Λένιας Ανδρέα Αυξεντίου ν. STORMY APPEAL ESTATE LIMITED κ.α., Αίτηση - Εφεση 1 / 2006, 20 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Εφεση 1 / 2006 Μεταξύ: Λένιας Ανδρέα Αυξεντίου Αιτήτριας / Εφεσείουσας και STORMY APPEAL ESTATE LIMITED
- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας Καθ΄ ων η Αίτηση / Εφεσίβλητων Ημερ.: 20 Ιουλίου 2006 Αίτηση ημερ. 30.3.2005 για αναβολή της Πώλησης Ακινήτου Για την αιτήτρια - εφεσείουσα: κος Α. Ποιητής Για την καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη αρ.1 εταιρεία: κα Γ. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κυρίως Αίτηση - ΄Εφεση της, η αιτήτρια επιζητεί την έκδοση Δήλωσης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας με την οποία η αιτήτρια ειδοποιήθηκε ότι το συμφέρον της στο ακίνητο με αρ. εγγρ. 30/188 θα επωλείτο σε δημοπρασία στις 16.4.06, είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος και εναλλακτικά ή επιπρόσθετα, επιζητεί και την έκδοση διατάγματος ακυρώνοντος την πιο πάνω απόφαση. Με άλλη, ενδιάμεση αίτηση της ημερ. 30.3.06, η αιτήτρια είχε αποταθεί στο Δικαστήριο και είχε εξασφαλίσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο διατάχθηκε η αναβολή της πώλησης του ακινήτου, η οποία είχε ορισθεί για τις 16.4.
- Μετά που επιδόθηκε αντίγραφο του ανωτέρω διατάγματος στην καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη αρ.1, αυτή προέβαλε ΄Ενσταση στη συνέχιση της ισχύος του. Η αίτηση είχε βασισθεί κατά κύριο λόγο στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου στα άρθρα 28, 80, 81, 82 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή) νόμου Κεφ. 224 και στα άρθρα 3, 4 και 9 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) νόμου, Κεφ.
- Η αιτήτρια είναι κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου και η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση της καταρτίστηκε από την δικηγόρο Ε. Κων/τίνου. ΄Οπως αναφέρεται σ΄ αυτήν, η αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια κατά 16/120 μερίδια του τεμαχίου 278 Φ/Σχ.XL/62.E.II τμήμα 30 αρ. εγγραφής 30/188, ενώ η καθ΄ ης αρ.1 εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια των υπολοίπων 104/120 μεριδίων. Η καθ΄ ης η Αίτηση αρ.1 είχε αποταθεί στο Κτηματολόγιο Λάρνακας ζητώντας την πώληση του κτήματος ως αδιανέμητου πλην όμως αυτό το αίτημα δεν μπορούσε να εγκριθεί για 5 λόγους οι οποίοι προβλήθηκαν σε επιστολή ημερ. 14.2.05 την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι της αιτήτριας προς το Κτηματολόγιο. Το Κτηματολόγιο απάντησε με επιστολή του ημερ. 15.2.05 λέγοντας ότι στο Γραφείο τους δεν υποβλήθηκε καμιά αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού αδιαιρετότητας. ΄Οπως όμως διαφάνηκε αργότερα, υπήρχε τέτοια αίτηση, και εκδόθηκε πιστοποιτικό αδιαιρετότητας, πλην όμως ούτε πριν την έκδοση του, ούτε μετά, το Κτηματολόγιο ειδοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο την αιτήτρια ώστε να εδίδετο η δυνατότητα σ΄ αυτήν να ακουγόταν πριν την έκδοση ή να προσέφευγε στο Δικαστήριο μετά την έκδοση πιστοποιητικού. Το Κτηματολόγιο δε, προχώρησε σε απόφαση για την πώληση του ακινήτου κατά την 16.4.06, με επιφυλαχθείσα τιμή £522.000 γνωστοποιώντας απλά την απόφαση στην αιτήτρια. Η πιο πάνω διαδικασία, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, αντιβαίνει προς τις αρχές της χρηστής διοίκησης μεταχείρισης και δικαιοσύνης. Περαιτέρω η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η πραγματική αξία του επίδικου ακινήτου υπερβαίνει τις £850.
- Στην ΄Ενσταση που καταχωρήθηκε κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, παρατίθενται ξεχωριστοί προς τούτο λόγοι, γενικής κυρίως φύσεως, όπως ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι είναι καταχρηστική κλπ. Σε επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εκ των διευθυντών της εναγομένης 1 κ. Κ.Πάτσαλου, παρατίθενται διάφορα γεγονότα προς υποστήριξη της ΄Ενστασης, τα κύρια σημεία των οποίων είναι τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε αδιανέμητο και εκδόθηκε σχετικό πιστοποιητικό αδιαιρετότητας περί την 16.12.04, το οποίο κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια μαζί με τη σχετική ειδοποίηση τον Ιανουάριο του 2005 δίδοντας της τις σχετικές προθεσμίες που προνοεί ο νόμος. Δεν υπήρξε όμως καμιά ανταπόκριση από την αιτήτρια, με αποτέλεσμα η απόφαση του Διευθυντή για έκδοση του πιστοποιητικού αδιαιρετότητας να είναι τελική. Ο ίδιος ομνύων ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια καθυστέρησε υπέρμετρα να αποταθεί στο Δικαστήριο ενώ δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας στην κύρια αίτηση της. Αγορεύοντας υπέρ της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, ο κ. Ποιητής για την αιτήτρια, αναφέρθηκε σε παγίδευση της αιτήτριας όταν αυτή πληροφορήθηκε εσφαλμένα από το Κτηματολογικό γραφείο ότι δεν υπεβλήθη στο γραφείο αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού αδιαιρετότητας. Παραπέμποντας στο Α. 28 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή κλπ.) νόμου Κεφ. 224, υπέβαλε ο συνήγορος ότι θα έπρεπε να δοθούν ειδοποιήσεις προτού το ακίνητο κηρυχθεί αδιαίρετο αλλά κατά παρέκκλιση, στην παρούσα περίπτωση δεν ειδοποιήθηκε η συγκύριος - αιτήτρια. Περαιτέρω, η αιτήτρια εδικαιούτο εντός 30 ημερών από της κοινοποίησης σ΄ αυτήν της απόφασης, να προβεί σε συμφωνία διευθέτησης. ΄Ομως, στην επιστολή του δικηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 με την οποία της κοινοποιήθηκε η απόφαση, της είχε λεχθεί ότι εδικαιούτο να το πράξει σε 30 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής, δηλαδή μέχρι τις 3.2.
- Στη δική της αγόρευση, η κα Γ. Ζαχαρίου για την καθ΄ ης η αίτηση αρ.1, υπέβαλε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του έγγραφα σαν τεκμήρια στη διαδικασία αυτή απλά και μόνο επειδή βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, ενώ στην ίδια την ένορκη δήλωση στην αίτηση δεν επισυνάπτονται οποιαδήποτε τεκμήρια. Η αιτήτρια δεν απέδειξε ότι υπάρχει οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Εκδόθηκε νομότυπα πιστοποιητικό αδιαιρετότητας από τις 16.12.04 και κοινοποιήθηκε βάσει του νόμου στην αιτήτρια κατά τον Ιανουάριο του
- ΄Ομως η αιτήτρια δεν προέβηκε σε κανένα διάβημα παρά μόνο έστειλε μια επιστολή όπως ισχυρίζεται, την οποία δεν επισύναψε και άρα δεν μπορεί να τη λάβει υπόψη του το Δικαστήριο. ΄Οταν της λέχθηκε ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση στο Κτηματολογικό γραφείο, αυτό ήταν ορθό, αφού τότε δεν εκκρεμούσε καμιά αίτηση, δεδομένου ότι δύο μήνες προηγουμένως είχε εκδοθεί πιστοποιητικό αδιαιρετότητας εν γνώσει της αιτήτριας. Αυτό το οποίο ουσιαστικά προσβάλλει η αιτήτρια, είναι την έκδοση του πιστοποιητικού αδιαιρετότητας η οποία είναι τελική απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί εκπρόθεσμα. Ως προς την ορθότητα της ειδοποίησης η οποία δόθηκε προς την αιτήτρια από την καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1, η αποστολή ειδοποίησης δεν είναι καν υποχρεωτική αφού το Α.28 του Νόμου αναφέρει ότι ο συγκύριος «δύναται» να επιδόσει ειδοποίηση και αφού η αιτήτρια δεν ήταν κάτοικος Κύπρου. Εν πάση δε περιπτώσει, η ειδοποίηση ήταν σωστή αφού σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά στο σωστό άρθρο του νόμου το οποίο και επεξηγεί τα δικαιώματα της. Επίσης, ως προς την προθεσμία η οποία δόθηκε, αυτή είναι κατά συμμόρφωση προς το νόμο, αφού η απόδοση ειδοποίησης θεωρείται ότι γίνεται από την ημερομηνία που λαμβάνει κάποιος τη γραπτή ειδοποίηση και όχι από την ημερομηνία που φέρει η επιστολή - ειδοποίηση. Η συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο, όπως είναι το γεγονός ότι είχε εκδοθεί πιστοποιητικό αδιαιρετότητας κατά την 16.12.
- Ως προς την εξισορρόπηση της βλάβης η οποία προκαλείται από την ύπαρξη η μη του διατάγματος, η συνήγορος αναφέρθηκε στους ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας ό,τι υπέστη και υφίσταται σοβαρή οικονομική ζημιά από τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Τελικά, υπέβαλε ότι η αίτηση είναι παράτυπη επειδή κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών, έχει περιληφθεί στη διαδικασία σαν διάδικος ο εφεσίβλητος - καθ΄ ου η αίτηση αρ.2 Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός. Αυτά ήσαν τα κύρια σημεία της μαρτυρίας, η οποία δόθηκε στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας μέσω των ενόρκων δηλώσεων και εγγράφων που είχαν επισυναφθεί στην ΄Ενσταση. Νομική πτυχή της Αίτησης Εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R.38, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. v. M. Avraamides & Co Ltd., Πολ. ΄Εφεση 9824 ημερ.21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Martime Lines Ltd. and Others
(1976)1 C.L.R.302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263.) Τα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν. 14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑ.Δ. 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγόνοτα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Επανερχόμενος στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, παρατηρώ τα εξής : Είμαι πεπεισμένος ότι εγείρεται προς εκδίκαση ένα σοβαρό ζήτημα, το οποίο αφορά στην πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας πολύ μεγάλης αξίας, στην οποία η αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μικρού έστω αριθμού μεριδίων, παρά τη θέληση και χωρίς τη συγκατάθεση της, με πρωτοβουλία του άλλου συγκυρίου. Ως προς το δεύτερο κριτήριο, κατά πόσο η αιτήτρια κατάδειξε την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται σε θεραπεία, που είναι βασική προϋπόθεση για επιτυχία της στην παρούσα διαδικασία, παρατηρώ τα εξής: ΄Οπως είναι φανερό από το σύνολο των στοιχείων που έχω παραθέσει πιο πάνω, κρίσιμης σημασίας στη διαδικασία είναι οι πρόνοιες του Α.28
(1)του περί Ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224 το κείμενο του οποίου έχει ως εξής: «28.-
(1)΄Οταν ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται κατ΄ εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες αλλά δεν δύναται να γίνει κανένας διαχωρισμός χωρίς παράβαση των διατάξεων του άρθρου 27, οποιοσδήποτε συγκύριος δύναται να ζητήσει από το Διευθυντή πιστοποιητικό ότι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας είναι αδύνατος λόγω των προαναφερόμενων διατάξεων, και αφού ο συγκύριος αυτός εφοδιαστεί με το πιστοποιητικό αυτό, δύναται να επιδώσει ειδοποίηση στους άλλους συγκύριους στην Κύπρο μαζί με αντίγραφο του πιστοποιητικού αυτού πληροφορώντας αυτούς ότι, εκτός αν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση δυνηθούν να συμφωνήσουν σε διευθέτηση με την οποία η ιδιοκτησία θα εκχωρηθεί σε ένα πρόσωπο, αυτός θα ζητήσει από το Διευθυντή να θέσει την ιδιοκτησία προς πώληση με πλειστηριασμό και ο Διευθυντής, με την απόδειξη της επίδοσης αυτής και αφού ικανοποιηθεί ότι δεν συμφωνήθηκε καμιά διευθέτηση όπως προνοείται πιο πάνω, δύναται, κατά τη διακριτική του εξουσία και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ειδοποίηση και ανεξάρτητα της απουσίας από την Κύπρο οποιουδήποτε συγκύριου να προχωρήσει στην πώληση της ιδιοκτησίας με πλειστηριασμό και να διανέμει το προϊόν, αφού αφαιρέσει τις δαπάνες της πώλησης αυτής, μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται σε αυτό σύμφωνα με τα αντίστοιχα δικαιώματα αυτών πάνω στην ιδιοκτησία ...». Εδώ, τρία είναι τα βασικά παράπονα της αιτήτριας με βάση τα οποία επιχειρεί να προσβάλει την ορθότητα της ακολουθηθείσας διαδικασίας :
- ΄Οτι δεν ενημερώθηκε και δεν είχε λόγο στην εξέταση του αιτήματος για έκδοση πιστοποιητικού αδιαιρετότητας.
- ΄Οτι παρεπλανήθη από την πλευρά του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού, ώστε να πίστευε πως δεν εκκρεμούσε προς έκδοση ή ότι είχε εκδοθεί τέτοιο πιστοποιητικό.
- ΄Οτι παρεπλανήθη με τη δοθείσα από το δικηγόρο της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 ειδοποίηση ως προς τις προθεσμίες για λήψη διαβημάτων προς αποτροπή ορισμού ημερομηνίας πώλησης του ακινήτου. Ως προς το πρώτο παράπονο της αιτήτριας παρατηρώ τα εξής: Ο ίδιος ο νόμος, και ειδικώτερα το Α.28 του Κεφ.224 δεν προνοεί για συμμετοχή ή ενημέρωση όλων των συγκυρίων στην υποβολή και εξέταση αιτήματος για έκδοση πιστοποιητικού αδιαιρετότητας ακινήτου. Αντίθετα, φαίνεται σαφής η πρόθεση του νομοθέτη μέσα από το κείμενο του άρθρου, το οποίο παρέθεσα προηγουμένως, να δώσει και δίδει, μονόπλευρα σε κάθε συγκύριο το δικαίωμα να αποταθεί για έκδοση πιστοποιητικού. Απ΄ εκεί και πέρα, ο ίδιος ο Διευθυντής σαν καθ΄ ύλην αρμόδιο όργανο, θα εφαρμόσει όλες τις διατάξεις που αφορούν στη διαίρεση ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Α.27 του ίδιου νόμου και ασφαλώς υπό το φως των κατεχομένων από το γραφείο του στοιχείων ως προς ιδιοκτησίες, σχέδια, σχεδιασμούς κλπ. Ως προς το δεύτερο παράπονο της αιτήτριας που σχετίζεται με ισχυριζόμενη παραπληροφόρηση της από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, παρατηρώ τα εξής: Οι ισχυρισμοί αυτοί της αιτήτριας περιλαμβάνονται στις παρα. 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης της, στις οποίες παραγράφους γίνεται αναφορά σε επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 14.2.05 προς τον Λειτουργό και σε απαντητική επιστολή του Λειτουργού ημερ. 15.2.
- ΄Ομως, στην ένορκη δήλωση δεν επισυνάπτονται αντίγραφα αυτών των επιστολών στο περιεχόμενο των οποίων γίνεται αναφορά στις προαναφερθείσες παραγράφους της ένορκης δήλωσης. Σχολιάζοντας τις εισηγήσεις της πλευράς της εναγομένης 1, ως προς αυτή την παράλειψη, ο συνήγορος της αιτήτριας υπέβαλε ότι αυτές οι επιστολές είναι συνημμένες στην κυρίως αίτηση και εφόσον βρίσκονται στο φάκελο δικογραφίας, το Δικαστήριο μπορεί να τις λάβει υπόψη. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1, η οποία με παραπομπή σε νομολογία, υποστήριξε ότι αυτή η δυνατότητα δεν προσφέρεται. Θα πρέπει να συμφωνήσω με την εισήγηση της συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1, η οποία υποστηρίζεται από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. ΄Οπως είχε, μεταξύ άλλων, τονιστεί και στην απόφαση στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δρουσιώτη κ.α. [1995] 1 Α.Α.Δ. 877, στη σελ. 882, η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου μιας αίτησης ή ενός δικογραφήματος, δεν το καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. (Βλπ. επίσης Interpartmental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd. Πολ. Εφ. 11524 ημερ. 24.2.04 και Καϊμης v.Euroinvestment and Finance Ltd Πολ.Εφ. 11695 ημερ. 30.11.04). Η αναγκαιότητα για αυστηρή εφαρμογή αυτής της αρχής καθώς επίσης και η λογική πίσω απ΄ αυτήν είναι έκδηλη: Η κάθε διαδικασία διεξάγεται στη βάση του αποδεκτού μαρτυρικού υλικού έγγραφης ή προφορικής μορφής. ΄Οπως λέχθηκε και στην υπόθεση Μιχαηλίδης (ανωτέρω), ας μη ξεχνούμε πως στη διάρκεια λήψης μαρτυρίας σε κάθε διαδικασία, η αντίθετη πλευρά δικαιούται να υποβάλλει ενστάσεις, ενώ ισχυρισμοί που προβάλλονται σε άλλα δικογραφήματα, τα οποία ένας μάρτυρας επιχειρεί να υιοθετήσει ή να παραπέμψει σ΄ αυτά, μπορεί να παραμείνουν αναπόδεικτα. Θα πρόσθετα δε για σκοπούς της παρούσας αίτησης, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης γίνεται από ένα πρόσωπο, ενώ η ένορκη δήλωση στην κύρια αίτηση στην οποία επισυνάπτονται τα έγγραφα, γίνεται από άλλο, διαφορετικό πρόσωπο. Περαιτέρω, η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, ούτε υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην κύρια αίτηση, ούτε καν προβαίνει σε οποιαδήποτε έστω αναφορά ή παραπομπή στη δήλωση εκείνη ή το κυριότερο, στα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ίδια. Με αυτό σαν δεδομένο, δεν υπάρχει καν προσπάθεια ταυτοποίησης των εγγράφων που αναφέρονται στην υπό εξέταση ένορκη δήλωση με εκείνα που επισυνάπτονται στην κύρια αίτηση. Γι΄ αυτούς τους λόγους, οι επιστολές που αναφέρονται στις παρα. 6 και 7 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν θα ληφθούν υπόψη. Από την άλλη, η ένορκη αναφορά της ομνύουσας στο περιεχόμενο των επιστολών εκείνων και στο γεγονός της αποστολής και παραλαβής τους, και αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, εφόσον στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ένστασης, προβάλλεται άρνηση αυτών των ισχυρισμών και η αιτήτρια σε κανένα άλλο διάβημα δεν προέβηκε για να τους αντικρούσει ή αμφισβητήσει. Το τρίτο παράπονο της αιτήτριας αναφέρεται στο ότι η επιστολή του δικηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 δεν απέδωσε σωστά τις υπό του νόμου προνοούμενες προθεσμίες. ΄Οπως προκύπτει από τις διατάξεις του προαναφερθέντος Α.28, αφού ένας συγκύριος εφοδιαστεί με πιστοποιητικό αδιαιρετότητας, τότε δύναται να επιδώσει ειδοποίηση στους άλλους συγκυρίους στην Κύπρο πληροφορώντας τους ότι θα ζητήσει την πώληση της περιουσίας, εκτός αν εντός 30 ημερών από την επίδοση δυνηθούν να συμφωνήσουν σε διευθέτηση. Το παράπονο λοιπόν της αιτήτριας είναι ότι με την επιστολή του δικηγόρου της αιτήτριας, ημερ. 3.1.05 (που επισυνάφθηκε σαν τεκμήριο «Β» στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης) εσφαλμένα της δόθηκε προθεσμία 30 ημερών «από της ημερομηνίας της παρούσας ειδοποιήσεως», όπως αναφέρεται σ΄ αυτήν, αντί «30 ημερών από την επίδοση» όπως προβλέπεται στο Α.28
(1). Και αυτό το παράπονο όμως της αιτήτριας, δεν μπορεί να ευσταθήσει ή να παράσχει σ΄ αυτήν έρεισμα για ύπαρξη καλής υπόθεσης και πιθανότητας επιτυχίας στην ΄Εφεση της, για τους ακόλουθους λόγους: α. Τέτοιο θέμα, σαν λόγος ακύρωσης της επίδικης προσβαλλόμενης απόφασης στην Κύρια Αίτηση δεν προβάλλεται. β. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης σε οποιοδήποτε θέμα ισχυριζομένης παράλειψης απόδοσης σωστής ειδοποίησης και/ή προθεσμίας στην αιτήτρια. γ. Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην ίδια ένορκη δήλωση σε τέτοια επιστολή - ειδοποίηση, ούτε και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Κύριας Αίτησης γίνεται τέτοια αναφορά ή επισυνάπτεται τέτοια επιστολή. δ. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές από το ίδιο το λεκτικό του Α.28
(1)ότι η επίδοση τέτοιας ειδοποίησης πρέπει να γίνεται «στους άλλους συγκυρίους στην Κύπρο» και όχι σε διαμένοντες στο εξωτερικό, όπως εδώ η αιτήτρια. Το γεγονός δε ότι ήταν αχρείαστο εν πάση περιπτώσει να επιδιδόταν οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την αιτήτρια στο εξωτερικό, γίνεται ακόμα πιο σαφές στη συνέχεια του κειμένου του Α.28
(1), που αναφέρει ότι με την απόδειξη επίδοσης ειδοποίησης (στους συγκυρίους στην Κύπρο), ο Διευθυντής δύναται να προχωρήσει στην πώληση με πλειστηριασμό «.ανεξάρτητα της απουσίας από την Κύπρο οποιουδήποτε συγκυρίου ...». Υπό το φως όλων των πιο πάνω στοιχείων και συμπερασμάτων, μου είναι αδύνατο να καταλήξω σε διαπίστωση ότι με το αποδεικτικό υλικό που έχει παρουσιάσει, η αιτήτρια έχει καταδείξει στο πλαίσιο της παρούσας παρεμπίπτουσας διαδικασίας την ύπαρξη ορατής ή οποιασδήποτε πιθανότητας επιτυχίας της κατά την εκδίκαση της Αίτησης -΄Εφεσης της. Αίτησης - ΄Εφεσης με την οποία, θα πρόσθετα, ούτε η ίδια η έκδοση πιστοποιητικού αδιαιρετότητας δεν προσβάλλεται. Με αυτή τη διαπίστωση η παρούσα αίτηση θα πρέπει να αποτύχει και θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με άλλα θέματα, τα οποία ηγέρθηκαν στο πλαίσιο της. Η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ της καθ΄ ης η Αίτησης - Εφεσείουσας αρ.1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το Προσωρινό Διάταγμα που είχε εκδοθεί στις 30.3.06 παύει να ισχύει. (Υπ.).............................. Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο