← Κύπρος

Θεοκλή Σουλή ν. INVESTYLIA LTD, Αρ. Αγωγής: 3592/03, 31.07.2006

Θεοκλή Σουλή ν. INVESTYLIA LTD, Αρ. Αγωγής: 3592/03, 31.07.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3592/03 Μεταξύ: Θεοκλή Σουλή, από την Ξυλοτύμπου Ενάγοντα - και - INVESTYLIA LTD, από την Λάρνακα Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 02.05.06 Θεοκλή Σουλή, από την Ξυλοτύμπου Ενάγοντα - και - INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, από την Λάρνακα Εναγομένων Ημερομηνία: 31.07.2006 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ε. Αντρέου Για τους Εναγομένους: κα Ν. Μαθηκολώνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των ΛΚ7.510,00 πλέον τόκο 6% ετησίως επί του πιο πάνω ποσού από 30.6.03 μέχρι 23.9.03 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης το οποίο κατέβαλε στους εναγόμενους σε δύο χρονικά διαστήματα, συγκεκριμένα ΛΚ750,00 στις 28.1.00 και ΛΚ6.760,00 κατά τον Μάιο του 2000 για την αγορά 10000 συνήθων μετοχών εκ ΛΚ0,75 η κάθε μία και 10 ιδρυτικών μετοχών εκ ΛΚ1,00 η κάθε μία της εναγόμενης μετά από παραστάσεις που του έγιναν αναφορικά με την προοπτική εισαγωγής τους στο ΧΑΚ. Οι τίτλοι παρά τις παραστάσεις για την προοπτική εισαγωγής στο ΧΑΚ δεν εισήχθηκαν. Η απαίτηση στηρίζεται στα άρθρα 58 Α

(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο του 1993 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 42
(1)/00 και στο άρθρο 3
(3)του ίδιου Νόμου. Διαζευκτικά το πιο πάνω ποσό απαιτείται ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή χρήματα που πληρώθηκαν για αντάλλαγμα που δεν πραγματοποιήθηκε. Η εναγόμενη αρνείται ότι προέβηκε σε παραστάσεις ότι οι τίτλοι των μετοχών της επρόκειτο να εισαχθούν στο ΧΑΚ και απορρίπτει την αξίωση του ενάγοντα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα άρθρα 58 Α
(3)(β) ή και 3
(3)του Νόμου 42
(1)/00 είναι αντισυνταγματικά καθώς και ότι η εφαρμογή τους προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα της εναγόμενης εταιρείας και συνεπάγεται περαιτέρω υποχρεώσεις σε αυτή οι οποίες αντίκεινται στο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο και εναρμονιστικές με αυτό νομοθεσίες. Την αιτιολογία για τις εισηγήσεις της αυτές παραθέτει λεπτομερώς η εναγόμενη στο δικόγραφο της. Έγιναν παραδεκτά τα πιο κάτω τα οποία και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου:
  1. Η εναγόμενη συστάθηκε σαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 17.12.1997 με αριθμό εγγραφής ΗΕ
  2. Στις 28.11.2000 η εναγόμενη μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία.
  3. Από τις 19.03.82 μέχρι την δημοσιοποίηση της εναγόμενης Εταιρείας ο Στέλιος Στυλιανού, ΜΥ1 ήταν ο μοναδικός της διευθυντής (director). Από τις 28.01.2000 μέχρι και σήμερα ο ΜΥ1 ήταν ένας εκ των διευθυντών (directors) της εναγόμενης Εταιρείας εξαιρουμένης της περιόδου από τις 28.07.02 μέχρι και τις 13.04.03 κατά τη διάρκεια της οποίας ο ΜΥ1 ήταν ο μοναδικός διευθυντής (director) της εναγόμενης Εταιρείας.
  4. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης Εταιρείας βρίσκεται στην οδό Φανερωμένης αρ. 79 Λάρνακα.
  5. Στις 28.01.2000 με αίτηση ιδιωτικής τοποθέτησης ο ενάγων ζήτησε να του παραχωρηθούν 10.000 συνήθεις μετοχές (Τεκμήριο 8).
  6. Στις 27.03.2000 η εναγόμενη Εταιρεία απηύθυνε προς το κοινό Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή μέσω του Εφόρου Εταιρειών καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο (prospectus) το οποίο αποστάληκε στις 05.04.2000 στον ενάγοντα.
  7. Στις 05.04.2000 η εναγόμενη Εταιρεία με επιστολή της η οποία συνόδευε το Ενημερωτικό Δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή, παραχώρησε στον ενάγοντα τις μετοχές που αυτός αιτήθηκε, προσφέροντας του και την δυνατότητα, εάν το επιθυμούσε, να πάρει και 10 Ιδρυτικές μετοχές της Εταιρείας, πράγμα που ο ενάγων έπραξε. Την ίδια επιστολή επιπλέον συνόδευε κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαινόταν το ποσό που όφειλε να πληρώσει ο ενάγοντας εντός 15 ημερών, προς εξόφληση των μετοχών που του παραχωρήθηκαν.
  8. Κατά τον Ιούνιο του 2000 η εναγόμενη Εταιρεία εξέδωσε στον ενάγοντα πιστοποιητικό μετοχών για 10.000 Συνήθεις μετοχές και 10 Ιδρυτικές Μετοχές με αριθμό Μητρώου 1210 (Τεκμήριο 9).
  9. Η εναγόμενη Εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14.06.
  10. Η αίτηση της εναγόμενης Εταιρείας εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του ΧΑΚ αλλά στην συνέχεια απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 06.02.
  11. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 30.06.2003, που επιδόθηκε στις 28.07.2003, ο ενάγων μέσω των δικηγόρων του ζητά επιστροφή όλων των χρημάτων που πλήρωσε πλέον τόκο βάσει του Νόμου 42(Ι)/
  12. Μέχρι σήμερα η εναγόμενη Εταιρεία δεν επέστρεψε στον ενάγοντα κανένα ποσό. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου αριθμός τεκμηρίων ως ακολούθως: Τεκμήριο 1, πιστοποιημένο αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εναγόμενης εταιρείας. Τεκμήριο 2, πρόσκληση για εγγραφή (prospectus) της εναγόμενης εταιρείας. Τεκμήριο 3, επιστολή /εγκύκλιος της εναγόμενης εταιρείας προς το κοινό ημερ. 05.04.2000 και επιστολή της ίδιας ημερομηνίας που αναφέρεται ειδικά στον ενάγοντα. Τεκμήριο 4, επιστολή /εγκύκλιος ημερ. 21.04.00 της εναγόμενης εταιρείας με την οποία καλούνται οι παραλήπτες να εξοφλήσουν άμεσα το υπόλοιπο των μετοχών. Τεκμήριο 5, πρακτικά έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγόμενης εταιρείας ημερ. 05.12.
  13. Τεκμήρια 6α και 6β, αντίγραφα πιστοποιητικών Διευθυντών και γραμματέα της εναγόμενης εταιρείας. Τεκμήριο 7, απόδειξη με αρ. 975 της εναγόμενης εταιρείας προς τον ενάγοντα για το ποσό Λ.Κ.6.760 για εξόφληση 10.000 συνήθων και 10 ιδρυτικών μετοχών. Τεκμήριο 8, έντυπο της εναγόμενης εταιρείας με τίτλο ιδιωτική τοποθέτηση συμπληρωμένο από τον ενάγοντα ημερ. 28.01.00 με το οποίο ζητά να του παραχωρηθούν 10.000 μετοχές της εναγόμενης εταιρείας και εσωκλείει Λ.Κ.750 που αντιστοιχεί στο 10% της αξίας των μετοχών. Τεκμήριο 9, αντίγραφα πιστοποιητικών δικαιωμάτων αγοράς μετοχών και μετοχών της εναγόμενης εταιρείας στο όνομα του ενάγοντα. Τεκμήριο 10α, επιστολή συνεδρίας του Συμβουλίου του ΧΑΚ με το οποίο εγκρίνεται η αίτηση της εταιρείας για εισαγωγή στο ΧΑΚ και Τεκμήριο 10β, επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την οποία απορρίπτεται η αίτηση της εναγόμενης εταιρείας για εισδοχή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Τεκμήριο 11, επιστολή των συνηγόρων του ενάγοντα ημερ. 30.06.03 προς την εναγόμενη με την οποία ζητά επιστροφή των χρημάτων που έχει πληρώσει στην εναγόμενη εταιρεία μαζί με βεβαίωση ιδιώτη επιδότη ότι έχει επιδοθεί στον Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας στις 28.07.
  14. Ο ενάγοντας και ο Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, Στέλιος Στυλιανού, έδωσαν προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ο ενάγοντας ανέφερε ότι συνάντησε τον διευθυντή της εναγόμενης, ΜΥ1, μετά που έμαθε ότι η εναγόμενη εταιρεία παραχωρούσε μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση, στο γραφείο του. Ο ΜΥ1 τον έπεισε ότι οι τίτλοι της εναγόμενης θα εισήγοντο στο ΧΑΚ και τον έπεισε να αγοράσει μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση. Πρόθεση του ιδίου την οποία ο ΜΥ1 γνώριζε πολύ καλά ήταν να κερδίσει χρήματα μόλις οι τίτλοι της εταιρείας άρχιζαν την διαπραγμάτευση τους στο ΧΑΚ. Με την αίτηση πλήρωσε ΛΚ750,00 ως προκαταβολή και περίμενε να εγκριθεί η αίτηση για να πληρώσει και το υπόλοιπο ποσό. Πριν να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό και πάλι συζήτησε με τον ΜΥ1 και τον διαβεβαίωσε ότι οι τίτλοι της εναγόμενης θα εισάγονταν στο ΧΑΚ και ότι θα κέρδιζε χρήματα από αυτή την επένδυση. Κατά τις συναντήσεις τους δεν του ανέφερε τίποτε για προβλήματα που αντιμετώπιζε η εναγόμενη ή για καθυστέρηση εισδοχής στο ΧΑΚ και όταν μετά από αρκετό καιρό οι τίτλοι της εναγόμενης δεν είχαν ακόμα εισαχθεί στο Χρηματιστήριο το οποίο άρχισε να έχει κατηφορική πορεία επικοινώνησε με τον ΜΥ1 ο οποίος του έδιδε διάφορες δικαιολογίες και τον ξανά βεβαίωσε ότι η εισδοχή της εταιρείας στο ΧΑΚ θα ήταν σύντομη. Ζήτησε από τον ΜΥ1 να του επιστρέψει τα χρήματα του, αυτός αρνήθηκε και έτσι πήγε σε δικηγόρο όπου με το τεκμήριο 11, ημερομηνίας 30.6.03, ζήτησε τα χρήματα του πίσω. Μέχρι σήμερα δεν του επέστρεψε κανένα ποσό, ζητά επιστροφή των χρημάτων του με τόκους και είναι πρόθυμος να επιστρέψει τους τίτλους των μετοχών που κατέχει αν του δώσουν τα λεφτά του. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι αγόρασε και άλλες μετοχές άλλων εταιρειών, όλες εκ των οποίων εισήχθησαν στο ΧΑΚ, εκτός από την εναγόμενη. Ανέφερε ότι δεν διάβασε τα διάφορα έγγραφα που του είχαν σταλεί σε σχέση με την έκδοση των μετοχών αλλά στηριζόταν σε προσωπικές συναντήσεις και διαβεβαιώσεις που του έδιναν οι υπεύθυνοι των διαφόρων εταιρειών όπως έγινε και με τον ΜΥ1 για την υπό εκδίκαση υπόθεση. Δέχθηκε ότι παρέλαβε το τεκμήριο 2 προτού εξοφλήσει το αντάλλαγμα των μετοχών. Αρνήθηκε όμως ότι μαζί με το τεκμήριο 2 του είχε επίσης σταλεί το τεκμήριο
  15. Ισχυρίστηκε ότι ήταν τηλεφωνικά που τον ειδοποίησε ο ΜΥ1 να εξοφλήσει την οφειλή του Ο ΜΥ1 έδωσε γραπτή μαρτυρία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 32
(1)/2004 που τροποποιεί τον περί Αποδείξεως Νόμο, σχετικό είναι το άρθρο 25 του εν λόγω Νόμου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του η εταιρεία έγινε δημόσια για συγκεκριμένους εμπορικούς σκοπούς και όχι ευκαιριακά για την εισαγωγή της στο ΧΑΚ τους οποίους και ανέλυσε. Η εναγόμενη εταιρεία προϋπήρχε ως οικογενειακή εταιρεία από το
  1. Επειδή ήταν ανενεργός απεφάσισαν να την χρησιμοποιήσουν. Έτσι τέλος του 1999 συναντήθηκαν 50 άτομα που ασπάζονταν τις ίδιες αντιλήψεις μαζί του και αποφάσισαν την δημιουργία της εταιρείας. Είδαν ότι η εταιρεία δεν τηρούσε μια βασική προϋπόθεση, εκείνη των ελεγμένων λογαριασμών για τα 3 προηγούμενα χρόνια, αλλά συμφώνησαν ότι δεν ήταν αυτοσκοπός η ένταξη στο χρηματιστήριο, αλλά η δημιουργία της εταιρείας και στο μέλλον όταν θα ικανοποιούσε τον Καν. 61 του ΧΑΚ θα εισάγετο. Με αυτά τα δεδομένα τον Μάρτιο του 2000 προχώρησε σε δημόσια πρόσκληση για εγγραφή μέσω του Εφόρου Εταιρειών. Στο μεταξύ η εταιρεία δέκτηκε και ανέκκλητες δηλώσεις για ιδιωτική τοποθέτηση από αρκετούς που έμαθαν για τους σκοπούς της μεταξύ των οποίων και ο ενάγοντας. Η εταιρεία προχώρησε ακολούθως σε ετοιμασία και κατάθεση στις 27.03.2000 στον Έφορο Εταιρειών δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή. Με την πρόσκληση για εγγραφή δήλωναν στο κοινό ότι δεν πληρούσαν τον καν. 61 αλλά σε εύθετο χρόνο είχαν πρόθεση να υποβάλουν αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι τίτλοι θα εισάγοντο. Στις 05.04.00 η εταιρεία έστειλε στον ενάγοντα επιστολή παραχώρησης των μετοχών που αιτήθηκε, τεκμήριο 3, μαζί με αντίγραφο του ενημερωτικού δελτίου της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή, τεκμήριο 2, καθώς και κατάσταση λογαριασμού με την οποία τον καλούσε να προσέλθει προς εξόφληση των μετοχών του. Μαζί με τα έγγραφα η εταιρεία έστειλε σε όλους που είχαν κάνει αίτηση για απόκτηση μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση, και στον ενάγοντα, ένα έντυπο με το οποίο ο ίδιος ζητούσε από την εταιρεία κατ΄ εξαίρεση απαλλαγή από την αγορά και εξόφληση των μετοχών που ζήτησε και επιστροφή οποιασδήποτε προκαταβολής είχε ήδη πληρώσει σε περίπτωση που δεν συμφωνούσε πλήρως με τις πρόνοιες του τεκμηρίου
  2. Ο ενάγοντας καθυστέρησε πέραν τις 20.04.00 να προσέλθει προς εξόφληση των μετοχών του και στις 21.04.00 η εναγόμενη του απέστειλε το τεκμήριο 4 με το οποίο επίσης του γνωστοποιούσε ότι θα ανταποκρινόταν με κατανόηση σε αίτημα του να μη προχωρήσει με την αγορά των μετοχών. Ο ενάγοντας δεν ζήτησε τέτοια απαλλαγή και προχώρησε στην εξόφληση όλων των μετοχών του με επιταγή και του δόθηκε σχετικά απόδειξη, τεκμήριο
  3. Εν τω μεταξύ ψηφίστηκε ο Νόμος 42
(1)/00 και με το άρθρο 3
(1)αναγκάστηκαν να υποβάλουν αίτηση στο ΧΑΚ. Ζήτησαν εξαίρεση από τον Καν. 61 και το ΧΑΚ έδωσε την εξαίρεση και έτσι υπόβαλαν την αίτηση. Επειδή το ΧΑΚ καθυστερούσε τους έδινε παρατάσεις από τον Σεπτέμβριο του 2000 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2002. Την 12.7.01 το ΧΑΚ ενέκρινε την αίτηση και την παρέπεμψε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή τους ζήτησε ανεξάρτητο λογιστικό και νομικό έλεγχο και αφού τα κατέθεσαν, η Επιτροπή μετά από αρκετό καιρό τους απέρριψε την αίτηση γιατί δεν πληρούσαν τον καν. 61 που ως εταιρεία το είχαν ήδη επισημάνει και γι΄ αυτό ζήτησαν και πήραν εξαίρεση. Για το θέμα αυτό προχώρησαν και δικαστικά με προσφυγές. Στις 5.12.01 η εταιρεία κάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο ζήτησε εξουσιοδότηση να προβεί σε μείωση του κεφαλαίου για την επιστροφή κεφαλαίων σε επενδυτές που το ζήτησαν. Η εισήγηση απερρίφθη με ποσοστό 95.65%. Μετά την απόρριψη της αίτησης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η εταιρεία έκαμε διάφορα διαβήματα και στις 23.6.03 πήραν εξουσιοδότηση από την γενική συνέλευση για εξαγορά μέχρι 10% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας για περίοδο μάξιμουμ 2 χρόνων με βάση τον Νόμο 135
(1)/
  1. Ο ΜΥ1 δέχτηκε ότι συνάντησε προσωπικά τον ενάγοντα αλλά έδωσε διαφορετική εκδοχή από αυτή του ενάγοντα για τα όσα αναφέρθηκαν κατά την συνάντηση, επιμένοντας ότι ουδέποτε έκαμε παραστάσεις στον ενάγοντα για εισδοχή των μετοχών της εναγόμενης στο ΧΑΚ και μάλιστα ήταν η θέση του ότι του εξέφρασε κατηγορηματικά ότι κάτι τέτοιο δεν συμπεριλαμβανόταν στους πρωταρχικούς στόχους της εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι προοπτική εισαγωγής των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ προϋποθέτει ικανότητα και όχι μόνο πρόθεση και βεβαίως δεν θα μπορούσε ποτέ ο ίδιος και η εναγόμενη εταιρεία να κάμουν οποιεσδήποτε παραστάσεις με τις αντικειμενικές δυσκολίες που υπήρχαν. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο ενάγοντας ενήργησε καθ' όλη την διαπραγμάτευση και καταρτισμό συμφωνίας μαζί του με άλλα κίνητρα από αυτά της κερδοφορίας ως ισχυρίζεται, αφού ο απώτερος σκοπός του ήταν να πουλήσει στην εναγόμενη την δική του επιχείρηση γεωτρήσεων και όταν ο ίδιος αρνήθηκε, ο ενάγοντας άρχισε να τον απειλεί τόσο τηλεφωνικά όσο και προσωπικά. Όπως έχει αναφερθεί πλείστα από τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτά. Αμφισβητούμενο παρέμεινε το κατά ποσό ο ενάγοντας παρέλαβε την επιστολή, τεκμήριο 3, που φέρει ημερομηνία 5.4.00 και στην οποία πληροφορείται ότι έχει εγκριθεί η αίτηση του για παραχώρηση μετοχών. Εφόσον όμως είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας κατέχει και ιδρυτικές μετοχές της εναγόμενης εταιρείας οι οποίες μετοχές του παραχωρήθηκαν με το τεκμήριο 3 τότε αναπόφευκτα η θέση της εναγόμενης εταιρείας ότι παρέλαβε το τεκμήριο 3 έχει αποδειχθεί. Η εικόνα που παρουσίασε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο ήταν μέτρια. Παρά την πιο πάνω παρατήρηση μου όμως δεν διέκρινα οποιαδήποτε τάση ή προσπάθεια του να παραθέσει γεγονότα άλλα από όσα ήταν στην άμεση γνώση και αντίληψη του. Οι ισχυρισμοί του περί προφορικών παραστάσεων που του έγιναν από τον ΜΥ1 για την εισδοχή των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ βρίσκω ότι ήταν υπερβολικοί, χωρίς όμως να καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας έλεγε ψέματα. Βεβαίως, όπως θα καταφανεί πιο κάτω, το κατά πόσο έγιναν προφορικές παραστάσεις στον ενάγοντα από τον ΜΥ1 είναι τελικά άνευ σημασίας αφού η στοιχειοθέτηση των παραστάσεων προκύπτει από τα τεκμήρια που έχουν εκ συμφώνου κατατεθεί. Ως εξαιρετικός μάρτυρας μπορεί να χαρακτηριστεί ο ΜΥ
  2. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, στρωτή και πλήρης και επέμενε στις θέσεις του και στην δική του ερμηνεία των διαφόρων νόμων και κανονισμών σταθερά. Σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του παρά την επίμονη αντεξέταση του. Πλείστη από την μαρτυρία του αφορά ερμηνείες νόμων και κανονισμών, θα διαφανεί πιο κάτω κατά πόσο οι ερμηνείες αυτές ευσταθούν πάντοτε βέβαια κατά την δική μου άποψη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αγωγή του ενάγοντα βασίζεται στα άρθρα 58 Α
(3)(β) και 3
(3)του Ν.42
(1)/00 τα οποία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια. Σύμφωνα με το άρθρο 38 Α
(3)(β): «Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές.» Το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/2000 αναφέρει: «Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρεία πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα σ΄ αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων.» Όπως αναφέρεται και στην απόφαση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd Πολ. Εφ. 11802 ημερ. 26.05.05 το άρθρο 3
(3)του Νόμου 42
(1)/00 ισχύει στις περιπτώσεις όπου η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου ήτοι την 07.04.00 ενώ το άρθρο 58 Α
(3)(β) εφαρμόζεται για του ίδιου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του Νόμου. Όπως και στα γεγονότα της προαναφερόμενης απόφασης, και στην υπό εξέταση περίπτωση το ποσό των Λ.Κ.750 καταβλήθηκε στις 28.01.00 ενώ από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι το ποσό των Λ.Κ.6.760 καταβλήθηκε μετά την 21.04.00. Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα ορθά επομένως ισχυρίστηκε ότι η υποχρέωση της εναγόμενης να επιστρέψει στο ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.750, δηλαδή της προκαταβολής που εισπράχθηκε από την εναγόμενη στις 28.01.00 σύμφωνα με το τεκμήριο 8 πηγάζει από τις πρόνοιες του άρθρου 3
(3)του Νόμου 42
(1)/00 αφού η εν λόγω είσπραξη έγινε πριν τις 07.04.00. Όσον αφορά την υποχρέωση της εναγόμενης να επιστρέψει στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.6.760 το οποίο εισπράχθηκε στις 05.05.00, τεκμήριο 7, εφαρμογή έχουν οι πρόνοιες του άρθρου 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου 93 όπως έχει τροποποιηθεί. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση 68/05 Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη ημερ. 19.07.06 το Ανώτατο Δικαστήριο επαναλαμβάνει τη θέση που αποφασίστηκε στην Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) 1683 η οποία υιοθέτησε την απόφαση στην Χριστοδουλίδης κ.α. ν. ΧΑΚ υπόθεση αρ. 603/01 ημερ. 31.05.02 ότι σε περίπτωση που οι τίτλοι εταιρείας δεν εισαχθούν στο Χρηματιστήριο μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο το άρθρο 58 Α
(3)(β) δημιουργεί δικαίωμα υπέρ του αγοραστή να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε και υποχρέωση της εταιρείας να επιστρέψει τα χρήματα που εισέπραξε εντός δέκα ημερών εφόσον ζητηθούν. Στην παρούσα υπόθεση η εναγόμενη αμφισβητεί πρώτα από όλα ότι έγιναν στον ενάγοντα παραστάσεις εισαγωγής ή προοπτικής εισαγωγής των τίτλων της στο Χρηματιστήριο συνεπεία των οποίων ο ενάγοντας αγόρασε τις μετοχές, που αποτελεί προϋπόθεση και των δύο πιο πάνω άρθρων. Περαιτέρω αναφέρει ότι υπάρχουν νομικά κωλύματα τα οποία καθιστούν ανέφικτη την επιστροφή χρημάτων στον ενάγοντα καθώς κατά την άποψη τους οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες αντίκεινται σε διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου και σε Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Η θέση της εναγόμενης είναι ότι στο τεκμήριο 2 περιέχονται σαφείς πρόνοιες ότι υπήρχε η πιθανότητα μη εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ. Βασικό επιχείρημα αποτελεί η σελ. 10 του τεκμηρίου 2 όπου υπό τον τίτλο «Εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» αναφέρεται ότι η εταιρεία δεν ικανοποιούσε τον καν. 61, αλλά πρόθεση της ήταν «μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ». Προσθέτω εδώ πώς η πρόσκληση για εγγραφή όπως στην σελ. 2 του τεκμήριο 2 αναφέρεται έχει ημερομηνία την 27.3.
  1. Σύμφωνα δε με την εισήγηση των εναγομένων επειδή οι μετοχές παραχωρήθηκαν με την επιστολή 5.4.00 (τεκμήριο 3) που συνοδευόταν με την πρόσκληση για εγγραφή (τεκμήριο 2) το γεγονός αυτό ήταν καλά γνωστό στο ενάγοντα ο οποίος και όφειλε να είχε μελετήσει τα σχετικά έγγραφα, αφού προέβη σε εξόφληση των μετοχών μεταγενέστερα και συγκεκριμένα μετά τις 21.4.
  2. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο έγιναν παραστάσεις στον ενάγοντα για την προοπτική εισδοχής των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ. Ο ΜΥ1 στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι είπε στον ενάγοντα ότι δεν θα εισαχθούν στο Χρηματιστήριο άμεσα διότι δεν τηρούσαν τον καν. 61 των περί ΧΑΚ κανονισμών αλλά αργότερα όταν θα τηρούσαν τον εν λόγω κανονισμό και ανάλογα και με τις αποφάσεις του τότε Διοικητικού Συμβουλίου. Έχω την άποψη από όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ότι η απάντηση στο ερώτημα αν έχουν γίνει παραστάσεις είναι θετική. Στην αίτηση που υπέβαλε ο ενάγοντας ημερ. 28.01.00, τεκμήριο 8, αναφέρεται ότι "Στα μέλη θα δοθεί το δικαίωμα (warrant) για μια ακόμη συνήθη μετοχή για κάθε 5 συνήθης μετοχές που θα τους παραχωρηθούν. Το δικαίωμα αυτό θα δικαιούνται να το εξασκήσουν κατά τη διάρκεια των έξι πρώτων μηνών της εισδοχής της εταιρείας στο ΧΑΚ"(δική μου υπογράμμιση). Επίσης ο αιτητής, εδώ ο ενάγοντας, στο τεκμήριο 8 "αποδέχεται και αντιλαμβάνεται ότι η εταιρεία θα μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία με σκοπό την εισαγωγή της στο ΧΑΚ (δική μου υπογράμμιση) και ότι οι μετοχές δεν θα του εκδοθούν και παραχωρηθούν παρά μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο ανάλογα με την πρόοδο της διαδικασίας εισαγωγής της εταιρείας στο ΧΑΚ"(δική μου υπογράμμιση). Περαιτέρω στο τεκμήριο 2 υπάρχουν ξεκάθαρες παραστάσεις για την πρόθεση της εταιρείας να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ. Στο εν λόγω έγγραφο υπάρχουν σε πολλά σημεία αναφορές στην εισδοχή των τίτλων της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ. Χαρακτηριστικά στη σελίδα 10 του τεκμηρίου 2 στη παράγραφο με τίτλο "Διαπραγμάτευση Μετοχών" αναφέρονται τα ακόλουθα "Η εναγόμενη εταιρεία θα υποβάλει μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΚ (δική μου υπογράμμιση) σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του ΧΑΚ." Περαιτέρω η εναγόμενη στις 14.06.00 κατέθεσε αίτηση στο ΧΑΚ. Τα πιο πάνω δεν μπορεί παρά να αποτελούν παραστάσεις περί εισαγωγής των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ, και σίγουρα καταδεικνύουν την προοπτική εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ. Ο Γ. Μπαμπινιώτης στο "Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας" ερμηνεύει τη λέξη "προοπτική" ως τη δυνατότητα για συγκεκριμένη εξέλιξη στο μέλλον. Στο ίδιο λεξικό η λέξη δυνατότητα επεξηγείται ως "η ικανότητα για την υλοποίηση έργου ή γενικά για πρόοδο" δηλαδή η ύπαρξη της προοπτικής συνδέεται με την ύπαρξη ικανότητας. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης ανέφερε ότι ικανότητα εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ δεν είχε ποτέ η εναγόμενη εταιρεία λόγω του ότι η πράξη εισαγωγής της δεν εξαρτώταν από την ίδια και ότι υπήρχε η αντικειμενική αδυναμία της μη συμμόρφωσης με τον καν.
  3. Διαφωνώ με αυτή την εισήγηση. Ακριβώς ο τρόπος που οι λέξεις αυτές ερμηνεύονται στο λεξικό του Μπαμπινιώτη καταδεικνύουν ότι η μετατροπή της εναγόμενης σε δημόσια και η παραχώρηση μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση έγιναν με την προοπτική, σε κάποιο μελλοντικό χρόνο, εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου, έχει νομολογηθεί ότι η απόδειξη των παραστάσεων δεν είναι απαραίτητη. Όπως και στην απόφαση Anaptixis Group (ανωτέρω) έχει αναφερθεί «το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ. Είναι αρκετό να αποδειχτεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58 Α
(1)(α)-(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως.» Στην παρούσα υπόθεση όσον αφορά την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.750, έχουν αποδειχτεί οι προϋποθέσεις για την επιστροφή του στον ενάγοντα με βάση το άρθρο 3
(3)του Νόμου 42
(1)/00 που είναι οι ακόλουθες: α) Η εναγόμενη εταιρεία κατά το χρόνο είσπραξης του ποσού ήταν υφιστάμενη εταιρεία με έδρα την Λάρνακα. β) Η εναγόμενη εταιρεία εισέπραξε από τον ενάγοντα πριν τις 07.04.2000 το ποσό των Λ.Κ.750 ως προκαταβολή /μέρος του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος για την πώληση σε αυτόν 10.000 μετοχικών τίτλων της. γ) Ο ενάγοντας στις 28.01.00 αγόρασε τις εν λόγω μετοχές με την προοπτική εισδοχής τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και κατόπιν παραστάσεων από την εναγόμενη εταιρεία ότι οι τίτλοι της θα εισαχθούν στο ΧΑΚ. δ) Η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 14.06.2000 η οποία δεν εγκρίθηκε εντός 3 μηνών από την ημέρα υποβολής της αίτησης και εν πάση περιπτώσει απερρίφθη στις 06.02.02. ε) Ο ενάγοντας ζήτησε γραπτώς από την εναγόμενη εταιρεία την επιστροφή όλων των χρημάτων που κατέβαλε (περιλαμβανομένου και του ποσού των Λ.Κ.750) - Τεκμήριο 11. στ) Η εναγόμενη εταιρεία μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα. Όσον αφορά την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.6.760 ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις με βάση τις οποίες η εναγόμενη εταιρεία υποχρεούται να του επιστρέψει το ποσό αυτό δυνάμει του άρθρου 58 Α
(3)(β) του Νόμου 42
(1)/00 που είναι οι ακόλουθες: α) Ο ενάγοντας κατέβαλε στις 05.05.00 στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.6.760 ως εξόφληση του ανταλλάγματος αγοράς από τον ενάγοντα 10.000 μετοχικών τίτλων της εναγόμενης. β) Ο ενάγοντας κατέβαλε το εν λόγω ποσό και εξόφλησε το αντάλλαγμα αγοράς των εν λόγω μετοχών με την προοπτική εισαγωγής τους στο ΧΑΚ και κατόπιν παραστάσεων από την εναγόμενη εταιρεία εισαγωγής των εν λόγω τίτλων της στο Χρηματιστήριο. γ) Η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 14.06.00 η οποία δεν εγκρίθηκε εντός 3 μηνών από την ημέρα υποβολής της αίτησης και εν πάση περιπτώσει απερρίφθη στις 06.02.
  1. δ) Ο ενάγοντας ζήτησε γραπτώς από την εναγόμενη εταιρεία την επιστροφή όλων των χρημάτων που κατέβαλε (περιλαμβανομένου και του ποσού των Λ.Κ.6.760) - Τεκμήριο
  2. ε) Η εναγόμενη εταιρεία μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα. Επομένως έρχομαι τώρα να εξετάσω τις θέσεις της υπεράσπισης περί αντισυνταγματικότητας των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών, περί σύγκρουσης τους με πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 καθώς και με την δεύτερη οδηγία 77/91 ΕΟΚ. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης στα σημεία αυτά ήταν πλήρως εμπεριστατωμένη και άκρως βοηθητική για το Δικαστήριο όπως εξίσου και η αγόρευση της συνηγόρου του ενάγοντα τις οποίες και ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια τους. Το θέμα της αντισυνταγματικότητας σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Συντάγματος έχουν αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Υπόθεση Harvest Capital Management (ανωτέρω) τα οποία επαναλήφθηκαν και επικυρώθηκαν στην Πολιτική Έφεση 11802 Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investment Ltd, ημερ. 26.05.
  3. Θεωρώ περιττή οποιαδήποτε άλλη αντιμετώπιση ή εξέταση του θέματος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας σε σχέση με τα άρθρα 25 και 28 του Συντάγματος με βάση το σκεπτικό της Harvest Capital Management (ανωτέρω) δεν βλέπω πως θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να καταλήξει σε αποτέλεσμα άλλο από το να θεωρήσει τα εν λόγω άρθρα ως συνταγματικά. Το δικαίωμα του επαγγέλεσθαι που κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος εν πάση περιπτώσει επιτρέπει την επιβολή δια νόμου όρων, περιορισμών ή διατυπώσεων για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Όσον αφορά το άρθρο 28 διαφωνώ με την εισήγηση ότι εφαρμογή των εν λόγω άρθρων συνεπάγεται αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ των μετόχων της εταιρείας. Το δικαίωμα να ζητήσουν τα χρήματα τους πίσω είχαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας. Το κατά πόσο το εξάσκησαν ή όχι ήταν θέμα δικής τους επιλογής και δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα ότι όσοι το εξάσκησαν έγιναν προνομιούχοι σε σχέση με τους άλλους. Όσον αφορά το επιχείρημα για σύγκρουση με πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με τις ενέργειες που θα πρέπει από τώρα και στο εξής να κάνει η εναγόμενη εταιρεία για να επιστρέψει στον ενάγοντα τα χρήματα του, θεωρώ ότι το θέμα αυτό δεν πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο. Η συμμόρφωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εδώ της εναγόμενης με το διατακτικό της απόφασης είναι θέμα της εναγόμενης που είναι υποχρεωμένη να βρει τον κατάλληλο τρόπο συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και δεν εξετάζει τρόπου ή μηχανισμούς που αφορούν τη συμμόρφωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Παραπέμπω και πάλι στην απόφαση Anaptixis Group Ltd (ανωτέρω). Σε σχέση με το θέμα περί σύγκρουσης των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών με τη δεύτερη κοινοτική οδηγία 77/91 ΕΟΚ πιστεύω ότι και πάλι το θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση αφού η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο με τον Τροποποιητικό Νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Παραπέμπω και πάλι στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd (ανωτέρω). Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση μου καταληκτικά ότι η εναγόμενη έχει νομική υποχρέωση έναντι του ενάγοντα για επιστροφή των χρημάτων που εισέπραξε από αυτόν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν είναι σκόπιμο να εξετάσω τις εναλλακτικές αιτίες αγωγής. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για ποσό Λ.Κ.7.510 πλέον τόκο 6% ετησίως επί του ποσού αυτού από 30.06.03 μέχρι 23.09.03 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /XX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.