← Κύπρος

BAJIC SRJAN ν. Χαράλαμπου Χρίστου, Αρ. Αγ. 2575/04, 15.9.2006

BAJIC SRJAN ν. Χαράλαμπου Χρίστου, Αρ. Αγ. 2575/04, 15.9.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 2575/04 Μεταξύ: BAJIC SRJAN Ενάγοντος -και- Χαράλαμπου Χρίστου, ως Γραμματέα του Αθλητικού Σωματείου «ΑΛΚΗ» Λάρνακας Εναγομένων Αίτηση για ασφάλεια εξόδων ημερ. 2.6.

  1. Ημερομηνία: 15.9.
  2. Εμφανίσεις: Για εναγόμενους-αιτητές: Ο κ. Μαυρομμάτης. Για ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Αγαθοκλέους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Ο ενάγοντας, αλλοδαπός προπονητής ποδοσφαίρου, στις 14.6.2002 συνήψε με τους εναγόμενους σύμβαση να παρέχει υπηρεσίες ως προπονητής της ποδοσφαιρικής ομάδας της ΑΛΚΗΣ για την αγωνιστική περίοδο 2002-
  3. Όμως οι εναγόμενοι, στις 5.9.2002 τερμάτισαν τη σύμβαση, επικαλούμενοι τη θέση ότι «ο ενάγοντας παρέλειψε να εκτελέσει την εργασία του ως ρητώς και/ή σιωπηρώς συμφώνησε και/ή ως ήταν η υποχρέωση του κατά τρόπο ικανοποιητικό». Ενώ, ο ενάγοντας ισχυρίζεται πως επρόκειτο για παράνομο τερματισμό. Έτσι απαιτεί αποζημιώσεις που συνίστανται κατ΄ αρχήν στα όσα συμφωνήθηκε να λάβει μέχρι το τέλος της περιόδου 2002-2003, πέραν των δεδουλευμένων για τρεις μήνες που του καταβλήθηκαν. Περιπλέον όμως απαιτεί και για τις επόμενες δύο περιόδους, μέχρι το 2005, λέγοντας πως οι εναγόμενοι του στέρησαν την ευκαιρία να διεκδικήσει ανανέωση της σύμβασης για τις επόμενες αυτές περιόδους. Οι εναγόμενοι, πέραν της ως άνω θέσης περί δικαιολογημένου τερματισμού προβάλλουν και άλλες υπερασπίσεις. Οι εναγόμενοι τώρα ζητούν ασφάλεια εξόδων στα πλαίσια της Δ.60 κ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι ο ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει επαγγελματική δραστηριότητα ή περιουσία στην Κύπρο. Αυτά τα δεδομένα αποτελούν κοινό τόπο. Προβάλλεται τελικά η θέση πως τα έξοδα δυνατό να ανέλθουν γύρω στις £3.000, αν ληφθούν υπόψη το ύψος της απαίτησης και η περιπλοκότητα της υπόθεσης. Δεν έχει πάντως παρουσιαστεί, όπως είναι η ορθή πρακτική, προκαταρκτικός κατάλογος εξόδων. Για το ζήτημα αυτό ο ενάγοντας λέει πως η αίτηση είναι παράτυπη. Όμως δεν υπάρχει κανόνας και μάλιστα τέτοιος που να επηρεάζει την τύχη της αίτησης, αλλά, ως άνω, είναι ζήτημα ορθής πρακτικής. [Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 Α.Α.Δ. 434]. Περαιτέρω ο ενάγοντας λέει πως υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Union De cooperatives Agricoles De Cereales De Semeces v. Apak Agro Industries Ltd κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170 με αναφορά στην αγγλική νομολογία δεν αποκλείεται στην κατάλληλη περίπτωση και σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες το Δικαστήριο να προσανατολιστεί στην απόρριψη αιτήματος για ασφάλεια εξόδων σε περίπτωση καθυστέρησης. Όμως ο γενικός κανόνας διατυπώνεται ρητά στη Δ.60 κ.1 η οποία αναφέρεται σε κάθε στάδιο της αγωγής. Στην παρούσα δε υπόθεση δεν προκύπτουν καταχρηστικές περιστάσεις ή περιστάσεις τέτοιες που να καθιστούσαν την καθυστέρηση αποφασιστικό παράγοντα. Από την άλλη ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι είναι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η οποία παρουσιάζει πρόβλημα. Είναι, είπε, κατά παράβαση της Δ.39 κ.2 εφόσον ο ενόρκως δηλών, προσωπικός φίλος του ενάγοντα, δεν αποκαλύπτει, όπως είναι η εισήγηση, τις πηγές των πληροφοριών του. Όμως κάμνει τέτοια αναφορά και αναφέρεται στον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος βρίσκεται μόνιμα στο εξωτερικό. Επί της ουσίας: Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Alahmari (ανωτέρω) «όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δυο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα) στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του.» Έχει επίσης αποφασιστεί πως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η οικονομική κατάσταση του καθ΄ ου η αίτηση, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει η οικονομική του αδυναμία και ο εξ αυτής, ανάλογα με τις περιστάσεις, κίνδυνος να μην είναι σε θέση να συμμορφωθεί σε τυχόν διάταγμα, να απολήξει σε στέρηση της πρόσβασης του στο Δικαστήριο. [Τhe Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O´Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087]. Η ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σε αυτά τα πλαίσια έχει τροποποιηθεί η Δ.60 κ.1 με την επιφύλαξη ότι εξαιρούνται διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων αλλοδαποί εργαζόμενοι [βλ. Singh v. Alsalam Boccacio 98
(2000)1 A.A.Δ. 1818]. Η επιφύλαξη αυτή δεν έχει εν προκειμένω βέβαια εφαρμογή, ούτε την έχει επικαλεστεί ο ενάγοντας. Εν προκειμένω υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους του ενάγοντα, όπως διατυπώνεται στην ένορκη δήλωση του προσωπικού του φίλου, ότι «η οικονομική του κατάσταση δεν είναι καλή, εφόσον μετά τον αιφνίδιο τερματισμό της απασχόλησης του αναγκάστηκε να επιστρέψει στη χώρα του παραμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς εργασία. Γίνεται δε περαιτέρω, επίκληση αδυναμίας να καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα. Όπως ορθά ανέφερε ο κ. Μαυρομμάτης οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τρόπο γενικό και χωρίς να δοθεί συγκεκριμένη μαρτυρία και λεπτομέρειες. Όμως ο τερματισμός της απασχόλησης του είναι δεδομένος και είναι υπ΄ αυτό το πρίσμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί η θέση του καθ΄ ου η αίτηση περί οικονομικής αδυναμίας. Πέραν δε τούτου οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν αμφισβητηθεί με αντεξέταση. Σημειώνεται δε, ότι η προβαλλόμενη αδυναμία συνδέεται με την κατ΄ ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων. Αν όντως ισχύει η εκδοχή του ενάγοντα περί αντισυμβατικού τερματισμού και μάλιστα μιας σύμβασης στα πλαίσια της οποίας ο ενάγοντας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εργαζόμενος, θα ήταν εξαιρετικά άδικο να στερηθεί τελικά των δικαιωμάτων του αν, όπως είναι η χωρίς αντεξέταση θέση του, δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί σε τυχόν διάταγμα για λόγους προς τους οποίους ο τερματισμός δεν είναι άσχετος. Το κατά πόσο ισχύει η εκδοχή του επί της ουσίας είναι βέβαια πρόωρο να προκριθεί. Εκείνο που τώρα αποτελεί αναγκαίο κριτήριο είναι η «ισχύς της υπόθεσης» όπως μπορεί να διαπιστωθεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα. Μέχρι τώρα ό,τι έχω υπόψη μου είναι τα δικόγραφα, στα οποία οι εναγόμενοι δέχονται, ως άνω, τόσο την εργοδότηση, όσο και τον τερματισμό. Το κατά πόσο είχαν δίκαιο να τερματίσουν ή όχι είναι ζήτημα που θα κριθεί επί των γεγονότων. Το ίδιο ισχύει και για τις υπόλοιπες, ως άνω, υπερασπίσεις, οι οποίες εγείρουν νομικά θέματα. Έτσι δεν μπορεί να λεχθεί τώρα ότι η ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα είναι τέτοιας φύσεως ώστε να ήταν δίκαιο, παρά τον κίνδυνο να επηρεαστεί η πρόσβαση του στο Δικαστήριο, να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα. Αν και η διαπίστωση αυτή αφορά μέρος μόνο της απαίτησης του ενάγοντα και ειδικότερα την απώλεια των συμφωνηθέντων εισοδημάτων για την περίοδο 2002-2003. Για τα μη συμφωνηθέντα εισοδήματα των επόμενων δύο περιόδων που απαιτούνται ως «απώλεια ευκαιρίας» («loss of chance») η υπόθεση του δεν φαίνεται να έχει την ίδια ισχύ εφόσον, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η συμφωνία ήταν για την περίοδο 2002-2003 «με δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης προς όφελος των εναγομένων για τις περιόδους 2003, 2004 και 2005, κάτι που συνάδει και με τη θέση των εναγομένων στην υπεράσπιση τους ότι «τυχόν επέκταση του συμβολαίου ήταν προνόμιο και/ή δικαίωμα του εναγόμενου». Αν αυτή ήταν μόνο η απαίτηση του ενάγοντα, τότε ο παράγοντας «ισχύς της υπόθεσης» θα ελάμβανε άλλη διάσταση. Όμως η υπόθεση του παραμένει ισχυρή, για τους σκοπούς που τώρα χρειάζεται, σε ό,τι αφορά την απαίτηση για απώλεια συμφωνηθέντων εισοδημάτων. Τέλος η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί, αφού βέβαια ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω, και μέσα από την ακόλουθη εξισορρόπηση. Αποδοχή της αίτησης ενέχει τον κίνδυνο, υπό τις περιστάσεις, ο ενάγοντας να απωλέσει ένα θεμελιακό, ανθρώπινο δικαίωμα, το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Απόρριψη της αίτησης ενέχει τον κίνδυνο οι ενάγοντες να καταβάλουν εξ ιδίων τους £3.000, όπως έχουν εκτιμήσει τα έξοδα. Ασφαλώς ο πρώτος παράγοντας έχει μεγαλύτερη σημασία. Υπό όλες τις περιστάσεις η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα, πληρωτέα μετά το τέλος της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.