← Κύπρος

MARKETRENDS CAPITAL MARKET LTD ν. Ανδρέα Ξιούρουππα, Αρ. Υπόθεσης: 4330/02, 27 Ιουλίου, 2006

MARKETRENDS CAPITAL MARKET LTD ν. Ανδρέα Ξιούρουππα, Αρ. Υπόθεσης: 4330/02, 27 Ιουλίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4330/02 Μεταξύ: MARKETRENDS CAPITAL MARKET LTD, Ενάγουσας, ν. Ανδρέα Ξιούρουππα, Εναγόμενου. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Στ. Μαυροκέφαλος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για Εναγόμενο: κ. Κ. Σέργης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα εταιρεία με την αγωγή της αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 8.652,10 ως υπόλοιπο λογαριασμού, ο οποίος είχε ανοιχθεί για τις αγοραπωλησίες κινητών αξιών, τόκο 9% ετησίως από 23.7.2002 και έξοδα. Σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας αυτή ασχολείτο κατά κύριο λόγο, τον επίδικο χρόνο, με χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο Εναγόμενος ζήτησε από την Ενάγουσα το άνοιγμα λογαριασμού - trading account- έτσι ώστε να μπορεί να πραγματοποιεί χρηματιστηριακές πράξεις. Ο λογαριασμός ανοίχθηκε και ο Εναγόμενος προέβη σε διάφορες αγοραπωλησίες κινητών αξιών με το λογαριασμό να χρεωπιστώνεται ανάλογα. Στις 19.7.2000 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας Λ.Κ. 8.652,
  2. Παρόλο που η Ενάγουσα αξίωσε με επιστολή της ημερομηνίας 19.3.2002 την πληρωμή του οφειλομένου υπολοίπου ο Εναγόμενος παρέλειψε και αρνήθηκε να το πληρώσει. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι είχε υπογράψει σχετικό πληρεξούσιο εξουσιοδοτώντας την Ενάγουσα να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις στο όνομά του πλην όμως μόνο κατόπιν δικών του οδηγιών και σε καμιά άλλη περίπτωση. Ήταν η θέση του ότι για οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες μετοχών στις οποίες προέβη ή έδωσε οδηγίες στους Ενάγοντες ή και στους αντιπροσώπους τους να πράξουν αυτές, έχουν εξοφληθεί και δεν οφείλει οποιοδήποτε υπόλοιπο προς την Ενάγουσα εταιρεία. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες, ένας για την Ενάγουσα εταιρεία και δύο για τον Εναγόμενο. Πρώτος, κατέθεσε ο κ. Γιώργος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1) ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Γενικός Διευθυντής της Marketrends Capital Market η οποία ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία μέλος του Χρηματιστηρίου Κύπρου επιφορτισμένη με την ανάληψη εντολών και την διεκπεραίωσή τους στο πάτωμα του Χρηματιστηρίου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του υπήρχαν αντιπρόσωποι της Ενάγουσας εταιρείας οι οποίοι υπάγονταν σε τοπικά γραφεία της εταιρείας σε όλες τις πόλεις. Αυτοί έπαιρναν εντολές από πελάτες και τις διαβίβαζαν σε έμμισθο της εταιρείας που διαχειρίζετο το τερματικό στο εκάστοτε γραφείο. Από εκεί μεταφέρονταν στο τερματικό στο πάτωμα του ΧΑΚ σε μια δισκέτα και η δισκέτα έβγαινε και έμπαινε στον υπολογιστή του Χρηματιστηρίου. Όταν ταίριαζαν δύο πράξεις πώλησης και αγορές γινόταν "match" και ολοκληρωνόταν η πράξη. Αν δεν γινόταν, τότε η πράξη δεν διεκπεραιωνόταν. Με τη λήξη της χρηματιστηριακής μέρας η δισκέτα η οποία περιείχε αναλυτικά την ώρα, την τιμή και τις λεπτομέρειες των πράξεων που είχαν γίνει, έμπαινε στον κεντρικό υπολογιστή της Ενάγουσας εταιρείας και γινόντουσαν οι χρεωπιστώσεις στους λογαριασμούς των πελατών και πιστώνονταν οι προμήθειες των αντιπροσώπων. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος ήταν πελάτης του κ. Μηνά Ξιούρουππα, αντιπροσώπου της Ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος διεκπεραίωνε τις εργασίες του από την Λάρνακα με κωδικό LAR D. Όμως, ο ίδιος παρακολουθούσε τους λογαριασμούς των πελατών δύο με τρεις φορές την εβδομάδα αφού έπαιρνε μια έκθεση για την κίνηση και τα υπόλοιπα των πελατών. Ισχυρίστηκε, ότι ο Εναγόμενος μεταξύ των ημερομηνιών 21.4.2000 και 19.7.2000 δημιούργησε ένα υπόλοιπο της τάξεως των Λ.Κ. 8.652 και παρά τα τηλεφωνήματα προς τον κύριο Μηνά Ξιούρουππα το υπόλοιπο αυτό δεν διευθετήθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο κατάθεσης για πληρωμή που είχε γίνει από τον Εναγόμενο. Ήταν η θέση του ότι από την δισκέτα που ερχόταν από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου το τερματικό εκτύπωνε τα contracts notes (σημείωση σύμβασης) τα οποία είναι μοναδικά και αναγράφουν την ώρα, την μέρα, τον αντιπρόσωπο και τον αριθμό της χρηματιστηριακής πράξης που είναι μοναδικός και αναλλοίωτος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τα contracts notes που αφορούσαν τις συναλλαγές του Εναγόμενου. Ισχυρίστηκε, ότι η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, αντικατοπτρίζει περιληπτικά το περιεχόμενο των contracts notes. Επειδή υπήρχε στην μέση αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, ο οποίος ενεργούσε, ήταν η θέση του ότι όσον αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού επικοινώνησαν πρώτα με αυτόν. Αυτό γινόταν όχι μόνο στην περίπτωση του κου Α. Ξιούρουππα αλλά και σε άλλες περιπτώσεις. Στην περίπτωση του κου Α. Ξιούρουππα όταν εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια στάληκε επιστολή με ημερομηνία 19.3.2002, από τον Διευθυντή Πιστωτικού Ελέγχου, με την οποία ζητείτο η αποπληρωμή του υπολοίπου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την επιστολή καθώς και το ταχυδρομικό έγγραφο παραλαβής της. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο ίδιος είχε την γενική επιμέλεια ολόκληρης της εταιρείας από τους χρηματιστές μέχρι τους αντιπροσώπους και το γραφείο που διεκπεραίωνε τις πράξεις. Ο ίδιος έφερε την ευθύνη για την εταιρεία αναφορικά με τους θεσμούς του Χρηματιστηρίου. Η εταιρεία όμως διέθετε λογιστήριο και οικονομικό διευθυντή. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι την τρίτη μέρα μετά την ολοκλήρωση μιας πράξης το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει το ποσό για την πώληση γι΄ αυτό και ο Οικονομικός Διευθυντής έπαιρνε στον ίδιο κατάλογο όταν το χρονικό διάστημα που υπήρχε για να εξοφληθούν τα ποσά είχε περάσει. Ήταν η θέση του ότι η δέσμευση του κάθε πελάτη με την χρηματιστηριακή εταιρεία εμπεριέχεται στο contract note, το οποίο διαβιβάζεται στον αντιπρόσωπο για να δοθεί στον πελάτη. Όμως, ο ίδιος δεν γνώριζε αν τα contracts notes (σημείωση σύμβασης) δόθηκαν από τον κ. Μηνά Ξιούρουππα, ο οποίος είναι αδελφός ή συγγενής του Εναγόμενου, στον Εναγόμενο. Όμως προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο κ. Α. Ξιούρουππα ουδέποτε παραπονέθηκε για τον λογαριασμό ή ανέφερε ότι οι πράξεις δεν ήταν δικές του. Ερωτηθείς απάντησε ότι οι εντολές δίδονταν στην Ενάγουσα εταιρεία γραπτώς ή προφορικώς. Προφορικά, μπορούσαν να δοθούν και τηλεφωνικώς όμως έπρεπε να ηχογραφούνται. Τότε, οποιοσδήποτε τρόπος επικοινωνίας ήταν αποδεκτός αφού υπήρχε συνωστισμός. Η Ενάγουσα εταιρεία είχε δώσει οδηγίες ή εντολές κατά προτίμηση οι οδηγίες είναι γραπτές και η επιταγή να εκδίδεται εκ των προτέρων. Όμως, επιτρεπόταν και η διεξαγωγή πράξεων επί πιστώσει ενώ όλα τα χρηματιστηριακά γραφεία δέχονταν και προφορικές εντολές. Αναφορικά με την πίστωση που μπορούσε να παραχωρηθεί στον κάθε πελάτη αυτό ήταν θέμα του αντιπροσώπου ο οποίος ήξερε τον πελάτη του. Όμως, χωρίς trading account ο πελάτης δεν μπορούσε να εκτελέσει αγοραπωλησίες. Όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου ο λογαριασμός του δεν είχε πιστωμένο οποιοδήποτε ποσό γι΄ αυτό και του παραχωρήθηκε πίστωση και σήμερα η Ενάγουσα εταιρεία έχει να λαμβάνει το υπόλοιπο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το σχετικό έντυπο για το άνοιγμα λογαριασμού προς όφελος του Ανδρέα Ξιούρουππα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν έχει στα χέρια του οποιαδήποτε εντολή του Εναγόμενου αλλά πρέπει να υπάρχουν. Οι οποιεσδήποτε εντολές στάληκαν από τον αντιπρόσωπο σε αυτόν που χειρίζετο το τερματικό και την τρίτη μέρα μετά την ολοκλήρωση των πράξεων η Ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε τα συγκεκριμένα ποσά προς τους αντισυμβαλλόμενους. Για σκοπούς ασφάλειας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, από το Φεβρουάριο του 2000 όλες οι επιταγές που εκδίδονταν από την εταιρεία στο όνομα πελάτη, είχαν την ένδειξη account paid για να μην μπορεί να γίνει είσπραξη από οποιονδήποτε άλλο. Αν κάποιος άλλος χρησιμοποιούσε τον λογαριασμό για ιδίων όφελος δεν θα μπορούσε να πάρει τα λεφτά. Σε αυτό το σημείο δήλωσε ότι αν ο κ. Μηνάς Ξιούρουππας εκτελούσε εντολές για λογαριασμό του κ. Ανδρέα Ξιούρουππα ή όχι αυτό δεν μπορούσε να το γνωρίζει ούτε και μπορούσε να γνωρίζει αν οι συναλλαγές εκτελέσθηκαν εκ μέρους κάποιου άλλου και όχι του κ. Α. Ξιούρουππα. Αντεξετασθείς αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, εάν γνώριζε ποιος είναι ο κ. Κ. Ξιούρουππας, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον κ. Κ. Ξιούρουππα, αυτό που γνωρίζει είναι από που προήλθαν τα λεφτά. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος η Ενάγουσα εταιρεία να πληρώνει από την τζέπη της λεφτά σε τρίτους για οποιοδήποτε, συμπεριλαμβανομένου και του κ. Α. Ξιούρουππα και ότι οι πράξεις έχουν διεκπεραιωθεί. Για την Υπεράσπιση κατέθεσαν οι Μηνάς Ξιούρουππας (Μ.Υ.1) και ο Εναγόμενος (Μ.Υ.2). Ο κ. Μ. Ξιούρουππας (Μ.Υ.1) ανέφερε ότι το 2000 εργαζόταν στον χρηματιστηριακό τομέα της εταιρείας Marketrends. Καθήκον του ήταν να ενεργεί ως μεσίτης των πελατών για την διεκπεραίωση χρηματιστηριακών συναλλαγών. Εξήγησε ότι όταν ερχόταν πελάτης και ήθελε να αγοράσει μετοχές ή το αντίθετο έδινε ενυπόγραφη εντολή αγοράς ή πώλησης. Οι εντολές αυτές μεταφέρονταν στο γραφείο του περιφερειακού διευθυντή, το οποίο στεγάζετο στο ίδιο γραφείο με τους αντιπροσώπους, από όπου και διαβιβάζονταν στο κομπιούτερ της εταιρείας στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας και από εκεί στο Χρηματιστήριο για να διεκπεραιωθούν οι εντολές. Χρειαζόταν κωδικός για να μπορούν να ολοκληρωθούν οι πράξεις. Ο Ανδρέας Ξιούρουππας, ο οποίος είναι αδελφός του, ήταν πελάτης της Ενάγουσας εταιρείας και έκαμε δύο πράξεις. Η μια αφορούσε αγορά μετοχών της εταιρείας Avacom και η δεύτερη αφορούσε, μετά την πάροδο λίγων ημερών, την πώληση των μετοχών. Αυτές, ήταν σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και οι μοναδικές πράξεις που έκαμε ο Εναγόμενος. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι την τότε εποχή γινόντουσαν πάρα πολλά λάθη και πολλά άτομα βρισκόντουσαν με αγορασμένες μετοχές ή πωλημένες μετοχές χωρίς να έχουν δώσει οποιεσδήποτε διαταγές προς τούτο. Ήταν η θέση του ότι τότε οι οδηγίες έπρεπε να είναι ηχογραφημένες ή ενυπόγραφες, δεν διαβιβαζόταν οποιαδήποτε οδηγία η οποία ήταν ανυπόγραφη. Ισχυρίστηκε, ότι υπήρχε ενυπόγραφη γραπτή εντολή του Εναγόμενου αναφορικά με την αγορά και την πώληση των μετοχών της Avacom. Από τη πράξη αυτή, της Avacom, προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο ο Εναγόμενος διευθέτησε. Δεν πληροφορήθηκε από οποιονδήποτε ότι ο Εναγόμενος είχε οποιοδήποτε υπόλοιπο παρά μόνο το 2002 του τηλεφώνησε ο ίδιος ο Εναγόμενος για να του αναφέρει την λήψη επιστολής από την Ενάγουσα εταιρεία με την οποία του γνωστοποιούσε το γεγονός ότι χρωστούσε λεφτά. Τηλεφώνησε στο λογιστήριο της Ενάγουσας και του ανέφεραν ότι θα διερευνούσαν το θέμα. Μετά την παρέλευση ενός μηνός ξανατηλεφώνησε και τον καθησύχασαν ότι κατά πάσα πιθανότητα είχε γίνει λάθος διότι τότε γίνονταν πολλά λάθη. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα μόνα contracts notes που έχει στην κατοχή του είναι αυτά που αφορούσαν την αγορά και πώληση των μετοχών της Avacom. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε ξαναδεί τα συγκεκριμένα contracts notes. Ήταν επίσης η θέση του ότι ποτέ δεν του στάληκε η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1, και ότι ήρθε σε γνώση του μόνο όταν ήρθε στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς, για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 ανέφερε ότι υπάρχουν 6 με 7 άτομα στην Αραδίππου με το όνομα Κώστας Ξιούρουππας και δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιό από αυτά αφορά το Τεκμήριο 2 και αν υπήρχε κάποια σχέση αυτού του ατόμου και του Εναγόμενου. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση του συγκεκριμένου λογαριασμού του Εναγόμενου με το όνομα της κατάθεσης. Δήλωσε, ότι τον κ. Κωνσταντίνου τον γνωρίζει λόγω του ότι είχε έρθει σε επαφή μαζί του για τα υπόλοιπα άλλων πελατών αλλά ποτέ για το υπόλοιπο του Εναγόμενου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ήταν γραμμένος πάνω στο δικό του κωδικό - LAR D - και ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για τον λογαριασμό του. Στις εντολές γράφονταν συγκεκριμένα στοιχεία: ο κωδικός του πελάτη, έτσι ώστε να φαίνεται ποιος έκανε την πράξη και ο κωδικός του αντιπροσώπου, έτσι ώστε να φαίνεται ποιος ήταν ο αντιπρόσωπος του πελάτη. Ισχυρίστηκε, ότι δίδονταν εντολές τηλεφωνικά επί καθημερινής βάσης αλλά οι περισσότερες εντολές ήταν γραπτές αφού οι πελάτες επισκέπτονταν τα γραφεία καθημερινά. Αναφορικά με τις εντολές του Εναγόμενου, που αφορούσαν την εταιρεία Avacom, ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε κρατήσει αντίγραφο αλλά ούτε και γνώριζε αν ο Εναγόμενος είχε κρατήσει οποιοδήποτε αντίγραφο. Ερωτηθείς αν οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κάμει πράξεις επ΄ ονόματι του Εναγόμενου εν αγνοία του ιδίου, δηλαδή του Μ. Ξιούρουππα, απάντησε ότι τέτοια περίπτωση υπήρχε πλην όμως ο ίδιος θα ενημερωνόταν σε κάποιο στάδιο όταν θα έρχονταν οι καταστάσεις του λογαριασμού του Εναγόμενου αφού λάμβανε καταστάσεις λογαριασμών που αφορούσαν τους πελάτες του σε τακτά διαστήματα. Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος είχε δώσει δύο εντολές, μια εντολή για αγορά μετοχών της Avacom και μια εντολή για την πώληση των μετοχών. Για να διεκπεραιωθούν αυτές οι εντολές είχαν γίνει συνολικά εννέα πράξεις και προέκυψε ένα οφειλόμενο υπόλοιπο της τάξεως των Λ.Κ.532,15, το οποίο ο Εναγόμενος διευθέτησε αυτοπροσώπως. Ο ίδιος ο Α. Ξιούρουππας πέρασε από το λογιστήριο της Ενάγουσας και κατέβαλε το ποσό. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 2 κατά πόσο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να καταθέσει λεφτά στο λογαριασμό του Εναγόμενου, η απάντησή του ήταν καταφατική. Επέμενε στη θέση του πως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν είχαν γίνει άλλες πράξεις για λογαριασμό του Εναγόμενου από οποιονδήποτε άλλο. Ισχυρίστηκε, ότι με το δικό του κωδικό, τη δική του υπογραφή και τη δική του εντολή δεν έγιναν άλλες πράξεις εκτός απ΄ αυτές που αφορούσαν την Avacom. Αν η οποιαδήποτε κοπέλα που έβαζε εντολές στο τερματικό ή οποιοσδήποτε ο οποίος χειριζόταν το κομπιούτερ της εταιρείας στο Χρηματιστήριο έβαλε εντολές στον λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτό δεν ήταν σε θέση να το γνωρίζει. Σε μεταγενέστερο στάδιο αναγνώρισε ότι οι πράξεις αυτές δεν θα μπορούσαν να είχαν γίνει από οποιονδήποτε άλλο εκτός από την Ενάγουσα εταιρεία. Η υπογεγραμμένη εντολή του πελάτη διαβιβαζόταν στο γραφείο του Περιφερειακού Διευθυντή, ο οποίος την έμβαζε μέσω του τερματικού στην Λάρνακα στο τερματικό στη Λευκωσία για να μεταφερθεί από εκεί στο Χρηματιστήριο για να διεκπεραιωθεί η πράξη. Όσον αφορά την δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 3, τα contracts notes, δεν θυμόταν να τα έχει ξαναδεί. Ήταν η θέση του ότι αυτά που αφορούσαν την πράξη της Avacom θα έπρεπε να είχαν σταλεί. Ισχυρίστηκε, ότι την τότε εποχή τα λάθη ήταν πάρα πολλά και τεράστια και είχαν γίνει πολλές λανθασμένες πράξεις είτε αγορών είτε πωλήσεων. Ήταν η θέση του ότι λόγω του ότι δεν χειριζόντουσαν οι αντιπρόσωποι, προσωπικά, την συναλλαγή των μετοχών μπορούσε και κάποιος άλλος να έχει πρόσβαση στις εντολές όχι μόνο του Εναγόμενου αλλά και οποιουδήποτε άλλου επενδυτή. Ο ίδιος δεν διαβίβαζε οποιαδήποτε προφορική εντολή για κανένα πελάτη. Όταν ειδοποιήθηκε από τον Εναγόμενο για τις οχλήσεις της Ενάγουσας, αναφορικά με το υπόλοιπό του, ο ίδιος επικοινώνησε με το λογιστήριο όπου το διαβεβαίωσαν ότι κάποιο λάθος θα είχε γίνει και θα το διερευνούσαν. Την ίδια διαβεβαίωση πήρε και αργότερα όταν ξαναεπικοινώνησε με το λογιστήριο μετά που ο Εναγόμενος πήρε την επιστολή από την Ενάγουσα εταιρεία. Ερωτηθείς γιατί ο Εναγόμενος δεν πλήρωσε για τις μετοχές της Avacom τις οποίες αγόρασε, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν εισέπραξε το ποσό ήταν γιατί η Ενάγουσα παραχωρούσε τρεις μέρες προθεσμία για την εξόφληση του ποσού και εντός αυτών των τριών ημερών ο Εναγόμενος είχε δώσει εντολή για την πώλησή τους. Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι οι εντολές τοποθετούνταν στο αρχείο του γραφείου της Ενάγουσας εταιρείας και ότι η εταιρεία θα πρέπει να τις έχει στην κατοχή της. Επίσης, εξήγησε ότι προφορικές εντολές εννοούσε τις εντολές που δίδονταν μέσω τηλεφώνου και ηχογραφούνταν. Τελευταίος κατέθεσε ο Εναγόμενος (Μ.Υ.2) ο οποίος προώθησε τη θέση ότι προέβη μόνο σε μια πράξη του Χρηματιστηριακού γραφείου της Ενάγουσας και ότι υπέγραψε εντολή για αγορά μετοχών της εταιρείας Avacom τις οποίες πώλησε 2, 3 μέρες μετά. Ο ίδιος είχε μεταβεί στα γραφεία της Ενάγουσας και υπέγραψε την εντολή για την πώληση. Απ΄ αυτή την πράξη είχε μια απώλεια για την οποία πλήρωσε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το ποσό των £400 με £500 περίπου. Πλήρωσε για την ζημιά αυτή σε μετρητά στα γραφεία της Ενάγουσας την ίδια μέρα που πωλήθηκαν οι μετοχές. Όμως, δεν βρήκε την απόδειξη πληρωμής ούτε και του είχαν ζητηθεί την δεδομένη στιγμή που κατέβαλλε το ποσό οποιαδήποτε επιπρόσθετα λεφτά. Κανένας δεν τον ενημέρωσε για οποιοδήποτε χρέος. Το Μάρτιο του 2000 έλαβε επιστολή με την οποία η Ενάγουσα του ζητούσε λεφτά. Ζήτησε από τον αδελφό κ. Μ. Ξιούρουππα (Μ.Υ.1) να ελέγξει το θέμα. Μετά την πάροδο μιας εβδομάδας ξανατηλεφώνησε του κ. Μηνά Ξιούρουππα, ο οποίος του ανέφερε ότι είχε γίνει κάποιο λάθος. Έκτοτε, καθησυχάστηκε μέχρι τον Νοέμβριο που έλαβε κλήση από το Δικαστήριο. Κανένας δεν του είχε τηλεφωνήσει εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας αναφορικά με το ισχυριζόμενο υπόλοιπο ούτε και είχε λάβει κατάσταση λογαριασμού. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, ισχυρίστηκε ότι την είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Ουδέποτε αποδέχθηκε ή συμφώνησε με το υπόλοιπο. Την ίδια θέση είχε τηρήσει αναφορικά με τα contracts notes. Ουδέποτε τα είχε δει αλλά ούτε και είχε ειδοποιηθεί να πάει να τα πάρει, ούτε καν αυτά της Avacom, αλλά ούτε είχε ενημερωθεί ότι η Ενάγουσα εταιρεία τηρούσε κατάσταση λογαριασμού. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 2 το έμβασμα των £325 από κάποιο κ. Κώστα Ξιούρουππα ανέφερε ότι υπάρχουν 8 άτομα στο χωριό Αραδίππου με αυτό το όνομα οι οποίοι είναι συγγενής του και δεν γνώριζε ποιό ήταν το συγκεκριμένο άτομο. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι δεν χρωστά οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα εταιρεία. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο κ. Μηνάς Ξιούρουππας είναι αδελφός του και ότι τον επισκέφθηκε ένα πρωί στα γραφεία της Ενάγουσας εταιρείας για να του δώσει την εντολή αγοράς των μετοχών της Avacom. Δεν του έδωσε οποιοσδήποτε αντίγραφο της εντολής. Απλά υπέγραψε μια φόρμα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 ως την φόρμα που υπέγραψε. Κανένας δεν του παρέδωσε τίτλους της Avacom. Ακόμα και όταν πούλησε τις μετοχές δεν είχε οποιουσδήποτε τίτλους για να παραδώσει. Ισχυρίστηκε, ότι επειδή πούλησε σε 2, 3 μέρες μπορεί τους τίτλους να τους είχαν αφήσει στο γραφείο της Ενάγουσας. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι ουδέποτε είχε δει την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 και για πρώτη φορά την είδε στο Δικαστήριο. Δεν γνώριζε καν αν είχε λογαριασμό αλλά και δεν συμφώνησε να έχει. Αν ανοίχθηκε ένας τέτοιος λογαριασμός αυτός θα έπρεπε να αφορά μόνο την Avacom και τις πράξεις που αφορούσαν την αγορά και πώληση των συγκεκριμένων μετοχών. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 5, ο ίδιος το αναγνώρισε ως την φόρμα που υπέγραψε για την αγοραπωλησία των μετοχών. Ισχυρίστηκε, ότι δεν γνώριζε ότι υπήρχε λογαριασμός με αυτή τη μορφή του Τεκμηρίου 1 και επανέλαβε τη θέση ότι είδε την κατάσταση για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αν υπήρχε τέτοιος λογαριασμός θα έπρεπε να περιέχει μόνο την αγορά και πώληση των μετοχών της Avacom. Δεν ανακάλεσε την εξουσιοδότηση που είχε παραχωρήσει στην Ενάγουσα γιατί αυτή διελύθηκε. Ο ίδιος έβρησκε το γεγονός ότι δεν του είχαν δοθεί αντίγραφα των εντολών ως φυσιολογικό γιατί ήταν έγγραφα της εταιρείας και ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο δικαιούτο να κατέχει αντίγραφα. Είχε την ίδια άποψη και για την απόδειξη πληρωμής αναφορικά με την εξόφληση, εκ μέρους του, του υπολοίπου για την αγοραπωλησία των μετοχών της Avacom. Αναφορικά με την πίστωση του λογαριασμού του από κάποιο κύριο Κώστα Ξιούρουππα, ανέφερε ότι υπάρχουν οκτώ άνθρωποι με αυτό το όνομα και δεν μπορούσε να ξέρει ποιος και γιατί θα έμβασε το συγκεκριμένο ποσό στον λογαριασμό του. Επέμενε στη θέση του ότι οι μόνες πράξεις που έγιναν με δική του εντολή και με την υπογραφή του, ήταν η αγορά και η πώληση των μετοχών της Avacom τις οποίες ουδέποτε πλήρωσε αλλά αντίθετα υπέστη και ζημιά την οποία αναγκάστηκε να πληρώσει στην Ενάγουσα εταιρεία. Επίσης, επέμενε ότι ουδέποτε είχε λάβει τα contracts notes που αφορούσαν την εταιρεία Avacom. Έκανε ότι του ζήτησε ο αντιπρόσωπος της εταιρείας και τίποτε περισσότερο. Τα πιο πάνω ήταν συνοπτικά τα κύρια σημεία προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που προσήχθη κατά την δίκη. Η επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων διέπεται από αυτή τούτη την μαρτυρία τους και ιδιαίτερα από την αξιοπιστία τους και όχι από πολύπλοκα νομικά θέματα. Ο Μ.Ε.1 κος Γιώργος Κωνσταντίνου δεν είχε προσωπική γνώση των πράξεων, στις οποίες ο Εναγόμενος προέβαινε. Ο ίδιος γνώριζε μόνο την διαδικασία, στην οποία και αναφέρθηκε. Ανέφερε ότι οι εντολές για αγορά μετοχών δίδονταν γραπτώς ή εάν δίδονταν προφορικά ηχογραφούνταν. Όμως, δεν είχε οποιαδήποτε εντολή του Εναγόμενου για οποιαδήποτε από τις πράξεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  3. Παράλληλα ανέφερε ότι οι οδηγίες ήταν η επιταγή που αφορά την πράξη να εκδίδεται εκ των προτέρων. Όσον αφορά τα contract notes ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε αν δόθηκαν στον κο Μηνά Ξιούρουππα για να τα δώσει στον Εναγόμενο, χωρίς να εξηγήσει πως τα contract notes βρέθηκαν στην κατοχή του και τα κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Ο ίδιος, σύμφωνα με την δική του μαρτυρία, απλώς παρακολουθούσε τους λογαριασμούς των πελατών. Επίσης, ο ίδιος ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η κατάσταση λογαριασμού είναι περιληπτική των contract notes με όλες τις βασικές λεπτομέρειες. Δεν μπορώ να δεχθώ την μαρτυρία του και ν΄ εκδώσω, με βάση αυτή απόφαση, αφού ελλείπουν εκείνα τα βασικά στοιχεία που απαιτούνται από την πλευρά που φέρει το βάρος της απόδειξης. Και εξηγώ: Στην μαρτυρία του ο κος Γ. Κωνσταντίνου έκαμε αναφορά στην διαδικασία και μόνο, δεν έκαμε αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούσαν την περίπτωση του Εναγόμενου και τι συνέβη σε σχέση με τις συναλλαγές του, αφού δεν τις γνώριζε. Επιπρόσθετα, δεν προσκόμισε τις εντολές που έδιδε ο Εναγόμενος για την αγορά των μετοχών ενώ στην μαρτυρία του ανέφερε ότι θα έπρεπε αυτές να ήταν γραπτές ή αν δίδονταν προφορικά θα έπρεπε να ηχογραφούνται ενώ παράλληλα είπε ότι υπήρχαν οδηγίες προς τους κατά τόσο αντιπροσώπους της Ενάγουσας να εκδίδεται εκ των προτέρων η επιταγή για κάθε εντολή. Η Ενάγουσα εταιρεία είχε το βάρος ν΄ αποδείξει ότι όχι μόνο έγιναν οι πράξεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 αλλά και ότι έγιναν με εντολές του Εναγόμενου, πράγμα που δεν απέδειξε. Το άρθρο 35

(2)των περί Αποδείξεων Νόμων του 1998-2004 δεν δημιουργεί τεκμήριο απλά εντάσσει το έγγραφο υλικό στο αποδεκτό (admissible) μαρτυρικό υλικό, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Ούτε καν το πληρεξούσιο έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, του οποίου οι όροι αμφισβητήθηκαν στην παρ. 4 της Υπεράσπισης, δεν κατατέθηκε αφήνοντας έτσι την υπεράσπιση του Εναγόμενου στέρεα, ότι δηλαδή έδωσε μόνο εντολές για αγορά και πώληση μετοχών της εταιρείας AVACOM τις οποίες και εξόφλησε. Η μαρτυρία για τον Εναγόμενο, ήταν σταθερή και αναφορικά με την διαδικασία που τηρείτο στην διεκπεραίωση εντολών η μαρτυρία του Μ.Υ.1 κου Μηνά Ξιούρουππα δεν διαφοροποιείτο από αυτή του Μ.Ε.1 κου Γ. Κωνσταντίνου. Όμως, ο Μ.Υ.1 ο οποίος ήταν ο μεσάζων για τις πράξεις στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος, ήταν σαφής ότι ο Εναγόμενος προέβη μόνο στην αγορά και πώληση των μετοχών της AVACOM με γραπτή εντολή. Αναφέρθηκε στην εποχή που υπήρχε αταξία αναφορικά με τις πράξεις που ενεργούνταν και στο γεγονός ότι γινόντουσαν πολλά λάθη και υπήρχε σύγχυση. Ήταν συνεπής στις απαντήσεις του και έπεισε το Δικαστήριο ότι ανέφερε τα όσα γνώριζε. Το ίδιο και ο Εναγόμενος, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ίδιος επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας στην Λάρνακα και υπόγραψε εντολή για αγορά των μετοχών της AVACOM ενώ υπέγραψε την ανάλογη εντολή για την πώλησή τους και κατέβαλε το υπόλοιπο το οποίο παρέμεινε οφειλόμενο μετά την συγκεκριμένη πράξη. Όμως, το βάρος δεν ήταν στους ώμους της Υπεράσπισης να πείσει για τη θέση της αλλά στην Ενάγουσα εταιρεία να πείσει πως ο Εναγόμενος αγόρασε επί πιστώσει και είχε το συγκεκριμένο χρεωστικό υπόλοιπο. Καταλήγω λοιπόν με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποσείσει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το βάρος απόδειξης που υπέχει αφού δεν παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία για ν΄ αποδείξει την βάση της αγωγής της. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα απορρίψω την αγωγή με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας και υπέρ του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.