ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. MILIAN-M LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3973/01, 31.07.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3973/01 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- MILIAN-M LTD, εκ Λάρνακας
- Φοίβος Ανδρέα Μιχαήλ, εκ Παραλιμνίου
- Δήμητρα Μιχαήλ, εκ Παραλιμνίου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 9.4.03 Μεταξύ: ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- Επίσημος Παραλήπτης σαν εκκαθαριστής της εταιρείας MILIAN-M LTD, εκ Λάρνακας
- Φοίβος Ανδρέα Μιχαήλ, εκ Παραλιμνίου
- Δήμητρα Μιχαήλ, εκ Παραλιμνίου Εναγομένων Ημερομηνία: 31.07.2006 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Ν. Τσαρδελλής Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων κατά των εναγομένων είναι για το ποσό των Λ.Κ.20.519,30 ως υπόλοιπο ενοικίου και /ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς και /ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο πιστωτικών διευκολύνσεων πλέον τόκος 9% επί των καθυστερημένων ενοικίων καθώς επίσης και την έκδοση διατάγματος παράδοσης των αντικειμένων ενοικιαγοράς και πώλησης αυτών με δημόσιο πλειστηριασμό και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης του εναγόμενου
- Η αξίωση αυτή στηρίζεται σε συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ τους και της εναγόμενης 1 ως ενοικιαστή και των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που η συμφωνία ενοικιαγοράς ήθελε αποδειχτεί άκυρη, αξιώνουν ποσό Λ.Κ.14.696,80 πλέον νόμιμο τόκο επί του εκάστοτε υπολοίπου ως αποκατάσταση και /ή ως αποζημίωση για ποσό που η εναγόμενοι έχουν προσπορισθεί άνευ χαριστικής αιτίας και /ή σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και /ή ως money had and received. Είναι η θέση των εναγόντων ότι εκμίσθωσαν με όρους ενοικιαγοράς στην εναγόμενη 1 μηχανήματα Kirby τα οποία η εναγόμενη 1 τους εκχώρησε για τους σκοπούς της ενοικιαγοράς παραμένοντας όμως πάντα στη δική της κατοχή, διαδικασία η οποία είναι θεμιτή, σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1432 νοουμένου βέβαια ότι κατά τα άλλα πρόκειται για γνήσια και όχι για πλασματική πώληση. Οι εναγόμενοι αντίθετα ισχυρίζονται ότι η επίδικη ισχυριζόμενη ενοικιαγοράς καταρτίστηκε εικονικά ή /και δεν είναι αληθινή, ότι ουδέποτε οι ενάγοντες ήταν ή κατέστησαν ιδιοκτήτες των επίδικων αντικειμένων και ότι η επίδικη ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς καταρτίστηκε με προτροπή των εναγόντων και /ή με τη συμφωνία των εναγόντων να χρηματοδοτήσουν τον εναγόμενο 2 τα αντικείμενα αυτά είναι ανύπαρκτα, με παράνομο σκοπό και /ή με σκοπό να παραβιαστεί ο περί Τόκου Νόμου και η δημόσια Πολιτική, λόγοι για τους οποίους η ισχυριζόμενη συναλλαγή είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται δικογραφικά και έχουν φέρει προς τούτο σχετική μαρτυρία ότι είναι ιδιοκτήτες των μηχανημάτων που αναγράφονται στο τεκμήριο 1 και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της εναγόμενης 1 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 06.03.00 με αριθμό συμβολαίου 4529103, τεκμήριο 1, οι ενάγοντες ενοικίασαν στην εναγόμενη 1 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 τα μηχανήματα έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς εκ Λ.Κ.15.000 το οποίο θα πληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.346,88 από 06.04.00 η δε τελευταία δόση θα ήταν για το ποσό των Λ.Κ.356,88 αφού σε αυτή προστίθεται το ποσό των Λ.Κ.10 σαν δικαίωμα αγοράς. Τα δικαιώματα ενοικιαγοράς είχαν συμφωνηθεί στο ποσό των Λ.Κ.5.812,50. Το ποσό της χρηματοδότησης, δηλαδή, των Λ.Κ.15.000 είχε διατεθεί σύμφωνα με οδηγίες του εναγόμενου 2, τεκμήριο 6, ως ακολούθως: 1) επιταγή εκ Λ..Κ.5.857 πληρώθηκε στον εναγόμενο 2, 2) ποσό Λ.Κ.3.109 κατατέθηκε στο συμβόλαιο αρ. 204-4217780 επ΄ ονομάτι της εναγόμενης 1, 3) ποσό Λ.Κ.4.369,70 κατατέθηκε στο συμβόλαιο αρ. 204-4317637 επ΄ ονομάτι της εναγόμενης 1, 4) ποσό Λ.Κ.1.070 κατατέθηκε στο συμβόλαιο αρ. 204-4186524 επ΄ ονομάτι της Άννας Πίττα, 5) ποσό Λ.Κ.500 κατατέθηκε στο συμβόλαιο αρ. 204-3696784 επ΄ ονομάτι του Νεόφυτου Βασιλείου. Από το συνολικό ποσό των Λ.Κ.15.000 σύμφωνα με το τεκμήριο 6 ποσό Λ.Κ.94,30 ήταν τα δικαιώματα της Τράπεζας. Οι εναγόμενοι πήραν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.15.000 και σύμφωνα με το τεκμήριο 5Α και 5Β που είναι η κατάσταση λογαριασμού του επίδικου συμβολαίου συνοδεύομενη από το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Ν.32
(1)/04 που τροποποιεί τον περί Αποδείξεως Νόμο καθυστερούν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα οι ενάγοντες δια του τεκμηρίου 2 ημερ. 24.10.01 τερμάτισαν τη σύμβαση και τους καλούσαν να εξοφλήσουν ολόκληρο το υπόλοιπο το οποίο κατά την εν λόγω ημερομηνία ανερχόταν σε Λ.Κ.20.519,30 και κάλεσαν την εναγόμενη 1 να παραδώσει τα μηχανήματα, η εναγόμενη 1 παρέλειψε μέχρι σήμερα να συμμορφωθεί. Την ίδια μέρα στάληκε επιστολή και στους εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές της εναγόμενης 1 με την οποία τους καλούσαν να εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον τόκους. Οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες. Ο ΜΕ1, Αντρέας Βορκάς είναι υπάλληλος των εναγόντων από το 1996 και υπηρετεί στο κατάστημα των εναγόντων στη Λάρνακα σαν υπεύθυνος στο Τμήμα Συμβολαίων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει ετοιμάσει το τεκμήριο 1 (συμβόλαιο ενοικιαγοράς και τιμολόγιο μηχανημάτων) αφού προηγήθηκε διαδικασία όπου ο εναγόμενος 2 ζήτησε χρηματοδότηση από τους ενάγοντες, είχε σχετική συνάντηση με τον ΜΕ2, και αφού του εξήγησαν ότι είναι οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές και ότι θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τη περιουσία τους με τη μορφή ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος 2 αποδέχθηκε και ζήτησε από τους ενάγοντες να προβούν σε ενοικιαγορά των μηχανημάτων δικής του ιδιοκτησίας τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από την εναγόμενη
- Ο εναγόμενος 2 του ανέφερε όλες τις λεπτομέρειες για τα επίδικα μηχανήματα αφού είχε μαζί του και σχετικά διαφημιστικά φυλλάδια, τεκμήριο 9, και κατάρτισε το τιμολόγιο, τεκμήριο 1, το οποίο και διάβασε επιβεβαίωσε ως ορθό και υπέγραψε ο εναγόμενος
- Δεν έγινε έλεγχος και επιθεώρηση των μηχανημάτων επειδή οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι και επειδή είχαν παραχωρήσει υποθήκη προς όφελος των εναγόντων σχετικά είναι τα τεκμήρια 3 και
- Ακολούθως υπογράφηκε η σύμβαση, τεκμήριο 1, και σύμφωνα με οδηγίες του εναγόμενου 2 το ποσό χρηματοδότησης πληρώθηκε στους εναγόμενους σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου 2, τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι εισέπραξαν αυτά τα χρήματα, τα οφείλουν στους ενάγοντες οι οποίοι τα διεκδικούν πλέον δικαιώματα. Κατά την αντεξέταση του δέχτηκε ότι υπήρχε μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης 1 μια περιορισμένη και μικρής έκτασης συνεργασία, συγκεκριμένα η εναγόμενη 1 έτυχε να φέρει στη Τράπεζα πελάτες οι οποίοι και χρηματοδοτήθηκαν από τους ενάγοντες για να αγοράσουν μηχανήματα που εμπορευόταν η εναγόμενη
- Γνωρίζει τον εναγόμενο 2 ότι είναι Διευθυντής και ιδιοκτήτης της εναγόμενης 1 και γνωρίζει επίσης το τρόπο που η εναγόμενη 1 πωλούσε τα συγκεκριμένα μηχανήματα σε πελάτες της. Ο τρόπος αυτός ήταν με επιτόπου επίδειξη του μηχανήματος στο υποψήφιο αγοραστή και δεν υπήρχε εκθεσιακός χώρος της εναγόμενης
- Η εναγόμενη 1 διατηρούσε όμως γραφείο. Είπε ότι ο εναγόμενος 2 πήγε περί το τέλος Δεκεμβρίου του 1999 και συνάντησε τον Ν. Σοφοκλέους (ΜΕ2) με αίτημα για χρηματοδότηση. Η διαδικασία ξεκίνησε με τον ΜΕ2 και ο εναγόμενος είχε φέρει εκτίμηση που είχε στα χέρια του για το κτήμα του που θα υποθηκευόταν προς όφελος της Τράπεζας. Ο ΜΕ2 δεν αποδέχτηκε την εκτίμηση και ζήτησε να γίνει νέα εκτίμηση από πλευράς εναγόντων και έτσι μέχρι να τελειώσουν οι διαδικασίες έφθασε ο Μάρτης του 2000 όπου και ο ίδιος σε συνεργασία με τον εναγόμενο 2 συμπλήρωσαν το τεκμήριο
- Είπε ότι από τα χρήματα της χρηματοδότησης εξοφλήθηκαν τρία συμβόλαια σύμφωνα με οδηγίες του εναγόμενου 2 και συγκεκριμένα εξοφλήθηκαν ένα συμβόλαιο στο όνομα της Άννας Πίττα, δύο συμβόλαια στο όνομα της εναγόμενης 1 ενώ για ένα άλλο συμβόλαιο στο όνομα του Βασιλείου Νεόφυτου πληρώθηκε κάποιο ποσό. Καταστάσεις λογαριασμών για αυτά τα συμβόλαια κατατέθηκαν ως τεκμήριο 10 και σε όλα από αυτά υπήρχαν καθυστερήσεις στη πληρωμή των δόσεων. Είπε ότι δεν του φάνηκε καθόλου παράξενο ότι ο πωλητής των μηχανημάτων φέρεται ο εναγόμενος 2 ο οποίος τα πώλησε στην εναγόμενη 1 γιατί ήξερε ότι ασχολείτο με αυτή την εργασία και έτσι τους διαβεβαίωσε ο ίδιος. Είπε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε το τιμολόγιο τεκμήριο 1 αλλά τους αριθμούς των μοντέλων και τη τιμή του τα ανέφερε ο εναγόμενος
- Αρνήθηκε τις υποβολές ότι έγραφε τυχαία αριθμούς μηχανημάτων και αξία μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό των Λ.Κ.15.000, ότι δεν είναι συμβόλαιο ενοικιαγοράς αλλά συγκαλυμμένο δάνειο με ψηλότερη χρέωση τόκων που παραχώρησαν στους εναγόμενους, ότι το συμβόλαιο ήταν εικονικό, ότι τα μηχανήματα δεν υπήρχαν, ότι είναι οι ενάγοντες που πίεσαν τους εναγόμενους για καταρτισμό του επιδίκου συμβολαίου για να εξοφλήσουν άλλες δικές τους παλαιότερες υποχρεώσεις για τις οποίες πιέζονταν από τους ενάγοντες και ότι χρεώθηκε τόκος ύψους 18% που είναι πολύ πιο πάνω από τον επιτρεπτό μέγιστο ποσό τόκου. Ο ΜΕ2, Ν. Σοφοκλέους κατά την επίδικη περίοδο ήταν Διευθυντής των εναγόντων στο κατάστημα τους στη Λάρνακα. Γνωρίζει την υπόθεση προσωπικά αφού ο εναγόμενος 2 είχε δει τον ίδιο όταν επισκέφτηκε το κατάστημα των εναγόντων και ζήτησε χρηματοδότηση. Ο εναγόμενος 2 αφού του εξήγησε ότι σαν οργανισμός που ασχολείται με χρηματοδοτήσεις θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει περιουσία του με μορφή ενοικιαγοράς, αποδέχτηκε και του ζήτησε να προβούν σε ενοικιαγορά μηχανημάτων δικής του ιδιοκτησίας τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από την εναγόμενη
- Ζήτησε επίσης να γίνει εκτίμηση ακινήτου περιουσία του εναγόμενου 2 το οποίο βρισκόταν στη Πάφο. Η όλη διαδικασία καθυστέρησε και ο ίδιος παρέπεμψε τους εναγόμενους στο ΜΕ1 για να ετοιμαστούν όλα τα αναγκαία έγγραφα. Επιβεβαίωσε ότι δόθηκαν τα ποσά χρηματοδότησης στους εναγόμενους, ότι τα ποσά διατέθηκαν σύμφωνα με οδηγίες του εναγόμενου 2 στο τεκμήριο 6, ότι τα ποσά δεν δόθηκαν χαριστικά, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν μέχρι σήμερα αποπληρώσει την οφειλή τους γι΄ αυτό και ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν γνώριζε τον εναγόμενο 2 πριν να τον συναντήσει για σκοπούς του παρόντος συμβολαίου, ότι δεν γνώριζε το τρόπο διάθεσης του ποσού που θα εγκρινόταν από την αρχή καθώς και τη θέση ότι ο λόγος που τον επισκέφτηκε ο εναγόμενος 2 ήταν επειδή υπήρχαν καθυστερήσεις σε άλλα συμβόλαια με τους ενάγοντες συνεπεία των οποίων του είχαν σταλεί επιστολές που απειλούσαν με την λήψη νομικών μέτρων και ότι η όλη χρηματοδότηση του εναγόμενου 2 ήταν για να πληρωθούν αυτές οι παλιές υποχρεώσεις. Του υποβλήθηκε ότι το τεκμήριο 9 το οποίο όπως ανέφερε του το παρέδωσε ο εναγόμενος 2 όταν το συνάντησε για πρώτη φορά για να του εξηγήσει τη φύση εργασίας του το βρήκε στα αρχεία της Τράπεζας από τους φακέλους ενοικιαγορών της εναγόμενης 1 με τρίτα πρόσωπα θέση την οποία αρνήθηκε. Αρνήθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτης των μηχανημάτων και ότι ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων ήταν η εναγόμενη 1 θέση την οποία αρνήθηκε και ανέφερε ότι είναι ο ίδιος ο εναγόμενος 2 που έδωσε αυτά τα στοιχεία, οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα λόγο να μη χρηματοδοτήσουν την εναγόμενη 1 αν αυτή ήταν ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων. Ερωτώμενος αναφορικά με την υποθήκη αρνήθηκε ότι ο λόγος που ζητήθηκε η παραχώρηση υποθήκης ήταν επειδή οι ενάγοντες γνώριζαν ότι τα αντικείμενα χρηματοδότησης ήταν ανύπαρκτα και ανέφερε ότι και σε άλλες περιπτώσεις η Τράπεζα ζητά εξασφάλιση με υποθήκη ο λόγος είναι ότι τα αντικείμενα που χρηματοδοτούνται και δεν τηρούνται οι όροι των συμβολαίων και διατάσσεται η επιστροφή τους στους ενάγοντες είναι μεταχειρισμένα και χάνουν από την αξία τους και επίσης γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα μηχανήματα ήταν χρησιμοποιημένα υπό την έννοια του ότι ήταν τα μηχανήματα που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος 2 και άλλοι πωλητές της εναγόμενης 1 για να κάνουν τις επιδείξεις στους υποψήφιους πελάτες. Αρνήθηκε όλες τις υποβολές για εικονικότητα, για χρέωση τόκου πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, για παρανομία, ανυπαρξία των μηχανημάτων και ότι ήταν εισήγηση των εναγόντων η σύναψη της εικονικής συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ο εναγόμενος 2 ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε από τους εναγόμενους. Είπε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης
- Στις 06.03.00 υπέγραψε το τεκμήριο 1 το οποίο καταρτίστηκε με την προτροπή και μετά από πιέσεις των εναγόντων για διευθέτηση κάποιων συμβολαίων ενοικιαγοράς που αφορούσαν την εναγόμενη 1, υπαλλήλους της εναγόμενης 1 και κάποια που αφορούσαν δικές του εγγυήσεις και τα οποία παρουσίαζαν μεγάλες καθυστερήσεις. Είπε ότι συνάντησε περί τον Δεκέμβριο του 1999 τον ΜΕ2 όπου και συμφωνήθηκε η κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας που ήταν εικονική για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.15.000 το οποίο δέχθηκε ότι του καταβλήθηκε και ότι είχε κατανεμηθεί ως ανωτέρω. Είπε ότι τόσο ο ΜΕ2 όσο και ο ΜΕ1 γνώριζαν ότι ο ίδιος προσωπικά ουδέποτε είχε τα επίδικα μηχανήματα στη κατοχή του ή ήταν ιδιοκτήτης τους και συνεπώς ούτε μπορούσε να πωλήσει στην εναγόμενη 1 τέτοια μηχανήματα. Και οι δύο γνώριζαν ότι ήταν η εναγόμενη 1 που ασκούσε την επιχείρηση και πωλούσε τέτοια μηχανήματα διότι πριν από την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας υπήρχε συνεργασία μεταξύ εναγόμενης 1 και εναγόντων συγκεκριμένα πελάτες της εναγόμενης 1 αγόραζαν μηχανήματα με χρηματοδότηση από τους ενάγοντες. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους γνώριζε πολύ καλά και τον ΜΕ1 και τον ΜΕ
- Κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 12 διάφορες αποδείξεις πληρωμών των εναγόντων προς την εναγόμενη 1 για συμβόλαια ενοικιαγοράς με πελάτες τους. Ο ΜΕ1 που συμπλήρωσε το τεκμήριο 1 είχε ενημερωθεί από τον ΜΕ2 από προηγουμένως τόσο για τη κατάρτιση των εικονικών συμβολαίων όσο και για τα μηχανήματα που θα αναγράφονταν. Ήταν η θέση του ότι επειδή οι ενάγοντες γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν τα μηχανήματα γι΄ αυτό και ζήτησαν εξασφάλιση με υποθήκη και ότι το τεκμήριο 9 που είναι τα διαφημιστικά φυλλάδια των μηχανημάτων είχαν δοθεί στους ενάγοντες πολύ πριν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας όταν έγιναν συμφωνίες ενοικιαγοράς μεταξύ της εναγόμενης 1 και πελατών της με χρηματοδότηση των εναγόντων. Ήταν η θέση του ότι αυτό που συμφώνησε με τους ενάγοντες ήταν η παραχώρηση των Λ.Κ.15.000 υπό μορφή δανείου μέσω εικονικής και ψεύτικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και ο ίδιος συναίνεσε λόγω της πίεσης που του ασκούσαν οι ενάγοντες για τις άλλες καθυστερημένες υποχρεώσεις του. Τον χρέωσαν τόκο Λ.Κ.5.812,50 που είναι πολύ πέραν του επιτρεπόμενου επιτοκίου γεγονός που οδηγεί τη συμφωνία σε ακύρωση λόγω παρανομίας. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς πότε γνώρισε τον ΜΕ1 αλλά θυμόταν ότι διεκπεραίωσε συμβόλαιο της εναγόμενης 1 με πελάτες της πριν από το επίδικο. Όσον αφορά τον ΜΕ2 είπε ότι τον είχε δει πριν τη κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας αλλά και πάλι δεν θυμόταν πότε. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 1 (τιμολόγιο) και αναγνώρισε ότι οι διακριτικοί αριθμοί που αναφέρονται σε αυτό αφορούν το πολυμηχάνημα Kirby και στα διάφορα εξαρτήματα του. Οι κωδικοί είναι υπαρκτοί και αντιστοιχούσαν σε εξαρτήματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 9 τα οποία επέμενε ότι είχαν δοθείς στους ενάγοντες πολύ πριν την επίδικη συμφωνία. Δέχτηκε όμως ότι τα φυλλάδια και η επαγγελματική κάρτα που απαρτίζουν το τεκμήριο 9 δόθηκαν στους ενάγοντες όλα μαζί. Ρωτήθηκε για τα γραφεία της εταιρείας και ανέφερε ότι αρχικά το 1997 που άρχισε η εργασία της εναγόμενης 1 ήταν στη διεύθυνση Ηνωμένων Εθνών και ακολούθως τέλος 1998 αρχές του 1999 μετακινήθηκαν στη οδό Παπανικολή. Όταν του υπεδείχθη ότι η επαγγελματική κάρτα μέρος του τεκμηρίου 9 αναγράφει ως διεύθυνση την οδό Παπανικολή και του υποβλήθηκε ότι η θέση του ότι το τεκμήριο 9 είχε δοθεί στους ενάγοντες πολύ πριν την επίδικη συμφωνία δεν ευσταθεί, δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά αναφέροντας ότι ίσως η Τράπεζα να έβαλε μαζί τη κάρτα που της δόθηκε μετά με τα φυλλάδια που της είχαν δοθεί προηγουμένως. Είπε ότι αρχικά δούλευε σαν πωλητής των μηχανημάτων Kirby σε εταιρεία στη Λευκωσία και μετά από εσωτερικές διαδικασίες που καθορίζονται από την Αμερικανική εταιρεία που κατασκεύαζε αυτά τα μηχανήματα ανέβηκε στη βαθμίδα του marketing μέχρι τη θέση του area distributor. Τότε είχε δικαίωμα να έχει δικό του γραφείο πωλήσεων και μετά από συνεννόηση με τον εισαγωγέα ήρθε στη Λάρνακα και άρχισε να εμπορεύεται τα μηχανήματα Kirby μέσω της εναγόμενης 1 από το Σεπτέμβριο του
- Η εναγόμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη από προηγουμένως, από το Σεπτέμβριο του
- Αντεξετάστηκε αναφορικά με τους αριθμούς τηλεφώνων της εταιρείας στα γραφεία του όπως και τους αριθμούς των φαξ. Παραδέχτηκε ότι πήρε από τους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.15.000 το οποίο και το χρησιμοποίησε σύμφωνα με το τεκμήριο 6 και ότι υπέγραψε το τιμολόγιο τεκμήριο 1 αλλά ανέφερε ότι σίγουρα δεν υπήρχαν τέτοια μηχανήματα, ουδέποτε υπήρχε τέτοιο stock μηχανημάτων επαναλαμβάνοντας ότι αναγκάστηκε να το υπογράψει λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η εταιρεία του και η πίεση από την Τράπεζα. Παραδέχτηκε ότι οι ενάγοντες δεν του ανέφεραν ποτέ ότι θα έκαναν ένα εικονικό συμβόλαιο ενοικιαγοράς και ότι τη λέξη "εικονικό" την άκουσε για πρώτη φορά από το δικηγόρο του. Αρνήθηκε ότι χρωστά το ποσό που διεκδικούν οι ενάγοντες επειδή οι δικηγόροι του του είπαν ότι το συμβόλαιο είναι ψεύτικο και εικονικό και νιώθει ότι δεν οφείλει τα χρήματα που πήρε επειδή η συμφωνία είναι άκυρη εφόσον δεν υπήρχαν τα μηχανήματα και ότι πρόθεση των εναγόντων από την αρχή ήταν να τον χρεώσουν με τόκο πέραν του επιτρεπόμενου. Δηλώθηκε επίσης στο Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι το επίδικο συμβόλαιο είναι εικονικό, τότε το ποσό των Λ.Κ.5.812,50 που αναφέρεται ως δικαιώματα ενοικιαγοράς αποτελούν τόκο με χρέωση πέραν του επιτρεπόμενου επιτοκίου του 9%. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι δύο συνήγοροι επανέλαβαν τις θέσεις τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν καθ΄ όλα έγκυρη και νομότυπη και ότι τα όσα αναφέρουν οι εναγόμενοι είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται (are estopped) από το να ισχυρίζονται ότι τα επίδικα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα διότι υπέγραψαν το τεκμήριο 1 με βάση το οποίο οι ενάγοντες προχώρησαν σε κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, γνώριζαν πολύ καλά το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφαν και τις συνέπειες της υπογραφής τους διότι είχαν την ευθύνη του συνηθισμένου σώφρονα ατόμου να προσέχουν τι υπογράφουν. Δεν έγινε καμιά παρανομία, όλα έγιναν νομότυπα και είναι έγκυρα και δεσμευτικά και ότι τα δικαιώματα ενοικιαγοράς δεν αποτελούν τόκο σύμφωνα με τον περί Τόκου Νόμου και ως εκ τούτου η προσθήκη του ποσού των δικαιωμάτων στο ποσό της χρηματοδότησης δεν αποτελεί παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκου. Ήταν διαζευκτικά η θέση του ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη τότε οι εναγόμενοι έχουν προσπορισθεί όφελος και ή αδικαιολόγητα πλουτίσει για το ποσό των Λ.Κ.14.696,80 για το ποσό το οποίο και δικαιούνται απόφαση. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, στη δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση και με αναφορά σε νομολογία, επέμενε ότι η επίδικη συμφωνία δεν είναι μόνο εικονική αφού τα επίδικα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα και τα οποία ούτε καν έχουν δει οι ενάγοντες αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμφωνία δανείου η οποία είναι παράνομη γιατί συγκαλήφθηκε κάτω από τη σκέπη ενοικιαγοράς με σκοπό να καλύψει χρέωση τόκων πέραν του ανωτάτου επιτρεπόμενου από το νόμο ως ίσχυε τότε αλλά και την παραβίαση της δημόσιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής του κράτους. Ήταν η θέση του ότι από παράνομη συμφωνία δεν μπορεί να προκύψει αγώγιμο δικαίωμα κατ΄ εφαρμογή της αρχής ex turpi causa non oritur action αφού η πρόθεση των εναγόντων εξ υπαρχής η καταστρατήγηση του περί Τόκου Νόμου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιδαν προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι και οι δύο είναι υπάλληλοι των εναγόντων και έχουν κάθε συμφέρον να υποστηρίξουν την πλευρά των εναγόντων. Όμως παρά το πιο πάνω γεγονός απαντούσαν όλες τις ερωτήσεις με σαφήνεια χωρίς υπεκφυγές αναφέροντας μόνο ότι γνώριζαν ο καθένας είτε προσωπικά είτε λόγω της επαγγελματικής τους κατάρτισης, εμπειρίας και θέσης. Η μαρτυρία τους ήταν στρωτή χωρίς αντιφάσεις και κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει μπροστά του τη σαφή εικόνα για τα διαδραματισθέντα. Η θέση τους για το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα είναι αληθής και γνήσια και δεν έχω διακρίνει καθόλη τη διάρκεια της προφορικής τους μαρτυρίας προσπάθεια είτε να μην απαντήσουν ερώτηση είτε να οδηγήσουν την απάντηση εκεί που οι ίδιοι ήθελαν. Ορισμένες δε απαντήσεις τους ήταν καταπελτικές στις υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων χωρίς να αφήνουν περιθώρια στο Δικαστήριο από του να δεχτεί τη δική τους εκδοχή. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο γιατί ζητήθηκε από τον εναγόμενο 2 να παραχωρήσει υποθήκη προς όφελος των εναγόντων όπου ο ΜΕ2 ανέφερε ότι επειδή τα συγκεκριμένα μηχανήματα θεωρήθηκαν μεταχειρισμένα αφού ήταν εκείνα που χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος 2 και οι υπάλληλοι της εναγόμενης 1 για τις επιδείξεις τους στους υποψήφιους πελάτες η αξία που θα είχαν εάν υπήρχε παράβαση του συμβολαίου και διατασσόταν η παράδοση τους στους ενάγοντες θα ήταν πολύ μειωμένη. Όταν δε ρωτήθηκε για το θέμα πρακτικής όταν δανειοδοτούνται οχήματα ο ΜΕ2 χωρίς καμιά υπεκφυγή και άμεσα ανέφερε ότι με τα οχήματα η κατάσταση είναι διαφορετική γιατί υπάρχει το πιστοποιητικό εγγραφής τους από την αρχή προς όφελος των εναγόντων. Επίσης η αυθόρμητη αντίδραση του ΜΕ2 στην υποβολή που έγινε ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε ήταν ιδιοκτήτης ούτε και κατείχε τέτοια μηχανήματα αναφέροντας ότι "ο ίδιος έτσι μας είπε, εμείς δεν είχαμε πρόβλημα να τον δανειοδοτήσουμε εάν πωλητής ήταν η εταιρεία" πείθει για την γνησιότητα της θέσης τους. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η θέση τους ότι αυτά τους ανέφερε ο εναγόμενος 2 ενισχύεται και από τον ίδιο τον εναγόμενο 2 ο οποίος ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος προσωπικά λόγω της αναβάθμισης του σε area distributor για τη πώληση μηχανημάτων Kirby που ενεργοποίησε την εναγόμενη 1 η οποία ήταν αδρανής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δέχομαι τη θέση και των δύο μαρτύρων των εναγόντων ότι εξήγησαν στον εναγόμενο 2 ότι η φύση των εργασιών τους σαν χρηματοδοτικός οργανισμός δεν τους άφηνε περιθώριο να παραχωρήσουν σε αυτόν δάνειο αλλά μόνο χρηματοδότηση δηλαδή ενοικιαγορά την νομική υπόσταση της οποίας, τις υποχρεώσεις και τη φύση ο εναγόμενος 2 γνώριζε καλά λόγω και της προηγούμενης συνεργασίας του με τους ενάγοντες οι οποίοι χρηματοδότησαν συμφωνίες της εναγόμενης 1 με τρίτα πρόσωπα. Αντίθετα με τους μάρτυρες των εναγόντων η εντύπωση που έχει αφήσει ο εναγόμενος 2 στο Δικαστήριο είναι πενιχρή και σκειώδης. Ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να αποποιηθεί των ευθυνών του παραδεχόμενος όμως ότι υπέγραψε το τεκμήριο 1, ότι το τιμολόγιο που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 1 καταρτίστηκε από τον ΜΕ1 στη δική του παρουσία και με τη δική του συμβολή αφού του ανέφερε κωδικούς αριθμούς των μηχανημάτων που συνάδουν με τους πραγματικούς αριθμούς τους όπως φαίνεται από το τεκμήριο 9 που είναι τα διαφημιστικά φυλλάδια και η επαγγελματική του κάρτα τα οποία έδωσε στους ενάγοντες στα πλαίσια κατάρτισης του επίδικου συμβολαίου. Παραδέχτηκε επίσης ότι χρησιμοποίησε το ποσό της χρηματοδότησης ως το τεκμήριο 6 και ότι οι οδηγίες για το πως να κατανεμηθεί το ποσό της χρηματοδότησης ήταν δικές του. Η θέση του είναι ότι αρνείται να πληρώσει γιατί τους έχει ξεγελάσει η Τράπεζα με τους τόκους, όπως τον έχει συμβουλέψει ο δικηγόρος του, η συμφωνία είναι εικονική και άκυρη λόγω του ότι παράνομα χρεώνεται με τόκο πέραν του ανωτάτου επιτρεπόμενου επιτοκίου, δέχτηκε όμως ότι ποτέ οι ενάγοντες κατά τον καταρτισμό του επίδικου συμβολαίου δεν του ανέφεραν τη λέξη εικονικό αλλά ότι τη λέξη αυτή του την έχει αναφέρει ο δικηγόρος του. Εμμέσως πλην σαφώς δοκίμασε να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν κατόπιν πίεσης των εναγόντων που καταρτίστηκε το επίδικο συμβόλαιο λόγω εκκρεμοτήτων της εναγόμενης 1, υπαλλήλων της αλλά και του ίδιου προσωπικά ως εγγυητή σε άλλα συμβόλαια χρηματοδότησης των εναγόντων όλα εκ των οποίων παρουσίαζαν καθυστερήσεις και είχαν προειδοποιηθεί με λήψη νομικών μέτρων εναντίον τους, ανεπιτυχώς όμως λόγω των αντιφάσεων του και των πολλών υπερβολών που ανέφερε. Η σχέση του με τους ενάγοντες από προηγούμενες συναλλαγές τους ήταν τέτοια που γνώριζε πολύ καλά τόσο τη φύση του επίδικου συμβολαίου αλλά και τις υποχρεώσεις του. Η δική του εκδοχή για το λόγο που ζητήθηκε η υποθήκη δεν πείθει όπως και δεν έπεισε η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν κάτοχος ή ιδιοκτήτης των επίδικων μηχανημάτων, αφού ο ίδιος με τη δική του μαρτυρία ανέφερε στο Δικαστήριο τη προσωπική του επιτυχία ως πωλητής μηχανών Kirby σε εταιρεία στη Λευκωσία η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αναβάθμιση του σε area distributor γεγονός που τον οδήγησε να δραστηριοποιηθεί στη Λάρνακα. Ο ίδιος έδωσε μεγάλη έμφαση για το τρόπο που εργάζεται η εταιρεία Kirby Αμερικής η οποία είχε καθορισμένο τρόπο προώθησης των προϊόντων της. Ήταν δηλαδή φανερό ότι η σχέση του με την εταιρεία Kirby ήταν προσωπική και όχι μέσω της εναγόμενης
- Η θέση του ότι οι κωδικοί που ενεγράφησαν στο τιμολόγιο μέρος του τεκμηρίου 1 ήταν υπαρκτοί και ότι ανταποκρίνονταν στα διάφορα ανταλλακτικά που υπήρχαν διαθέσιμα τότε όπως και το γεγονός ότι αναφέρονται στο μοντέλο G5 του 1997 σε συνδιασμό με το ότι τα μοντέλα της Kirby άλλαζαν κάθε 4 - 5 χρόνια συνηγορούν και αποδεικνύουν τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι όλες οι πληροφορίες είναι γνήσιες και τους δόθηκαν από τον εναγόμενο 2 κατά τον καταρτισμό της επίδικης συμφωνίας και καταρρίπτει τη θέση του ότι τα μηχανήματα ήταν ανύπαρκτα και ότι η συμφωνία καταρτίστηκε εικονικά. Επίσης η θέση του ότι οι κωδικοί που αναφέρθηκαν από τον ίδιο στο τιμολόγιο αποδεικνύουν ότι τα μηχανήματα δεν υπήρχαν γιατί αν υπήρχαν τα μηχανήματα θα έδινε serial numbers έχει κα πάλι καταρριφθεί από το γεγονός ότι σε συμβόλαια ενοικιαγοράς της εναγόμενης 1 με πελάτες της, σχετικό είναι το τεκμήριο 13, δεν αναφέρονταν τα serial numbers. Η αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 ουσιαστικά αποφασίζει και τους ισχυρισμούς των εναγομένων για εικονικότητα. Η σύμβαση, τεκμήριο 1, δεν είναι εικονική αλλά γνήσια συμφωνία ενοικιαγοράς. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω καταδεικνύεται ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει εντός των περιπτώσεων στις οποίες θα πρέπει να αναζητηθεί η πραγματική πρόθεση των μερών σε εξωγενής εκτός του τεκμηρίου 1 παράγοντες και γεγονότα. Δεν εφαρμόζεται δηλαδή η αρχή που έχει καθιερωθεί από την Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 CLR 182 η οποία έχει υιοθετηθεί και στην Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407 καθώς και στην Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σ. Κωνσταντίνου κ.α. Πολ. Έφ. 10783 ημερ. 26.09.01 και Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Α. Κωνσταντίνου Πολ. Έφ. 11220 ημερ. 20.12.02. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ύπαρξη των αντικειμένων που ενοικιαγοράζονται και για τα οποία ο ιδιοκτήτης κατέχει καλό, νόμιμο και έγκυρο τίτλο ιδιοκτησίας, είναι ένα άκρως ουσιώδες στοιχείο, για την εγκυρότητα της ενοικιαγοράς, γεγονός που εξυπακούει την υποχρέωση αλλά και τη δυνατότητα, ο ιδιοκτήτης να παραδώσει αρχικά το εμπόρευμα στην κατοχή του ενοικιαγοραστή αλλά και μετέπειτα να μεταβιβάσει την κυριότητα σ΄ αυτόν. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει αναγνωριστεί σε πληθώρα υποθέσεων από τη νομολογία, μεταξύ των οποίων και στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου Πολ. Έφ. 10783 ημερ. 26.09.01, στην οποία λέχθηκε ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, συνήθως ο πωλητής, είναι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου, ο οποίος υπό αυτή την ιδιότητα το ενοικιάζει στον αντισυμβαλλόμενο και για όσο διαρκεί αυτή η σχέση ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει βέβαια πάντοτε υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τον χρηματοδότη δεν είναι εξ΄ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το αντικείμενο μπορεί να ανήκε αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή (βλ. Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure
(1882)21 Ch. D. 309, και Eastern Destributors v. Goldring
(1957)2 ALL E.R. 525). Είναι νομολογημένο ότι, όπως σε κάθε σύμβαση, δεν είναι τα εξωτερικά γνωρίσματα και το λεκτικό της ενοικιαγοράς που έχουν σημασία, αλλά η ουσία της σύμβασης. Το κριτήριο για την ανεύρεση της ουσίας έγκειται στον εντοπισμό των στοιχείων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ενοικιαγορά ήταν στην πραγματικότητα μια εικονική πράξη πώλησης καλυμμένη από τον μανδύα της ενοικιαγοράς ή όταν ελλείπουν άλλα ουσιώδη στοιχεία που αποκλείουν την μεταξύ των συμβαλλομένων ύπαρξης κοινής συμφωνίας για νόμιμο σκοπό. Το βάρος απόδειξης της εικονικότητας το φέρει ο διάδικος που την ισχυρίζεται, ο οποίος πρέπει να δείξει ότι ανεξάρτητα από την φαινομενική εγκυρότητα των εγγραφών, η πραγματική πρόθεση των διαδίκων ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Η ανακάλυψη της πραγματικής πρόθεσης των διαδίκων προέρχεται από την εξέταση όχι μόνο των βασικών εγγράφων αλλά και από οποιεσδήποτε άλλες συμπληρωματικές συμφωνίες αλλά και από προφορική μαρτυρία (βλ. North Central Wagon Finance Co. v. Brailsford
(1962)1 W.L.R. 1288, 1292). Η υπεράσπιση της εικονικότητας δεν επιτυγχάνει, απλώς διότι τα έγγραφα κατ΄ ισχυρισμό είναι εικονικά, λόγω του ότι δεν εκφράζουν την πραγματική πρόθεση των διαδίκων. Θα πρέπει ταυτόχρονα να φανεί ότι και οι δύο διάδικοι στόχευαν στην κατάρτιση εγγράφων που στην πραγματικότητα δεν θα λειτουργούσαν σύμφωνα με τους καταγραμμένους σ΄ αυτά όρους (βλ. Snook v. London and West Riding Investments Ltd
(1967)2 Q.B. 786, 802). Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 24η έκδοση, Τόμος ΙΙ, σελ. 462-3, Παρ. 3215, αναφέρεται επίσης ότι: «In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, eg. The hirer intends to deceive the other into thinking that the transaction is genuine. There must be a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating.» Τα πιο πάνω έγιναν αποδεκτά στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd Πολ. Έφ. 10253 και 10255 ημερ. 25.10.00, σελ. 7 - 9, όπου επικυρώθηκε το πρωτόδικο εύρημα ότι στα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε γνώση πραγματική ή εξ επαγωγής στους ενάγοντες για συμμετοχή στην καταστρατήγηση της νομοθεσίας ή του νόμου γενικά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για την επιτυχία της εικονικότητας πρέπει να στοιχειοθετηθούν τα εξής:
(1)ότι η πραγματική φύση της συναλλαγής δεν αποτυπώθηκε ορθά στα έγγραφα και
(2)ότι αυτό έγινε στη γνώση και συνεργασία και των δύο συμβαλλομένων. Όπως είναι νομολογημένο η συμφωνία ενοικιαγοράς, υπό την τριμερή της μορφή εμπεριέχει στην πραγματικότητα δύο συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση του εμπόρου με τον χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται στην σχέση του εμπόρου με τον χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη έναντι του ανταλλάγματος το οποίο είναι το ποσό της χρηματοδότησης. Σ΄ αυτή την συμφωνία δεν εμπλέκεται καθόλου ο ενοικιαγοραστής. Η δεύτερη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση χρηματοδότη - ενοικιαγοραστή και εμπεριέχει δύο στοιχεία: (α) την παραχώρηση της κατοχής και της χρήσης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς στον ενοικιαγοραστή και (β) την υποχρέωση του ενοικιαγοραστή να επιστρέψει την κατοχή των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη (ιδιοκτήτη) εάν και εφόσον δεν ασκήσει το δικαίωμα αγοράς. (βλ. μεταξύ άλλων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεων Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χριστάκη Παντελή και άλλων Πολ. Έφεση 11386 ημερ. 23.04.04 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 248). Δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο συμβόλαιο, τεκμήριο 1, είναι συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Το αντικείμενο του ήταν τα μηχανήματα που αναγράφονται στο τιμολόγιο μέρος του τεκμηρίου
- Όπως ήταν αδιαμφισβήτητο, οι μάρτυρες των εναγόντων δεν είχαν δει τα αντικείμενα που περιγράφονται στο επίδικο τιμολόγιο ούτε και τα παρέδωσαν στην εναγόμενη αρ.
- Αδιαμφισβήτητη υπήρξε όμως η υπογραφή της «δήλωσης εμπόρου» στην επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 1, από την εναγόμενη αρ. 1 καθώς και η υπογραφή της στο μέρος της επίδικης συμφωνίας που περιγράφεται ως «δήλωση ενοικιαστή». Στην «δήλωση εμπόρου» υπάρχει διαβεβαίωση του εναγόμενου 2 ως πωλητή των επιδίκων μηχανημάτων ότι η υπογραφή του είναι ορθή από κάθε άποψη, ότι όλες οι δηλώσεις που έκανε σε σχέση με τα αγαθά τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας ή στη πώληση αγαθών είναι αληθής, ότι τα μηχανήματα είναι αποκλειστικά δικής του ιδιοκτησίας και ότι η περιγραφή τους είναι ορθή. Περαιτέρω στο τεκμήριο 1 στο σημείο «δήλωση ενοικιαστή» η εναγόμενη 1 σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο μέρος αυτό δηλώνει υπεύθυνα ότι παρέλαβε τα επίδικα μηχανήματα αντικείμενα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και μετά από προσεκτική εξέταση τα βρήκε κατάλληλα από κάθε άποψη. Επίσης στο τιμολόγιο, μέρος του τεκμηρίου 1 γίνεται όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο η περιγραφή των αντικειμένων του επίδικου συμβολαίου από τον εναγόμενο 2 βασισμένη σε πραγματικούς κωδικούς αριθμούς υπαρκτών μηχανημάτων που ο ίδιος αντιπροσώπευε και διέθετε υπογραμμένο από τον εναγόμενη 2 ως πωλητή και από τον ίδιο εκ μέρους της εναγόμενης 1 παραλήπτη των εν λόγω αντικειμένων. Περαιτέρω οι τιμές που αναφέρονται σε αυτό σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 την οποία δεν αντέκρουσαν επιτυχώς οι εναγόμενοι ήταν όντως με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που έδωσε ο εναγόμενος
- Είμαι της γνώμης ότι οι δηλώσεις που κάνουν οι εναγόμενοι 1 και 2 στα επίδικα έγγραφα τους εμποδίζουν (they are estopped) από του να ισχυρίζονται ότι τα επίδικα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα. Σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ1 η περιγραφή των επιδίκων αντικειμένων έγινε από τον εναγόμενο 2 ο ίδιος δε συμπλήρωσε τα αντικείμενα και τους κωδικούς τους και τις τιμές τους στο τιμολόγιο σύμφωνα με τις περιγραφές του εναγόμενου 2 ο οποίος και υπέγραψε το τιμολόγιο ως πωλητής. Είναι φανερό ότι ο εναγόμενος 2 με την υπογραφή του τιμολογίου μέρος του τεκμηρίου 1 παρέστησε στους ενάγοντες ότι τα επίδικα αντικείμενα ήταν υπαρκτά και ότι ήταν στην κατοχή του. Έτσι οι ενάγοντες προχώρησαν στην κατάρτιση του τεκμηρίου
- Η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων τους εμποδίζει από του να ισχυρίζονται εκ των υστέρων ότι τα επίδικα αντικείμενα ουδέποτε ήταν στην κατοχή τους. Είμαι της γνώμης ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του κωλύματος λόγω παραστάσεων. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1522 η οποία έχει επαναληφθεί και στην πρόσφατη απόφαση, Πολ. Έφ. 11538, T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ημερ. 20.01.05. Στην τελευταία αυτή απόφαση (Πολ. Έφ. 11538 ανωτέρω) επαναλαμβάνεται επίσης η αρχή που είχε καθοριστεί στην Eastern Distributors ν. Golderinga
(1957)2 All E.R. 525 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κ.Σ. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1432 ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πουλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται όσο και αν ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης-ενοικιαγοράς. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση καταλήγω ότι εφόσον η σύμβαση ενοικιαγοράς ήταν γνήσια δεν επηρεάζει ουδόλως το αποτέλεσμα το γεγονός ότι τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τον χρηματοδοτικό οργανισμό, εδώ τους ενάγοντες, από τους εναγόμενους χρησιμοποιήθηκαν για εξόφληση άλλων υποχρεώσεων των εναγομένων, πλείστες των οποίων αφορούσαν τους ενάγοντες. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι το τεκμήριο 1 συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύμβασης ενοικιαγοράς. Αποδέχομαι ότι ο εναγόμενος 2 ως ιδιοκτήτης των αντικειμένων τα οποία περιγράφονται στο τεκμήριο 1 τα πώλησε στους ενάγοντες οι οποίοι της τα ενοικίασαν στην εναγόμενη 1 υπό τους όρους της επίδικης συμφωνίας που υπεγράφη στις 06.03.00 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Το ποσό της ενοικιαγοράς ήταν Λ.Κ.15.000, σ' αυτό προστέθηκαν τα δικαιώματα ενοικιαγοράς Λ.Κ.5.812,50 και έτσι το συμβόλαιο είχε συνολική αξία Λ.Κ.20.812,50 ποσό το οποίο ήταν πληρωτέο δια 60 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού Λ.Κ.346,88 εκάστη. Τα επίδικα αντικείμενα ήταν ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 και βρίσκονταν στην κατοχή του. Οι εναγόμενοι 2 και 3 έχουν υπογράψει ως εγγυητές στο εν λόγω συμβόλαιο και δεν αμφισβητούν την υπογραφή τους. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι πλήρωσαν συνολικά το ποσό των Λ.Κ.303,
- Επειδή δεν πλήρωναν καμιά δόση και καθυστερούσαν δόσεις Λ.Κ.6.636,80 πλέον τόκους καθυστερήσεων οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 24.10.01, τεκμήριο 2, τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικιαγοράς. Οι εναγόμενοι δεν αρνούνται τον τερματισμό της συμφωνίας. Όσον αφορά το θέμα του ανατοκισμού αναφέρω τα εξής. Ο ΜΕ1 και ΜΕ2 εξήγησαν με σαφήνεια ότι δεν τίθεται θέμα ανατοκισμού στα ποσά που διεκδικούν οι ενάγοντες. Έχει αναφέρει ότι ο τόκος που χρεώθηκε στο επίδικο συμβόλαιο είναι 7,75% γι' αυτό και στο αρχικό ποσό των Λ.Κ.15.000 που ήταν το ποσό της χρηματοδότησης όταν έχουν προστεθεί τα δικαιώματα ενοικιαγοράς με τόκο 7,75% επί του ποσού των Λ.Κ.15.000 έχει προστεθεί το ποσό των Λ.Κ.5.812,50 και έτσι το υπόλοιπο την ημέρα της συμφωνίας ήταν Λ.Κ.20.812,
- Σύμφωνα με την παράγραφο 2(β) του τεκμηρίου 2 αν ο ενοικιαστής παραλείπει να πληρώνει τις καθορισμένες δόσεις στις ημερομηνίες που έχουν καθοριστεί τότε πληρώνει τόκο προς ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου ετησίως το οποίο επιτρέπεται κάθε φορά από το νόμο πάνω σε οποιαδήποτε καθυστερημένη δόση. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 έδωσαν σαφή εξήγηση και διαχώρισαν τα δικαιώματα των εναγόντων σε σύμβαση ενοικιαγοράς από τον τόκο και εξήγησαν ότι οι συμβάσεις ενοικιαγοράς δεν εμπίπτουν στον περί Τόκου Νόμο. Τα όσα έχουν αναφέρει οι εν λόγω μάρτυρες αποτελούν ικανοποιητική εξήγηση ότι το ποσοστό 7,75% είναι το δικαίωμα ενοικιαγοράς και δεν έχει καμία σχέση με τους τόκους. Το ποσό των Λ.Κ.5.812,50 είναι το συνολικό ποσό των δικαιωμάτων των εναγόντων για όλη την περίοδο της ενοικίασης των επιδίκων αντικειμένων ενοικιαγοράς του τεκμηρίου
- Επίσης δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο τόκος συναρτάται με τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ενώ η ενοικιαγορά με τη διάθεση της χρήσης μη χρηματικού αντικειμένου. Σχετική είναι η απόφαση Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 539. Σύμφωνα επίσης με το Άρθρο 2 του περί Τόκου Νόμου ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας τα δικαιώματα ενοικιαγοράς δεν αποτελούν τόκο. Έτσι και σύμφωνα με το εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ποσό των Λ.Κ.5.812,50 δεν αποτελεί τόκο καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσθήκη του ως άνω ποσού στο ποσό της χρηματοδότησης δεν αποτελεί παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκων καθότι δεν υπάγεται στις διατάξεις του περί Τόκου Νόμου. Άλλη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ήταν ότι η επίδικη συμφωνία μέρος της οποίας ήταν η κατάθεση υποθήκης σε ακίνητη περιουσία που ανήκει στον εναγόμενο 2 έχει γίνει καθ' υπέρβαση (Ultra Vires) των σκοπών της εναγόμενης 1 εταιρείας αφού το επίδικο συμβόλαιο έχει υπογραφή στις 06.03.00, η συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου στην οποία έχει εγκριθεί ψήφισμα που εξουσιοδοτεί την εταιρεία να λάβει χρηματικές και /ή πιστωτικές διευκολύνσεις υπό μορφή χρηματοδοτήσεων από τους ενάγοντες και ως εξασφάλιση για τις διευκολύνσεις εγκρίνεται η εξασφάλιση με υποθήκη του ακινήτου ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 έγινε σύμφωνα με το τεκμήριο 8Α την 01.03.00 ενώ σύμφωνα με τα τεκμήρια 3 και 7 η υποθήκη έχει γίνει στις 29.02.00, δηλαδή, πριν από την έγκριση των ψηφισμάτων. Η θέση αυτή και πάλι δεν ευσταθεί. Πρώτα από όλα τέτοια θέση δεν προωθήθηκε κατά την μαρτρυρία του από τον εναγόμενο 2 Διευθυντή και μέτοχο της εναγόμενης 1 και ιδιοκτήτη του ακινήτου επί του οποίου έχει εγγραφεί η υποθήκη. Περαιτέρω όπως έχει αποφασιστεί και στην υπόθεση ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd και Λώρη Ηρακλέους
(2003)1(Β) ΑΑΔ 722 η οποία υιοθετήθηκε και στην Πολ. Έφ. 11538 T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ημερ. 20.01.05, "το δόγμα Ultra Vires περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου η συμφωνία ή η συναλλαγή έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας.". Στην παρούσα περίπτωση δεν προωθήθηκε τέτοια θέση. Το γεγονός ότι η υποθήκη κατατέθηκε πριν από την σύγκλιση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 ουδόλως μεταβάλλει την εγκυρότητα της αφού στη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου εγκρίθηκε η παραχώρηση της υποθήκης ως εξασφάλιση για τις διευκολύνσεις που έλαβε η εταιρεία από τους ενάγοντες. Το καταστατικό και ιδρυτικό έγγραφο της εναγόμενης 1 δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο και έτσι ελλείψει προώθησης του ισχυρισμού αυτού ικανοποιητικά, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Οι αποζημιώσεις και στην περίπτωση των συμβολαίων ενοικιαγοράς είναι η φυσιολογικά απορρέουσες από την ρήξη της συμφωνίας με βάση το Άρθρο 73 του Κεφ. 149. Εφόσον υπάρχει ρήξης ουσιώδους όρου της σύμβασης που την αποδέχεται το αντισυμβαλλόμενο μέρος τότε ενυπάρχει δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης και λήψης δικαστικών μέτρων για ανάκτηση αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις συνίστανται κατά κανόνα στο ολικό ποσό που συμφωνήθηκε για την ενοικιαγορά αφαιρεμένων των ποσών που πληρώθηκαν ως δόσεις, των καθυστερημένων δόσεων, μείον διάφορες εκπτώσεις συναποτελούμενες από το προϊόν της πώλησης του εμπορεύματος μετά την ανάκτηση κατοχής από τον πωλητή ή την αξία αυτού κατά το χρόνο παραλαβής και το ποσό της ενάσκησης του δικαιώματος ενοικιαγοράς. Μετά τον τερματισμό δεν τίθεται θέμα ανάκτησης δόσεων με βάση το συμβόλαιο διότι το συμβόλαιο έπαψε να υφίσταται και σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να αναζητηθεί τόκος 8% επί των καθυστερημένων δόσεων μετά τον τερματισμό. Τα επίδικα αντικείμενα είναι στην κατοχή της εναγόμενης 1, δεν έχουν ακόμη επιστραφεί παρόλο που δια του τεκμηρίου 2 οι ενάγοντες έχουν ζητήσει την επιστροφή τους. Οι ενάγοντες δικαιούνται να πωλήσουν με δημόσιο πλειστηριασμό τα αντικείμενα ως ιδιοκτήτες και να χρησιμοποιήσουν προς όφελος του μισθωτή και προς πίστη του οποιοδήποτε ποσό ανακτηθεί από τον πλειστηριασμό μειώνοντας έτσι το υπόλοιπο της οφειλής. Οι ενάγοντες έχουν συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησης τους αξίωση για έκδοση διαταγμάτων παράδοσης και πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό των επίδικων αντικειμένων ενοικιαγοράς. Οι ενάγοντες είχαν επίσης εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση με υποθήκη ακινήτου οι λόγοι για τους οποίους ζητήθηκε αξιολογήθηκαν ανωτέρω. Οι ενάγοντες ζητούν επίσης διάταγμα εκποίησης της υποθήκης. Κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην πιο πάνω θεραπεία γι΄ αυτό και εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, τα έσοδα βεβαίως από την πώληση αυτή θα διατεθούν έναντι του λαβείν των εναγόντων. Νοείται βέβαια ότι εάν υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο αυτό θα διατεθεί προς όφελος των εναγομένων. Με βάση τις αποφάσεις Interoffic Telephones Ltd v. Robert Freeman Co. Ltd
(1957)3 All ER 482 και Overstone v. Shipway
(1962)1 All ER 52 είναι απόλυτα ορθό να αφαιρείται υπό μορφή έκπτωσης (rebate) ένα πόσο λόγω της επιταχυνόμενης απόδοσης των αποζημιώσεων στους ενάγοντες αντί της σταδιακής είσπραξης του ποσού με δόσεις αν το συμβόλαιο συνεχιζόταν κανονικά. Η έκπτωση δεν επιδέχεται επακριβούς μαθηματικής προσέγγισης και το ποσό θα πρέπει να καθοριστεί από το Δικαστήριο ως το λογικό εκείνο ποσό που θα ήταν δίκαιο να αφαιρεθεί έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες δεν λαμβάνουν πίσω μέρος του κεφαλαίου τους νωρίτερα αφού σύμφωνα με το τεκμήριο 1 εάν οι δόσεις πληρώνονταν κανονικά αυτό θα εξοφλείτο με 60 μηνιαίες δόσεις της πρώτης δόσης αρχομένης στις 06.04.00 άρα η τελευταία δόση θα έπρεπε να πληρωθεί στις 06.03.
- Η προθεσμία αυτή έχει παρέλθει χωρίς οι ενάγοντες να λάβουν πίσω το κεφάλαιο τους γι' αυτό και στην συγκεκριμένη περίπτωση το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε έκπτωση. Ενόψει αυτής της κατάληξης του Δικαστηρίου δεν πραγματεύομαι τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί παρανομίας στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας όπως και τη θέση τους ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο όντως κατέληγε ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική τότε θα έπρεπε όχι μόνο να την κηρύξει άκυρη αλλά και παράνομη γεγονός το οποίο θα σήμαινε ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τα χρήματα τα οποία έχουν ήδη καταβάλει στους εναγόμενους κάτω από οποιαδήποτε βάση αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και /ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: (α) Λ.Κ.6.636,80 που είναι τα ληγμένα ενοίκια μέχρι την ημερομηνία τερματισμού με τόκο 9% επί κάθε καθυστερημένης δόσης από 06.04.00 μέχρι 24.10.
- (β) Λ.Κ.13.882,50 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής δηλαδή από 16.11.
- (γ) Εναντίον της εναγόμενης 1 εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, για επιστροφή των επιδίκων αντικειμένων και πώληση τους με δημόσιο πλειστηριασμό. Ο χρόνος για συμμόρφωση καθορίζεται στις 15 ημέρες από την επίδοση του σχετικού διατάγματος. (δ) Εναντίον του εναγόμενου 2 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Γ της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, για εκποίηση της υποθήκης. (δ) Τα έξοδα της παρούσας αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο