UNIVERSAL BANK LTD ν. Αντώνης Κόμπος κ.α., Αρ.αγωγής 239/03, 25 Σεπτεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. Αρ.αγωγής 239/03 Μεταξύ: UNIVERSAL BANK LTD Ενάγουσας και Αντώνης Κόμπος
- Κοσμάς Κόμπος
- Δαμιανός Κόμπος Εναγομένων Ημερομηνία : 25 Σεπτεμβρίου 2006 Για την ενάγουσα: κ. Π. Σπανός. Για τους εναγομένους: κ. Α. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα τράπεζα αξιώνει εναντίον των εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) £383.589.53 δυνάμει εγγράφων συμφωνιών και/ή δανείων και/ή άλλως πως ως κατωτέρω. (Β) Τόκον προς 12.50% ετησίως από 1.2.03 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενο κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (Γ) £25.703.12 δυνάμει εγγράφων συμφωνιών και/ή δανείων και/ή πιστώσεων και/ή αναγνωρισμένου λογαριασμού και/ή άλλως πως ως κατωτέρω. (Δ) Τόκον προς 12.50% ετησίως από 1.3.03 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενο κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. (Ε) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την υπό των Εναγόντων πώληση των παρά του Εναγομένου 1 προς όφελος των Εναγόντων ενεχυριασμένων 929,752 μετοχών της A.L. Pro Choice Financial Services Ltd και 51,500 μετοχών της Options Cassoulides Ltd, το τίμημα των οποίων θα διατεθεί προς ή έναντι καλύψεως των εν τη παρούση αγωγή απαιτήσεων των Εναγόντων πλέον τα έξοδα της παρούσης αγωγής. (ΣΤ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την δια δημοσίου πλειστηριασμού πώληση του δυνάμει Υποθήκης υπ΄ αρ. Υ642/99 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ενυπόθηκου κτήματος και/ή χωράφι και/ή οικοπέδου (όλο το μερίδιο) υπ΄ αρ. Εγγρ. 7057, Σχ.63, Φύλλο 33, Τεμάχιο 1055 στο Παραλίμνι, Επαρχία Αμμοχώστου, τοποθεσία ΚΑΝΑ, του Εναγομένου 1, ο οποίος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης όλου του μεριδίου και η οποία υποθήκη ενεγράφη προς όφελος των Εναγόντων, το δε εντεύθεν προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς ή έναντι καλύψεως των εν τη παρούση αγωγή απαιτήσεων των Εναγόντων, πλέον τα έξοδα της παρούσης αγωγής. Ο εναγόμενος 1 ενάγεται σαν πρωτοφειλέτης σε δύο συμφωνίες και οι εναγόμενοι 2 και 3 σαν εγγυητές. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης, η 1η Συμφωνία έγινε στις 24.12.01 και με αυτή παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 δάνειο εκ £337.000 ενώ η 2η Συμφωνία έγινε στις 21.8.01 υπό τύπον τρεχουμένου λογαριασμού και με αυτήν οι ενάγοντες ανάλαβαν όπως παρέχουν δάνεια και/ή πιστώσεις ή διευκολύνσεις προς τον εναγόμενο
- Και οι δύο αυτοί λογαριασμοί έκλεισαν με ειδοποίηση ημερ. 20.11.02 την οποία απέστειλε η ενάγουσα προς τους εναγομένους και ζητήθηκε απ΄ αυτούς η αποπληρωμή των οφειλομένων υπολοίπων. Ο 1ος λογαριασμός παρουσίαζε στις 31.1.03 το χρεωστικό υπόλοιπο που διεκδικείται στην παρα. (Α) της αξίωσης (ανωτέρω), ενώ ο 2ος λογαριασμός παρουσίαζε στις 28.2.03 χρεωστικό υπόλοιπο εκ £25.703.
- Πέραν της εγγύησης των εναγομένων 2 και 3 και προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1, ο εναγόμενος 1 ενεχυρίασε στις 21.8.01 και 25.10.00 διάφορες μετοχές τις οποίες κατείχε στην εταιρεία Pro Choice Financial Services Ltd. και στην εταιρεία Οption Casoulides Ltd. ΄Αλλη εξασφάλιση την οποία η ενάγουσα είχε από τον εναγόμενο 1 ήταν η υποθήκευση ενός ακινήτου του που είχε γίνει στις 24.6.1999, και τα στοιχεία του οποίου παρατίθενται στην ΄Εκθεση Απαίτησης, για ποσό εκ £30.000 πλέον τόκους και έξοδα. Λόγω της κατ΄ ισχυρισμόν παράλειψης των εναγομένων να καταβάλουν προς την ενάγουσα τα προαναφερθέντα χρεωστικά υπόλοιπα των τερματισθέντων λογαριασμών, ζητούνται από το Δικαστήριο οι πιο πάνω παρατεθείσες θεραπείες. Με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι απορρίπτουν τα της σύναψης δύο δανείων όπως αναφέρεται στην Απαίτηση. Ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα η ενάγουσα είχε παραχωρήσει στον εναγόμενο 1 στις 16.10.2000 δάνειο τακτής προθεσμίας με σκοπό τη χρηματοδότηση του για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ. Αργότερα, στις 21.8.2001 η ενάγουσα ανανέωσε το δάνειο παραχωρώντας περαιτέρω χρόνο προς εξόφληση του και τελικά στις 24.12.2001 με την επίδικη συμφωνία, η ενάγουσα παραχώρησε περαιτέρω παράταση χρόνου για εξόφληση. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι εναγόμενοι ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε εικονικά για να καλύψει την πραγματική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, που ήταν η ανανέωση προηγουμένων διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο
- Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι η ενάγουσα χρέωνε παράνομα τον λογαριασμό του εναγομένου καθ΄ υπέρβαση του Νόμου και / ή της δημόσιας πολιτικής και προέβαινε και σε άλλες παράνομες χρεώσεις στο λογαριασμό. Με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι εγείρουν και άλλα θέματα, όπως της κατ΄ ισχυρισμό παρανομίας ή μη εγκυρότητας της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών. Βασιζόμενοι στις πιο πάνω θέσεις τους, οι εναγόμενοι εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία επιζητούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες ενεχυριάσεις μετοχών είναι άκυρες, Διάταγμα ακύρωσης τους, Δήλωση ότι η επίδικη υποθήκη δεν εξασφαλίζει οποιανδήποτε νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες και Διάταγμα διατάσσον την εξάλειψη της υποθήκης. Η όλη διαδικασία κατά τη δίκη ήταν σύντομη. Εκ μέρους της ενάγουσας έδωσε μαρτυρία τόσο υπό μορφή γραπτής δήλωσης όσο και προφορικής μαρτυρίας μόνο ένας μάρτυρας, ο κ. Ν. Μουαϊμης, περιφερειακός διευθυντής της ενάγουσας για τις επαρχίες Λάρνακας - Αμμοχώστου, με έδρα το Παραλίμνι. Από πλευράς της εναγομένης δεν προσήχθη καμιά μαρτυρία. Προσθέτω επίσης ότι με την έναρξη της δίκης κατατέθηκαν από κοινού 14 έγγραφα σαν τεκμήρια, ενώ κατά τη διάρκεια της λήψης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 κατατέθηκαν και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια ακόμα 6 έγγραφα. Με τη μαρτυρία την οποία έδωσε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.1 Ν. Μουαϊμης, ουσιαστικά επιβεβαίωσε όλα τα στοιχεία που παρατίθενται λεπτομερώς στην ΄Εκθεση Απαίτησης με αναφορά στα γεγονότα που είχαν εκτυλιχθεί στους ουσιώδεις χρόνους και με παραπομπή στα έγγραφα - τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Επεξηγώντας το γεγονός ότι τα έγγραφα της υποθήκης ακινήτου (τεκμήριο 5) και το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (τεκμήριο 7), φέρουν ημερομηνία προγενέστερη των συμφωνιών δανείου και τρεχουμένου, είπε ότι αυτό οφείλεται στο ότι τα σχετικά έντυπα είχαν υπογραφεί σε σχέση με προηγούμενες διευκολύνσεις που η ενάγουσα είχε παράσχει στον εναγόμενο 1 και για τις οποίες αυτός συμφώνησε εγγράφως όπως οι εξασφαλίσεις παραμείνουν σε ισχύ, ώστε να καλύπτουν τις νέες διευκολύνσεις. Ως προς το συναφθέν δάνειο, η αποπληρωμή του είχε συμφωνηθεί όπως γίνει με μία δόση, η οποία ήταν πληρωτέα στις 30.11.2002, ενώ οι τόκοι θα πληρώνονταν με μηνιαίες δόσεις, της πρώτης πληρωτέας κατά την 30.1.
- ΄Ομως ο εναγόμενος 1 δεν κατάβαλλε τις συμφωνηθείσες δόσεις του, ενώ στον τρεχούμενο λογαριασμό του είχε υπερβεί το συμφωνηθέν όριο των £20.000, οπότε η ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών και ζήτησε την αποπληρωμή των υπολοίπων τους. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας δέχθηκε ότι το δάνειο που παραχωρήθηκε στις 24.12.2001 χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση υφιστάμενου δανείου και ότι το ποσό του νέου δανείου αποτελείτο από το υπόλοιπο του προηγούμενου δανείου περιλαμβανομένων των τόκων. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την επιστολή - τεκμήριο
- ΄Οπως επίσης δέχθηκε ο μάρτυρας και αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή ημερ. 16.10.2000 (τεκμήριο 14), το προηγούμενο δάνειο και διευκόλυνση που είχε παραχωρηθεί για £300.000 και το όριο παρατραβήγματος λογαριασμού μέχρι £20.000, ανάφεραν σαν δεδηλωμένο σκοπό του δανείου: «Για επενδυτικούς σκοπούς». Ερωτηθείς ο μάρτυρας κατά πόσο οι ενεχυριασθείσες μετοχές είχαν αγορασθεί με αυτά τα χρήματα, ο μάρτυρας κατάθεσε πως ο εναγόμενος 1 είχε πει ότι ήθελε να ενεχυριάσει μετοχές τις οποίες ήδη είχε, για να κάμει άλλες επενδύσεις και είναι σίγουρος (ο μάρτυρας) ότι το προαναφερθέν ποσό δεν χρησιμοποιήθηκε για την αγορά των ενεχυριασθεισών μετοχών. Δεν θυμάται αν ήταν παρών, όπως πρόσθεσε και ο ίδιος κατά την υπογραφή των εγγράφων ενεχυρίασης, αλλ΄ αυτά είχε δηλώσει ο εναγόμενος
- Ως προς τους χρεωθέντες τόκους, ο μάρτυρας κατάθεσε ότι ο όρος « σύνθετος τόκος » που χρησιμοποιήθηκε στα έγγραφα υποθήκης και αλλαχού, δεν σημαίνει τίποτε πέραν του ότι ήταν τόκος με επιτόκιο 8% με δικαίωμα να κεφαλαιοποιείται όπως ορίζει η Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή κατά τον Ιούνιο και Δεκέμβριο εκάστου έτους. Αυτό αναφέρεται άλλωστε και στην ίδια τη συμφωνία του επίδικου δανείου - τεκμήριο
- Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, απ΄ ότι γνωρίζει, πριν από την ελευθεροποίηση των τόκων που έγινε την 1.1.2001, ο τόκος εκεφαλοποιείτο μόνο μια φορά το χρόνο, ενώ μετά επιτρέπεται και δύο φορές. Ανακεφαλαιώνοντας τη θέση της ενάγουσας, ο μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι το επίδικο δάνειο έγινε για να εξοφληθεί το παλαιότερο και θεωρείται σαν ένα νέο δάνειο. Αγορεύοντας ο κ. Σπανός για την ενάγουσα τράπεζα, υπέβαλε ότι τα γεγονότα είναι κατά το πλείστο παραδεκτά ενώ κάποιοι ισχυρισμοί περί παράνομης χρέωσης τόκων δεν πρέπει να απασχολήσουν, αφού αναφέρονται στο καθεστώς που ίσχυε πριν από την ελευθεροποίηση των επιτοκίων κατά την 1.1.2001 και δεν αφορούν τις επίδικες συμφωνίες. Τα κατατεθέντα τεκμήρια αρ. 1 - 14 κατατέθηκαν εκ συμφώνου και παρά την επιφύλαξη αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο τους, δεν αμφισβητήθηκαν, ενώ τα τεκμήρια αρ. 15 - 20 κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, επιφύλαξη ή μετέπειτα αμφισβήτηση. Σύμφωνα με το συνήγορο της ενάγουσας, κατά τη δίκη διαφάνηκε ότι είναι παραδεκτό το ύψος των οφειλομένων υπολοίπων των λογαριασμών και των τόκων, το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, η αποστολή και λήψη επιστολών κλπ. Το τελευταίο, εξάγεται από το γεγονός ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ή αμφισβήτηση επί του περιεχομένου των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν χωρίς καμιά ένσταση. Ο κ. Σπανός ανέλυσε επίσης όλες τις αξιούμενες θεραπείες μια προς μια και εξήγησε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία αυτές στοιχειοθετούνται πλήρως. Στη δική του αγόρευση, ο κ. Μαθηκολώνης για τους εναγομένους, εισηγήθηκε κατ΄ αρχήν ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι δικαιούνται στη χρέωση και καταβολή οποιωνδήποτε τόκων. Αφού παρέπεμψε σε σχετικές πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας - τεκμηρίου 4, εισηγήθηκε ότι η συμφωνία είχε σαν βάση της το εκάστοτε βασικό επιτόκιο αυξημένο κατά 2.95 μονάδες και εφόσον οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθοριζόταν από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, δεν απέδειξαν αξίωση για τόκους. Περαιτέρω, απέτυχαν οι ενάγοντες να αποδείξουν άλλα στοιχεία που προβλέπονταν στο σχετικό όρο της συμφωνίας, όπως είναι τα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κατά καιρούς, ότι οι αλλαγές στα επιτόκια κοινοποιήθηκαν στους εναγομένους, κλπ. Εν πάση δε περιπτώσει, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συνήγορο, οι σχετικές πρόνοιες της συμφωνίας είναι παράνομες σαν αντικείμενες στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο αρ. 160(Ι) /1999, ο οποίος θέτει σαφή υποχρέωση να ενημερώνεται ειδικά κάθε οφειλέτης για το ύψος του επιτοκίου. Ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι υποχρεώσεις των εγγυητών - εναγομένων αρ. 2 και 3 κατέστησαν εκτελεστές, για διάφορους λόγους: Ενώ η συμφωνία προβλέπει για αποστολή γραπτής απαίτησης στη διεύθυνση των εγγυητών η οποία εμφαίνεται στη συμφωνία, εν τούτοις καμιά διεύθυνση των εγγυητών - εναγομένων 2 και 3 δεν αναγράφηκε σ΄ αυτήν και περαιτέρω, ενώ οι ενάγοντες απέστειλαν πράγματι ειδοποιήσεις σε δύο συγκεκριμένες διευθύνσεις, δεν απέδειξαν ότι αυτές είναι οι ορθές διευθύνσεις τους. Ως προς την αξίωση για υπόλοιπο τρεχουμένου λογαριασμού εκ £25.703.12 πλέον τόκο, ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι ισχύουν και εδώ οι ίδιες υπερασπίσεις ως προς παράνομες χρεώσεις και ως προς το ότι οι υποχρεώσεις των εγγυητών δεν κατέστησαν νόμιμα εκτελεστές, για τους ίδιους, προαναφερθέντες λόγους. Εφ΄ όσον δε, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες, ο λογαριασμός είχε ξεκινήσει να λειτουργεί από τις 7.1.1999, όφειλαν να είχαν προσκομίσει μαρτυρία ως προς την κίνηση του λογαριασμού πριν από τις 21.8.2001 πλην όμως η κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν αρχίζει από τις 9.1.
- ΄Οσον αφορά στις ενεχυριάσεις των μετοχών, οι ενάγοντες απέτυχαν ν΄ αποδείξουν την ύπαρξη έγκυρων συμφωνιών με βάση το Α.138 του περί Συμβάσεων νόμου αφού δεν απέδειξαν ότι τα σχετικά έγγραφα υπογράφηκαν ενώπιον δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Τελικά, ο συνήγορος των εναγομένων υπέβαλε ότι από την επιστολή των εναγόντων - τεκμήριο 3, προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτό που είχε γίνει με τη δεύτερη διευθέτηση, δεν ήταν νέα, ανεξάρτητη συμφωνία, αλλ΄ ανανέωση της υφιστάμενης διευθέτησης. ΄Οπως ρητά αναφέρεται στο τεκμήριο 3, ο σκοπός των διευκολύνσεων που αποφασίσθηκε να παρασχεθούν, ήταν η « Ανανέωση υφιστάμενων διευκολύνσεων » ενώ μόνο παρενθετικά ακολουθούν και οι λέξεις «...( πλήρης εξόφληση υφιστάμενου δανείου ) ». Τα κύρια επίδικα θέματα ΄Οπως έχει ήδη αναφερθεί, ή έχει καταστεί φανερό, ουσιαστική διχογνωμία ως προς τα γεγονότα ή τα κρίσιμης σημασίας έγγραφα, δεν υπάρχει μεταξύ των διαδίκων. Τα σημειωθέντα τεκμήρια είχαν κατατεθεί χωρίς ένσταση και με επιφύλαξη μόνο αναφορικά με μερικά απ΄ αυτά (1 - 15) για αντεξέταση ως προς το περιεχόμενο τους, από πλευράς των εναγομένων. Ρητά ήταν εξ΄ άλλου που δηλώθηκε από το συνήγορο τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι δεν αμφισβητείται το τί αναγράφεται στα έγγραφα σε σχέση με το οποίο ούτε είχε αντεξετάσει, ούτε βέβαια τέθηκε ποτέ θέμα αποδεκτότητας των εγγράφων. Δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη κάποιων γεγονότων και δεδομένων, ούτε και το ότι οι διάδικοι ενήργησαν με τον τρόπο που αυτός εμφαίνεται μέσω των εγγράφων και άλλης μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο τέθηκε υπό αμφισβήτηση και απετέλεσε τους κύριους άξονες της υπεράσπισης, επικεντρώνεται γύρω από τρία βασικά θέματα: α. Κατά πόσο οι ενάγοντες νόμιμα ενήργησαν όπως ενήργησαν κατά τη σύναψη των συμφωνιών καθώς και των διευθετήσεων ως προς εξασφαλίσεις. β. Κατά πόσο οι ενάγοντες τήρησαν επακριβώς κάποιους όρους των συμφωνιών. γ. Κατά πόσο οι ενάγοντες απέδειξαν ή όχι ικανοποιητικά, ή καθόλου τις διεκδικούμενες απ΄ αυτούς αξιώσεις. Οι πιο πάνω αμφισβητήσεις των εναγομένων, εφαρμοζόμενες στα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές, καθορίζουν προς εξέταση και επίλυση, τα ακόλουθα επί μέρους θέματα: α. Κατά πόσο οι δύο επίδικες συμφωνίες για παραχώρηση δανείου και για άνοιγμα λογαριασμού παρατραβήγματος ήσαν νέες, ανεξάρτητες συμφωνίες και όχι συγκεκαλυμμένες ή εικονικές συμφωνίες για ανανέωση παλαιοτέρων συμφωνιών. β. Κατά πόσο οι επίδικες συμφωνίες περιλάμβαναν πρόνοιες και όρους για επιτόκια και τόκους κατά παράβαση υφιστάμενων νομοθετικών διατάξεων ή κατά πόσο η ενάγουσα εφάρμοζε τις συμφωνίες χρεώνοντας τόκους κατά τρόπο παράνομο, επιλήψιμο, ή αντισυμβατικό. γ. Κατά πόσο η ενάγουσα προσεκόμισε ή όχι, ικανοποιητική μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύονται οι αξιώσεις της ως προς τα διεκδικούμενα χρεωστικά υπόλοιπα. δ. Κατά πόσο η ενάγουσα τήρησε ή όχι τη συμφωνηθείσα διαδικασία ως προς τον τρόπο ειδοποίησης των εγγυητών και συνακόλουθα κατά πόσο οι υποχρεώσεις των εγγυητών - εναγομένων κατέστησαν ή όχι εκτελεστές. ε. Κατά πόσο η συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων συντελέσθηκε κατά τρόπο σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Θα εξετάσω τα πιο πάνω επίδικα θέματα ένα προς ένα, υπό το φως της δοθείσας μαρτυρίας. α. Η φύση, νομική υπόσταση και νομιμότητα των δύο επίδικων λογαριασμών. ΄Εχοντας εξετάσει τη διαθέσιμη επί του θέματος τούτου μαρτυρία και τις θέσεις που έχουν προβάλει οι δύο πλευρές, δεν διατηρώ αμφιβολία ότι η ενάγουσα τράπεζα με τις έγγραφες συμφωνίες ημερ. 21.8.2001 και 24.12.2001, οι οποίες επιμαρτυρούνται από τα έγγραφα - τεκμήρια 1, 2, 3 και 4, συνήψε με τον εναγόμενο 1 δύο νέες συναλλαγές και άνοιξε δύο νέους λογαριασμούς. Αυτό είναι φανερό από το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται και στις συμφωνίες, υποβλήθηκαν νέες αιτήσεις από τον εναγόμενο 1 για παροχή διευκολύνσεων, έγινε νέα γραπτή αποδοχή των εισηγουμένων διευθετήσεων με την υπογραφή του εναγομένου 1 και υπογράφηκαν νέες συμφωνίες με λεπτομερείς όρους. Είναι γεγονός ότι, όπως δέχθηκε και ο Μ.Ε.1 και όπως φαίνεται και στην έγγραφη Συμφωνία - τεκμήριο 3, ο σκοπός της παροχής των νέων αυτών διευκολύνσεων ήταν: «.
- ΣΚΟΠΟΣ: Ανανέωση υφιστάμενων διευκολύνσεων (πλήρης εξόφληση υφιστάμενου δανείου LD0030100002)..." ´Όμως, το γεγονóς óτι ένας πελάτης έχει ήδη τύχει κάποιων διευκολύνσεων, υπό κάποιους όρους προς τους οποίους αδυνατούσε να ανταποκριθεί, είναι προφανώς και ο λόγος για τον οποίο αυτός δανειοδοτήθηκε με ένα νέο δάνειο, με μια νέα αρχή και συνέχεια. Μπορεί αυτό να ακούγεται κάπως τεχνητό. Πρόκειται για μια πρακτική την οποία φαίνεται συχνά να χρησιμοποιούν χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί. Έτσι, ο ίδιος ο πιστωτής έρχεται και χρηματοδοτεί τον οφειλέτη για να μπορέσει ουσιαστικά να τον εξοφλήσει με τα δικά του χρήματα (του οφειλέτη). ΄Οσο όμως και αν αυτό φαίνεται τεχνητό, ούτε τέχνασμα είναι ούτε εικονική πράξη και σίγουρα ούτε παράνομη. Υπό το φως της δοθείσας μαρτυρίας, καθίσταται φανερό ότι επρόκειτο για δύο νέες, ανεξάρτητες από τις προηγηθείσες συναλλαγές, οι οποίες διήποντο από νέους όρους ως προς ποσά, επιτόκια, τρόπο αποπληρωμής, εξασφαλίσεις κλπ. Οι παλαιότερες διευθετήσεις που είχαν γίνει μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων τερματίστηκαν και έπαυσαν να ισχύουν, δίδοντας τη θέση τους στις νέες. β. Η νομιμότητα χρέωσης των συμφωνηθέντων επιτοκίων Αναφορικά ιδιαίτερα με τις πρόνοιες της περί τόκου νομοθεσίας και τη θέση ότι η χρέωση τόκου στις νέες συμφωνίες είναι παράνομη διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο, υπενθυμίζεται ότι οι περιορισμοί στό ύψος των επιτοκίων ήρθησαν με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο αρ. 160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1.1.
- Με δεδομένο ότι οι επίδικες, νέες συμφωνίες έγιναν τον Αύγουστο του 2001 και τον Δεκέμβριο, δηλαδή μετά την άρση των περιορισμών, αυτό σημαίνει πως δεν υπήρχε θέμα δια νόμου ανωτάτου ύψους επιτοκίου. Αυτό δε κατέστη σαφές από τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων - διαδίκων. Συγκεκριμένα, στην επιστολή της ενάγουσας ημερ. 21.8.2001, την οποία και προσυπόγραψε ο εναγόμενος 1 δηλώνοντας ότι την αποδέχεται, αναφέρονταν και τα εξής (τεκμήριο 1, 2η σελίδα, άνω): «.Με την υλοποίηση της νέας πολιτικής μας, η οποία βασίζεται στην ελευθεροποίηση των επιτοκίων και η οποία θα σας ανακοινώνεται από καιρού εις καιρό, οι υπερβάσεις και οι καθυστερήσεις θα υπόκεινται πάντοτε σε ψηλότερα επιτόκια. Γι΄ αυτό παρακαλούμε όπως προγραμματίζεστε ανάλογα προς αποφυγή του ενδεχομένου αυτού ...». Η ίδια δε αναφορά συναντάται και στην επιστολή της ενάγουσας, ημερ. 20.12.2001, την οποία προσυπόγραψε ο εναγόμενος 1 (τεκμήριο 3). Είναι, επομένως, φανερό ότι επρόκειτο για δύο νέες ανεξάρτητες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες διείποντο από νέους όρους και εξασφαλίσεις και δεν υπόκειντο σε περιορισμούς ως προς ανώτατα επιτόκια, τρόπο κεφαλαιοποίησης τόκων κλπ., όπως εκείνους οι οποίοι εφαρμόζονταν στις μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων παλαιότερες διευθετήσεις οι οποίες τερματίστηκαν και έπαυσαν να ισχύουν και με βάση καταργηθείσες νομοθετικές διατάξεις. γ. Η δοθείσα μαρτυρία προς απόδειξη των επιτοκίων, των τόκων και των διεκδικούμενων υπολοίπων Σύμφωνα με τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων, το ύψος του επιτοκίου ήταν συμπεφωνημένο και είχε διατυπωθεί στις συμφωνίες ως ακολούθως: Συμφωνία Παροχής Τραπεζικών Διευκολύνσεων (τεκμήριο 2) - παρα. 2.1: «.. 2.1 Με τόκο α) Υπολογιζόμενο με βάση το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 1.5% εκατοστιαίες μονάδες (το περιθώριο). Με βάση τα πιο πάνω, το επιτόκιο ανέρχεται, σήμερα σε - Βασικό 6.5% - Περιθώριο 1.5% - Σύνολο επιτοκίου 8% β) Για την εξαγωγή του τόκου, θα υπολογίζεται ο αριθμός των ημερών με βάση τις μέρες που έχει ο κάθε μήνας αλλά, για να βρεθεί ο πληρωτέος τόκος, θα λαμβάνεται υπόψη, ως διαιρέτης, το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 μέρες. γ) Η κεφαλαιοποίηση του τόκου θα υπολογίζεται κάθε έξι μήνες και θα καθίσταται πληρωτέος την 30/06 και την 31/12, κάθε χρόνου. Σε περίπτωση ΜΗ καταβολής του πληρωτέου τόκου, αυτός θα χρεώνεται στον ίδιο το λογαριασμό και στο νέο υπόλοιπο θα υπολογίζεται τόκος και προμήθεια, με την ίδια μέθοδο..» Συμφωνία Δανείου (τεκμήριο 4) - παρα. 3.1: «. 3.1 Με τόκο α) Υπολογιζόμενο με βάση το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 2.95 εκατοστιαίες μονάδες (το περιθώριο). Με βάση τα πιο πάνω, το επιτόκιο ανέρχεται, σήμερα σε - Βασικό 5.5% - Περιθώριο 2.95% - Σύνολο επιτοκίου 8.45% β) Για την εξαγωγή του τόκου, θα υπολογίζεται ο αριθμός των ημερών με με βάση τις μέρες που έχει ο κάθε μήνας αλλά, για να βρεθεί ο πληρωτέος τόκος, θα λαμβάνεται υπόψη, ως διαιρέτης, το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 μέρες. γ) Η κεφαλαιοποίηση του τόκου θα υπολογίζεται κάθε 6 μήνες και θα καθίσταται πληρωτέος την 30/06 και την 31/12 κάθε χρόνου. Σε περίπτωση ΜΗ καταβολής του πληρωτέου τόκου, αυτός θα χρεώνεται στον ίδιο το λογαριασμό και στο νέο υπόλοιπο θα υπολογίζεται/χρεώνεται τόκος και προμήθεια, με την ίδια μέθοδο..» Με τα πιο πάνω δεδομένα, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν το ακριβές ύψος του επιτοκίου που είχε συμφωνηθεί για τις δύο επίδικες συναλλαγές. ΄Οπως προκύπτει με σαφήνεια, το επιτόκιο ανερχόταν σε 8% στην περίπτωση των διευκολύνσεων τρεχουμένου λογαριασμού και σε 8.45% στην περίπτωση του λογαριασμού δανείου. Αυτά ήσαν τα συμφωνηθέντα και ισχύοντα επιτόκια μέχρι την τροποποίηση τους η οποία έγινε από την ενάγουσα τράπεζα με ισχύ από τις 6.10.02 και κοινοποιήθηκε στους εναγομένους με τις επιστολές τεκμήρια 9 και 10, ημερομηνίας 27.9.02 και 20.11.
- Από την προαναφερθείσα ημερομηνία, το επιτόκιο αυξήθηκε σε 12.5%. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα τράπεζα με βάση τις επίδικες συμφωνίες, είχε το δικαίωμα όπως μεταβάλλει το επιτόκιο. Συγκεκριμένα, στην παρα. 3.4 της συμφωνίας - τεκμηρίου 4 προνοούνταν τα εξής: «. 3.4 Οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που θα ισχύουν, κατά καιρούς, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος κτλ. κατά την κρίση της η U.B. θα δικαιούται να μεταβάλλει: - Το βασικό της επιτόκιο - Το ποσοστό προμήθειας και Τραπεζικών δικαιωμάτων - Το περιθώριο (πάνω από το βασικό επιτόκιο) και οι αλλαγές αυτές θάναι δεσμευτικές για τον οφειλέτη ο οποίος θα λαμβάνει γνώση, είτε από ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο, είτε με γραπτή ειδοποίηση δια μέσου άλλου προσφερόμενου (κατά την κρίση της U.B. ), τρόπου και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Αν ο Χρεώστης διαφωνήσει με το νέο περιθώριο επιτοκίου, υποχρεούται να προσέλθει στην U.B. και να διαπραγματευθεί νέους όρους συνεργασίας εντός ενός
(1)μηνός από τη γνωστοποίηση/ανακοίνωση, διαφορετικά, υποχρεούται να εξοφλήσει άμεσα το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπήρχε πριν την εφαρμογή του νέου περιθωρίου..» Πρόνοια για μεταβολή του επιτοκίου με λεκτικό ταυτόσημο προς το πιο πάνω, υπήρχε και στην παρα. 2.4 της επίδικης συμφωνίας - τεκμηρίου
- Ας σημειωθεί δε, ότι η ενάγουσα προέβηκε στην αύξηση του επιτοκίου από 8% και 8.45% σε 12.5% μετά που τα χρεωστικά υπόλοιπα των δύο λογαριασμών είχαν καταστεί απαιτητά και πληρωτέα λόγω της μη συμμόρφωσης του εναγομένου 1 προς τις υποχρεώσεις του και σαν αποτέλεσμα, οι επίδικες συμφωνίες τερματίστηκαν. ΄Εχει υποβληθεί από πλευράς υπεράσπισης η θέση ότι δεν έχει αποδειχθεί το ακριβές ύψος του επιτοκίου που είχε συμφωνηθεί και / ή εφαρμοσθεί, εφόσον στις επίδικες συμφωνίες γινόταν αναφορά σε «κυμαινόμενο» ετήσιο επιτόκιο και στο «εκάστοτε βασικό επιτόκιο», όροι που δεν αποδείχθηκε πώς μεταφράζονταν σε αριθμούς ανά πάσα στιγμή. Αυτή όμως η θέση δεν είναι ακριβής. Χρησιμοποιούνται μεν οι πιο πάνω όροι στις επίδικες συμφωνίες, πλην όμως συνοδεύονται και από αριθμούς για ένα έκαστο. Υπενθυμίζεται δε ότι στις επιστολές τεκμήρια 1 και 3 που προσυπογράφει την αποδοχή του περιεχομένου τους και ο εναγόμενος 1 ρητά αναφέρεται ποιο θα ήταν το ύψος του βασικού επιτοκίου, ήτοι: «..Το επιτόκιο δανειοδότησης θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο 6.5% συν ένα περιθώριο που θα καθορίζεται από την τράπεζα ...» (τεκμήριο 1, παρα.5) και, «.Το επιτόκιο δανειοδότησης θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο 5.5.% συν ένα περιθώριο που θα καθορίζεται από την τράπεζα ...» (τεκμήριο 3 παρα.5). Επομένως, καθαρά συνάγεται το συμπέρασμα ότι του μεν βασικού επιτοκίου ρητά είχε συμφωνηθεί το ύψος, του δε περιθωρίου το ύψος εσυμφωνείτο αρχικά, ενώ η διακύμανση και μεταβολή του αργότερα επαφίετο να καθορίζεται από την Τράπεζα, εφαρμοζομένων κριτηρίων που αναφέρονταν στις πιο πάνω παραγράφους. Ως προς τη θέση της υπεράσπισης περί μη ικανοποιητικής απόδειξης των διεκδικούμενων υπολοίπων και της λεπτομερούς διακίνησης των λογαριασμών, παρατηρώ τα εξής: Τα ακριβή υπόλοιπα των δύο λογαριασμών επεξηγήθηκαν από τον Μ.Ε.1, ο οποίος κατέθεσε σαν τεκμήρια και τις καταστάσεις λογαριασμού - τεκμήρια 18 και
- Ας σημειωθεί ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε ως προς την ορθότητα των παρασχεθέντων αριθμών ή την ακρίβεια της τελικής κατάληξης τους, εκτός βέβαια από ένα σημείο: ΄Οτι δηλαδή οι χρεωνόμενοι τόκοι γίνονταν κατά παράβαση της κειμένης νομοθεσίας ή των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών. Τέτοια είναι άλλωστε και η περιοριστική θέση με την οποία οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους αμφισβητούν το ύψος της οφειλής τους. Αυτές, όμως, οι θέσεις έχουν απορριφθεί νωρίτερα στην παρούσα απόφαση. Ο συνήγορος των εναγομένων επικαλέσθηκε και την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ.άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. [2001] 1 Α.Α.Δ. 1858 , ως προς το γεγονός της μη επάρκειας παράθεσης κατάστασης λογαριασμού σαν απόδειξης οφειλομένων υπολοίπων. Εκείνο όμως που είχε επακριβώς τονισθεί στην προαναφερθείσα έφεση ήταν ότι ναι, στοιχεία που περιέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούν απόδειξη και μάλιστα αδιαμφισβήτητη των γεγονότων που εκτίθενται σ΄ αυτήν. Αποτελούν όμως, όπως προστέθηκε, ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να παρατηρήσω ότι ο υπό εξέταση λογαριασμός δανείου, συνιστά μια πιο απλή από τις συνήθεις, περίπτωση διακίνησης λογαριασμού. Οι λόγοι είναι ότι, όπως προβλεπόταν στην ίδια τη συμφωνία - τεκμήριο 4, ουσιαστικά η αποπληρωμή του δανείου των £337.000 θα γινόταν με μια εφάπαξ δόση κατά την 30.11.
- Χωρίς επομένως άλλες ενδιάμεσες περιπλοκές ή υπολογισμούς, όπως εξήγησε και ο Μ.Ε.1 Μουαϊμης και δεν αμφισβητήθηκε, το διεκδικούμενο υπόλοιπο των £383.589.53 αποτελείται καθαρά από το ποσό του κεφαλαίου εκ £337.000 που ουδέποτε πληρώθηκε εν όλω ή εν μέρει, πλέον τους τόκους. Οι δε τόκοι, όπως έχει προαναφερθεί, γίνονταν στη βάση επιτοκίου 8.45% ετήσια μέχρι την 5.10.02 και 12.5% από 6.10.
- Υπολογίζονταν δε καθημερινά, αλλά εκεφαλαιοποιούντο κάθε εξάμηνο, ήτοι κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Αυτοί ήσαν οι ακριβείς υπολογισμοί, που σύμφωνα με την ενάγουσα οδηγούν στο τελικό αποτέλεσμα όπως αυτό εμφανίζεται και στα τεκμήρια 19 και 18 και οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί δεν αμφισβητήθηκαν ή αντικρούσθηκαν με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. (Βλπ. Μοσχάτου ν. Μοσχάτου [1999] 1 Α.Α.Δ. 785 και Ζαχαρίου ν. Ζαχαρίου [1993] 1 Α.Α.Δ. 159). Επομένως, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει σε ικανοποιητικό βαθμό,τα υπόλοιπα λογαριασμών τα οποία διεκδικεί. δ. Ο τρόπος ειδοποίησης των εγγυητών και η ενεργοποίηση των υποχρεώσεων τους Στην ΄Εκθεση Απαίτησης της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με επιστολή της ημερ. 20.11.02 πληροφόρησε τους εναγομένους ότι έκλεισε τους λογαριασμούς και απαίτησε την άμεση αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών (παρα 7 της Απαίτησης). Με την παρα. 6 της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο της παρα. 7 της Απαίτησης και ειδικότερα αρνούνται ότι οι ενάγοντες απέστειλαν ή και ότι οι εναγόμενοι παράλαβαν την επιστολή εκείνη ή και ότι η εν λόγω επιστολή απεστάλη σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Με τις πιο πάνω δεδομένες δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, η ενάγουσα είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που ήγειρε στην παρα.
- Με την έναρξη της ακρόασης, κατατέθηκαν και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια 9, 10, 11 και ακολούθως 20, οι επιστολές της ενάγουσας με τις οποίες παρουσιάζεται πράγματι να πληροφορούσε τους εναγομένους για το κλείσιμο των λογαριασμών και τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Τους καλούσε να εξοφλήσουν αυτά σε 10 ημέρες και τους ενημέρωνε για την αύξηση του επιτοκίου σε 12.5%. Περαιτέρω, στη γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 15, η οποία απετέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης του, ο Μ.Ε.1 Μουαϊμης αναφέρθηκε στις επιστολές που στάληκαν προς τους εγγυητές, προς τις οποίες όμως αυτοί ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Το γεγονός ότι αποστάληκαν εκείνες οι επιστολές και το περιεχόμενο τους έγινε ρητά αποδεκτό εξ΄ άλλου από το συνήγορο των εναγομένων, ο οποίος δήλωσε πως δεν αμφισβητεί την ύπαρξη και το περιεχόμενο κανενός εγγράφου. Το ερώτημα που εγείρεται, περιορίζεται επομένως στο κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε ότι αποστέλλουσα εκείνες τις επιστολές προς τους εγγυητές, συμμορφώθηκε ή όχι με τις πρόνοιες και τους όρους των συμφωνιών εγγύησης. Το έγγραφο - Εγγύηση είναι το τεκμήριο
- Στην παρα.1 του τεκμηρίου, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «
- ....... Αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε, οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων ......» Περαιτέρω, στην παρα. 14 του τεκμηρίου 8, προνοούνταν τα ακόλουθα: «...
- Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από μένα θα θεωρείται ότι έγινε δεόντως σε μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου ή εκτελεστές της διαθήκης μου αν υποβληθεί με επιστολή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνσή μου που φαίνεται πιο κάτω και θα ισχύει παρά την τυχόν αλλαγή της διεύθυνσής μου, έστω και αν η αλλαγή κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου ή εκτελεστές της διαθήκης μου, 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της και θα ισχύει αν υπογραφεί εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλό σας..» Παρά το γεγονός όμως ότι η πιο πάνω παράγραφος παραπέμπει στη διεύθυνση του εγγυητή « ... που φαίνεται πιο κάτω ...» εν τούτοις, όπως ορθά εντόπισε ο συνήγορος των εναγομένων, τέτοια διεύθυνση δεν αναγράφεται πουθενά στο τεκμήριο εκείνο. ΄Ηταν δε το επιχείρημα του συνηγόρου ότι εφ΄ όσον δεν δηλώθηκε καμιά διεύθυνση στη συμφωνία εγγύησης, δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι επιστολές - απαιτήσεις πληρωμής, αποδείχθηκε ότι στάληκαν στις συμφωνηθείσες ή ορθές διευθύνσεις των εναγομένων - εγγυητών. Να σημειωθεί ότι στις επιστολές - τεκμήρια 10 και 11 αναγράφονται σαν διευθύνσεις των εναγομένων 2 και 3 οι « Μέγα Αλεξάντρου 5290 Παραλίμνι » και «Ευαγόρου 52, 5291, Παραλίμνι» αντίστοιχα. Στο σημείο τούτο θα πρέπει να ερευνηθούν και αποφασιστούν τρία θέματα: α. Κατά πόσον νομικά η ενάγουσα υποχρεούτο εν πάση περιπτώσει να απαιτήσει γραπτώς πληρωμή από τους εγγυητές. β. Κατά πόσο ο περιγραφόμενος στη συμφωνία τρόπος ειδοποίησης αποκλείει οποιονδήποτε εναλλακτικό τρόπο ειδοποίησης. γ. Κατά πόσο η ενάγουσα έδωσε ή όχι συμβατικά αποδεκτή ειδοποίηση προς τους εγγυητές. Επί όλων των ανωτέρω θεμάτων, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd. v. Η. Λαζαρίδη [1999] 1 Α.Α.Δ.
- Ως προς το πρώτο από τα ανωτέρω επί μέρους θέματα, το Εφετείο επιβεβαίωσε με παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση Savvides v. Christofides [1978] 1 C.L.R. 303 ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Μπορεί όμως τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή, μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση, η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του (Bλπ. Stimpson v. Smith [1999] 2 All E.R. 833). Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι φανερό ότι οι συμβαλλόμενοι (τράπεζα και εγγυητές) κατέστησαν μέρος της συμφωνίας εγγύησης, την αναγκαιότητα παροχής προς τους εγγυητές ειδοποίησης και δη γραπτής, έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης απ΄ αυτούς του οφειλόμενου ποσού. Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις συνδυασμένες πρόνοιες των παρα. 1 και 14 της συμφωνίας εγγύησης - τεκμηρίου
- ΄Οπως συνάγεται από το λεκτικό της παρα. 14, η απαίτηση θα πρέπει να είναι γραπτή, εάν δε ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στην παράγραφο αυτή, τότε δημιουργείται ένα τεκμήριο απόδοσης καλής ειδοποίησης και ένα αντίστοιχο κώλυμα (estoppel) του εγγυητή να αμφισβητήσει την απόδοση της. Για να το θέσω διαφορετικά, στην παρούσα περίπτωση και στην απουσία άλλης μαρτυρίας για επίδοση ειδοποίησης, η ενάγουσα θα θεωρείτο ότι είχε προβεί στη δέουσα απόδοση ειδοποίησης πληρωμής, αν αποδείκνυε ότι απηύθυνε προς τους εγγυητές τις επιστολές τεκμήρια 10 και 11 στη διεύθυνση τους η οποία θα φαινόταν στο τέλος του κειμένου της συμφωνίας. ΄Όμως, ούτε στο τέλος του κειμένου, ούτε οπουδήποτε αλλού φαίνεται να δηλώθηκε διεύθυνση των εγγυητών στην οποία θα έπρεπε να απευθυνθεί η ειδοποίηση. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι βέβαια αδύνατο να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο περί καλής απόδοσης ειδοποίησης που προβλέπεται στην παρα. 14 της Συμφωνίας. Δεν μπορεί δηλαδή να θεωρηθεί σαν γενόμενη η απόδοση ειδοποίησης και δεν μπορούν οι εναγόμενοι εγγυητές να θεωρηθούν ότι πήραν την ειδοποίηση, αφού η διεύθυνση που αναφέρεται σ΄ αυτήν, δεν γνωρίζει κανείς αν είναι ορθή και αφού σίγουρα δεν δηλώθηκε στη συμφωνία σαν τέτοια, οπότε θα ήταν δεσμευτική. Το γεγονός δε ότι οι επιστολές που απευθύνονται προς τους εγγυητές κατατέθηκαν και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια εκ συμφώνου, δεν μπορεί να πληρώσει το κενό απόδειξης το οποίο δημιουργείται. ΄Οπως αναφέρθηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδ.) Λτδ. ν. Ε.Τ. Autospares Enterprizes κ.α. [1998] 1 Α.Α.Δ. 849, το αποδεκτό ενός εγγράφου ως μαρτυρίας και η τοποθέτηση ως προς αυτό, διαχωρίζονται από την κατ΄ ουσία, ανάλογα με την περίπτωση, αποδεικτική του δύναμη και βεβαίως από την προβαλλόμενη άποψη ως προς αυτή. Δεν προσφέρεται η ένσταση στην προσαγωγή μαρτυρίας ως μέσο για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς και η μη υποβολή τέτοιας δεν έχει από μόνη της επίπτωση που υπερβαίνει τον προορισμό της. Η μη υποβολή ένστασης, ακόμα θα πρόσθετα και η ρητή παραδοχή ότι στάληκε μια τέτοια επιστολή με εκείνο το περιεχόμενο, δεν σημαίνει ότι αυτή περιείχε τα ορθά στοιχεία ή ότι τα όποια στοιχεία περιείχε ικανοποιούσαν προϋποθέσεις που ετίθεντο από άλλο έγγραφο. Υπενθυμίζεται ότι στην Υπεράσπιση υπήρχε άρνηση του γεγονότος, μεταξύ άλλων, ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν ή ότι αποστάληκαν σύμφωνα με τους όρους της ισχυριζόμενης συμφωνίας ή ότι είχαν το κατ΄ ισχυρισμό νομικό αποτέλεσμα. Η παρουσίαση των εγγράφων - επιστολών σαν τεκμηρίων με τη συναίνεση της άλλης πλευράς, κατέστησε τις επιστολές εκείνες ένα αποδεικτικό στοιχείο στην υπόθεση, η βαρύτητα, αξία και σημασία του οποίου θα πρέπει να αξιολογείται μαζί με το σύνολο της μαρτυρίας. Όπως ρητά τονίστηκε και στις αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Δημητρίου ν. Δημητριάδη
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1654 και Τσαρταλής κ.άλλοι ν. Βεγκλή Πολ. Έφεση 12039 ημ. 8.9.06, το γεγονός ότι ένα έγγραφο κατατέθηκε εκ συμφώνου αλλά στο πρακτικό δεν αποκαλύπτεται ρητή δήλωση του δικηγόρου ότι δεχόταν σαν αληθές το περιεχόμενο του, αυτό δεν το καθιστούσε δεσμευτικό. Δεν μπορεί επομένως η κατάθεση των επιστολών εκείνων να θεωρηθεί ότι τις καθιστούσε επιστολές όπως εκείνες που προβλέπονται στη συμφωνία εγγύησης ή επιστολές που στάληκαν και παραλήφθηκαν προς και από τους εναγομένους εγγυητές. Η κατάθεση των επιστολών εκείνων έτεινε να αποδείξει ότι η ενάγουσα απέστειλε προς τους εγγυητές επιστολές με εκείνο το περιεχόμενο και προς εκείνη τη διεύθυνση που αναφέρεται στις επιστολές. Τίποτε άλλο πέραν τούτου. Και αυτό, υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά καλή ειδοποίηση σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας εγγύησης, τη ελλείψει μάλιστα άλλης μαρτυρίας ως προς την σωστή ή δηλωθείσα διεύθυνση των εγγυητών. Επομένως, θα συμφωνήσω με τη θέση της υπεράσπισης ότι εφ΄ όσον δεν έχει αποδειχθεί η απόδοση απαίτησης πληρωμής προς τους εναγομένους 2 και 3, αυτό σημαίνει ότι δεν αποδείχθηκε η ενεργοποίηση του δικαιώματος της ενάγουσας να ανακτήσει οποιαδήποτε ποσά που κάλυπτε η εγγύηση από τους εγγυητές. Συνακόλουθα η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί. ε. Η νομιμότητα της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών ΄Οπως έχει προαναφερθεί, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως ο καταρτισμός του εγγράφου ενεχυρίασης των μετοχών του εναγομένου 1, δεν έγινε κατά συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 138 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Το κείμενο του άρθρου τούτου έχει ως εξής: «
- Ενέχυρο σε- (α) συναλλαγματικές, ή (β) γραμμάτια εις διαταγή, ή (γ) γραμμάτια συνήθους τύπου ή μη, άλλα από αυτά που είναι ασφαλισμένα με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας, ή (δ) πιστοποιητικά μετοχών ή πιστοποιητικά μετοχών στον κομιστή σε εταιρεία, προς εξασφάλιση της καταβολής χρέους ή της εκπλήρωσης υπόσχεσης, δεν είναι έγκυρο και εκτελεστό, εκτός αν η σύμβαση του ενεχύρου - (i) είναι γραπτή και (ii) υπογράφεται στο τέλος αυτής από τον ενεχυριαστή και (iii) καταρτίζεται στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι προσυπογράφουν αυτήν ως μάρτυρες. ............» ΄Ηταν η θέση της υπεράσπισης πως παρά το ότι στα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών (Τεκμήρια 7 και 8) εμφανίζονται πράγματι τα ονόματα και οι υπογραφές δύο μαρτύρων, εν τούτοις, εφόσον δεν αναφέρεται στα έγγραφα κατά πόσο ήταν ενώπιον των μαρτύρων που υπέγραψε ο οφειλέτης, δεν αποδείκτηκε ότι τα έγγραφα καταρτίσθηκαν έγκυρα, σύμφωνα με το νόμο και δεν έχουν ισχύ. Θα διαφωνήσω με την εισήγηση αυτή. Κατά την άποψη μου για σκοπούς ορθής και νόμιμης κατάρτισης ενός τέτοιου εγγράφου όπως αυτό που προβλέπεται στο ΄Αρθρο 138, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αναγράφεται η πιστοποιείται στα έγγραφα ότι αυτά υπογράφονται στην παρουσία των μαρτύρων. Παρόμοια προσέγγιση έγινε και από το Εφετείο στην υπόθεση Α. Παρισινός ν. Χαραλαμπίδη
(1998)1 ΑΑΔ 781 αναφορικά με τις αυστηρές διατάξεις του ΄Αρθρου 23 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195. Το ΄Αρθρο 23 απαιτεί σαν προϋπόθεση της εγκυρότητας μιας διαθήκης την υπογραφή από τον διαθέτη στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων οι οποίοι και προσυπογράφουν στην παρουσία του διαθέτη και αλλήλων. ΄Οπως έκρινε όμως το Εφετείο, αφ΄ ης στιγμής το έγγραφο είναι υπογεγραμμένο από τον διαθέτη και δύο μάρτυρες, δεν απαιτείται όπως καταγράφεται σ΄ αυτό και σχετικό μνημόνιο περιουσίας. Όπως λέχθηκε, η έννοια της επιβεβαίωσης υπογραφής δεν περιέχει, ως μέρος της, σημείωση περί του συμβάντος. Στην παλαιά υπόθεση Re Denning (deceased) Haznett v. Ellia H and others
(1958)2 All E.R. 1, το έγγραφο διαθήκης που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για έγκριση, έφερε απλά δύο υπογραφές στο πίσω μέρος του, από δύο άγνωστα πρόσωπα τα οποία ουδέποτε εντοπίστηκαν. Το Δικαστήριο έκρινε πως ήταν έγκυρη η διαθήκη και εφάρμοσε σ΄ αυτήν το γνωστό τεκμήριο τυπικότητας «omnia praesumuntur rite esse acta". Τεκμαίρεται δηλαδή, ότι αυτά που φαίνονται στο έγγραφο, είναι ορθά. Στην παρούσα, υπό εξέταση περίπτωση, με τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί, δηλαδή τα προαναφερθέντα έγγραφα και τη συνοδευτική μαρτυρία του ΜΕ1, ηγέρθη τουλάχιστο τεκμήριο ότι τα πράγματα έγιναν όπως εμφανίζονται και απαιτούνται από το Νόμο, ενώ από την άλλη, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμιά μαρτυρία από την οποία να διαφαίνεται οτιδήποτε το αντίθετο ή διαφορετικό. Γιά τούτο κρίνω ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης είναι νομίμως καταρτισθέντα. Αυτά ήταν τα κύρια επίδικα θέματα που απασχόλησαν κατά τη δίκη. Άλλες αξιώσεις της ενάγουσας όπως για παράδειγμα η εξασφάλιση του χρέους με υποθήκη ακινήτου κλπ, δεν αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο και κρίνω ότι η προσαχθείσα από την ενάγουσα μαρτυρία υπήρξε ικανοποιητική για απόδειξη αυτού και όλων των άλλων θεμάτων που δεν αμφισβητήθηκαν. Συνοψίζοντας, καταλήγω στο ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό όλες οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου 1, αλλ΄ όχι εναντίον των εγγυητών-εναγομένων 2 και 3 για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Για τούτο, Στην Απαίτηση εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 ως αι παράγραφοι Α, Β, Γ και Δ του αιτητικού της ΄Εκθεσης Απαίτησης καθώς επίσης και Διατάγματα ως αι παράγραφοι Ε και ΣΤ . Επιδικάζονται επίσης εναντίον του εναγομένου 1 και υπέρ της ενάγουσας, τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 και 3 απορρίπτεται και ακολουθώντας το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ τους και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του εναγομένου 1 όπως επίσης θα υπολογισθούν και εγκριθούν. (Υπ.) .................................. Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο