. επίσης Μalachtou v. Armefti [1984] 1 C.L.R. 548, Stylianides v. Paschalides [1985] 1 C.L.R. 49 κλπ.). Με δεδομένο ότι για να μπορούσε να αποφασισθεί το νομικό σημείο της ύπαρξης ή μη εμποδίου λόγω δεδικασμένου, το πραγματικό υπόβαθρο που το περιβάλλει ήταν απλό και παραδεκτό ή συμπεφωνημένο, είναι αδιανόητο η λήψη αργότερα μαρτυρίας να δίδει το δικαίωμα επανέγερσης του ίδιου θέματος. Είναι η άποψη μου ότι ορθά αποφασίστηκε προκαταρκτικά το θέμα του δεδικασμένου και τίποτε δεν μεσολάβησε που να δικαιολογούσε το επανάνοιγμα του θέματος. Κατατεθέντα ΄Εγγραφα σαν Τεκμήρια Κατά τη διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων στη βάση των οποίων άρχισε, συνεχίστηκε και τελικά διακόπηκε η εργοδοτική σχέση ενάγοντα και εναγομένων, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν έγγραφα τα οποία καταρτίστηκαν κατά τους επίδικους χρόνους. Σημειώνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια ,101 συνολικά έγγραφα, μερικά από τα οποία αποτελούνται από αριθμό άλλων εγγράφων. Βρισκόμενος στο προκαταρκτικό αυτό σημείο παράθεσης και αξιολόγησης της μαρτυρίας θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Προτού αρχίσει η λήψη προφορικής μαρτυρίας, κατατέθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων 95 συνολικά έγγραφα ή δέσμες εγγράφων τα οποία και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατατέθηκαν αρχικά 57 τεκμήρια από την πλευρά του ενάγοντα (Τεκμ. 1 - 57), ακολούθως άλλα 36 εκ μέρους των εναγομένων (Τεκμ. 58 - 93) και ακόμα δύο εκ μέρους του ενάγοντα (Τεκμ. 94 και 95). Τα υπόλοιπα τεκμήρια κατατέθηκαν κατά την εξέλιξη της δίκης. Κατά την τελική του αγόρευση, ο συνήγορος του ενάγοντα, κάλεσε το Δικαστήριο να αγνοήσει πλήρως όλα τα τεκμήρια τα οποία είχαν παρουσιαστεί από τους εναγομένους, διότι, αυτά δεν υιοθετήθηκαν από οποιοδήποτε μάρτυρα. Ενώ ο ενάγων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και υιοθέτησε τα έγγραφα της πλευράς του, οι εναγόμενοι φυγομάχησαν, όπως είπε και δεν δόθηκε η ευκαιρία να αντεξετασθούν μάρτυρες τους. Θα πρέπει να διαφωνήσω με την εισήγηση αυτή. ΄Οπως είχε δηλωθεί από τους συνηγόρους των διαδίκων στις 31.1.06 που κατατέθηκε η πρώτη σειρά τεκμηρίων (Τεκμ. 1 - 57), τα έγγραφα θα κατατίθεντο από κοινού σαν τεκμήρια με επιφύλαξη αντεξέτασης ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ακολούθως δε, όταν κατά την 21.2.06 κατατέθηκε η 2η σειρά τεκμηρίων (Τεκμ. 58 - 95) και πάλι δηλώθηκε ότι η κατάθεση τους γινόταν με την ίδια επιφύλαξη η οποία προβλήθηκε και κατά την προηγούμενη φορά. Επομένως, όλα τα έγγραφα, περιλαμβανομένων εκείνων που κατατέθηκαν με πρωτοβουλία των εναγομένων, βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου σαν μαρτυρία, δηλαδή σαν στοιχεία προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους. Και έγινε πολλή χρήση των τεκμηρίων και αυτών που κατατέθηκαν από τους εναγομένους κατά την ακρόαση. Η βαρύτητα η οποία θα αποδοθεί σε ένα έκαστο απ΄ αυτά, επαφίεται βέβαια στο Δικαστήριο. ΄Ομως, η μη υιοθέτηση του περιεχομένου τους από μάρτυρες δεν εξουδετερώνει το γεγονός ότι αυτά προσφέρθηκαν προς το σκοπό της απόδειξης του περιεχομένου τους. Απλά η κάθε πλευρά επιφυλάχθηκε να αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου ενός εγγράφου εκεί όπου και όταν έκρινε τούτο σκόπιμο. Τα ουσιαστικά επίδικα θέματα (α) Ο μισθός και άλλα ωφελήματα του ενάγοντα: ΄Οπως διαφάνηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακρόασης, ο κεντρικός άξονας των παραπόνων του ενάγοντα, πέραν της έναντι του συμπεριφοράς των εναγομένων, ήταν η μη πληρωμή προς αυτόν των μισθών και ωφελημάτων που εδικαιούτο. Θα πρέπει επομένως να διερευνηθεί και αποφασισθεί το θέμα του σε τί μισθό εδικαιούτο ο ενάγων και κατά πόσο επληρώνετο κανονικά ή όχι και αν όχι, γιατί. Ο σκοπός αυτού του εγχειρήματος δεν είναι ασφαλώς για να διακριβωθεί κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται τώρα στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού σαν δεδουλευμένου μισθού ή μέρους του. Αυτά τα θέματα σίγουρα έχουν τελειωτικά επιλυθεί με την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης στην αγωγή αρ. 107/
- Είναι όμως απαραίτητο να διερευνηθούν εδώ και να αξιολογηθούν καθότι ο ενάγων τα προτάσσει σαν τον κύριο λόγο για τον οποίο εξαναγκάστηκε, όπως ισχυρίζεται, να τερματίσει την εργοδοσία του. ΄Οτι δηλαδή η παρατεταμένη μη πληρωμή σ΄ αυτόν μισθών από τους εναγομένους, ισοδυναμούσε με έμμεση απόλυση του λόγω εξαναγκασμού του να παραιτηθεί. Μελέτησα με προσοχή όλα τα έγγραφα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και παραπέμπουν στα διαδραματιζόμενα κατά την ουσιώδη περίοδο. Εκείνο το οποίο εξάγεται σαν συμπέρασμα ως προς το ύψος των γενικότερων απολαβών του ενάγοντα και της καταβολής τους προς αυτόν, είναι ότι η όλη εικόνα η οποία αναδύεται μέσα από την έγγραφη και προφορική μαρτυρία, είναι τουλάχιστον ζοφερή. Ενώ δηλαδή, στην αρχική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων προβλεπόταν η καταβολή μισθού £37.000 και συμπληρωματικά άλλου ποσού εκ £6.000 ετήσια για οδοιπορικά και έξοδα παραστάσεως, εν τούτοις το τί θα έπρεπε τελικά να πάρει κάθε χρόνο ο ενάγων από τον εναγόμενο οίκο, δεν είναι καθόλου ξεκαθαρισμένο. Εάν επρόκειτο περί μιας απλής συμφωνίας η οποία δεν εξαρτάτο ή επηρεάζετο από άλλους παράγοντες, ο ενάγων θα έπρεπε να πληρωνόταν αυτά τα ποσά, το δε ζήτημα κατά πόσο πράγματι τα πήρε ή πόσα παρέμενε να παίρνει, θα ήταν μια απλή μαθηματική πράξη, την οποία με ευκολία θα μπορούσε να κάνει οποιοσδήποτε. ΄Ομως τα πράγματα δεν φαίνονται να ήσαν καθόλου έτσι. Τέσσερα βασικά στοιχεία φαίνονται να έχουν εμφιλοχωρήσει με βάση τα οποία η καταβολή μισθού προς τον ενάγοντα δεν ήταν θέμα απλής πληρωμής ενός ποσού. Τα στοιχεία αυτά είναι: α. Το γεγονός ότι σημαντικά ποσά κατά τη διάρκεια εκάστου έτους θα έπρεπε να αποκόπτονται από τις απολαβές του ενάγοντα επειδή πληρώνονταν σε πελάτες του Οίκου για οφειλές του ενάγοντα προς αυτούς. β. Το γεγονός ότι η όλη απόδοση του ενάγοντα δεν φαίνεται να ήταν η αναμενόμενη και η αξιολόγηση της αξίας της έτσι ώστε να χρεωθούν ανάλογα οι πελάτες και να εισρεύσουν τα εισοδήματα που θα έπρεπε λόγω της εργασίας του ενάγοντα, προσέκρουε σε εμπόδια που ο ίδιος δημιουργούσε. γ. Το γεγονός ότι σε κάποιο τουλάχιστο βαθμό, η καταβολή απολαβών στον ενάγοντα συνδεόταν με την γενικότερη συμβολή του στα εισοδήματα του Οίκου. δ. Το γεγονός ότι σε κάποια στάδια, ο ενάγων άρχισε να λαμβάνει έναντι των απολαβών του, διάφορα ποσά από πελάτες, αποκόπτοντας τα από την υποχρέωση τους για καταβολή αμοιβής προς τον Οίκο. Θα εγκύψω στα πιο πάνω στοιχεία ένα προς ένα μέσω της δοθείσας μαρτυρίας. Προηγουμένως, θα προβώ στο γενικό και αδιαμφισβήτητο εύρημα ότι από την αρχή της εργοδοσίας του, ο ενάγων φαίνεται να αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, μετά από την αποχώρηση του από τον Οίκο KPMG. Χρεωστούσε συσσωρευμένο, σοβαρό ποσό στο Φόρο Εισοδήματος, αγόραζε ικανής αξίας αγαθά επί πιστώσει, δημιουργώντας χρέη κλπ. Αυτά επιβεβαιώνονται και από τη δική του μαρτυρία. α. Πληρωμές από τον Οίκο σε πελάτες του για οφειλές του ενάγοντα σ΄ αυτούς Αυτό το γεγονός εκπηγάζει και μέσα από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα αλλά και επιβεβαιώνεται πλήρως από το Τεκμ.51 το οποίο η πλευρά του κατέθεσε στο Δικαστήριο. Πρόκειται για αναλυτική κατάσταση που ετοιμάστηκε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας αγωγής αρ. 107/99, από τον ίδιο τον ενάγοντα για προώθηση της διεκδίκησης του για ποσό £40.526 σαν οφειλομένους μισθούς και άλλα ωφελήματα. Αυτά τα ποσά υπολογίστηκαν από τον ίδιο σε £7.789 για το 1998, £11.732 για το 1997 και σε £4.300 για το
- Με τα δικά του στοιχεία, και αφαιρώντας τα ποσά τα οποία είχε λάβει για μισθούς κατά τα έτη αυτά, ο ενάγων ισχυριζόταν ύπαρξη υπολοίπου εκ £40.526 και για τούτο καταχώρησε την αγωγή αρ. 107/99, διεκδικώντας το ποσό εκείνο. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση (Τεκμ.53), αρνούμενοι αυτή την αξίωση. Τελικά, ο ενάγων αποδέχθηκε όπως λάβει και έλαβε προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησης του, ένα ποσό το οποίο ανερχόταν ουσιαστικά σε μόνο £15.000 και για τα τρία αυτά χρόνια: ΄Οπως προκύπτει από την εκ συμφώνου εκδοθείσα Απόφαση του Δικαστηρίου και τον καταγραφέντα Κανόνα Δικαστηρίου (Τεκμ. 54), ο ενάγων θα έπαιρνε ποσό £25.000 συνολικά, το οποίο όμως περιλάμβανε και ποσό £10.000 έναντι κάποιων εξόδων που είχε καταβάλει για λογαριασμό των εναγομένων. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι ο υπολογισμός του τί θα έπαιρνε ο ενάγων κάθε χρόνο δεν ήταν ούτε απλή, ούτε καθαρή υπόθεση αλλά συναρτάτο από άλλους παράγοντες και σίγουρα δεν φαίνεται να οφείλονταν προς αυτόν τα μεγάλα ποσά που ισχυριζόταν. β. Ο έλεγχος της αποδοτικότητας της εργασίας του ενάγοντα και οι αντίστοιχες χρεώσεις πελατών Είναι καλά γνωστό και επιβεβαιώνεται αυτό από σωρεία έγγραφης μαρτυρίας, ότι κάθε σωστός επαγγελματίας και ιδιαίτερα ένας λογιστικός οίκος, θα πρέπει να χρεώνει τους πελάτες του με κάποια αμοιβή, το ύψος της οποίας θα υπερβαίνει το κόστος παροχής της προς αυτόν παρεχομένης υπηρεσίας. Μόνο κατ΄ αυτό τον τρόπο θα καλύπτει τα λειτουργικά του έξοδα και θα παρουσιάζει κέρδος. ΄Οπως προκύπτει από δεκάδες έγγραφα και επιβεβαιώθηκε κατά την αντεξέταση του ενάγοντα, η αξιολόγηση της γενόμενης εργασίας από ένα λογιστή - εργοδοτούμενο του Οίκου και η ανάλογη χρέωση των πελατών, τους οποίους αυτός εξυπηρετεί, γινόταν με τα λεγόμενα "time sheets". Οι εναγόμενοι έδιδαν ιδιαίτερη έμφαση στην ετοιμασία και υποβολή αυτών των εντύπων, τα οποία θεωρούσαν απαραίτητα και τα οποία ο ενάγων εμφανώς και επανειλημμένως παρέλειπε να συμπληρώνει. ΄Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στην επιστολή του διευθύνοντα συνεταίρου του Οίκου προς τον ενάγοντα, ημερ. 27.2.1198 (Τεκμ.62), αυτή η παράλειψη του ενάγοντα έθετε τον Οίκο σε αδυναμία όχι μόνο να χρεώνει πελάτες και να εισπράττει εισοδήματα για τα έξοδα του, αλλά τον έθετε και σε αδυναμία να αξιολογεί την απόδοση του ενάγοντα και το κατά πόσο η όποια προσφερόμενη απ΄ αυτόν υπηρεσία ήταν αυτή που αναμενόταν με βάση τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Σε ανάλογο πνεύμα ήταν και η επιστολή - Τεκμ.61 που στάληκε από τον Οίκο προς τον δικηγόρο του ενάγοντα όπως και σωρεία άλλων επιστολών που αναφέρονταν στο ίδιο πάντα θέμα και ιδιαίτερα η επιστολή - Τεκμ. 91 που στάληκε προς τον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος και υπέγραψε την παραλαβή της. Ας σημειωθεί ότι και ο ίδιος ο ενάγων στην αντεξέταση του δέχθηκε πως δεν ήταν τακτικός στην υποβολή αυτών των στοιχείων. γ. Η γενικότερη διασύνδεση πληρωμής μισθού και ωφελημάτων προς τον ενάγοντα με άλλους παράγοντες Ρυθμίζοντας τα θέματα της εργοδοσίας του ενάγοντα, οι συμβαλλόμενοι δυστυχώς δεν προέβηκαν σε καθαρές, έγγραφες και λεπτομερείς συμφωνίες όπως θα αναμενόταν. Πέραν των όσων έχω παραθέσει προηγουμένως, η διασύνδεση μεταξύ απόδοσης στην υπηρεσία και αμοιβής παρουσιάζεται να ήταν έκδηλη, γεγονός που καθιστούσε τον υπολογισμό και καταβολή μισθού προς τον ενάγοντα, για ακόμα ένα λόγο προβληματικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιστολή του ίδιου του ενάγοντα άγνωστης ημερομηνίας, η οποία απευθυνόταν προς τον Οίκο (Τεκμ.92). ΄Οπως ανάφερε εκεί ο ενάγων, ανεξάρτητα από το τί δηλωνόταν σε γραπτή συμφωνία, ο μισθός του βασιζόταν στην προσμονή ότι τα περιοδικά έσοδα από τις εργασίες στη Λάρνακα του Οίκου θα αυξάνονταν κατά ένα ποσό £135.000 και ότι τα επιπρόσθετα λογιστικά έσοδα που θα κερδίζονταν κατά τη διάρκεια του 1995 συγκρινόμενα με αυτά του 1994, θα ήταν τουλάχιστον £110.
- Προσθέτει δε ο ενάγων, ότι σε περίπτωση κατά την οποία αυτοί οι στόχοι δεν επιτευχθούν μεταξύ των ετών 1995 - 1997, συμφωνεί όπως οι απολαβές του μειωθούν κατά 0.6% για κάθε 1.0% μείωσης των κερδηθέντων εσόδων. Διασύνδεση των απολαβών του ενάγοντα με την εισπρακτική ικανότητα του Οίκου διαφαίνεται καθαρά και στα τηρηθέντα πρακτικά της συνεδρίασης συνεταίρων του Οίκου στη Λεμεσό κατά την 20.3.1996 στην οποία συμμετέσχε και ο ενάγων (Τεκμ.93). Στη συνεδρίαση κατά την οποία εξετάστηκε και το θέμα των απολαβών του ενάγοντα για το 1995, το ποσό των £37.000 σαν μισθός του ενάγοντα φαίνεται να χρησιμοποιείται σαν εναρκτήριο και όχι τελικό σημείο ενώ για τον υπολογισμό του μισθού του γίνονται πολύπλοκοι υπολογισμοί. Κατά τους υπολογισμούς λαμβάνονταν υπόψη στοιχεία όπως είναι το ποσό των εσόδων που αναμένετο να επιτευχθούν, δηλαδή το ποσό των £110.000 που χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο ενάγων στην επιστολή του - Τεκμ. 92, το ποσό των πραγματικών εξόδων που επιτεύχθηκε, ευρίσκεται η ποσοστιαία αναλογία, γίνονται αφαιρέσεις κλπ. δ. Πληρωμές αμοιβών από πελάτες προς τον ενάγοντα αντί προς τον Οίκο Πέραν των οφειλών του ενάγοντα προς πελάτες του Οίκου για χρήματα τα οποία ο ίδιος είχε δανεισθεί απ΄ αυτούς ή άλλως πως τους όφειλε, διαφαίνεται ότι κατά καιρούς ο ίδιος συμφωνούσε, χωρίς την έγκριση του οίκου, να συμψηφίζονται κάποια ποσά από τα χρέη αυτά έναντι των οφειλών των πελατών για αμοιβή του Οίκου για προσφερθείσες υπηρεσίες. Το παραδέχθηκε αυτό και ο ίδιος ο ενάγων στην αντεξέταση του, λέγοντας ότι ενημέρωσε προς τούτο τον Οίκο με την επιστολή του ημερ. 17.6.1997 (Τεκμ. 96), αλλά και προηγουμένως, προφορικά. ΄Ομως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι ο Οίκος ενημερωνόταν προηγουμένως και ενέκρινε τέτοια συμπεριφορά. Σημειώνεται κατ΄ αρχήν ότι η ίδια η επιστολή - Τεκμ.96, την οποία επικαλείται ο ενάγων, δεν στάληκε αυτόβουλα, αλλ΄ ήταν σε απάντηση (όπως στην ίδια αναφέρεται) σημειώματος ημερ. 11.6.1997 που του είχε αποσταλεί εκ μέρους του Οίκου. ΄Οπως αναφερόταν στο σημείωμα εκείνο, τις τελευταίες ημέρες, πάρα πολλοί πελάτες του γραφείου ζητούσαν να τους αφαιρεθούν από τα τα τιμολόγια αμοιβών που όφειλαν στον Οίκο, λόγω δικών του υποχρεώσεων προς αυτούς. Ενόψει τούτου, και εμφανώς λόγω άγνοιας του Οίκου, εκαλείτο επιτακτικά ο ενάγων μέχρι τις 17.6.1997 να υποβάλει κατάλογο όλων των οφειλών του προς πελάτες του γραφείου. ΄Ηταν ακριβώς σε ανταπόκριση αυτής της απαίτησης που ο ενάγων απέστειλε στις 17.6.1997 το Τεκμ.96, στο οποίο επισυναπτόταν κατάλογος με στοιχεία πελατών και ποσών. Ερωτηθείς σχετικά με το θέμα τούτο κατά την αντεξέταση του, ο ενάγων είπε ότι δανειζόταν απλώς από κάποιους φίλους - πελάτες του Οίκου για να αντιμετωπίσει οικονομική στενότητα και επειδή οι εναγόμενοι δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους, δεν μπορούσε έγκαιρα να ανταποκριθεί στις δικές του υποχρεώσεις. Υπήρχε δε, όπως κατάθεσε, η αντίληψη ότι μέρος της οφειλής του προς αυτούς, θα αποπληρωνόταν αποκόπτοντας από την αμοιβή που όφειλαν οι πελάτες να καταβάλουν προς τον οίκο, για τις λογιστικές υπηρεσίες που τους προσφέρονταν. ΄Ομως αυτή η πρακτική φαίνεται ότι δεν ήταν εν γνώσει του Οίκου και σίγουρα δεν τύγχανε της έγκρισης του. Εξ΄ ου και ο Οίκος απέστειλε εγκύκλιο προς όλο το προσωπικό στις 10.7.1997 (Τεκμ.11) με την οποία ρητά αναφερόταν ότι: «... Δεν επιτρέπεται σε κανένα μέλος του προσωπικού η είσπραξη από πελάτες έναντι τιμολογίων του Οίκου και η κατακράτηση των χρημάτων για προσωπικούς λόγους. Τούτο αποτελεί μεταξύ άλλων και ποινικό αδίκημα..» Αυτά λοιπόν τα στοιχεία, πέραν του μεμπτού της συμπεριφοράς ενός επαγγελματία - λογιστή συνιστούσαν ακόμα ένα εμπόδιο στον υπολογισμό του ποσού που θα καταβάλλετο στον ενάγοντα για κάθε χρόνο σαν υπόλοιπο για τις απολαβές του. Αξιολόγηση των πιο πάνω στοιχείων, άλλης μαρτυρίας επί του ιδίου θέματoς και της μαρτυρίας του ενάγοντα Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία του ενάγοντα και αξιολογώντας το σύνολο των στοιχείων που περιβάλλουν το θέμα των απολαβών του ενάγοντα, παρατηρώ τα εξής: Μέσα από τη μαρτυρία του ενάγοντα προβάλλουν κάποιες πραγματικότητες οι οποίες αφορούσαν τις γενικότερες συνθήκες εργοδοσίας του με τους εναγομένους και τις ειδικότερες συνθήκες της μισθοδοσίας του. Τα προβλήματα που από νωρίς διαφάνηκαν, οδηγούν προς ένα βασικό συμπέρασμα. ΄Οτι δηλαδή, η όλη υπηρεσία του ενάγοντα με τους εναγομένους υπήρξε αναμφίβολα κατώτερη των περιστάσεων. Κατώτερη των όσων υποκειμενικά ανέμεναν οι εναγόμενοι από τον ίδιο σαν έμπειρο σύμβουλο (consultant), αλλά και των όσων αντικειμενικά αναμένονταν από ένα ανώτερο στέλεχος σοβαρού επαγγελματικού οίκου. Ο ενάγων, άνκαι παραδέχθηκε κάποια από τα στοιχεία αυτής της συμπεριφοράς, προσπάθησε φυσιολογικά να υποβαθμίσει την έκταση και τη σοβαρότητα τους, ενίοτε δε και την ύπαρξη κάποιων απ΄αυτά. Δεν αποδέχομαι από τη μαρτυρία του τη γενική θέση ότι τα προαναφερθέντα στοιχεία συμπεριφοράς οφείλονταν στο ότι οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα αρνούνταν να του καταβάλλουν συμπεφωνημένα και καθορισμένα ποσά μισθού. Αντίθετα, έντονα προβάλλει μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το αντίθετο. ΄Οτι δηλαδή σοβαροί παράγοντες οι οποίοι επηρέαζαν τον υπολογισμό του τί θα έπρεπε να καταβαλλόταν στον ενάγοντα σαν μισθός, είχαν προκληθεί από τον ίδιο και ορθώνονταν σαν εμπόδια στην κανονική πληρωμή των απολαβών του. Με την έλλειψη οργάνωσης, με την παράλειψη υποβολής στοιχείων για την άσκηση των καθηκόντων του, με την ανάμειξη προσωπικών οικονομικών των υποθέσεων με τα οικονομικά της εταιρείας και με τη συνακόλουθη αδυναμία αξιολόγησης της συνεισφοράς του στον Οίκο και χρέωση πελατών, ο ενάγων έθεσε στους εναγομένους προβλήματα. Προβλήματα για τα οποία αυτοί θα έπρεπε να λάβουν αμυντικά μέτρα, όπως είναι η μη καταβολή πλήρους μισθού μέχρι τη διακρίβωση απαραίτητων στοιχείων, η αποστασιοποίηση του ενάγοντα από κάποιους πελάτες και δυστυχώς, αναπόφευκτα και η μη μεταχείριση του κατά τον τρόπο εκείνο, ο οποίος, υπό άλλες συνθήκες θα άρμοζε σε ανώτερο στέλεχος του Οίκου. Ο κατ΄ ισχυρισμό εξαναγκασμός του ενάγοντα σε παραίτηση - η έμμεση απόλυση του. Καθοδηγητική επί της νομικής πτυχής του θέματος τούτου είναι η απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd. v. Sharp [1978] 1 All E.R.
- ´Oπως επεξηγήθηκε από τον Lord Denning M.R. στη σελ. 717: "..If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from further performance.If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer´s conduct. He is constructively dismissed.." Eνασχόληση με το ίδιο θέμα έγινε και σε αριθμό Κυπριακών αποφάσεων στις οποίες παρέπεμψαν οι συνήγοροι, όπως είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Elbee Co.Ltd. v. Efstathiou [1989] 1 C.L.R. 448, Πάρις Προική ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ. [2002] 1 A.A.Δ. 736, Louis Tourist Agency Ltd. v. Αντιγόνη Ηλία [1992] 1 A.A.Δ.
- Yπό το φως όμως των προαναφερθέντων στοιχείων τα οποία παρέθεσα και των ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο ενάγων εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι υπήρξαν ένοχοι συμπεριφοράς, η οποία συνιστούσε ουσιαστική παράβαση της συμφωνίας εργοδοσίας και έπληξε καίρια τη σχέση. ΄Αλλη, βέβαια, θα ήταν η απόληξη αν πράγματι οι εναγόμενοι αναίτια και εσκεμμένα, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν οποιαδήποτε προβλήματα στην εργοδοσία και ιδιαίτερα στον υπολογισμό των απολαβών του ενάγοντα, απλά δεν τον πλήρωναν. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, ασφαλώς μια τέτοια συμπεριφορά θα έδιδε στον ενάγοντα το δικαίωμα της φυγής υπαιτιότητι των εναγομένων. Αλλ΄ είναι όμως και το άλλο σοβαρό νομικό εμπόδιο το οποίο αντιμετωπίζει ο ενάγων. Αυτό δηλαδή που αναφέρεται στο χρόνο αποχώρησης του από την εργοδοσία του με τους εναγομένους. Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές που πηγάζουν από τη νομολογία, αφ΄ ης στιγμής εκδηλωθεί η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία θα εδικαιολογoύσε την αποχώρηση του εργοδοτουμένου, ο δεύτερος θα πρέπει να εγκαταλείψει την εργοδοσία του χωρίς καθυστέρηση ή μετά από εύλογο χρόνο. ΄Οπως τονίζεται και στην προαναφερθείσα υπόθεση Western Excavating (ανωτέρω) σελ. 717: "...Τhe employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or, alternatively, he may give notice and say he is leaving at the end of the notice. But the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains; for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the conduct ...". Eνδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα η οποία αποδίδεται στην αναγκαιότητα όπως ο εργοδοτούμενος ενεργήσει χωρίς καθυστέρηση, είναι και τα ακόλουθα τα οποία είχαν λεχθεί στην απόφαση στην επίσης Αγγλική υπόθεση W.E. Cox Joner (International) Ltd. v. Crook [1981] Ι.C.R. 823 στη σελ. 831: "..To stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ...". Ειδικóτερα ως προς το θέμα σημειωθείσας καθυστέρησης στη διακοπή της εργοδοσίας σε περιπτώσεις μη πληρωμής μισθών ή μέρους μισθών, έχω αντλήσει καθοδήγηση και από αποφάσεις του Αγγλικού Employment Appeals Tribunal. Στην απόφαση του ημερ. 3.2.2005 στην ΄Εφεση αρ. UKEAT/0548/04/LA Msr v. Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd το Εφετείο ασχολήθηκε με την περίπτωση εργοδοτουμένης, της οποίας η εργοδότρια εταιρεία, κατά παράβαση όρων σύμβασης παρέλειψε να της καταβάλλει πλήρη μισθό από τις 30.8.2002 και προέβαινε σε αποκοπές από τις απολαβές της από τις 13.12.
- Η υπάλληλος υπέβαλε την παραίτηση της με επιστολή ημερ. 21.3.2003 δίδοντας σαν ένα από τους λόγους παραίτησης και τις αποκοπές χωρίς εξουσιοδότηση από τις απολαβές της. ΄Οπως τονίστηκε, εάν ένας εργοδοτούμενος χωρίς να επιφυλάσσει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο διάστημα μετά που ο εργοδότης ξεκαθαρίζει τη θέση του πάνω σε ένα θέμα όπου υπάρχει διαφωνία, τότε ο εργοδοτούμενος θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί έμμεση απόλυση αργότερα. Το Εφετείο, αναφερόμενο και στην προαναφερθείσα υπόθεση W.E. Cox Toner ανωτέρω, τόνισε ότι αφ΄ ης στιγμής ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται, δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Στην ίδια όμως την υπόθεση W.E. Cox Toner είχε αποφασιστεί ότι ο εργοδοτούμενος εμποδιζόταν από του να ισχυρίζεται απόλυση, επειδή είχε παραμείνει για 4 εβδομάδες μετά που κατέστη φανερό ότι, ότι τα παράπονα του δεν επρόκειτο να ικανοποιηθούν και επομένως θεωρήθηκε ότι επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα, οι απολαβές του θα καταβάλλονταν σ΄ αυτόν μηνιαία. ΄Ομως, μετά από ένα μόλις μήνα από την έναρξη της εργοδοσίας του (δηλαδή περί τον Απρίλιο 1995), οι εναγόμενοι άρχισαν με διάφορες προφάσεις να μην του καταβάλλουν όσα ανέμενε, ούτε και τα συμπληρωματικά οφέλη. Από το 1995 έως το 1998, επανειλημμένα διαμαρτυρόταν, είπε ο ενάγων, γραπτώς, προφορικώς και τηλεφωνικώς και αυτό επιβεβαιώνεται από πέραν των 20 τεκμήρια. Εν τω μεταξύ δε οι εναγόμενοι άρχισαν να προβαίνουν σε διάφορες εχθρικές ενέργειες προς αυτóν όπως ήταν η αποστασιοποίηση του από πελάτες τους οποίους εξυπηρετούσε, ο παραγκωνισμός του σε υποδεέστερες συνθήκες εργασίας κλπ. Επειδή όμως είχε οικονομική ανάγκη, παρέμενε στον οίκο, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα διορθώνονταν και βασιζόμενος σε κάποιες υποσχέσεις του κ.Δ.Ιωαννίδη. ΄Οπως προκύπτει από την πιο πάνω μαρτυρία, η οποία χρονικά επιβεβαιώνεται από αδιαμφισβήτητα στοιχεία, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τόσο ακραία που ούτε κατά διάνοια θα μπορούσαν να τεθούν στη δοκιμασία των νομικών αρχών που εκτέθηκαν προηγουμένως μέσω της νομολογίας και αυθεντιών. Από τον πρώτο μήνα της εργοδοσίας του, οι εναγόμενοι παρουσιάζονται να κατέστησαν σαφές ότι δεν επρόκειτο να καταβάλλουν στον ενάγοντα ένα προκαθορισμένο ποσό που αναγραφόταν στη Συμφωνία, χωρίς άλλα στοιχεία και χωρίς έλεγχο της ποσότητας και ποιότητας εργασίας του. Το έδειξαν αυτό με τις πράξεις τους, με τις επιστολές τους και με τις κατ΄ αποκοπήν πληρωμές. Αυτή η θέση ήταν σαφής και συνεπής από τότε μέχρι και το τέλος της εργοδοσίας. Ο δε ενάγων, παρά τη διαμαρτυρία του, η οποία φαίνεται και σε επιστολές του - τεκμήρια προς τους εναγόμενους, ανκαι τίποτε άλλο δεν άλλαξε, απλά διαιωνιζόταν η κατάσταση, δεν κατάγγειλε αυτή την κατά τον ίδιο σοβαρότατη παράβαση και δεν παραιτήθηκε, παρά μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος περίπου 3 χρονών και 9 μηνών. Αυτές οι συνθήκες, ανεξάρτητα από τους λόγους που προέβαλε για τους οποίους παρέμενε στην εργοδοσία του, αναμφίβολα του έχουν αποστερήσει το δικαίωμα να επικαλεσθεί κατά το 1999 ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση και ότι η παραίτηση του ισοδυναμούσε με έμμεση, παράνομη απόλυση. Γι΄ αυτό και μόνο το λόγο, πέραν των όσων έχω αναφέρει προηγουμένως, η Απαίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να αποτύχει καθότι είναι αδύνατο να στοιχειοθετηθεί εδώ η αιτία αγωγής της παράνομης απόλυσης και/ή διεκδίκησης αποζημιώσεων για διάρρηξη συμφωνίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί και παρέλκει η εξέταση άλλων παρεμφερών θεμάτων που απασχόλησαν κατά τη δίκη. Η Αγωγή απορρίπτεται και ως προς τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............................. Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο