Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. THOMAS LIOBAY DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ.αγωγής 369/2001, 20 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 369/2001 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ., Εναγόντων και THOMAS LIOBAY DEVELOPMENTS LTD.,
- Ανδρέας Γ. Θωμά,
- Λοϊζος Γ. Θωμά, Εναγομένων. Ημερ.: 20 Ιουλίου 2006 Αίτημα για αποδοχή έγγραφης μαρτυρίας Για τους ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου. Για τους εναγομένους: κ. Α. Μαθηκολώνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επικαλούμενη την ύπαρξη συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 4.10.1999 ή διαζευκτικά την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων την επιστροφή χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων, υπόλοιπο ενοικίου ή χρέους, τόκους, διάταγμα εκποίησης ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας και συναφείς θεραπείες. Η δίκη βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται ο Μ.Υ.2 εναγόμενος 3, διευθυντής και μέτοχος της εναγομένης 1 εταιρείας. Κατά την κύρια εξέταση του, ζητήθηκε από το μάρτυρα να παρουσιάσει για να κατατεθούν σαν τεκμήρια, τα έγγραφα δύο άλλων συμφωνιών ενοικιαγοράς που έγιναν μεταξύ των διαδίκων μεταγενέστερα της επίδικης. Πρόκειται για τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς ημερ. 9.11.1999 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 και τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς ημερ. 8.5.2000 μεταξύ των ιδίων. Και οι δύο συμφωνίες, όπως και η επίδικη τελούσαν υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Ας σημειωθεί ότι οι δύο αυτές Συμφωνίες είχαν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε προηγούμενη δικάσιμο κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2 Ν. Σοφοκλέους, τότε διευθυντού του καταστήματος Λάρνακας της ενάγουσας. Οι Συμφωνίες είχαν τότε σημειωθεί σαν «Α γι΄ Αναγνώριση» και «Β γι΄ Αναγνώριση» αντίστοιχα. Η παράκληση του συνηγόρου των εναγομένων προς τον Μ.Υ.2 να παρουσιάσει τα έγγραφα για να σημειωθούν σαν Τεκμήρια στη δίκη καθώς και η οποιαδήποτε αναφορά στις συμφωνίες που ενσωματώνουν, προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου των εναγόντων. Σύμφωνα με τις θέσεις που ανέπτυξε προς υποστήριξη της ένστασης του ο κ. Ζαχαρίου, τα έγγραφα αυτά δεν πρέπει και δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, για δύο βασικούς λόγους: α. Διότι το γεγονός ότι ήδη σημειώθηκαν προς αναγνώριση και έγινε κάποια χρήση τους, δεν δίδει το δικαίωμα όπως καταστούν κανονικά τεκμήρια. β. Διότι, αυτά, όπως και άλλα έγγραφα που επιχειρήθηκε η παρουσίαση τους προηγουμένως και δεν έγινε δεκτή με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 23.2.06 του Δικαστηρίου τούτου, δεν συνιστούν αποδεκτή μαρτυρία. Πρόκειται για συμφωνίες που είναι άσχετες με την επίδικη, έγιναν αρκετά μεταγενέστερα της και τα στοιχεία που τις περιβάλλουν, δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν παρόμοια γεγονότα έτσι ώστε να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις αποδοχής με βάση τον κανόνα μαρτυρίας επί παρομοίων γεγονότων (similar fact evidence). Aντικρούοντας αυτές τις θέσεις, ο συνήγορος των εναγομένων, υπέβαλε ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα συνιστούν μαρτυρία η οποία και απόλυτα σχετική είναι με τα επίδικα θέματα και είναι μαρτυρία επί παρόμοιων γεγονότων, έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης τους. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι εγείρουν τον ισχυρισμό περί σύναψης εικονικών ενοικιαγορών με βάση εικονικά ή τα ίδια πάντα αντικείμενα. Τα αντικείμενα ενοικιαγοράς και στις τρεις συμφωνίες είναι τα ίδια ή πλείστα απ΄ αυτά και επομένως τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συμφωνίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα επίδικα. Η επιδίωξη των εναγομένων είναι να καταδείξουν ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν εικονική αφού τα ενοικιαγορασθέντα αντικείμενα δεν μπορεί να ήσαν τα ίδια με αυτά που περιγράφονται και στις δύο άλλες συμφωνίες. Τα γεγονότα δε που τα περιβάλλουν είναι έκδηλα παρόμοια με αυτά της επίδικης συμφωνίας και ικανοποιούν όλες τις προϋποθέσεις με βάση τον κανόνα αποδοχής μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων (similar fact). Ο κ.Μαθηκολώνης παρέπεμψε σε αποφάσεις και αυθεντίες για να εισηγηθεί ότι η προτεινόμενη μαρτυρία είναι αποδεκτή βάσει του προαναφερθέντα κανόνα και επειδή με αυτή σκοπείται η απόδειξη του τί ακριβώς είχαν κατά νου οι διάδικοι (state of mind) κατά τη σύναψη των συμφωνιών, ως προς την πραγματική φύση της συναλλαγής. Τείνει ακόμα αυτή η μαρτυρία να καταδείξει το ότι οι ενάγοντες κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ενεργούσαν, όπως και κατά τις μεταγενέστερες συμφωνίες, ακολουθώντας μια συστηματική πορεία συμπεριφοράς (systematic course of conduct). Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο συνήγορος των εναγομένων, στο γεγονός ότι τα προτεινόμενα για εισαγωγή σαν μαρτυρία έγγραφα έχουν ήδη σημειωθεί σαν τεκμήρια προς αναγνώριση και χρησιμοποιηθεί κατά τη μαρτυρία μάρτυρα των εναγόντων. ΄Οπως είπε, η αποδοχή τους σαν τεκμηρίων προς αναγνώριση, έκρινε την ύπαρξη σχετικότητας τους με τα επίδικα θέματα. Αφού δε έγινε εκτενής χρήση τους κατά την αντεξέταση μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος και έδωσε τις απαντήσεις του, εάν τώρα δεν γίνουν τα έγγραφα αποδεκτά, η ήδη δοθείσα μαρτυρία ως προς τα περιβάλλοντα γεγονότα, θα πρέπει να αγνοηθεί. Θα στερηθεί δε έτσι η υπεράσπιση της δυνατότητας να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, στοιχεία που αποδεικνύουν τις θέσεις της. Αυτά ήσαν, συνοπτικά, τα γεγονότα που περιβάλλουν το θέμα της αποδεκτότητας ή μη των δύο εγγράφων, καθώς επίσης και οι αντικρουόμενες θέσεις των δύο πλευρών επ΄ αυτού. Θα ασχοληθώ πρώτα με το θέμα που δημιουργήθηκε και σχετίζεται με τη σημασία του γεγονότος ότι τα προτεινόμενα για αποδοχή έγγραφα έχουν ήδη παρουσιασθεί και σημειωθεί σαν έγγραφα προς αναγνώριση. Η προηγούμενη παρουσίαση των προτεινομένων εγγράφων σαν στοιχείων προς αναγνώριση και η σημασία αυτού του γεγονότος. Ιδιαίτερα διευκρινιστικά επί του θέματος τούτου είναι τα όσα λέχθηκαν από το Εφετείο στη σελ.6 της απόφασης του στην Πολ.΄Εφ. 11195 Γ.Μελάς ν. Κ.Κυριάκου ημερ. 27.6.03, στην οποία απόφαση παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγόντων: «...Η κατάθεση ενός εγγράφου σαν τεκμηρίου για αναγνώριση, γίνεται όταν δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικά στα πρώτα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του, για να δοθεί η ευχέρεια στους μάρτυρες να ερωτηθούν για το περιεχόμενο του. Η μαρτυρία αυτή καταγράφεται αλλά παραμένει ανενεργή μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του, για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και η μαρτυρία που είχε προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενο του, να καταστεί ενεργή ...». Σημειώνεται ότι στην προαναφερθείσα ΄Εφεση κρίθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την υποβολή ερωτήσεων ως προς το περιεχόμενο εγγράφου προς το μάρτυρα κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του οποίου το έγγραφο είχε κατατεθεί και σημειωθεί προς αναγνώριση, ενώ αργότερα κατατέθηκε από άλλο μάρτυρα που υπέγραψε το έγγραφο, σαν κανονικό τεκμήριο. Οι βασικές διαπιστώσεις οι οποίες επιβεβαιώνονται από την προαναφερθείσα απόφαση, είναι οι ακόλουθες : α. ΄Οτι η παρουσίαση ενός στοιχείου προς αναγνώριση δεν το καθιστά κανονικό τεκμήριο προς χρήση κατά τη δίκη. β. ΄Οτι ένα στοιχείο που κατατίθεται προς αναγνώριση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δώσει ένας μάρτυρας τη μαρτυρία του επί του περιεχομένου του ή άλλων συνθηκών που το περιβάλλουν. γ. ΄Οτι μαρτυρία που λαμβάνεται μέσω ενός στοιχείου προς αναγνώριση λαμβάνεται υπό την αίρεση ότι σε άλλο στάδιο της δίκης αυτό το στοιχείο θα παρουσιαστεί σαν κανονικό τεκμήριο από τον κατάλληλο μάρτυρα ή εκ συμφώνου. δ. ΄Οτι εάν πράγματι παρουσιαστεί σαν τεκμήριο αργότερα, τότε η όποια μαρτυρία είχε ληφθεί μέσω του στοιχείου εκείνου μπορεί να ληφθεί υπόψη σαν μαρτυρία στην υπόθεση, διαφορετικά θα αγνοηθεί. Η πιο συνήθης περίπτωση κατά την οποία ένα αποδεικτικό στοιχείο σημειώνεται προς αναγνώριση αντί σαν τεκμήριο, είναι η περίπτωση κατά την οποία, ο μάρτυρας μέσω του οποίου επιχειρείται να ληφθεί μαρτυρία, δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να παρουσιάσει το έγγραφο σαν τεκμήριο. Για παράδειγμα διότι δεν είναι άμεσα συνδεόμενος με αυτό ή δεν είναι το πρόσωπο το οποίο είχε το έγγραφο στην κατοχή ή φύλαξη του. Επανερχόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρουσίαση των δύο υπό εξέταση τώρα εγγράφων σαν στοιχείων προς αναγνώριση, παρατηρώ τα εξής: Η παρουσίαση των δύο εγγράφων έγινε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του Μ.Ε.2 Ν.Σοφοκλέους, ο οποίος είχε χειριστεί εκ μέρους της ενάγουσας την επίδικη χρηματοδότηση. Ο συνήγορος των εναγομένων επέδειξε τα δύο έγγραφα στο μάρτυρα, ο οποίος και τα αναγνώρισε και ζητήθηκε από το συνήγορο όπως αυτά κατατεθούν γι΄ αναγνώριση. Σημειώθηκαν τότε σαν Στοιχεία προς Αναγνώριση «Γ» και «Δ» αντίστοιχα και ακολούθησε η υποβολή προς το μάρτυρα μεγάλου αριθμού ερωτήσεων στις οποίες και απάντησε. Επιχειρείται τώρα η παρουσίαση των εγγράφων σαν κανονικών τεκμηρίων από το μάρτυρα των εναγομένων, ο οποίος και είχε υπογράψει τα έγγραφα εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας. Εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο το θέμα της σχετικότητας και αποδεκτότητας των εγγράφων σαν μαρτυρίας στην υπόθεση, έχει ήδη κριθεί και αποφασισθεί λόγω του γεγονότος ότι αυτά έγιναν ήδη δεκτά προς αναγνώριση. Σε σχέση με αυτή την εισήγηση, παρατηρώ τα εξής: Κατά την άποψη μου το γεγονός ότι τα δύο έγγραφα σημειώθηκαν προς αναγνώριση, δεν έχει προαποφασίσει και το θέμα της σχετικότητας τους ως προς τα επίδικα θέματα, τουλάχιστο με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, για τους ακόλουθους λόγους: Κατ΄ αρχήν είναι γεγονός ότι γενικά ομιλούντες, για να ζητηθεί και να γίνει δεκτή η παρουσίαση ενός αποδεικτικού στοιχείου προς αναγνώριση, αυτό θα πρέπει εξ΄ ορισμού να έχει σχετικότητα με τα επίδικα θέματα και θα πρέπει επίσης να συνιστά μαρτυρία η οποία θα ήταν αποδεκτή με βάση άλλους κανόνες του περί Αποδείξεως νόμου και της νομολογίας. Αυτές οι δύο, είναι αυτονότητες προκείμενες, διαφορετικά δεν υπάρχει κανένα νόημα να γίνει αποδεκτή η παρουσίαση ενός στοιχείου προς αναγνώριση και να ληφθεί μέσω του μαρτυρία, αφ΄ ης στιγμής είναι εκ των προτέρων γνωστό ή αναμενόμενο ότι ουδέποτε θα καταστεί δυνατή η παρουσίαση του σαν κανονικού τεκμηρίου επειδή π.χ. η ύπαρξη ή το περιεχόμενο του είναι εν πάση περιπτώσει άσχετο προς τα επίδικα θέματα ή διότι η παρουσίαση του σαν κανονικού τεκμηρίου θα προσέκρουε σε οποιοδήποτε άλλο κανόνα περί μη αποδοχής μαρτυρίας. Στην παρούσα περίπτωση, όταν ζητήθηκε να παρουσιαστούν τα δύο έγγραφα προς αναγνώριση και παρουσιάστηκαν, δεν εξετάστηκε ούτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα που αφορούσε στη σχετικότητα τους. Υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσε να είχε εγερθεί σε εκείνο το στάδιο οποιαδήποτε αντίρρηση ως προς τη σχετικότητα αφού, σύμφωνα με όσα έχω πει προηγουμένως, θα υπήρχε πρόθεση ένστασης γι΄ αυτό το λόγο όταν θα επιχειρείτο η παρουσίαση τους σαν τεκμηρίων αργότερα. ΄Ομως, θα έλεγα πως το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά σημειώθηκαν χωρίς ένσταση σαν στοιχεία προς αναγνώριση, δεν έχει τελεσίδικα θέσει σ΄ αυτά τη σφραγίδα της σχετικότητας. Με δεδομένο ότι το ουσιώδες θέμα της σχετικότητας τους δεν ηγέρθη και δεν εξετάστηκε καθόλου προηγουμένως, μαζί με το δεδομένο ότι η μαρτυρία που λήφθηκε στη βάση των εγγράφων, τελεί ακόμα υπό αίρεση, πιστεύω ότι το Δικαστήριο διατηρεί τώρα την ευχέρεια να αποφασίσει κατά πόσο θα αποδεκτεί ή όχι την παρουσίαση τους σαν τεκμηρίων στη δίκη και για το λόγο της σχετικότητας, αφού τύχει του οφέλους της επιχειρηματολογίας και των δύο πλευρών. Ας μη ξεχνούμε ότι ακόμα και στο τέλος της δίκης, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να μη λάβει υπόψη και να αγνοήσει μαρτυρία η οποία είχε ληφθεί στο πλαίσιο της δίκης και να ενεργήσει στη βάση αποδεκτής και μόνο μαρτυρίας σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου της Απόδειξης ( Lefkaritis Bros v. D.Hjiconstantinou etc [1987] 1 C.L.R. 43 ). Επομένως, θα προχωρήσω να εξετάσω το εγερθέν τώρα και συζητηθέν θέμα της σχετικότητας ή μη των προτεινόμενων για παρουσίαση εγγράφων σαν τεκμηρίων. Η σχετικότητα ή μη των προτεινόμενων σαν τεκμηρίων εγγράφων ΄Εχω αναφέρει προηγουμένως την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών επί του εγερθέντος θέματος. Εκείνο το οποίο πρέπει εξ΄ αρχής να λεχθεί είναι ότι η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που είχε εκδοθεί στις 23.2.06, δεν μπορεί να καλύπτει και τα έγγραφα τα οποία τώρα επιχειρείται να παρουσιαστούν σαν τεκμήρια. Υπενθυμίζεται ότι τα έγγραφα που είχε επιχειρηθεί να εισαχθούν σαν μαρτυρία σ΄ εκείνη την περίπτωση διαφοροποιούνται ως προς σημαντικά χαρακτηριστικά τους από τα υπό εξέταση έγγραφα. Εντοπίζω ιδιαίτερα το γεγονός ότι στην προηγηθείσα περίπτωση επιχειρείτο η εισαγωγή σωρείας άλλων εγγράφων συμφωνιών, οι οποίες είχαν γίνει μεταξύ των εναγόντων και τρίτων προσώπων, όχι των εναγομένων και οι οποίες περαιτέρω, αποτελούσαν θέματα αντιδικίας σε άλλες αγωγές που εκκρεμούσαν ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Τα γεγονότα που περιβάλλουν τα δύο έγγραφα στην παρούσα υπό εξέταση περίπτωση διαφέρουν σημαντικά από τα προαναφερθέντα. Κατ΄ αρχήν, η ύπαρξη και σημασία αυτών των εγγράφων και των συμφωνιών στις οποίες αναφέρονται, εγείρεται λεπτομερώς στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην παρα. 2(iii) της Υπεράσπισης, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί εικονικότητας της επίδικης χρηματοδότησης αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι οι δύο άλλες συμφωνίες που έγιναν αργότερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων, αφορούσαν τα ίδια αντικείμενα υπό χρηματοδότηση. Πρόκειται για τις δύο Συμφωνίες που ενσωματώνονται στα στοιχεία «Γ» και «Δ» προς Αναγνώριση. Την ύπαρξη και το βασικό περιεχόμενο των δύο αυτών συμφωνιών έχει δεχθεί και ο Μ.Ε.2 κατά την αντεξέταση του. Κατά την άποψη μου, το γεγονός της σύναψης των δύο μεταγενέστερων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες επιμαρτυρούνται από τα στοιχεία «Γ» και «Δ» προς Αναγνώριση και ιδιαίτερα οι λεπτομερείς όροι τους και οι συνθήκες υπό τις οποίες καταρτίστηκαν, συνιστούν μαρτυρία σχετική με τα επίδικα θέματα και κυρίως με το κορυφαίο θέμα της αυθεντικότητας και πραγματικής φύσης της συναλλαγής που είναι επίδικη στην αγωγή. ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τις βασικές αρχές και τη νομολογία επί του θέματος, στην προηγουμένη Ενδιάμεση Απόφαση μου. Τις υιοθετώ και δεν θα τις επαναλάβω ( Μetropolitan Asylum District Managers v. Hill [1882] 47 LT 29, R. v. Boardman [1972] AC 421, Makin v. Attorney General for N.S.W. [1894] AC 57, "Similar Facts after Boardman": L.H.Hoffmann [1975] 91 LQR 193, R. v. Kilbourn [1973] AC 729, DPP v. P. [1990] 93 Cr. App. R. 267, R. v. Edwards [1991] 1 W.L.R. 207, Mood Music Publishing Co. Ltd. v. De Wolfe Ltd [1976] Ch. 119, Berger v. Raymond Sun Ltd [1984] 1 W.L.R. 625). Με βάση όμως εκείνες τις αρχές, πέραν των όσων έχω ήδη αναφέρει, κρίνω ότι θα ήταν τουλάχιστο άδικο να αποστερηθεί από την υπεράσπιση η δυνατότητα απόδειξης των γεγονότων που εγείρει στο δικόγραφο της. Η αξιολόγηση και σημασία τους, βέβαια, θα αποδοθεί αργότερα. Η αποδοχή όμως μιας τέτοιας μαρτυρίας δεν πρόκειται να δημιουργήσει ούτε παράλογη, δυσμενή επίδραση, η οποία να υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας, αλλ΄ ούτε μπορεί να λεχθεί ότι η αποδεικτική της αξία είναι τόσο μικρή ώστε να μη δικαιολογεί την όποια περιπλοκότητα αυτή θα προσθέσει κατά τη δίκη. (Βλ. O´Brien v. Chief Constable of South Wales Police [2005] 2 All E.R. 931). Ούτε η αποδοχή της προτεινόμενης μαρτυρίας πρόκειται, κατά την άποψη μου, να στρεβλώσει τη δίκη και να εστιάσει την προσοχή του Δικαστηρίου και των παραγόντων της δίκης σε θέματα περιφερειακά του επίδικου. Θα πρέπει αντίθετα, να δοθεί η ευκαιρία στην υπεράσπιση να αποδείξει κατά πόσο τα παρεμφερή και περιφερειακά αυτά θέματα που διεπλάκησαν μεταξύ των διαδίκων, χύνουν ή όχι φως στην πραγματική φύση της επίδικης συναλλαγής, και επομένως η προτεινόμενη μαρτυρία κρίνεται σαν σχετιζόμενη με τα επίδικα θέματα. Γι΄ αυτούς τους λόγους, θα επιτρέψω την εισαγωγή σαν μαρτυρίας των εγγράφων - στοιχείων «Γ» και «Δ» προς αναγνώριση, καθώς και οποιωνδήποτε σχετιζόμενων με αυτά καταλόγων ή συναφών εγγράφων. (Υπ.) ........................ Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο