← Κύπρος

Larissa Iourevra Potapenko ν. COUNTRY ISLAND MARKETING LTD, Αρ.αγωγής 4203/04, 13 Σεπτεμβρίου 2006

Larissa Iourevra Potapenko ν. COUNTRY ISLAND MARKETING LTD, Αρ.αγωγής 4203/04, 13 Σεπτεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 4203/04 Μεταξύ: Larissa Iourevra Potapenko, εκ Λάρνακας Ενάγουσας και COUNTRY ISLAND MARKETING LTD., εκ Λάρνακας Εναγομένων Ημερ.: 13 Σεπτεμβρίου 2006 Για την ενάγουσα: κος Α. Ζαχαρίου Για την εναγομένη εταιρεία: κος Χρ. Λάρκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αντιδικία στην παρούσα αγωγή κρίνεται ουσιαστικά η τύχη μιας κατοικίας στην οδό Βουλιαγμένης αρ. 14 στη Λάρνακα, την οποία διεκδικούν δύο οικογένειες Ρώσσων υπηκόων. Η συμφωνία για πώληση της κατοικίας ήταν γραπτή και προνοούσε για καταβολή τιμήματος εξ £180.000.

  1. Στη συμφωνία η οποία φέρει ημερομηνία 26.7.01, πωλήτρια ήταν η ενάγουσα και αγοράστρια η εναγομένη εταιρεία. Το ουσιώδες ζήτημα που διχάζει τους εμπλεκόμενους διαδίκους και εγείρεται προς δικαστική απόφανση είναι το εάν και κατά πόσο το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης καταβλήθηκε ή όχι. Η ΄Εκθεση Απαίτησης είναι λιτή. Σύμφωνα με αυτήν το τίμημα πώλησης θα καταβαλλόταν ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας οπότε και θα παραδιδόταν η κατοχή της κατοικίας στην εναγομένη. Παρά ταύτα, ενώ η συμφωνία υπογράφηκε και ενώ η κατοχή παραδόθηκε, η εναγομένη δεν κατέβαλε το τίμημα οπότε με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 29.10.04, η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία. Διεκδικεί δε η ενάγουσα διάφορες θεραπείες τόσο αναγνωριστικής φύσεως, ως προς τη νομιμότητα του τερματισμού όσο και διατακτικής φύσεως για την παράδοση της κατοικίας, καταβολή αποζημιώσεων και ενδιάμεσων κερδών. Με την υπεράσπιση της, η εναγομένη εταιρεία παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας και την παραλαβή της κατοχής της κατοικίας, ισχυρίζεται όμως ότι το προνοούμενο στη συμφωνία τίμημα των £180.000.00 καταβλήθηκε ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας και ότι η ίδια η υπογραφή της ενάγουσας επιμαρτυρεί την είσπραξη του. Αρνείται η ενάγουσα ότι οχλήθηκε ποτέ για μη πληρωμή του τιμήματος ενώ την αναφερόμενη στην Απαίτηση επιστολή, ουδέποτε την παρέλαβε ή αυτή ουδέποτε εστάλη νόμιμα, κατά τρόπο που να συνιστά τερματισμό της συμφωνίας. Περαιτέρω, η εναγομένη εταιρεία ισχυρίζεται ότι μετά την ανάληψη κατοχής προέβηκε με δικά της έξοδα σε σημαντικές βελτιώσεις, ανακαινίσεις κλπ. στην κατοικία, συνολικού κόστους £95.000.
  2. ΄Οτι αυτό το γεγονός έχει προκαλέσει αύξηση της αξίας της κατοικίας κατά £130.000.00 σε σχέση με την αξία της κατά τη σύναψη της συμφωνίας και για τούτο με Ανταπαίτηση την οποία προβάλλει, η εναγομένη διεκδικεί την καταβολή σ΄ αυτήν του ποσού των £130.000.00 στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η επίδικη συμφωνία τερματίσθηκε, σαν ποσό το οποίο αδίκως θα προσπορισθεί η ενάγουσα και/ή κατά το οποίο αδικαιολόγητα θα πλουτίσει. Η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση δεν συνεκδικάσθηκαν με προσκόμιση κοινής μαρτυρίας και έτσι δόθηκε μαρτυρία ως ακολούθως: Σε σχέση με την Απαίτηση έδωσαν μαρτυρία υπέρ της ενάγουσας ο σύζυγος της Ν. Potapenko, η ίδια η ενάγουσα και ο λογιστής - ελεγκτής της εναγομένης κ. Λ. Αποστόλου, ενώ υπέρ της εναγομένης έδωσαν μαρτυρία η διευθυντής της κα Tatiana Doronina και η θυγατέρα της κα Anna Doronina. Για την Ανταπαίτηση έδωσε μαρτυρία ο κ. Ν. Μασούρας, πολιτικός μηχανικός, ο κ. Ν. Αίαρ, σύζυγος της Anna Doronina και για την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, έδωσε μαρτυρία ο N. Potapenko. Στη δική του μαρτυρία για την Απαίτηση ο σύζυγος της ενάγουσας Ν. Potapenko, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής της εναγομένης μεταξύ των ετών 2000 - 2003 κατάθεσε ότι υπέγραψε ο ίδιος την επίδικη συμφωνία ημερ. 26.7.2001 (Τεκμ.1) σαν διευθυντής και εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας. Η συμφωνία προνοούσε ότι το τίμημα «θα πληρωθεί σήμερα» αλλά δεν πληρώθηκε ποτέ. Η εναγομένη εταιρεία ανήκε στον κ. Doroni όταν ο ίδιος ήταν διευθυντής και από τον Απρίλιο 2002 η οικογένεια του κ. Doroni κατοικεί στην επίδικη οικία χωρίς να πληρώνει ενοίκιο. Κατά την αντεξέταση, στο μάρτυρα υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις ως προς τη σημασία του συγκεκριμένου όρου ο οποίος προνοούσε για την καταβολή του τιμήματος με την υπογραφή της συμφωνίας και ως προς τις γενικότερες συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκε η συμφωνία. Η συμφωνία υπογράφηκε στο γραφείο του λογιστή Λάκη Αποστόλου στη Λάρνακα και παρόντες ήσαν ο ίδιος, η ενάγουσα - σύζυγος του, ο κ. Αποστόλου και η υπάλληλος του κ. Αποστόλου, Ντίνα Μουσικού. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι ο σχετικός όρος στη συμφωνία σήμαινε ότι το τίμημα καταβλήθηκε μαζί με τις υπογραφές, πράγμα που ο μάρτυρας αρνήθηκε λέγοντας ότι ο σχετικός όρος σήμαινε ότι το αντίτιμο θα πληρωνόταν εκείνη την ημέρα μετά τις υπογραφές. Υποβλήθηκε τότε στο μάρτυρα ότι καταλάβαινε πλήρως την έννοια του όρου, που ήταν ότι εκείνη τη στιγμή είχε δώσει το τίμημα της συμφωνίας, υποβολή που επίσης απέρριψε. Σύμφωνα με τον ίδιο μάρτυρα, ο κ. Doroni όταν αποφάσισε να αγοράσει την οικία, δεν ήθελε να φαίνεται ο ίδιος σαν αγοραστής επειδή υπηρετεί στη Ρωσσία σαν μόνιμος στρατιωτικός με χαμηλό μισθό, οπότε θα έπρεπε να εξηγήσει πού βρήκε τα χρήματα. Γι΄ αυτό και ζήτησε να εγγραφεί στο όνομα της εταιρείας. Υπόγραψε δε ο ίδιος και η σύζυγος του το αγοραπωλητήριο έγγραφο επειδή τους παρακάλεσε ο κ. Doroni για να μπορέσει να εξασφαλίσει άδεια εισόδου και παραμονής στην Κύπρο για τη σύζυγο και τη θυγατέρα του, υποσχόμενος ότι ύστερα θα τους πλήρωνε. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι εκ μέρους της ενάγουσας υπογράφηκαν διάφορα έγγραφα μεταγενέστερα με τα οποία θα γινόταν η μεταβίβαση της οικίας, εξηγώντας ότι αυτά έγιναν έτσι ώστε όλα να ήσαν έτοιμα όταν θα πληρωνόταν το τίμημα, να γινόταν η μεταβίβαση. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι μια από δύο εταιρείες τις οποίες έχει στη Ρωσσία, εισέπραξε, ή αυτή η ο ίδιος, το ποσό των $336.000, δηλαδή το ποσό του τιμήματος στη Ρωσσία, υποβολή την οποία ο μάρτυρας απέρριψε. Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, ο λόγος για τον οποίο περίμεναν τόσο μεγάλο διάστημα προτού διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους, ήταν ότι έδειξαν καλή θέληση, ήθελαν να αποφύγουν τα Δικαστήρια. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2004, προσπαθούσε να επικοινωνεί με τον κ. Doroni στη Ρωσσία ζητώντας του τα χρήματα. Αυτός όμως έλεγε ότι δεν ήταν ακόμα έτοιμος, ενώ αργότερα του έκλεινε το τηλέφωνο. Στη δική της μαρτυρία η ενάγουσα κατάθεσε πως δεν πληρώθηκε κανένα ποσό για την πώληση της κατοικίας της ενώ σ΄ αυτήν εγκαταστάθηκε η οικογένεια Doroni κατά τον Απρίλιο
  3. Ο κ. Doroni διαβεβαίωνε συνεχώς το σύζυγο της και ο σύζυγος της με τη σειρά του την ίδια, ότι θα πλήρωνε το τίμημα μέχρι το Σεπτέμβριο 2004, γι΄ αυτό και υπόγραψε η ίδια διάφορα βοηθητικά έγγραφα, όχι όμως τελικά έγγραφα για τη μεταβίβαση. Στην πρεσβεία της Κύπρου στη Μόσχα είχε πάει τον Ιούνιο 2004 να υπογράψει κάποια έγγραφα που της είχε ζητήσει να υπογράψει ο λογιστής κ. Αποστόλου για να μπορούσε η οικογένεια Doroni να πηγαινοερχόταν στην Κύπρο. Δεν γνωρίζει όμως το ακριβές περιεχόμενο τους. Καταθέτοντας, ο λογιστής κ. Ν. Αποστόλου δήλωσε ότι πράγματι η επίδικη συμφωνία συντάχθηκε από το γραφείο του και υπογράφηκε σ΄ αυτό, στην παρουσία του. ΄Οπως εξήγησε, ο όρος στη συμφωνία με τον οποίο το τίμημα πώλησης πληρώνεται με την υπογραφή, είναι όρος ο οποίος πάντα περιλαμβάνεται σε τέτοια συμβόλαια. ΄Ομως, στη δική του παρουσία κανένα ποσό δεν πληρώθηκε έναντι του τιμήματος, ούτε καταχωρήθηκε ποτέ στα λογιστικά βιβλία της εναγομένης εταιρείας η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού για τέτοιο σκοπό. ΄Οπως είπε, η εναγομένη εταιρεία συστάθηκε κατόπιν απαίτησης του κ. Doroni επειδή δεν ήθελε να εγγραφεί στο δικό του όνομα η κατοικία, αλλά να συσταθεί εταιρεία, στο όνομα της οποίας και να εγγραφεί. Λήφθηκαν δε διάφορα προκαταρκτικά διαβήματα για τη μεταβίβαση της οικίας, εισπράχθηκαν και τα μεταβιβαστικά τέλη από τον κ. Doroni, αλλ' ενώ παρέμεινε να γίνει μόνο η φορολογική εκκαθάριση, η ενάγουσα κατά τον Σεπτέμβρη 2004 ειδοποίησε το γραφείο του μάρτυρα να σταματήσει τις διαδικασίες μεταβίβασης διότι δεν είχε ακόμα πληρωθεί. ΄Οταν ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσο είχε ετοιμασθεί και πληρεξούσιο για μεταβίβαση, το οποίο υπογράφηκε από την ενάγουσα στην Κυπριακή πρεσβεία στη Μόσχα, απάντησε πως νομίζει ότι έγινε αυτό, γίνονταν οι διαδικασίες για μεταβίβαση, αλλά κατά τον Σεπτέμβριο ειδοποίησε η ενάγουσα να σταματήσουν διότι δεν είχε πάρει τα χρήματα. Στη δική της μαρτυρία η Tatiana Doronina κατάθεσε ότι κατέστη διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας από τις 12.10.
  4. Σε μια επίσκεψη της στην Κύπρο για διακοπές, ο σύζυγος της ενάγουσας και η ίδια τους είπαν ότι ήθελαν να πωλήσουν το σπίτι τους στη Λάρνακα. Τελικά, ο σύζυγος της μάρτυρος αποφάσισε να το αγοράσει ο ίδιος. Ο σύζυγος της είναι στρατιωτικός στη Ρωσσία και πώλησε το εξοχικό τους σπίτι και το αυτοκίνητο του στη Μόσχα για να μπορέσει να πληρώσει. ΄Οπως εξήγησε η μάρτυρας, έγινε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και τα χρήματα πληρώθηκαν στη Μόσχα. Ανκαι αυτό ίσως φαίνεται παράξενο, όπως είπε, στη Ρωσσία δίνεις πρώτα τα χρήματα και μετά γίνεσαι ιδιοκτήτης. Την άνοιξη του 2001, πριν το Πάσχα, έδωσαν τα χρήματα στο γραφείο του κ. Potapenko στη Μόσχα. Η συμφωνία έγινε στις 26.7.01 στο γραφείο Λάκη Αποστόλου και από την ημερομηνία εκείνη διαμένει στην επίδικη κατοικία στην οποία έκτοτε προέβηκαν σε πολλές επιδιορθώσεις και ανακαινίσεις και για τη μεταβίβαση της πλήρωσαν και το ποσό των £13.000.00 στον κ. Αποστόλου, χωρίς όμως να γίνει ποτέ η μεταβίβαση. Κατά την αντεξέταση, η μάρτυρας κατόπιν πιεστικών ερωτήσεων, δέχθηκε ότι ο σύζυγος της αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στη Ρωσσία όπου διαμένει, αλλά, όπως είπε, δεν είναι ένοχος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Ερωτηθείσα πότε εγκαταστάθηκαν μέσα στην επίδικη κατοικία, απάντησε ότι αυτό έγινε 14 Ιουλίου 2002, ενώ την αγόρασαν την άνοιξη του 2001, και ήρθαν στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2001, οπότε συνήψαν τη συμφωνία. Σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, ο σύζυγος της ενώ είναι στρατιωτικός, ασκεί και το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών, παράνομα. Ο κ. Potapenko εκμεταλλευόμενος αυτό το γεγονός, απειλούσε το σύζυγο της ότι θα τον κατάγγελλε για τούτο εάν δεν του κατάβαλλε και άλλα χρήματα και πράγματι τον κατάγγειλε. ΄Οταν ο σύζυγος της είχε πληρώσει το τίμημα πώλησης κατά την άνοιξη του 2001, δεν ζήτησε απόδειξη ανκαι αυτό συνηθίζεται στη Μόσχα, διότι δυστυχώς ο σύζυγος της εμπιστεύεται τους πάντες και τον κ. Potapenko. ΄Οταν ρωτήθηκε η μάρτυρας κατά πόσο ο σύζυγος της ήταν παρών κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και υπόγραψε ο ίδιος, απάντησε καταφατικά. Ρωτήθηκε αν υπέγραψε στην παρουσία της και πάλιν απάντησε καταφατικά. Υποβλήθηκε τότε στη μάρτυρα ότι ψεύδεται διότι ο σύζυγος της δεν ήταν παρών, ούτε ήταν στην Κύπρο τον Ιούλιο του
  5. Αυτή τότε απάντησε πως ίσως να μη χρειαζόταν η υπογραφή του στο συγκεκριμένο έγγραφο. Της υποβλήθηκε ξανά ότι δεν υπέγραψε τίποτε ο σύζυγος της διότι ήταν στη Ρωσσία. Απάντησε η μάρτυς τότε ότι ίσως όχι το συγκεκριμένο έγγραφο, υπόγραψε όμως άλλα έγγραφα. Αργότερα στην αντεξέταση, η μάρτυς αυτή τη φορά είπε ότι έμειναν στην επίδικη κατοικία τρεις μήνες από τον Ιούλιο του 2001 μέχρι το Σεπτέμβριο οπότε έφυγαν για τη Ρωσσία και επανήλθαν τον Δεκέμβριο. Ως προς την πληρωμή, επέμεινε ότι ο σύζυγος της είχε πληρώσει σε μετρητά, σε δολλάρια Η.Π.Α. κάπου $330.
  6. Αυτά τα χρήματα τα έδωσε στον κ. Potapenko στη Μόσχα πριν από τη σύναψη της συμφωνίας και είναι χρήματα τα οποία τα κέρδισε από την εργασία του σαν εργολάβος οικοδομών, τα φύλαγε για χρόνια σε μετρητά στο σπίτι, διότι είναι δύσκολο να διατηρείς χρήματα σε τράπεζα. ΄Οταν ρωτήθηκε γιατί πώλησαν το εξοχικό και το αυτοκίνητο στη Μόσχα για να μαζέψουν τα χρήματα για το σπίτι, αφού είχαν ήδη αυτές τις οικονομίες, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτά δεν πωλήθηκαν αποκλειστικά γι΄ αυτό το σκοπό, αλλά για να έχουν και κάποια χρήματα και αφού δεν χρειάζονταν το εξοχικό τώρα που αγόρασαν την οικία στην Κύπρο. Μετά που η μάρτυρας είπε ότι συγχύστηκε με κάποιες ημερομηνίες, ρωτήθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας για να διευκρινίσει, πότε ήταν που αγόρασαν την επίδικη κατοικία,αν ήταν κατά το 2001 ή κατά το
  7. Απάντησε τότε η μάρτυρας ότι το αγόρασε ο σύζυγος της την άνοιξη του 2002, πριν από το Πάσχα. Ρωτήθηκε τότε πώς συμβαίνει να υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία κατά τον Ιούλιο του 2001, γεγονός που είναι παραδεκτό στην Υπεράσπιση. Απάντησε η μάρτυρας ότι το έγγραφο εκείνο δεν το γνωρίζει, ότι υπογράφηκε το 2001.΄Ισως το έγγραφο, όπως είπε, να μην είναι αυθεντικό. Ερωτηθείσα τότε ξανά, να διευκρινίσει πότε ήταν που, όπως ισχυρίζεται, ο σύζυγος της πλήρωσε σε μετρητά τις $330.000, η μάρτυρας απάντησε χωρίς περιστροφές ότι αυτό έγινε την άνοιξη του
  8. Σύμφωνα δε με την τελική θέση την οποία πρόβαλε η μάρτυρας, η όλη υπόθεση ήταν εξ΄ αρχής προγραμματισμένη από το σύζυγο της ενάγουσας, ο οποίος αξιοποίησε το γεγονός ότι ο σύζυγος της είναι στρατιωτικός και θα μπορούσε να τον εκμεταλλευτεί απειλώντας τον με αποκαλύψεις. Καταθέτοντας η Anna Doronina, θυγατέρα της προηγούμενης μάρτυρος και γραμματέας της εναγομένης εταιρείας από το 2004, ρωτήθηκε μεταξύ άλλων, αν γνωρίζει πότε πληρώθηκε το αντίτιμο για την επίδικη κατοικία. Απάντησε ότι αυτό έγινε κατά το 2002, πριν από το Πάσχα. ΄Οτι η πληρωμή έγινε στο γραφείο του κ. Potapenko στη Μόσχα για ποσό $330.000 σε μετρητά. Η ίδια δεν ήταν παρούσα, όπως είπε, αλλά της το είπε αυτό ο πατέρας της. ΄Ηρθε, όπως είπε στο διαμέρισμα όπου διέμεναν στη Μόσχα, χαρούμενος και τους είπε ότι πλήρωσε για το σπίτι. Ακολούθως, ο κ. Potapenko εισηγήθηκε στον πατέρα της να ιδρύσει στην Κύπρο υπεράκτια εταιρεία στην οποία να αποστέλλει χρήματα, όπως και έγινε. Ο κ. Potapenko óμως, ο οποíος εíχε δικαíωμα ανάληψης στην εταιρεία, έπαιρνε απ΄ αυτά τα χρήματα για τον ίδιο και όταν ο πατέρας της ανακάλυψε ότι έλειπαν περί τα $120.000, ο κ. Potapenko του είπε ότι τα δανείστηκε για ένα θέμα ζωής ή θανάτου και θα του τα επέστρεφε στη Μόσχα το συντομότερο. Αυτό έγινε τον Μάϊο 2003 και ενώ ο πατέρας της ανέμενε ανεκτικά να πληρωθεί, ο κ. Potapenko του είπε ότι δεν επρόκειτο να τον πληρώσει και μάλιστα θα έλεγε ότι ούτε για το σπίτι πλήρωσε. ΄Αρχισε τις απειλές απαιτώντας $1 εκατομμύριο διαφορετικά θα τον κατάγγελλε στις Μυστικές Υπηρεσίες της Ρωσσίας και τον Ερυθρό Αστέρα ότι ενώ ήταν στρατιωτικός ασκούσε δεύτερο επάγγελμα. Τελικά τον κατάγγειλε και σαν αποτέλεσμα αντιμετωπίζει προβλήματα με τις αρχές, βρίσκεται κάπου υπό κράτηση. Ρωτήθηκε περαιτέρω στην αντεξέταση η μάρτυρας κατά πόσο είχαν έρθει στην Κύπρο κατά τον Ιούλιο 2001 και απάντησε πως ήρθαν τον Αύγουστο του 2001 για τρεις εβδομάδες και έμειναν σε ξενοδοχείο. Τότε τους κάλεσε ο κ. Potapenko και είδαν το σπίτι το οποίο, όπως είπε η μάρτυρας, το αγόρασαν το Πάσχα του
  9. Ρωτήθηκε αν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή, οπότε απάντησε τώρα πως ήταν Ιούλιος του 2002, έμεναν στο κέντρο της πόλης, αλλά η ίδια δεν πήγε στο γραφείο. Κατά τον Ιούλιο 2002 πρόσθεσε, έμεναν στην επίδικη κατοικία. ΄Οταν η μάρτυρας κλήθηκε και κοίταξε το αγοραπωλητήριο έγγραφο - τεκμήριο 1 στο οποίο αναγράφεται ημερομηνία 26 Ιουλίου 2001, η μάρτυρας απάντησε ότι ναι, λέει αυτό το έγγραφο, αλλ΄ όμως η χρονολογία στο τέλος του εγγράφου φαίνεται να είναι διορθωμένη με tipp-ex. ΄Οταν της υποβλήθηκε ότι υπογράφηκε κατά τον Ιούλιο του 2001, η μάρτυρας απέρριψε αυτή την υποβολή. ΄Οταν της υποδείχθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας ότι η ίδια ημερομηνία 26.7.01 αναγράφεται καθαρά και στην πρώτη σελίδα του εγγράφου, η μάρτυρας είπε πως είναι λάθος. Εκ μέρους των εναγομένων στην Ανταπαίτηση κατάθεσε ο κ. Ν. Μασούρας, πολιτικός μηχανικός. ΄Οπως είπε, τον κ. Doroni μαζί με την κόρη του τον είχε φέρει στο γραφείο του ο σύζυγος της ενάγουσας κατά το Μάϊο 2002 για να του αναθέσει κάποιες επιδιορθώσεις / ανακαινίσεις στην επίδικη κατοικία. Μετά που τέλειωσε η συζήτηση, ο κ. Potapenko είπε στο μάρτυρα ότι ήθελε να πάει σε ένα αρχιτέκτονα για να του αναθέσει την εργασία στην οικία, την οποία, όπως του ανάφερε, την είχε πωλήσει στον κ. Doroni και είχε πληρωθεί γι΄ αυτήν $330.000, τα οποία ο κ. Doroni του είχε δώσε σε μετρητά στη Ρωσσία. Αυτή η συζήτηση έγινε στην απουσία τον κ. Doroni ο οποίος είχε εξέλθει από το γραφείο τον μάρτυρα. Ακολούθως, ο μάρτυρας υπέβαλε προσφορά για τις εργασίες στο όνομα του κ. Bladimir Doroni. ΄Οπως εξήγησε στην αντεξέταση ο μάρτυρας, ο κ. Potapenko του είχε πει ότι πώλησε το σπίτι και πληρώθηκε, χρειαζόταν όμως ανακαινίσεις, οπότε ο μάρτυρας τον ρώτησε γιατί δεν ανάθετε του ίδιου. Ο κ. Potapenko είπε πως ξέχασε, οπότε φώναξε πίσω τον κ. Doroni και του είπε να αναθέσει στο μάρτυρα. Επίσης σαν μάρτυρας στην Ανταπαίτηση, κατάθεσε ο κ. Ν. Αίαρ, σύζυγος της Anna Doroniηα. Κατά τον Απρίλιο του 2002, όπως είπε, ο κ. Potapenko, τον οποίο γνώριζε, του σύστησε τον κ. Doroni σαν τον νέο ιδιοκτήτη του σπιτιού του. Καταθέτοντας σαν μάρτυρας υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ο κ. Potapenko ισχυρίστηκε πως το μόνο που έκανε σχετικά με τον κ. Μασούρα, ήταν να του συστήσει τον κ. Doroni κατά τον Μάϊο 2002, διότι θα ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του σπιτιού του στο μέλλον, χωρίς να συζητήσουν για την τιμή ή την πληρωμή του σπιτιού. Αυτά ήταν, συνοπτικά τα κύρια σημεία μαρτυρίας. Αγορεύοντας, ο κ. Λάρκου για τους εναγόμενους, εισηγήθηκε ότι η εκδοχή περί μη πληρωμής του τιμήματος δεν πείθει, αφού ούτε μια επιστολή στάληκε ζητώντας πληρωμή, ενώ πληρώθηκαν ακόμα και τα τέλη μεταβίβασης ύψους £13.000 από τον αγοραστή, πράγμα αδιανόητο αν δεν είχε πληρωθεί πρώτα το τίμημα. Είναι επίσης η παραδοχή του συζύγου της ενάγουσας προς τον κ. Μασούρα, ότι πληρώθηκε στη Μόσχα σε μετρητά. Εξ΄ άλλου, εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγομένων, οι ίδιοι οι όροι την επίδικης συμφωνίας υποδηλώνουν ξεκάθαρα ότι είχε πληρωθεί το τίμημα πώλησης, ενώ δεν τέθηκε κανένας ισχυρισμός που να αμφισβητεί αυτό το γεγονός ούτε και είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας σε τέτοια περίπτωση. Η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της δημιούργησε κώλυμα ( estoppel ) και δεν μπορεί να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες. Περαιτέρω, ενώ η ίδια η συμφωνία προνοεί για τον τρόπο τερματισμού της ( όρος 8 ), η επιστολή στάληκε σε άλλη διεύθυνση και επομένως δεν συντελέστηκε νόμιμος τερματισμός. Στη δική του αγόρευση, ο συνήγορος της ενάγουσας, σχολιάζοντας πρώτα την Ανταπαίτηση, εισηγήθηκε ότι δεν έχει δοθεί ίχνος μαρτυρίας ως προς την κατ΄ ισχυρισμό αύξηση της αξίας της κατοικίας, ενώ δόθηκε κάποια ισχνή μαρτυρία ως προς ανακαινίσεις και επιδιορθώσεις. Η ίδια η κα Doronina δεν έδωσε λεπτομερή στοιχεία, ο εργολάβος δεν παρουσίασε ούτε την προσφορά, ούτε αποδείξεις πληρωμής. Και αν ακόμα αποδεικνυόταν η δαπάνη ποσού £95.000 για ανακαινίσεις / επιδιορθώσεις και πάλι δεν αποδεικνύεται η Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικείται ποσό £130.000 που προστέθηκε στην αξία της κατοικίας. Ως προς την προβαλλόμενη παραδοχή του συζύγου της ενάγουσας προς τον κ. Μασούρα, αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σαν υπεράσπιση στην Απαίτηση, αφού ο κ. Μασούρας ήταν μάρτυρας όχι στην Απαίτηση, αλλά στην Ανταπαίτηση. Ως προς την Απαίτηση, ο κ.Ζαχαρίου υπέβαλε ότι είναι αποδεκτή η λήψη εξωγενούς μαρτυρίας η οποία, σύμφωνα με νομολογία, μπορεί να δοθεί σαν προφορική μαρτυρία, ότι είχαν δοθεί ή όχι χρήματα έναντι γραπτής συμφωνίας. Εδώ δόθηκε, χωρίς ένσταση, μαρτυρία ότι καθόλου χρήματα δεν πληρώθηκαν με την υπογραφή της συμφωνίας και αυτό επιβεβαιώθηκε και από τον ανεξάρτητο μάρτυρα - λογιστή κ. Αποστόλου. Ο συνήγορος των εναγομένων αναφέρθηκε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων των εναγομένων από τα οποία, κατά την εισήγηση του, παρουσιάζονται αντιφάσεις, συγχύσεις και γενικά αναξιοπιστία. Ως προς την ορθότητα ή μη του τερματισμού της συμφωνίας, ο συνήγορος της ενάγουσας υπέβαλε ότι ορθά είχε σταλεί η επιστολή τερματισμού στη διεύθυνση όπου διέμενε η κα Doronina που, όπως η ίδια δέχθηκε, εκπροσωπούσε την εταιρεία σαν διευθυντής της. Εν πάση δε περιπτώσει, έγινε δεκτή η λήψη της επιστολής, εξ ου και οι εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 9.11.
  10. Και αν ακόμα πρόσθεσε, δεν έγινε νόμιμα ο τερματισμός, σύμφωνα με τη νομολογία η ίδια η καταχώρηση της αγωγής θεωρείται ότι τερμάτισε τη συμφωνία. Θα εξετάσω πρώτα την Ανταπαίτηση. Η Ανταπαίτηση Θα πρέπει ευθύς εξ΄ αρχής να λεχθεί ότι η Ανταπαίτηση δεν μπορεί παρά να αποτύχει, για μια σειρά από λόγους. Κατ΄ αρχήν εκείνο το οποίο διεκδικείται στην Ανταπαίτηση είναι: « Α. Ποσό Λ.Κ.130.000 ως αξία ή/και υπεραξία που προστέθηκε στο επίδικο ακίνητο ή και οικία ή/και ως ποσό που αντιστοιχεί στην προσπορισθείσα στην ενάγουσα αξία ή /και όφελος από άκυρη ή/και τερματισθείσα συμφωνία ή/και ως αδικαιολόγητος πλουτισμός ή/και άλλως πως ». Προηγουμένως στο δικόγραφο της, η εναγομένη εταιρεία προβάλλει (στην παρα.14) τον ισχυρισμό ότι προέβηκε σε προσθήκες, βελτιώσεις κλπ. στην οικία, συνολικού κόστους £95.000.
  11. Βεβαίως στην παρα.10, ανεβάζει αυτό το κόστος σε « πέραν των Λ.Κ.100.000 ». Βασιζόμενη, λοιπόν, σ΄ αυτούς τους ισχυρισμούς, η εναγομένη στην παρα.15 λέει ότι λόγω αυτών των έργων, η αξία του όλου ακινήτου « επαυξήθηκε κατά ποσό εκ £130.000.00 πέραν της αξίας που είχε κατά το χρόνο της επίδικης συμφωνίας ή/και προ των εν λόγω βελτιώσεων ή/και αλλαγών ». Με αυτά σαν δεδομένα, για να επιτύγχανε η εναγομένη στην Ανταπαίτηση της θα έπρεπε να αποδείξει με έγκυρη και αξιόπιστη μαρτυρία τα ακόλουθα: α. Σε ποιές ακριβώς επί μέρους εργασίες προσθηκών, βελτιώσεων κλπ. προέβηκε. β. Πόσα στοίχισε αναλυτικά κάθε εργασία, τόσο επί μέρους όσο και συνολικά. γ. Αποδείξεις πληρωμής για τα πιο πάνω ποσά. δ. ΄Εκθεση εκτίμησης ως προς την αξία του ακινήτου ή έστω μαρτυρία πραγματογνώμονα ή προσώπου που θα μπορούσε, λόγω κάποιων προσόντων, να εκφέρει γνώμη ως προς την αξία του ακινήτου μετά από τη διενέργεια των βελτιωτικών έργων. Μαρτυρία δηλαδή από την οποία να καταδεικνύεται ότι λόγω της διενέργειας των έργων, η αξία του ακινήτου, που ήταν £180.000 όταν αγοράσθηκε, επαυξήθηκε κατ΄ άλλες £130.000.00 με τη δαπάνη £95.000.00 για τα έργα. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως καμιά μαρτυρία ως προς τα πιο πάνω απαραίτητα στοιχεία, δόθηκε. Ο μόνος μάρτυρας που κατάθεσε ως προς το θέμα των βελτιωτικών έργων στην Ανταπαίτηση, ήταν ο εργολάβος Ν. Μασούρας, ο οποίος κατά γενική παραδοχή, ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκαν οι εργασίες. ΄Ομως, ο μάρτυρας σε τίποτε το συγκεκριμένο δεν αναφέρθηκε, παρά μόνο σε αόριστες αναφορές και κανένα έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο κατέθεσε από το οποίο να αποδεικνύεται το ακριβές είδος και κοστολόγηση κάθε εργασίας, το συνολικό κόστος και το κυριότερο, η πληρωμή, της αξίας των εργασιών από την εναγομένη εταιρεία ή από πρόσωπο που ενεργούσε εκ μέρους της. Ως προς το θέμα της ισχυριζόμενης δε υπεραξίας, δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας. Η ίδια η διευθύντρια της εναγομένης κα Doronina ήταν μάρτυρας υπεράσπισης στην Απαίτηση, όχι στην Ανταπαίτηση, αλλ΄ εν πάση περιπτώσει, οι όποιες αναφορές στις οποίες προέβηκε στη μαρτυρία της για τέτοια θέματα ήταν τελείως απρόσφορες να αποδείξουν τα πιο πάνω στοιχεία ή οποιαδήποτε απ΄ αυτά. Για τούτο, αναπόφευκτα η Ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την Απαίτηση Η Απαίτηση Στην πτυχή της αγωγής η οποία σχετίζεται με την Απαίτηση, τα πράγματα ως προς την απόδειξη, δεν είναι το ίδιο εύκολα. Εδώ, έχουμε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές από τις οποίες δεν μπορεί παρά μόνο η μια να είναι αληθινή, ενώ η άλλη να είναι ένα δόλιο κατασκεύασμα. Το πρόβλημα έγκειται βέβαια στο ότι και οι δύο εκδοχές βασίζονται στις προφορικές μαρτυρίες εμπλεκομένων και δεν μπορούν να υποστηρικτούν από οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία, πλην βέβαια στοιχείων περιρρέουσας μαρτυρίας. Ανάλογα λοιπόν με την τελική κρίση του Δικαστηρίου, το αποτέλεσμα δεν μπορεί δυστυχώς παρά να είναι ένα: Είτε ότι ενάγουσα και ο σύζυγος της δεν πήραν ποτέ τα χρήματα, οπότε ψεύδονται σκαιώς οι μάρτυρες της εναγομένης προσπαθώντας να εξαπατήσουν, ή ότι η ενάγουσα και ο σύζυγος της ψεύδονται σκαιώς αρνούμενοι ότι πήραν τα χρήματα ενώ τα είχαν πάρει και προσπαθούν να εξαπατήσουν. Με δεδομένο λοιπόν ότι είτε η μια πλευρά ενήργησε και ενεργεί δόλια, είτε η άλλη, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό ώστε να μη αδικήσει και περισσότερο, να μη επιβραβεύσει τον δόλο. Θα ασχοληθώ κατ΄ αρχήν με τη νομιμότητα ή μη του τερματισμού της συμφωνίας αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου. Ο τερματισμός αυτός ήταν κατά την εναγόμενη εταιρεία, παράτυπος και/ή παράνομος για λόγους τυπικούς και για λόγους ουσίας, ήτοι: α. Επειδή η επιστολή τερματισμού δεν αποστάληκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης εταιρείας, κατά παράβαση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου και/ή επειδή η επιστολή δεν αποστάληκε, όπως καθόριζε ο όρος 8 της επίδικης συμφωνίας. ( παρα.8(β) και (γ) της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης ) β. Επειδή ο τερματισμός ήταν αδικαιολόγητος και παράνομος αφού η εναγομένη είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της και είχε καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα. Ως προς τον πρώτο , διαζευκτικό ισχυρισμό, παρατηρώ τα εξής: Κατ΄ αρχή, δεν υποδείχθηκε στο Δικαστήριο κανένα συγκεκριμένο άρθρο του περί Εταιρειών Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου, κατά την εισήγηση, δεν τηρήθηκαν. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι στον περί Εταιρειών νόμο υπάρχουν διάφορες πρόνοιες για επίδοση διάφορων ειδοποιήσεων, εγγράφων κλπ. ανάλογα με την περίπτωση. Υπάρχει ακόμα η γενική πρόνοια στο Α.372 του Νόμου σύμφωνα με το οποίο: «... ΄Εγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.. » ΄Οπως όμως προκύπτει και από το ίδιο το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου αλλά και από γενικότερες αρχές του δικαίου των συμβάσεων, η ανωτέρω πρόνοια είναι δυνητική, όχι επιτακτική και επαφίεται στους συμβαλλομένους σε κάθε σύμβαση να συμφωνήσουν τον τρόπο επίδοσης οποιωνδήποτε ειδοποιήσεων προνοούνται σε σύμβαση. Στην επίδικη σύμβαση υπάρχει σχετικά ο όρος 8, το κείμενο του οποίου έχει ως εξής: " ANY NOTICE under this agreement given by the purchaser to the vendor may be effected by ordinary post to the vendor address mentioned herein or to his legal representative and any notice given to the purchaser by the vendor must be given by ordinary post to his advocate or legal representative. ....." Στην υπό εξέταση περίπτωση, η επιστολή ημερ. 29.10.04 των δικηγόρων της ενάγουσας (Τεκμ.2) με την οποία τερματιζόταν η σύμβαση, απευθύνθηκε προς την εναγομένη εταιρεία και αποστάληκε ταχυδρομικώς στη διεύθυνση της επίδικης οικίας όπου αποδεδειγμένα διέμενε η διευθύντρια της εταιρείας κα Doronina. Σύμφωνα με το όρο 8 ( ανωτέρω ) τέτοια ειδοποίηση μπορούσε να δοθεί ταχυδρομικώς στο δικηγόρο της εναγομένης ή στον αντιπρόσωπο της ( αdvocate or legal representative ). Η αποστολή, επομένως στη διεύθυνση της διευθύντριας της εταιρεíας σαν εκπροσώπου της εταιρείας, ήταν κατά την άποψη μου αρκούντως ικανοποιητική και έφθασε σίγουρα στον προορισμό της και λήφθηκε η περιεχόμενη σ΄ αυτήν ειδοποίηση, αφού η εναγομένη εταιρεία με την επιστολή της - τεκμήριο 3 γνωστοποίησε τη λήψη της και απάντησε στο περιεχόμενο της. Τελικά δε, αυτό είναι που έχει σημασία. Είναι όμως και το άλλο. Ξενίζει η έγερση αυτού του θέματος από την εναγομένη, αφού εν πάση περιπτώσει δεν ενήργησε ή ενεργεί στη βάση ότι η επίδικη συμφωνία βρίσκεται ακόμα σε ισχύ και ότι είναι η ενάγουσα που την παρέβη λόγω παράνομου τερματισμού της. Ούτε τη μεταβíβαση της οικíας αξιώνει, ούτε αποζημιώσεις λόγω παράβασης από την ενάγουσα ουσιώδους όρου, ούτε και οποιανδήποτε αναγνωριστικής φύσεως δήλωση ή θεραπεία διεκδικεί. Το μόνο που αξιώνει είναι τη θεραπεία στην Ανταπαίτηση η οποία και αυτή θα ήταν αποδοτέα μόνο σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας και όχι συνέχισης της ισχύος της. Θα εξετάσω τώρα την ουσία του θέματος της ορθότητας ή μη του τερματισμού της σύμβασης. Αυτό το θέμα συναρτάται βέβαια άμεσα και είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το κορυφαίο ζήτημα του εάν και κατά πόσο πληρώθηκε ή όχι το συμφωνηθέν τίμημα των £180.000.
  12. Η εκδοχή που πρόβαλαν η ενάγουσα και ο σύζυγος της είναι εκ της φύσεως της βέβαια απλή. Συνίσταται από τον ισχυρισμό ότι κανένα ποσό δεν πληρώθηκε προς την ενάγουσα σε μετρητά ή άλλως πως προς την ίδια ή το σύζυγο της. Από την άλλη, η εναγομένη εταιρεία προβάλλει τη θέση ότι έχει πληρωθεί σε μετρητά ολόκληρο το τίμημα πώλησης και για να αποδείξει αυτή της τη θέση, επικαλείται το ίδιο το κείμενο της επίδικης συμφωνίας και τεκμηριώνει με την προφορική μαρτυρία των μαρτύρων που παρουσίασε. Η εναγομένη εταιρεία επικαλείται τον όρο 2 της επίδικης συμφωνίας, εισηγούμενη ότι αυτός επιμαρτυρεί και την πληρωμή του τιμήματος, την οποία οι συμβαλλόμενοι αναγνώρισαν και επιβεβαίωσαν με την υπογραφή της συμφωνίας. Το ακριβές κείμενο του όρου 2 της συμφωνίας - τεκμηρίου 1 έχει ως εξής: « ΤΗΕ ΑGREED PRICE of the above described property is CYP 180.000.00 ( CYPRUS POUNDS hundred and eighty thousands ), which will be paid to the vendor by the purchaser today upon signing of the present agreement, the payment of which the vendor hereby acknowledges and confirms.." Στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης παρα 4(α) αναφέρονται και τα εξής: « (α) ΄Οτι το τίμημα πώλησης ήταν Λ.Κ.180.000.00, το οποίο όφειλε να καταβληθεί και καταβλήθηκε ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας με την οποία υπογραφή της συμφωνίας, η ενάγουσα ουσιαστικά επιβεβαίωνε την είσπραξη του τιμήματος προς πλήρη και τελική ικανοποίηση της...». ΄Οπως συνάγεται από την πιο πάνω αναφορά, είναι η θέση της εναγομένης ότι το τίμημα καταβλήθηκε ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας. Αυτή τη θέση κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί και ο συνήγορος της εναγομένης, όπως εκφράζεται στον όρο 2 του εγγράφου και να μη δεχθεί άλλη εξωγενή μαρτυρία. Σε σχέση με τούτα όμως, θα πρέπει να παρατηρήσω τα ακόλουθα: ΄Οπως επανειλημμένα έχει τονισθεί στη νομολογία, οι αρχές της δικονομίας περιορίζουν αυστηρά τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία, όπως και το τραίνο, κατά μήκος των προτοποθετημένων σιδηρογραμμών της χαραχθείσας διαδρομής και χωρίς τη δυνατότητα εκτροπής απ΄ αυτές (βλ. μεταξύ άλλων, Courtis v. Iasonides [1979] 1 C.L.R. 180, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή [1992] 1 Α.Α.Δ. 836). Η καθαρή θέση της υπεράσπισης, που εξάγεται υπό τις πιο πάνω αναφορές στο δικόγραφο της και στην αγόρευση του συνηγόρου της ήταν ότι η πληρωμή έγινε ταυτόχρονα με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αγοραπωλησίας. Η ημερομηνία σύναψης και υπογραφής της συμφωνίας, είναι κοινός τόπος ότι έγινε στις 26.7.
  13. Αυτό αναφέρει η παρα.3 της ΄Εκθεσης Απαίτησης και γίνεται παραδεκτό με την παρα.4 της Υπεράσπισης, η οποία αναφέρει: «
  14. Οι εναγόμενοι παραδέχονται από την παράγραφο 3 της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως τη σύναψη γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τις 26.7.01, με την οποία οι εναγόμενοι αγόρασαν το εν λόγω ακίνητο ......». Το ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε στις 26.7.01, το λέγει και η ίδια η συμφωνία (τεκμήριο 1), τόσο ολογράφως στην 1η γραμμή του κειμένου της ( "AN AGREEMENT made this 26th July 2001 ... ") καθώς επίσης και στην τελευταία γραμμή (« ... Larnaca 26th July 2001 ..."). Εξ´ άλλου, óταν κατάθετε σχετικά στο Δικαστήριο και ο λογιστής - ελεγκτής κ. Α. Αποστόλου το γραφείο του οποίου είχε καταρτίσει τη συμφωνία και στο γραφείο του οποίου υπογράφηκε, καθόλου δεν αμφισβητήθηκε ή τέθηκε θέμα άλλης ημερομηνίας. Ενώ λοιπόν ήταν η θέση της εναγομένης εταιρείας ότι πράγματι η αγοραπωλησία της κατοικίας έγινε στις 26.7.01 με την υπογραφή της συμφωνίας και ότι τα χρήματα - αντίτιμο της αγοράς, καταβλήθηκαν ταυτόχρονα, εν τούτοις άλλη, διαφορετική και εν πολλοίς συγκεχυμένη ήταν η μαρτυρία την οποία πρόβαλαν οι μάρτυρες υπεράσπισης ως προς τα δύο αυτά κορυφαίας σημασίας θέματα. ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τα κύρια σημεία της μαρτυρίας της διευθύντριας της εναγομένης εταιρείας κας Tatiana Doronina και της θυγατέρας της - γραμματέως της εταιρείας κας Anna Doronina. ΄Οπως κατάθεσε αρχικά η πρώτη, τα χρήματα πληρώθηκαν, όσο κι αν φαίνεται παράξενο όπως είπε, πριν από τη σύναψη συμφωνίας, την άνοιξη του 2001 στη Μόσχα πριν από το Πάσχα. Το επανέλαβε αυτό δυο - τρεις φορές. Μετά από κάποια προφανή σύγχυση της μάρτυρος, της ζητήθηκε να διευκρινίσει, κατά την αντεξέταση και να πει πότε ήταν που αγόρασαν την επίδικη κατοικία, ήταν το 2001 ή το 2002; Χωρίς περιστροφές τότε η μάρτυρας είπε ότι το αγόρασαν την άνοιξη, όχι του 2001 αλλά του 2002, πριν το Πάσχα. ΄Αλλαξε έτσι τη μαρτυρία της και αναφερόμενη μάλιστα στην επίδικη συμφωνία στην οποία αναγράφεται ότι η συμφωνία ήταν στις 26.7.01 που έγινε, είπε πως ίσως το έγγραφο να μην είναι αυθεντικό. Ρωτήθηκε ξανά και ειδικά πότε είναι που ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της κατάβαλε το ποσό των $330.000 για την οικία και ξεκάθαρα τώρα απάντησε «Την άνοιξη του 2002». Ας σημειωθεί ότι σε παρόμοιες παλινδρομήσεις προέβηκε και η μάρτυς Anna Doronina. Ως προς την αγορά της οικίας, η μάρτυς αυτή είπε αρχικά ότι έγινε κατά την άνοιξη του 2002 (δηλ. μήνες μετά την κοινά αποδεκτή ημερομηνία του αγοραπωλητηρίου εγγράφου), ενώ αργότερα κατάθεσε ότι την οικία την αγόρασαν το Πάσχα του 2002, ενώ το αντίτιμο πληρώθηκε σε μετρητά πριν από το Πάσχα του
  15. Και αυτή η μάρτυρας, όταν επισύρθηκε η προσοχή της στο αγοραπωλητήριο έγγραφο - τεκμήριο 1 που αναφέρει σαν ημερομηνία εκτέλεσης του την 26.7.01, έρριξε σκιά κατά της γνησιότητας του, λέγοντας ότι η ημερομηνία στο τέλος του εγγράφου φαίνεται να είναι διορθωμένη με υγρό - tippex, ενώ η ημερομηνία στην αρχή ίσως να είναι λανθασμένη. Τα βασικά συμπεράσματα που εξάγοντα από τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας είναι τα ακόλουθα: α. Η αδυναμία του Δικαστηρίου να βασισθεί σε τέτοιας ποιότητας μαρτυρία, η οποία είτε συγκρούεται σε βασικά σημεία της είτε αυτοαναιρείται ή αλληλοσυγκρούεται η μια με την άλλη. β. Η διαπίστωση ότι η βασική θέση περί αγοραπωλησίας κατά το 2002 και καταβολής του τιμήματος κατά την άνοιξη του 2002, εκβαίνει τελείως της δικογραφημένης θέσης της εναγομένης περί ταυτόχρονης ή έστω προγενέστερης πληρωμής του αντιτίμου της συμφωνίας ημερ. 26.7.
  16. γ. Η τυχόν αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας θα εκθεμελίωνε πλήρως τυχόν ερμηνεία του εγγράφου ότι με την υπογραφή του και λόγω της συμπερίληψης σ΄ αυτό του όρου 2, επιβεβαιώθηκε και η πληρωμή του ποσού των £180.000.00 με δεδομένη τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης ότι ήταν κατά το 2002 που πληρώθηκε, δηλαδή πολλούς μήνες μεταγενέστερα της υπογραφής του εγγράφου. Το γεγονός ότι εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας φαίνεται να έχει πληρωθεί και ποσό εκ £13.000 περίπου για τα μεταβιβαστικά τέλη της κατοικίας, δεν μπορεί να αναιρέσει ή αλλοιώσει την πιο πάνω εικόνα. Αυτή τη μαρτυρία παρουσιάζεται να την είχε δεχθεί και ο Μ.Ε.3 Λάκης Αποστόλου, ο οποίος είναι λογιστής - ελεγκτής και της εναγομένης εταιρείας. Αυτή όμως η μαρτυρία δεν μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή του συμπεράσματος ότι για να πληρώσει τα έξοδα μεταβίβασης η εναγομένη, αυτό σημαίνει ότι θα έχει πληρώσει και το τίμημα πώλησης ή, για να το θέσω διαφορετικά, όπως ήταν το επιχείρημα εκ μέρους της εναγομένης, δεν νοείται να πλήρωνε τα μεταβιβαστικά, αν δεν είχε πληρώσει το τίμημα. Αυτό το συμπέρασμα, δεν μπορεί να εξαχθεί. Κατ΄ αρχήν η ενάγουσα δεν είχε καμιά ανάμειξη σ΄ αυτό το θέμα, αφού τα χρήματα πληρώθηκαν προς το λογιστή της εταιρείας και εν πάση περιπτώσει, όπως ο ίδιος ο λογιστής επανειλημμένα τόνισε στη μαρτυρία του, ήταν φυσικό να γίνονταν όλες οι προετοιμασίες για τη μεταβίβαση για να είναι όλα έτοιμα, από απόψεως γραφειοκρατικής, φορολογικής, τελών κλπ. Αυτό δε ισχύει και για το γεγονός ότι, όπως επίσης φαίνεται από τη μαρτυρία, η ενάγουσα είχε υπογράψει και πληρεξούσιο για τη μεταβίβαση, το οποίο πιστοποιήθηκε στην πρεσβεία της Δημοκρατίας στη Μόσχα. ΄Ολες αυτές οι προπαρασκευαστικές ενέργειες γίνονταν, όπως κατάθεσε και ο λογιστής Αποστόλου, για να είναι όλα έτοιμα για τη μεταβίβαση, πλην όμως, όταν ήσαν όλα σχεδόν έτοιμα πλην της φορολογικής απαλλαγής, τον ενημέρωσε η ενάγουσα ότι δεν είχε ακόμα καταβληθεί το τίμημα πώλησης γι΄ αυτό και έπρεπε να σταματήσει η όλη διαδικασία. Αυτή η μαρτυρία και λογική είναι και όπως διαφάνηκε, σε μεγάλο μέρος της κοινά αποδεκτή. Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο μαρτυρίας που προβλήθηκε από την εναγομένη εταιρεία για αντίκρουση του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι δεν πληρώθηκε το τίμημα. Πρόκειται για την προβληθείσα παραδοχή του συζύγου της ενάγουσας Ν. Potapenko, την οποία διαβίβασε στο Δικαστήριο ο κ. Ν. Μασούρας, τον οποίο σύστησε ο πρώτος στον κ. Doroni για να προβεί στα βελτιωτικά έργα στην επίδικη κατοικία. ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τα όσα μετέφερε ο μάρτυρας σαν λεχθέντα από τον κ. Potapenko περί πληρωμής του σε μετρητά στη Μόσχα. Αυτή η μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή για τους ακόλουθους λόγους: α. Είναι μαρτυρία που τέθηκε στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης και όχι σαν υπεράσπιση στην Απαίτηση. β. Τέτοιος ισχυρισμός, για παραδοχή ουσιαστικά του συζύγου της ενάγουσας ότι πληρώθηκε ολόκληρο το τίμημα, ούτε καν τέθηκε προς τον ίδιο για να του δοθεί το δικαίωμα να την σχολιάσει, ενώ είχε γνωστοποιηθεί από καιρό ( σύμφωνα με τον Ν.Μασούρα ) στο δικηγόρο της εναγομένης. γ. Το θεωρώ πολύ απίθανο να προέβαινε ο σύζυγος της ενάγουσας σε μια τέτοια δήλωση και να έδιδε όλες αυτές τις αχρείαστες λεπτομέρειες στον εργολάβο που θα έκανε ανακαινίσεις. Δηλαδή ως προς το πόσα πώλησε την οικία, ως προς το πού πληρώθηκε, ότι ήταν σε μετρητά, ότι ήταν σε δολλάρια κλπ. Ο άνθρωπος μάλιστα που προβάλλεται να προέβηκε σ΄ αυτή την «αποκαλυπτική» δήλωση, δηλαδή ο σύζυγος της ενάγουσας, είναι ο ίδιος ο οποίος παρουσιάστηκε από την κα Doronina να είχε ζητήσει με κρυψίνοια την πληρωμή σε μετρητά στη Μόσχα, διότι «τα είχε όλα προγραμματισμένα» να τους ξεγελάσει. Για όλους τους λόγους που έχω προηγουμένως εξηγήσει, τόσο νομικούς όσο και δικονομικούς αλλά και λόγους ουσίας - ποιότητας μαρτυρίας, η εκδοχή της εναγομένης εταιρείας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Προτιμητέα είναι η εκδοχή της πλευράς της ενάγουσας με τη μαρτυρία της ίδιας, του συζύγου της και τα περιβάλλοντα στοιχεία, μαρτυρία η οποία υπήρξε καθαρή, συνεπής και θετική, χωρίς αντιφάσεις ή αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς. Γι΄ αυτούς δε τους λόγους, είναι το βασικό εύρημα μου, στην Απαίτηση, ότι δεν πληρώθηκε το τίμημα πώλησης για την επίδικη κατοικία. Η ενάγουσα έχει, έτσι, αποσείσει το βάρος της απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ως προς την Απαίτηση. Τονίζεται, βέβαια, ότι είναι η ενάγουσα που είχε πάντα το βάρος απόδειξης της μη πληρωμής και όχι η πλευρά της εναγομένης ότι το κατάβαλε. Η μη καταβολή του τιμήματος έδιδε ασφαλώς στην ενάγουσα το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία λόγω παράβασης ουσιώδους όρου. Και το έπραξε νόμιμα με τη σχετική ειδοποίηση που απεστάλη εκ μέρους της, όπως έχω εξηγήσει προηγουμένως. ΄Επεται, επομένως, ότι η εναγομένη εταιρεία δεν έχει ή είχε δικαίωμα να συνεχίζει να κατέχει την επίδικη κατοικία μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Δικαιούται δε στην έκδοση των αναγνωριστικής και διατακτικής φύσεως αποφάσεων και διαταγμάτων που αξιώνει στις παρα. Α, Β, Γ και Δ της απόφασης. Επειδή, όμως, πρόκειται για ακίνητο το οποίο χρησιμοποιείται σαν κατοικία από φυσικά πρόσωπα εδώ και αρκετό καιρό, η ισχύς των διαταγμάτων στις παρα. Γ και Δ θα ανασταλεί για περίοδο 30 ημερών από την επίδοση. Ως προς τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις, παρατηρώ τα εξής: Η ενάγουσα διεκδικεί την καταβολή σ΄ αυτήν αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα κέρδη, ύψους £1.000.00 μηνιαία. ΄Ομως κατά τη συνεδρίαση του δικαστηρίου, ημερ. 20.2.06, δηλώθηκε από τους συνηγόρους και καταγράφηκε σαν παραδεκτό γεγονός, ότι το ύψος του ποσού των ενδιάμεσων κερδών στα οποία θα εδικαιούτο η ενάγουσα εάν επετύγχανε, συμφωνείται σε £650.00 μηνιαία από 26.7.01 μέχρι παράδοσης κατοχής. Με δεδομένη λοιπόν την απόφαση ότι η εναγομένη παράνομα κατείχε το ακίνητο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, η ενάγουσα δικαιούται στον επιδικασμό του συμφωνηθέντος μηνιαίου ποσού. ΄Οπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England England, 4th Edn. Vol. 12 para 1170 (σε μετάφραση): « . Εκεί όπου ο εναγόμενος με παράνομη επέμβαση (trespass) χρησιμοποιούσε την ακίνητη περιουσία του ενάγοντα, ο ενάγων δικαιούται να πάρει σαν αποζημιώσεις τέτοιο ποσό, όσο θα ήταν λογικά πληρωτέο γι΄ αυτή τη χρήση. Είναι αδιάφορο το ότι ο ενάγων στην πραγματικότητα δεν εμποδίστηκε ή αποτράπηκε από του να χρησιμοποιεί για τον εαυτό του την περιουσία του, είτε επειδή δεν επιθυμούσε να το πράξει ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο..» ΄Οπως δε επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Swordheath Properties Ltd. v. Tabet and others [1979] 1 All E.R. 240, o ενάγων δεν χρειάζεται να φέρει προς τούτο οποιανδήποτε μαρτυρία ότι μπορούσε ή επιθυμούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος ή να ενοικιάσει το ακίνητο σε άλλο. Δικαιούται στην ενοικιαστική αξία. (Βλπ. επίσης Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας [1998] 1 Α.Α.Δ. 1836). Εκδίδεται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης Απόφαση στην Απαίτηση ως ακολούθως: Α. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 26/7/2001 έχει τερματιστεί και/ή ακυρωθεί νόμιμα με υπαιτιότητα των εναγομένων. Β. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η ενάγουσα αναγνωρίζεται ως η μόνη κυρία και νόμιμη δικαιούχος στην κατοχή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Μ1515, Τεμάχιο 1401 και Μ1516, Τεμάχιο 1402, Φ/Σχ XL63.E.2, που βρίσκεται στην περιοχή Καμάρες, στη Λάρνακα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους εναγομένους προσωπικά και/ή δια των αντιπροσώπων τους και/ή υπαλλήλων τους όπως παύσουν να επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο της ενάγουσας υπ΄ αριθμό εγγραφής Μ1515, Τεμάχιο 1401 και Μ1516, Τεμάχιο 1402, Φ/Σχ XL63.E.2, που βρίσκεται στην περιοχή Καμάρες, στη Λάρνακα. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους εναγομένους προσωπικά και/ή δια των αντιπροσώπων τους και/ή υπαλλήλων τους όπως παραδώσουν στην ενάγουσα την ελεύθερη κατοχή και χρήση του ως άνω ακινήτου. Ε. Πληρωμή από τους εναγομένους προς την ενάγουσα Λ.Κ. 650.00 μηνιαία από 26.7.01 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης του ακινήτου στην ενάγουσα ως ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ενδιάμεσα κέρδη (ΜΕSNE PROFITS) και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Η ισχύς των Διαταγμάτων που εκδίδονται στις παρα. Γ και Δ ανωτέρω αναστέλλεται για περίοδο 30 ημερών από την επίδοση στην εναγομένη αντιγράφου της παρούσας Απόφασης. Επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης εταιρείας τα έξοδα της Απαίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγομένης - εξ΄ Ανταπαιτήσεως ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.