← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Παπέττα Νίκου, Αρ. Αγ. 258/06, 19.9.2006

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Παπέττα Νίκου, Αρ. Αγ. 258/06, 19.9.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 258/06 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγόντων- Αιτητών -και- Παπέττα Νίκου Εναγομένου- καθ΄ου η αίτηση Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 11.5.

  1. Ημερομηνία: 19.9.
  2. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες-αιτητές: Ο κ. Κορφιώτης. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Αχιλλέως). Για τους εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση: Ο κ. Ν. Νικολάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων είναι για συμφωνία δανείου ημερ. 27.5.2002 (Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Το δάνειο συμφωνήθηκε να είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση, εφόσον όμως δεν θα γινόταν απαίτηση το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.1.170,- από 1.7.2002 και μετέπειτα. Σε κατάσταση λογαριασμού που έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι ο εναγόμενος πλήρωνε δόσεις μόνο μέχρι τις 16.4.
  3. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 9.3.2005 τερμάτισαν το λογαριασμό και απαίτησαν εξόφληση του υπολοίπου. Το υπόλοιπο κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής ανήρχετο σε £119.637,
  4. Κάμνοντας αναφορά στα παραπάνω, οι ενάγοντες τώρα ζητούν συνοπτική απόφαση. Είναι η θέση τους ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όπως πιο πρόσφατα έχουν εξηγηθεί στην υπόθεση Νεάρχου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 11694 ημερ. 17.6.
  5. Με αποτέλεσμα να έχει μετατοπισθεί το βάρος στον εναγόμενο να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση, δηλαδή όπως επεξηγείται στην ίδια απόφαση με αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα

(1999)1 Α.Α.Δ. 817, υπεράσπιση που τουλάχιστον «να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης, αλλά λιγότερο από πιθανή». Ο εναγόμενος έχει καταχωρίσει ένσταση. Στην ένσταση του και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προβάλλει τη θέση ότι «ουδέποτε υπέγραψε συμφωνία με τους ενάγοντες ή και εν πάση περιπτώσει η συμφωνία που επικαλούνται οι ενάγοντες είναι άκυρη ή/και ελαττωματική καθ΄ ότι επί του συμβολαίου δεν τέθηκαν δύο υπογραφές μαρτύρων». Για το ζήτημα αυτό ευθύς εξαρχής μπορεί να λεχθεί ότι τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου που να δείχνει ότι η υπογραφή από δύο μάρτυρες αποτελούσε συστατική προϋπόθεση εγκυρότητας του δανείου. Περαιτέρω λέγει ότι «ουδέποτε του αποστάληκε ή/και παρέλαβε την επιστολή ημερ. 9.3.2005». Αρνείται ότι διατηρεί λογαριασμό στους ενάγοντες που να παρουσιάζει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, αλλά παρακάτω λέγει πως «οι ενάγοντες στο συγκεκριμένο λογαριασμό προέβηκαν σε ανατοκισμούς και υπερχρεώσεις χωρίς να τηρήσουν τις πρόνοιες του νόμου». Τέλος δε, αναφέρεται σε προσπάθεια του να συγκεντρώσει στοιχεία που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση του για την οποία χρειάζεται χρόνος «καθότι οι διαφορές του με την τράπεζα ήταν μόνο χρηματιστηριακές διαφορές που είναι αρκετά περίπλοκες και όχι συμφωνία δανείου». Από τις προϋποθέσεις που θέτει ως βάρος επί ενός ενάγοντα η Δ.18, συζητήθηκε εκείνη η προϋπόθεση που απαιτεί όπως η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Στην ένσταση όμως δεν εγείρεται τέτοιος λόγος, παρά ο γενικός ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι «νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική, δεν συνάδει με τις πρόνοιες του νόμου και δη των θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας». Εν πάση περιπτώσει ο ενόρκως δηλών, κ. Κυριάκος Αναστασιάδης, αναφέρει πως είναι προϊστάμενος της Υπηρεσίας Είσπραξης Χρεών της Ενάγουσας όπου γίνεται ο χειρισμός της παρούσας υπόθεσης. Πέραν τούτου ήταν ένας από τους εκπροσώπους της ενάγουσας που διαπραγματεύτηκαν και υπέγραψαν εκ μέρους της την επίδικη συμφωνία. Λέγει περαιτέρω ότι παρακολουθεί και ελέγχει την κίνηση του λογαριασμού του εναγόμενου και έχει ετοιμάσει την σχετική κατάσταση λογαριασμού. Παρά ταύτα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι ο κ. Αναστασιάδης δεν αποκαλύπτει γνώση για όλα τα γεγονότα, ότι γνωρίζει μόνο για το θέμα της συμφωνίας την οποία υπέγραψε αλλά δεν συνδέει τον εαυτό του με την επιστολή τερματισμού ή με την κατάσταση λογαριασμού. Ως προς το τελευταίο ειδικά έχει ήδη λεχθεί εκείνο που αναφέρει ο κ. Αναστασιάδης. Γενικότερα δε, υπενθυμίζονται εκείνα που έχουν λεχθεί στην υπόθεση Σπιταλιώτης ν. Liberty Life Insurance Ltd, Πολ. Έφ. 11123, ημερ. 11.6.2004: «Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο «από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης».» Θεωρώ ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 και η ένορκη δήλωση κρίνεται ικανοποιητική ώστε να εγείρεται πράγματι ζήτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο εναγόμενος πλέον αποκαλύπτει υπεράσπιση με την έννοια που έχει παραπάνω εξηγηθεί. Δεν απαιτείται βέβαια να δείξει πιθανότητα επιτυχίας. Αρκεί να καταδείξει την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή, με άλλα λόγια, ότι η υπεράσπιση δεν είναι πλαστή και δεν εγείρεται απλώς για σκοπούς καθυστέρησης. [Jacob v. Booth´s Distillery Co., 85 L.T. 262]. Όσο, όμως κι αν δεν απαιτείται η υπεράσπιση να θεμελιώνεται με σαφήνεια [βλ. Manger and another v. Cash 5 T.T.L.R. 271], απαιτείται να δίδονται αρκετές λεπτομέρειες που να καθιστούν πρόδηλο ποιά είναι η υπεράσπιση του εναγόμενου [βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd και Abdul Azis Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 239]. Όπως το έχει θέσει ο Lord Blackburn στη θεμελιακή υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc of the Mutual Society [1879-80] 5 A.C, 685 "I think that when the affidavits are brought forward to raise that defense they must, if I may use the expression, condescend upon particulars." (η υπογράμμιση δική μου). Μακρά σειρά κυπριακών αποφάσεων αναφέρονται στην διατύπωση αυτή του κανόνα από το Lord Blackburn [βλ., μεταξύ άλλων, Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 C.L.R. 333, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 11749, ημερ. 9.11.2004]. Συνεπώς, όπως έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση Σχίζας, δεν αρκούν γενικόλογες και χωρίς λεπτομέρεια αναφορές, ούτε γενικές αρνήσεις ή ισχυρισμοί που δεν συνοδεύονται από γεγονότα. (Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 10603, ημερ. 28.2.2002, Παχατουριάν ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 11039, ημερ. 5.3.2002). Πολύ δε περισσότερο δεν είναι επιτρεπτό να προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί [βλ. Σπιταλιώτης (ανωτέρω)]. Εν προκειμένω ο εναγόμενος και ασαφής και αντιφατικός είναι. Ενώ αρνείται πως υπέγραψε τη συμφωνία διαζευκτικά λέει πως αυτή είναι άκυρη. Ενώ αρνείται την ύπαρξη λογαριασμού που να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο, παράλληλα λέει ότι ο λογαριασμός αυτός περιέχει ανατοκισμούς και υπερχρεώσεις. Οι δε υπερασπίσεις που επικαλείται δεν είναι απλώς σκιώδεις αλλά σκοτεινές. Αναφέρεται, ως άνω, σε διαφορές του με την τράπεζα που ήταν μόνο χρηματιστηριακές και δεν ήταν συμφωνία δανείου. Όμως εκείνο που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και μόνο είναι η συμφωνία δανείου. Ούτε επιμέρους υπεράσπιση περί υπερχρεώσεων έχει αποκαλυφθεί. Παρόμοιοι ισχυρισμοί για υπερχρέωση τόκου έχουν χαρακτηριστεί στην υπόθεση Γεωργίου, ανωτ., ως ατεκμηρίωτοι και γενικοί. Το μέτρο της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετικό και δραστικότατο. Στα αρχικά στάδια προβλεπόταν μόνο σε σχέση με αξιόγραφα (βλ. Simon & Co v. Palmer's Stores
(1903)Ltd [1912] 1 K.B., 259). Όπως παρατηρείται στην υπόθεση Ray v. Barker
(1879)4 Ex. D. 279 η σχετική εξουσία αφορά περιπτώσεις στις οποίες δεν απαιτείται στην πραγματικότητα δικαστική επίλυση διαφοράς αλλά, κατ΄ ουσίαν, πρόκειται για είσπραξη χρέους. [βλ. και Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)Α.Α.Δ. 418, Καϊμης ν. Euroinvestment ν. Finance Ltd, Πολ. Έφ. 11695, ημερ. 30.11.2004]. Συνεπώς είναι εξουσία που πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε πολύ καθαρές περιπτώσεις. Τέτοια είναι εν προκειμένω η περίπτωση. Ο ενάγοντας έλαβε το ποσό του δανείου. Από χρόνια σταμάτησε να εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Τώρα ό,τι επιδιώκει δεν είναι να προβάλει καλόπιστα οποιαδήποτε υπεράσπιση, αλλά πασιφανώς να κερδίσει χρόνο. Με το παρακλητικό της αγωγής ζητείται το υπόλοιπο εντόκως, αλλά και διατάγματα για επιβάρυνση και πώληση κινητών αξιών. Στην παρούσα όμως αίτηση δεν γίνεται καμιά αναφορά σε σχέση με κινητές αξίες, ούτε έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα. Είναι φανερό ότι τελικά οι ενάγοντες περιορίζονται στο ποσό του δανείου, όπως ρητά, άλλωστε, γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του κου Αναστασιάδη (παρ. 8). Δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων ως οι παράγραφοι 19(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης. Οι απαιτήσεις υπό παράγραφο 19(γ),(δ),(ε) απορρίπτονται ως μή προωθηθείσες. Με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.