Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ν. Νικολάου Σάββα, Αρ. Αγ. 2949/03, 4.10.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 2949/03 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ Εναγόντων -και- Νικολάου Σάββα Εναγομένου Ημερομηνία: 4.10.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Ο κ. Θεοδωρίδης. Για εναγόμενο: Ο κ. Μουγής (για ν΄ ακούσει απόφαση για κ. Μαθηκολώνη). Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 8.7.99 οι διάδικοι κατέληξαν, μετά από αίτημα του Εναγόμενου, σε συμφωνία (Τεκμ. 1) στα πλαίσια της οποία η Ενάγουσα Τράπεζα («η Τράπεζα») θα χορηγούσε, όπως και έπραξε, πιστωτικές διευκολύνσεις στον Εναγόμενο προς το σκοπό αγοράς δημοσίων μετοχών στα πλαίσια ενός σχεδίου γνωστού ως «Σχέδιο Επενδυτή». Ρητά συμφωνήθηκε ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών θα εγίνονταν για λογαριασμό του εναγόμενου αποκλειστικά από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ («η Επενδυτική»), την οποία ο εναγόμενος διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του γι΄ αυτούς τους σκοπούς (Τεκμ. 3) και συμφώνησε να καταβάλλει προς αυτή, δικαιώματα και προμήθειες (Τεκμ. 2). Η συμφωνία, ως άνω, τέθηκε σε εφαρμογή. Οι χρεωπιστώσεις του λογαριασμού φαίνονται σε κατάσταση του λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Ενώ το Τεκμ. 6 αποτελεί αναλυτική κατάσταση των αγορών και πωλήσεων μετοχών που έγιναν για λογαριασμό του εναγόμενου. Η Τράπεζα είχε εκ της συμφωνίας δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού κατά την κρίση της, χωρίς προειδοποίηση και να απαιτήσει πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών. Αυτό έπραξε, αφού προηγήθηκαν μάλιστα προειδοποιήσεις, με επιστολή της προς τον εναγόμενο ημερ. 4.11.2002 (Τεκμ. 13). Τότε, 31.10.2002, το υπόλοιπο ήταν £41.972,09 και ήταν χρεωστικό. Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, εξ ου η παρούσα αγωγή στην οποία εγείρει υπερασπίσεις ως εξής: Αμφισβητήσεις σε σχέση με το λογαριασμό: Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του δέχεται την ύπαρξη της συμφωνίας και ότι ελάμβανε πιστωτικές διευκολύνσεις, αλλά «δεν παραδέχεται τις οποιεσδήποτε χρεωπιστώσεις γιατί δεν έχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αυτών». Δέχεται, περαιτέρω, ότι όρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του την Επενδυτική, λέγει όμως ότι «οι οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες μετοχών ήθελε αποδειχθεί ότι έγιναν, αυτές έγιναν από τη Λαϊκή Επενδυτική χωρίς τις δικές του οδηγίες», ισχυριζόμενος ότι «ο ίδιος προσωπικά δεν έδωσε στη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ οποιεσδήποτε εντολές για αγοραπωλησίες μετοχών.» Δέχεται ότι οι ενάγοντες απέστελλαν σ΄ αυτόν μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του, αλλά λέγει ότι «οι εν λόγω καταστάσεις περιείχαν απλώς χρηματικά ποσά των χρεωπιστώσεων χωρίς αναφορά σε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες αγοραπωλησίες μετοχών.» Εν τέλει αρνείται ότι ο λογαριασμός παρουσιάζει το κατ΄ ισχυρισμόν υπόλοιπο. Παραστάσεις από την τράπεζα - ρητοί ή εξυπακουόμενοι όροι: Επιπρόσθετα ο εναγόμενος λέγει ότι η Τράπεζα παρουσίαζε το «Σχέδιο Επενδυτής» ως προϊόν μελέτης από εμπειρογνώμονες και ειδικούς, με σκοπό να ωφελήσει τους πελάτες της για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.). Λέγει ακόμα, ότι η Τράπεζα παρέστησε ότι θα προστάτευε τους πελάτες της και δεν θα έθετε το δικό της συμφέρον πάνω από τα συμφέροντα των πελατών της. Ότι δεν θα επέτρεπε τη λειτουργία του λογαριασμού με τρόπο ώστε οι πελάτες να υποστούν σοβαρές ζημίες ή να διατρέξουν σοβαρούς κινδύνους. Ότι η Τράπεζα και η Επενδυτική θα διαχειρίζονταν το λογαριασμό με τη δέουσα επιμέλεια. Ότι η επένδυση στο Χ.Α.Κ. μέσω του σχεδίου θα ήταν πράξη ορθή και επωφελής οικονομικά. Είναι υπό αυτές τις παραστάσεις, συνεχίζει ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του, που «εξωθήθηκε να συνάψει την επίδικη συμφωνία». Οι οποίες παραστάσεις ήταν, κατά τον εναγόμενο, «ρητοί ή/και εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας». Παρανομία - Παραβίαση Δημόσιας Πολιτικής. Τρίτη πτυχή της υπεράσπισης του αφορά εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας προς τις Εμπορικές Τράπεζες (Τεκμ. 18.1 - 18.3) από 11.1.1999 μέχρι 28.7.2000, με τις οποίες η Κεντρική ασχολείται με τους κινδύνους από την αλόγιστη επένδυση σε μετοχές που παρετηρείτο τότε μέσω λογαριασμών όπως ο επίδικος και δίδει σχετικές οδηγίες. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι η Τράπεζα παρέβη τις εγκυκλίους με αποτέλεσμα η συμφωνία και/ή λειτουργία του λογαριασμού να καθίσταται παράνομη ή και αντίθετη με τη δημόσια πολιτική. Περαιτέρω, ισχυρίζεται πως η συμφωνία είναι παράνομη διότι αντίκειται «προς τη νομοθεσία προστασίας του ανταγωνισμού αφού οι ενάγοντες έθεσαν ως όρο όπως ο εναγόμενος προβαίνει στις αγοραπωλησίες μετοχών αποκλειστικά μέσω της Επενδυτικής στην οποία η Τράπεζα είχε συμφέρον και/ή την οποία έλεγχε.» Παράβαση καθήκοντος επιμέλειας ή και καθήκοντος εμπιστοσύνης. Η συμπεριφορά της τράπεζας σε σχέση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής δεν θέτει, κατά τον εναγόμενο, μόνο ζήτημα παρανομίας και παραβίασης της δημόσιας πολιτικής αλλά στοιχειοθετεί παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και καθήκοντος εμπιστοσύνης που είχε έναντι του εναγομένου ως τράπεζα. Πέραν τούτου, είναι η θέση του εναγόμενου ότι η Τράπεζα παρέλειψε να ενεργήσει με καλή πίστη, να παρακολουθεί την κίνηση του λογαριασμού και την αξία του χαρτοφυλακίου του και να τον προειδοποιεί ανάλογα, ότι αδιαφορούσε πλήρως για την ορθότητα των επενδύσεων και ότι τον συμβούλευε ή τον άφηνε να διενεργεί επενδύσεις αντίθετα με τις εγκυκλίους ή κατά τρόπο επιζήμιο και ζημιογόνο. Επιπρόσθετα είναι η θέση του ότι η Τράπεζα ή και αντιπρόσωποι ή και υπάλληλοι της συμβούλευσαν τον εναγόμενο κατά τρόπο επικίνδυνο ή και ζημιογόνο. Συνεπεία των ανωτέρω, καταλήγει ο εναγόμενος, «εζημιώθη κατά ποσό ίσο προς το αξιούμενο υπόλοιπο» και επιπρόσθετα κατά £15.000,- ένεκα της απώλειας της αξίας των μετοχών που ενεχυρίασε. Θέτει τα ζητήματα αυτά ως υπεράσπιση και περιπλέον εγείρει σχετική ανταπαίτηση. Ο λογαριασμός. Για τα ζητήματα του λογαριασμού ο κ. Κυριάκος Αναστασιάδης, προϊστάμενος των Επενδυτικών Χορηγήσεων της Τράπεζας (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι ο λογαριασμός χρεωπιστωνόταν ανάλογα με τις αγοραπωλησίες μετοχών όπως φαίνονται στο Τεκμήριο 6, αφού αφαιρούνταν έξοδα, φόροι και προμήθειες. Είπε ότι όλες οι πράξεις γίνονταν με εντολές του εναγόμενου ο οποίος πάντοτε εκρατείτο ενήμερος τόσο για τις συναλλαγές κάθε ημέρας όσο και με τρίμηνη κατάσταση του χαρτοφυλακίου του. Για το ζήτημα των εντολών μάλιστα κατατέθηκε ψηφιακός δίσκος (Τεκμ. 20) που περιέχει μαγνητοφωνημένες από τηλεφώνου εντολές του εναγόμενου προς λειτουργούς της Επενδυτικής και της Λαϊκής Χρηματιστηριακής Λτδ («η Χρηματιστηριακή») που διαδέχθηκε την Επενδυτική. Αυτές απομαγνητοφωνήθηκαν και έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 21.1 - 21.
- Πρόκειται για ορισμένες από τις εντολές που έδωσε ο εναγόμενος, είπε ο κ. Μιχάλης Ξιούρου, διευθυντής της Χρηματιστηριακής, εφόσον ανεύρεση του συνόλου ήταν πρακτικά ανέφικτη. Βεβαίωσε και αυτός ότι ουδέποτε και για κανένα πελάτη υπήρχε περίπτωση να εκτελεστεί πράξη χωρίς την εντολή του. Στα ίδια πλαίσια ήταν και η μαρτυρία του κ. Τάσου Ψυλλίδη, υπαλλήλου της Επενδυτικής (Μ.Ε.3). Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του, παρά τη δικογραφική του θέση, ως άνω, ότι οι αγοραπωλησίες γίνονταν χωρίς εντολή του και μετά που παρουσιάστηκαν οι μαγνητοφωνημένες εντολές του, ανέφερε ότι έδωσε «ορισμένες εντολές». Παρακάτω ανέφερε ότι τις πιο πολλές φορές έδιδε εντολές. Ενώ, είπε, πολύ λίγες φορές ενημερωνόταν. Παρά ταύτα δέχθηκε ότι ελάμβανε καταστάσεις του χαρτοφυλακίου του, αν και αρνήθηκε ότι ενημερωνόταν αυθημερόν για κάθε πράξη. Η μαρτυρία δε, αποκάλυψε και ο ίδιος δέχθηκε, ότι έχει παραδεχτεί το χρέος του και διαπραγματεύετο την εξόφληση του. Σε άλλο σημείο με δισταγμό δέχθηκε ότι δεν αμφισβήτησε καμιά πράξη. Ενώ δε στην Υπεράσπιση, ως άνω, γίνεται δεχτό ότι ελάμβανε μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού, ως μάρτυρας το αρνήθηκε. Η διαπίστωση είναι πως ο εναγόμενος επεχείρησε να συσκοτίσει τα ζητήματα αυτά με αντιφατικές θέσεις και υπεκφυγές μέσα από έκδηλη, στο εδώλιο του μάρτυρα, αμηχανία. Δεν έχει καθόλου πείσει ότι οι υπάλληλοι προέβαιναν από μόνοι τους σε πράξεις χωρίς τις δικές του εντολές. Αντίθετα, πειστική ήταν η μαρτυρία που η Τράπεζα προσέφερε, περιλαμβανομένης της φωνής του ίδιου του εναγόμενου. Οι πράξεις έγιναν κατ΄ εντολή του. Φαίνονται στο Τεκμ. 5 και αντιστοιχούν με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμ.
- Το υπόλοιπο και την ορθότητα κατά τ' άλλα, του οποίου ο εναγόμενος αρνήθηκε, ως άνω, γενικά χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά. Με τη μαρτυρία τους όμως οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι ο λογαριασμός έγινε επί τη βάσει των αγοραπωλήσεων που έγιναν επί τη βάσει των οδηγιών του ενάγοντα. Εκείνο που δεν είναι ορθό είναι ότι ζητούν το υπόλοιπο της 1.7.2003 ενώ ο τερματισμός έγινε στις 4.11.
- Αν δικαιούνται τελικά σε απόφαση το δικαιούμενο ποσό θα είναι εκείνο που υπήρχε κατά τον τερματισμό πλέον τόκος. Το επόμενο ερώτημα αφορά το επιτόκιο: Ο συμφωνηθείς τόκος ήταν προς 8% το χρόνο ή προς το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό επιτοκίου με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ρυθμίσεις. Με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο αρ. 160(Ι)/99 που τέθηκε σε ισχύ από 1.1.2001 δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε νέο «ανώτατο ποσοστό επιτοκίου», αλλά ήρθη ο περιορισμός στο ύψος του επιτοκίου. Εφόσον δεν υπάρχει «ανώτατο ποσοστό», η παραπάνω πρόνοια της συμφωνίας περί «ανωτάτου ποσοστού», έμεινε χωρίς υπόβαθρο και δεν μπορούσε να εφαρμοστεί. Η δε φιλελευθεροποίηση των επιτοκίων δεν σημαίνει ότι η τράπεζα μπορούσε να αυξήσει το επιτόκιο έξω από τα πλαίσια των όσων συμφωνήθηκαν αρχικά ή χωρίς νέα επί τούτου συμφωνία. Παρά ταύτα η τράπεζα, μόλις ετέθη σε ισχύ ο εν λόγω νόμος, αύξησε το επιτόκιο από 1.1.2001 σε 9% (τεκμήριο 14) το οποίο μετά μετεβλήθη και πάλι σε 8% (τεκμήρια 16 και 17) και με την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 13) επέβαλε τόκο προς 12.25%. Αυτά όμως έγιναν μονομερώς και χωρίς, ως άνω, έρεισμα στα συμφωνηθέντα. Ο τόκος ήταν και είναι προς 8%. Έτσι, θα μειωθεί μέχρι την ημέρα του τερματισμού οποιοδήποτε επιτόκιο πέραν του 8%, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο την ημέρα εκείνη, αν οι αριθμητικοί υπολογισμοί είναι σωστοί, να είναι £41.788,63, αντί του αναφερόμενου στην κατάσταση λογαριασμού £41.972,09 με τόκο προς 8% στη συνέχεια. Παραστάσεις - ρητοί ή εξυπακουόμενοι όροι. Κατ΄ αρχήν το ζήτημα των παραστάσεων παρέμεινε από τον εναγόμενο μετέωρο. Δεν διευκρινίζεται κατά πόσο επικαλείται τις παραστάσεις ως λόγο προς ακύρωση της σύμβασης ή ως αιτία για αποζημιώσεις. Όπως ασάφεια υπάρχει με τον τρόπο που έχει τεθεί, ως άνω, η ανταπαίτηση. Η οποία επιτείνεται με το χαρακτηρισμό που κάμνει ο εναγόμενος των κατ΄ ισχυρισμόν παραστάσεων ως ρητών ή και εξυπακουόμενων όρων της σύμβασης. Ποία είναι τελικά η θέση του; Έγιναν παραστάσεις που οδήγησαν στη σύμβαση χωρίς να γίνουν όροι της; Έγιναν παραστάσεις που ενσωματώθηκαν στη σύμβαση ως ρητοί όροι; Κάτι βέβαια που δεν φαίνεται στη σύμβαση. Επρόκειτο για εξυπακουόμενους όρους; Αλλά αν ήταν κάτι που εξυπακούεται, ήταν κάτι που δεν έχει λεχθεί. Τότε, πώς συνάμα αποτελεί και παράσταση; Εν πάσει περιπτώσει οι σχετικές θέσεις δεν συνάδουν ούτε με τη μαρτυρία του εναγόμενου, ο οποίος δέχθηκε ότι είναι ο ίδιος που αιτήθηκε να λάβει χρηματοδότηση επειδή είχε ακούσει ότι «όλοι κερδίζουν» και ότι ζήτησε από τον κ. Ψυλλίδη, που ήταν τότε εξ αγχιστείας συγγενής του, να τον βοηθήσει. Αυτά δε, χωρίς να αναφερθεί σε οποιαδήποτε παράσταση όπως απαριθμούνται στην Υπεράσπιση ως παραστάσεις που τον «εξώθησαν να συνάψει την επίδικη σύμβαση», παρά τη γενικότερη του προσπάθεια να δημιουργήσει μια τεχνητή εικόνα ότι ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε γνώσεις και ότι αφέθη, κατ΄ ουσία, έρμαιο στα χέρια της Τράπεζας. Ακόμα και τη συμφωνία, είπε ότι την υπέγραψε χωρίς να τη διαβάσει και «χωρίς να ξέρει». Του είπαν, ισχυρίστηκε, ότι θα τον συμβουλεύουν οι χρηματιστές τους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με την επίδικη συμφωνία ή τη συνήθη εργασία μιας τράπεζας. Όταν δε, ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος σε σχέση με ποσό £70.000,- που είχε κέρδος από τις επίδικες αγοραπωλησίες, το οποίο απέσυρε από το λογαριασμό και παρέμεινε τελικά το χρέος, απάντησε πως «δυστυχώς παρασύρθηκε από άλλο χρηματιστηριακό γραφείο και έχασε σχεδόν όλα τα λεφτά του». Εικόνα και πάλιν, ευθύνης άλλων που είτε παρέσυραν, είτε παρέστησαν. Σε ό,τι αφορά το θέμα των κατ΄ ισχυρισμόν όρων, η σύμβαση δεν περιλαμβάνει, ως άνω, τέτοιους «ρητούς όρους». Ως προς το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθούν εξυπακουόμενοι, ούτε το κείμενο της συμφωνίας, μήτε οι περιστάσεις δικαιολογούν να θεωρηθεί ότι τα μέρη είχαν πρόθεση τα όσα ο εναγόμενος τώρα προβάλλει να αποτελούν όρους της συμφωνίας τους. Επρόκειτο για συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε από τη φύση της ούτε από το κείμενο της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενος όρος ότι η Τράπεζα όφειλε να διαχειρίζεται το λογαριασμό ή ότι η Τράπεζα ανέλαβε ότι η επένδυση των πιστώσεων στο Χ.Α.Κ., επένδυση που θα γινόταν από τον εναγόμενο, θα ήταν «ορθή και επωφελής.» Ειδικότερα, δε, ο όρος ότι «η Τράπεζα δεν θα επέτρεπε τη λειτουργία του λογαριασμού με τρόπο ώστε ο εναγόμενος να υποστεί ζημίες ή να διατρέξει κινδύνους», όχι μόνο δεν είναι αυτονόητα αναγκαίος για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στη σύμβαση, (The Moorcock [1889] 14 P.D. 64, Reigate v. Union Manufacturing Co. (Ramsbottom) Ltd [1918] 1 K.B. 592) αλλά θα καθιστούσε τη λειτουργία του λογαριασμού πρακτικά ανέφικτη και θα ανέτρεπε αυτό τούτο το θεμέλιο της σύμβασης, αλλά και του συναλλακτικού συστήματος εν όλω, δηλαδή την ελευθερία του πελάτη να διαχειρίζεται κατά την κρίση του το λογαριασμό του. Αλλά, έστω ότι υπήρχαν τέτοιοι εξυπακουόμενοι όροι και ότι παραβιάστηκαν. Αφέθηκε κι αυτό το ζήτημα μετέωρο ως προς τις συνέπειες του σε σχέση με τη ζητούμενη τώρα θεραπεία. Ό,τι γίνεται αντιληπτό είναι πως ο εναγόμενος θεωρεί πως ως εκ της παραβίασης των όρων έχει απαλλαγεί από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν έχει όμως στοιχειοθετήσει τέτοια υπόθεση. Παρανομία - Παραβίαση Δημόσιας Πολιτικής: Αναφερόμενη στους κινδύνους για τους χρεώστες και για την οικονομία γενικότερα από την αλόγιστη επένδυση, με δανεικά κεφάλαια, σε μετοχές η Κεντρική Τράπεζα έθεσε αρχικά πιστωτικά όρια για κάθε Τράπεζα (6.5.1999, Τεκμ. 18.2) και κάλεσε τις Τράπεζες να περιορίσουν τα δάνεια αυτά, να αυξήσουν το ποσοστό περιθωρίου ασφάλειας και να υποδεικνύουν στους πελάτες τους όλους τους σχετικούς κινδύνους (12.7.1999, Τεκμ. 18.3). Αργότερα, σε εγκύκλιο ημερ. 12.10.1999 (Τεκμ. 18.4) αναφέρεται ότι «αναμένεται από τις Τράπεζες ότι θα ενημερώσουν όλους τους πελάτες κατόχους investors accounts με υπόλοιπα πιστωτικά ή μηδενικά ότι ο λογαριασμός τους έχει κλείσει». Ενώ στις 24.11.99 (Τεκμ. 18.5) ζήτησε από τις τράπεζες «όπως μη προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών.» Σε εγκύκλιο ημερ. 26.5.00 (Τεκμ. 18.10) επαναλαμβάνονται οι ανησυχίες της Κεντρικής Τράπεζας για τη σταθερότητα της οικονομίας, εφόσον, όπως αναφέρεται, ο ρυθμός επέκτασης των πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν τριπλάσιος του ενδεικτικού στόχου που είχε θέσει η Κεντρική. Τελικά, στις 28.7.00 με άλλη εγκύκλιο (Τεκμ. 18.13) ήρθη η απαγόρευση για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών, αφού διαπιστώθηκε πως οι λόγοι που επέβαλαν το μέτρο δεν υφίσταντο πλέον. Ενώ, ως άνω, αναμενόταν από την Τράπεζα να ενεργήσει όπως στην εγκύκλιο ημερ. 12.10.99 αναφέρεται και ενώ τότε ο λογαριασμός του εναγόμενου ήταν πιστωτικός, η Τράπεζα δεν έκλεισε τον λογαριασμό, ο οποίος συνέχισε να λειτουργεί μέχρι που κατέληξε σε μεγάλο χρεωστικό υπόλοιπο. Γι΄ αυτό το ζήτημα η Τράπεζα διά του κ. Αναστασιάδη ως μάρτυρα είχε τη θέση ότι ναι μεν όταν εκδόθηκε η εγκύκλιος αυτή στις 12.10.99 ο λογαριασμός του εναγόμενου ήταν πιστωτικός (£2.620,13), άρα σύμφωνα με την εγκύκλιο θα έπρεπε να είχε κλείσει, όμως τούτο ήταν αδύνατο να γίνει σε 1-2 μέρες. Ενώ την αμέσως επόμενη μέρα ο λογαριασμός έγινε χρεωστικός (£13.427.55). Όμως και για τους χρεωστικούς λογαριασμούς η Κεντρική με την ίδια εγκύκλιο ζητά σταδιακό κλείσιμο τους και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κλείσουν. Αντ΄ αυτού οι πράξεις συνεχίστηκαν. Περαιτέρω, ενώ η Επενδυτική ειδοποιούσε τον εναγόμενο για την αύξηση του ορίου ασφάλειας (επιστολή ημερ. 8.9.99, Τεκμ. 7 και επιστολή ημερ. 3.12.99, Τεκμ. 8) παρέλειψαν να του υποδείξουν, όπως απαιτούσαν οι εγκύκλιοι, τους σχετικούς κινδύνους. Έτσι τίθεται, όντως, ζήτημα παράβασης των εγκυκλίων από την Τράπεζα. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε με αναφορά στις ίδιες εγκυκλίους από το παρόν δικαστήριο στην αγωγή αρ. 2540/01 Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεώργιου Κυριάκου Χίνη, ημερ. 22.12.2005, όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα τα οποία επαναλαμβάνονται και για τους σκοπούς της παρούσας. «Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να καθορίσει όρια δανείων ή, ακόμα, τους σκοπούς για τους οποίους μπορούσαν να δοθούν ή να μην δοθούν δάνεια, δυνάμει των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 1963 έως (Αρ. 2) του 1999 (άρθρο 38) εξουσίες που διατηρούνται στον ισχύοντα σήμερα Νόμο 138/
- Παράλληλα, σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν.66/97)η Κεντρική Τράπεζα έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει τις τράπεζες προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος (άρθρο 26), και δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου (άρθρο 41). Είναι πρόδηλο ότι οι σχετικές εγκύκλιοι εκδόθηκαν στα πλαίσια των παραπάνω αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος δε ημερ. 24.11.1999 (Τεκμήριο 13.5), - εδώ Τεκμήριο 18.5 - όπως και άλλες, ρητά αναφέρεται στο άρθρο 38 των περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμων. «Δημόσια πολιτική» υπό την συζητούμενη έννοια είναι εκείνη η δικαιϊκή αρχή που διασφαλίζει ότι κανένας πολίτης δεν μπορεί να τελεί εκείνο που έχει την τάση να επηρεάσει δυσμενώς το κοινό ή να είναι αντίθετο στο δημόσιο όφελος [βλ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, 454]. ...... ......Η νομική επιστήμη έχει κατατάξει, επί τη βάσει των δικαστικών αποφάσεων, περιπτώσεις δημόσιας πολιτικής σε αποκρυσταλλωμένες, κατά το μάλλον ή ήττον, κατηγορίες. Αναγνωρίζεται έτσι κατά πάγιο τρόπο πως τίθεται θέμα δημόσιας πολιτικής όταν παραβλάπτεται λ.χ. η χρηστή διακυβέρνηση, η δέουσα απονομή της δικαιοσύνης, τα δημόσια ήθη και η επαγγελματική ελευθερία (Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, σελ. 683 επόμ.). O Lord Halsbury είχε λάβει κατηγορηματικά τη θέση ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να επινοούν νέες κατηγορίες δημόσιας πολιτικής (Janson v. Drieforntein Consolidated Mines Ltd [1902] A.C. 484, 491). Τέτοια θέση όμως δεν έγινε καθολικά δεκτή. Αντίθετα, κρατούσα πλέον είναι η άποψη πως ότι στην κατάλληλη περίπτωση τα Δικαστήρια μπορούν να επεκτείνουν ή να τροποποιήσουν τις αρχές που διέπουν το θέμα (Multiservice Bookbinding Ltd v. Mardon [1979] Ch. D. 84, Glamor, σελ. 454-456). Λ.χ. στην Glamor, επιπρόσθετα προς τη παρανομία, διαπιστώθηκε ότι ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής είναι ανεπίτρεπτο για δημόσιο υπάλληλο να αναλάβει ιδιωτική εργασία έναντι ανταλλάγματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια, σε βαθμό που να μην δικαιούται ν΄ απαιτήσει το αντάλλαγμα. Γίνεται όμως σαφές πως η σχετική ευχέρεια των Δικαστηρίων πρέπει ν' ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου το δημόσιο κακό είναι πασιφανώς αδιαμφισβήτητο. Όπως έχει λεχθεί στην Fender v. Mildmay [1937] 3 All E.R. 402 και υιοθετείται στην Glamor: «The doctrine of "public policy" should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substiantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds.» Η επιφυλακτικότητα που αρμόζει, είχε οδηγήσει τον Lord Truro στο να παρομοιάσει τη «δημόσια πολιτική» σαν ένα ατίθασο άλογο, επικίνδυνο να ιππευθεί (Egerton v. Brownlow [1843-60] All E.R. Rep. 970, 995). Βέβαια ο Lord Denning είχε πει επί της ίδιας παρομοίωσης πως με ένα καλό αναβάτη το ατίθασο άλογο μπορεί να ελεγχθεί και να υπερπηδήσει τα εμπόδια (Enderby Town Football Club Ltd v. The Football Association Ltd [1971] Ch. 591, 606). Όμως το πρωταρχικό ζήτημα δεν είναι ο αναβάτης, αλλά κατά πόσο είναι κατάλληλη περίπτωση για ιππασία. Εφόσον δεν πρόκειται για άμεση παρανομία και εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ρητά την αποστέρηση δικαστικής θεραπείας, το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι το κατά πόσο, μέσα από τη συνήθη ερμηνεία του νόμου, υπό τις περιστάσεις που έγινε η σύμβαση και έχοντας κατά νου το κακό που εσκοπείτο ν΄ αποτραπεί, θα αντίκειτο στη δημόσια πολιτική η εκτέλεση της σύμβασης (Shaw v. Groom [1970] 1 All E.R. 702, Glamor σελ. 454). Στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας γίνεται αναφορά στις «γνωστές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή αγορά τις τελευταίες εβδομάδες» και τον κίνδυνο οι πιστωτικές διευθετήσεις να «καταλήξουν σε καθαρά κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο Χρηματιστήριο.» (εγκύκλιος ημερ. 12.10.1999, τεκμ. 13.4). - εδώ Τεκμήριο 18.4 - Σε εγκύκλιο, ημερ. 5.1.2000 (Τεκμ. 13.7) - εδώ Τεκμήριο 18.7 - ...... γίνεται λόγος για «το απαράδεκτο φαινόμενο της μαζικής χρηματοδότησης αγοράς μετοχών πρώτης έκδοσης όπου εκατοντάδες εκατομμύρια λιρών δάνεια δόθηκαν για αγορά μετοχών αξίας μερικών εκατομμυρίων λιρών». Η Κεντρική Τράπεζα είχε προχωρήσει στη λήψη διοικητικών μέτρων. Με εγκύκλιο ημερ. 24.3.2000 (Τεκ. 13.8) - εδώ Τεκμ. 13.9 - ειδοποίησε τις τράπεζες πως δεν θα καταβάλλει τόκο σε οποιαδήποτε τράπεζα δεν συμμορφώνεται με τις οδηγίες της δυνάμει του άρθρου 38...... .....Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να λάβει περαιτέρω και σκληρότερα μέτρα. Εφαρμόζοντας το άρθρο 30 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αν έκρινε ότι από το ως άνω «απαράδεκτο φαινόμενο» υφίστατο κίνδυνος να ελαττωθεί η ικανότητα μιας τράπεζας για έγκαιρη αντιμετώπιση των υποχρεώσεων της ή, γενικότερα, ότι ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση των συμφερόντων των καταθετών ή πιστωτών, είχε εξουσία, μεταξύ άλλων, να απαγορεύσει τελείως και μέχρι νεότερης ειδοποίησης την αποδοχή από την τράπεζα καταθέσεων ή/και τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ή, ακόμα μάλιστα, να ανακαλέσει την άδεια της τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα είναι το πρωταρχικά αρμόδιο όργανο που έταξε η Πολιτεία για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, έχοντας ως κύριο εκ του νόμου σκοπό τη δημιουργία συνθηκών νομισματικής σταθερότητας, πιστωτικών συνθηκών και συνθηκών που αφορούν στο ισοζύγιο πληρωμών που συντελούν στην αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας (άρθρο 4 του Νόμου). Ο μεν νομοθέτης δεν έχει ρητώς ορίσει ότι παράβαση ή καταστρατήγηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για θέματα πιστωτικής πολιτικής θα μπορούσε να απολήξει σε άρνηση δικαστικής θεραπείας, όπως κατ΄ αρχήν θα αναμενόταν ως εκ της δραστικότητας του μέτρου (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πετράκη [1998] 1 C.L.R. 941). Η δε Κεντρική Τράπεζα, πρωταρχικός θεματοφύλακας της πιστωτικής πολιτικής, επέλεξε το προαναφερθέν μέτρο μέσα από ένα πολύ ισχυρότερο οπλοστάσιο. Βέβαια είναι τα Δικαστήρια που έχουν τον τελευταίο λόγο να διαγνώσουν την ύπαρξη δημόσιας πολιτικής τέτοιας αναντίλεκτης σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη. Όμως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και επί των αρχών που προσπάθησα να παραθέσω, θεωρώ ότι τέτοια πορεία θα ήταν καθ΄ υπέρβαση του δικαστικού ρόλου και προς υποκατάσταση τόσο του νομοθέτη, όσο και του κατεξοχήν αρμοδίου εκ του Συντάγματος (Άρθρο 121, Συντ.) οργάνου, της Κεντρικής Τράπεζας». Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα να μην δοθεί δικαστική θεραπεία για λόγους που αφορούν ζητήματα δημόσιας πολιτικής. Ούτε γίνεται δεκτή η εισήγηση πως υπήρχε εξυπακουόμενος όρος ότι η τράπεζα θα εφάρμοζε τις εγκυκλίους της Κεντρικής. Ασφαλώς θα ήταν δίκαιο και εύλογο να αναμένεται από την Τράπεζα η τήρηση των εγκυκλίων. Κριτήριο όμως για να εισαχθεί ένας εξυπακουόμενος όρος, κατ' εξαίρεση του κανόνα ότι τα μέρη συμφωνούν ρητά όσα θέλουν να συμφωνήσουν, δεν είναι το εύλογο ή το δίκαιο του πράγματος, ή μόνο το εύλογο ή το δίκαιο του όρου, αλλά είναι πάντοτε η αναγκαιότητα να προστεθεί ένας εύλογος και δίκαιος όρος τόσο αυτονόητος ώστε να εκλαμβάνεται εξ αντικειμένου ως δεδομένος με σκοπό να καταστεί αποτελεσματική και λειτουργήσιμη η σύμβαση σύμφωνα με την πρόθεση των μερών όπως συνάγεται από το λεκτικό της σύμβασης και τα περιστατικά της υπόθεσης. (The Moorock (ανωτ.)., Reigate (ανωτ.), Harmony Shipping Co. S.A. v. Saudi Europe Line [1980] 1 Lloyd´s Rep. 44, B.P. Refinery (Westernport) Pty Ltd v. Shire of Hasting [1978] 52 A.L.J.R. 20, Re Comptoir Commercial Anversois and Power, Son & Co. [1920] 1 K.B. 868, Liverpool City v. Irwin [1977] A.C. 239, Hamlyn v. Wood [1891] 2 Q.B. 488). Εν προκειμένω δεν έχει στοιχειοθετηθεί αναγκαιότητα με αυτή την έννοια. Εν πάση δε περιπτώσει και πάλι το ζήτημα δεν έχει συναρτηθεί ως προς τις συνέπειες του με τη ζητούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η συμφωνία ήταν παράνομη, χωρίς όμως να δίδει στο δικόγραφο του τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Εκεί, απλώς αναφέρεται γενικόλογα ότι είναι «αντίθετη προς τη νομοθεσία προστασίας του ανταγωνισμού αφού οι ενάγοντες έθεσαν ως όρο της συμφωνίας για χρηματοδότηση όπως ο εναγόμενος προβαίνει στις αγοραπωλησίες μετοχών ή και αξιών αποκλειστικά ή και ανέκκλητα μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής στην οποία οι εναγόμενοι είχαν συμφέρον ή και την οποία ήλεγχαν, όρος ο οποίος σύμφωνα με τη συνήθη εμπορική πρακτική ή και το νόμο δεν έχει σχέση με την ουσία της συμφωνίας ή και είναι παράνομος». Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ως εκ της ανεπαρκούς δικογράφησης δεν έχει εγερθεί εγκύρως το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει ο κ. Μαθηκολώνης αγορεύοντας ανέφερε ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη με βάση το άρθρο 4 του Ν.207/1989 (περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος). Το άρθρο 4 απαγορεύει τις συμπράξεις επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, τις συμπράξεις που συνίστανται «στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλομένων προσθέτων υποχρεώσεων, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή σύμφωνα με τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών». Οι απαγορευμένες συμπράξεις είναι άκυρες εξ υπαρχής (άρθρο 4
(2)του Νόμου). Εν προκειμένω στις ερμηνευτικές πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας αναφέρεται ότι «το λογαριασμό θα χειρίζεται η Λαϊκή Επενδυτική ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του επενδυτή» και ότι οι συναλλαγές θα γίνονταν «αποκλειστικά από τη Λαϊκή Επενδυτική». Με αυτά τα δεδομένα ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι η τράπεζα κατέστησε όρο για τη σύναψη της συμφωνίας και ως πρόσθετη υποχρέωση την αποδοχή από μέρους του εναγόμενου του διορισμού της Επενδυτικής ως χρηματιστή, κάτι, όπως είπε, που κατά τη φύση της συμφωνίας ή τις κρατούσες εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέεται με το αντικείμενο της συμφωνίας. Ο Νόμος 207/1989 απαγορεύει και καθιστά άκυρες, συμπράξεις εταιρειών. Σύμπραξη δε, σημαίνει «οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη, γραπτή ή άγραφη, εκτελεστή κατά νόμο ή μή, συμφωνία ή την εναρμονισμένη πρακτική δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων ή την απόφαση ενώσεως επιχειρήσεων» (άρθρο 2). Οι πρόνοιες του άρθρου 4, συνεπώς, αναφέρονται σε σχέσεις μεταξύ δύο εταιρειών. Η επίδικη συμφωνία δημιούργησε σχέση μεταξύ της τράπεζας και του εναγόμενου. Ακόμα δε και αν ήταν στα πλαίσια αθέμιτης «εναρμονισμένης πρακτικής» της Τράπεζας και της Επενδυτικής, που δεν έγινε τέτοια συγκεκριμένη εισήγηση και πάλι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απαγορευμένη και άκυρη η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Άκυρη θα ήταν η αθέμιτη εναρμονισμένη πρακτική και θα υπήρχε ενδεχομένως, ως εκ τούτου, συζητήσιμο θέμα για την αθέμιτα επιβληθείσα, στα πλαίσια τέτοιας πρακτικής, πρόσθετη υποχρέωση, δηλαδή εν προκειμένω την υποχρέωση συναλλαγής αποκλειστικά με την Επενδυτική. Τέτοια όμως θέματα δεν φαίνεται να είχε εγείρει ο εναγόμενος στις σχέσεις του με την Επενδυτική κατά το χρόνο λειτουργίας του λογαριασμού, ούτε τα έχει εγείρει τώρα σε μια αγωγή η οποία άλλωστε αφορά την Τράπεζα και τη χρηματοδότηση που έδωσε στον εναγόμενο. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει δοθεί μαρτυρία για τις «κρατούσες εμπορικές συνήθειες» σε σχέση με τέτοιες συμβάσεις. Ούτε έχει υποστηριχθεί ότι κατά τη φύση της σύμβασης η ανάθεση στην Επενδυτική δεν συνδέεται με το αντικείμενο της σύμβασης. Αντίθετα, η ανάθεση σε χρηματιστή συνδέεται με το αντικείμενο της σύμβασης που ήταν η χρηματοδότηση για αγοραπωλησίες κινητών αξιών στο χρηματιστήριο. Καθήκον επιμέλειας - Καθήκον εμπιστοσύνης Η σχετική εισήγηση είναι, ως άνω, διττή. Αφ΄ ενός ότι η Τράπεζα ή και αντιπρόσωποι της ή και υπάλληλοι της συμβούλευαν τον εναγόμενο κατά τρόπο επικίνδυνο ή και ζημιογόνο και, αφετέρου ότι παρέλειψε να τον συμβουλεύει και να τον προειδοποιεί και ειδικώτερα να τον ενημερώνει για τους κινδύνους σύμφωνα με τις εγκυκλίους. Οι συνομιλίες του ενάγοντα με λειτουργούς της Επενδυτικής και αργότερα της Χρηματιστηριακής (Τεκμ. 20 και 21) αποκαλύπτουν ότι ο εναγόμενος ζητούσε τη γνώμη τους και ευρύτερα, συζητούσε μαζί τους κατά τρόπο που να λαμβάνει τη γνώμη τους και, εν πάση περιπτώσει αυτοί τον συμβούλευαν ή έλεγαν τη γνώμη τους για τη μία ή την άλλη πράξη. Έγινε από παλιά δεκτό ότι σε μια συνήθη σχέση πελάτη - τράπεζας, η τελευταία δεν έχει καθήκον να συμβουλεύσει τον πελάτη για το συνετό ή μη της επένδυσης για την οποία ζητά δάνειο, εκτός αν ο πελάτης έχει ζητήσει συμβουλή και η τράπεζα έχει αποδεχθεί να δώσει συμβουλή, έστω χαριστικά, ή αν υπάρχει κάποια ειδική ρύθμιση προς τούτο (Banburg v. Bank of Montreal [1918] 1 A.C. 626). Πιο πρόσφατα δε, το Αγγλικό Εφετείο έχει αποφασίσει πως δεν απαιτείται προηγούμενη ζήτηση συμβουλής αν η δοθείσα συμβουλή εμπίπτει στους σκοπούς μιας τραπεζικής επιχείρησης όπως μπορούν να καθοριστούν από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Εν προκειμένω όμως οι συμβουλές δεν δίδονταν από λειτουργούς της Τράπεζας. Είναι η θέση του εναγομένου ότι οι λειτουργοί της Επενδυτικής και της Χρηματιστηριακής ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της Τράπεζας στα πλαίσια του Ομίλου Λαϊκής. Είναι παραδεκτό ότι «ο Όμιλος Λαϊκής αποτελείται από την ενάγουσα Τράπεζα, που είναι η μητρική εταιρεία και αριθμό άλλων εταιρειών που είναι θυγατρικές της. Μία από τις θυγατρικές της εταιρείες είναι η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, η οποία είναι μεν θυγατρική αλλά ξεχωριστή δημόσια εταιρεία, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα έχει μερίδιο 60%. Περιπλέον έχει ξεχωριστό Διοικητικό Συμβούλιο. Η Λαϊκή Χρηματιστηριακή είναι απόλυτα εξαρτώμενη από την Λαϊκή Επενδυτική εφόσον το σύνολο του κεφαλαίου της ανήκει στη Λαϊκή Επενδυτική. Όλες αυτές οι εταιρείες λειτουργούν υπό την σκεπή του Ομίλου Λαϊκής. Επίσης είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Λαϊκή Επενδυτική εισήχθη στο Χρηματιστήριο το 2000. Πριν το 2000 η Λαϊκή Επενδυτική υφίστατο βέβαια, αλλά όχι ως δημόσια εταιρεία αλλά ως 100% θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας, και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν ο κ. Κίκης Λαζαρίδης που είναι μέχρι σήμερα ο Πρόεδρος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας και παρέμεινε Πρόεδρος της Λαϊκής Επενδυτικής μέχρι το 2003 οπότε από αυτή τη θέση παραιτήθη.». Σχετική είναι και μια ετήσια έκθεση του Ομίλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 23 στο οποίο έδωσε σημασία ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγομένου επειδή εκεί παρουσιάζεται κατά τρόπο ενιαίο ο Όμιλος ως «ο πρώτος χρηματοοικονομικός οργανισμός» όπου ο πελάτης «θα έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετείται για όλες τις χρηματοοικονομικές του ανάγκες με μία επίσκεψη του στην Τράπεζα (one-stop shopping) η οποία θα λειτουργεί ως χρηματοοικονομική αγορά». Είναι επίσης γεγονός ότι η Επενδυτική είχε όφελος από την επίδικη συμφωνία, την οποία ακολούθησε η δική της συμφωνία με τον εναγόμενο. Το ίδιο και η Χρηματιστηριακή που την διαδέχθηκε με σιωπηρή, όπως προκύπτει από τη συνέχιση της σχέσης, έγκριση του εναγομένου. Είναι τέλος, γεγονός ότι οι επιστολές Τεκμ. 7 και 8 ενώ αφορούσαν την επίδικη συμφωνία εστάλησαν από την Επενδυτική αντί από την Τράπεζα, κατ΄ εξουσιοδότηση της τελευταίας. Ο κανόνας είναι ότι κάθε εταιρεία έχει χωριστική νομική προσωπικότητα (Salomon v. A. Salomon & co. Ltd [1897] A.C. 22). Υπήρξε συζήτηση στη νομολογία ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να καμφθεί ο κανόνας σε περίπτωση ομίλου εταιρειών. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση DHN Food Distributors Ltd v. Tower Hamlets London Borough Council [1976] W.L.R. 852, C.A., όπου έγινε δεκτή εξαίρεση στον κανόνα. Τόσο όμως από την ίδια την απόφαση (βλ. απόφαση Goff L.J., σελ. 861) όσο και από νομολογία που ακολούθησε (Wοolfson v. Strathclyde Regional Council
(1978)S.C. (H.L.) 90) έγινε σαφές ότι η απόφαση εκείνη περιορίζεται στα δικά της πραγματικά δεδομένα. Επρόκειτο για όμιλο με τρεις εταιρείες. Μία μητρική και δύο θυγατρικές. Οι τελευταίες είχαν τους ίδιους συμβούλους με τη μητρική, ανήκαν απόλυτα σ΄ αυτήν, η οποία είχε τον απόλυτο έλεγχο τους και υπήρχαν όχι για να ασκούν οποιαδήποτε χωριστή επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά ως ιδιοκτήτες και μόνο περιουσίας που χρησιμοποιούσε η μητρική. Η ορθότητα της DHN έχει αμφισβητηθεί στην Woolfson. Ενώ η εμβέλεια της περιορίστηκε περαιτέρω από το Εφετείο στην υπόθεση Adams v. Cape Industries plc [1990] 2 W.L.R. 657, 752-3 ως ακολούθως: «....save in cases which turn on the wording of particular statutes or contracts, the court is not free to disregard the principle of Salomon v. A. Salomon & Co. Ltd [1897] A.C. 22 merely because it considers that justice so requires. Our law, for better or worse, recognizes the creation of subsidiary companies, which though in one sense the creatures of their parent companies, will nevertheless under the general law fall to be treated as separate legal entities with all the rights and liabilities which would normally attach to separate legal entities.» Εν προκειμένω η Επενδυτική ασκούσε χρηματιστηριακές εργασίες μέχρι το καλοκαίρι του 2000, οπότε ανέλαβε η Χρηματιστηριακή. Μέχρι τότε η Επενδυτική, ως άνω, ανήκε πλήρως στην Τράπεζα και είχαν τον ίδιο Πρόεδρο. Όμως ασκούσε δική της επιχειρηματική δραστηριότητα. Δεν υπήρχε απλώς προς εκπλήρωση των δραστηριοτήτων της μητρικής. Ενώ από τότε γίνεται δημόσια εταιρεία, το μερίδιο της Τράπεζας στο κεφάλαιο της μειώθηκε και απέκτησε ξεχωριστό διοικητικό συμβούλιο. Έκτοτε έπαυσε βέβαια να ασκεί χρηματιστηριακές εργασίες και να αντιπροσωπεύει τον εναγόμενο, αλλά ανέλαβε η απόλυτα εξαρτώμενη από αυτή - και όχι από την Τράπεζα - Χρηματιστηριακή. Έτσι, παρά τη σχέση στα πλαίσια του Ομίλου είναι φανερό ότι όχι μόνο από νομικής σκοπιάς αλλά και στην πράξη η Επενδυτική ήταν χωριστή επιχειρηματική οντότητα. Ούτε ετέθη ζήτημα ότι θα ήταν επιτρεπτή η κάμψη της αρχής Salomon v. Salomon ενόψει οποιασδήποτε σχετικής νομοθετικής ή συμβατικής πρόνοιας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχόν ευθύνη της Επενδυτικής ή της Χρηματιστηριακής ως ευθύνη της Τράπεζας. Για το ζήτημα της παράλειψης της Τράπεζας να προειδοποιήσει τον εναγόμενο και να τον ενημερώσει για τους κινδύνους σύμφωνα με τις εγκυκλίους, εγείρεται θέμα παράβασης καθήκοντος επιμέλειας και παραβίασης σχέσης εμπιστοσύνης. Κατά γενικό κανόνα, δεν υφίσταται καθήκον εμπιστοσύνης από την τράπεζα προς τον πελάτη, εκτός αν ανακύπτει από τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Το ζήτημα αναλύεται στο Chitty on Contracts, Volume II, Specific Contracts, 26η έκδοση, παρ. 2892, επόμ. Η ανάλυση είναι έντονα περιπτωσιολογική εφόσον, ως άνω, το ζήτημα συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γενικότερα όμως μπορεί να λεχθεί ότι δημιουργείται σχέση εμπιστοσύνης όταν ο πελάτης στηρίζεται, εν γνώσει του τραπεζίτη, σε συμβουλές του τελευταίου για μια συναλλαγή από την οποία η τράπεζα έχει ή μπορεί να έχει όφελος ή συμφέρον, αντίθετο από τα συμφέροντα του πελάτη. Εν προκειμένω δεν επρόκειτο για παροχή συμβουλής, αλλά παράλειψη να δοθεί ενημέρωση ως οι εγκύκλιοι. Αυτή όμως η παράλειψη έγινε κατά τρόπο αθέμιτο από την Τράπεζα και με φανερό σκοπό να συνεχίσει η λειτουργία του λογαριασμού από την οποία η Τράπεζα είχε όφελος, όπως και η θυγατρική της εταιρεία, για να αγοράζει ο εναγόμενος μετοχές με τέτοιο ρυθμό, όπως φαίνεται από τα τεκμήρια, που να εντάσσεται η περίπτωση σ΄ εκείνη την κατάσταση πραγμάτων που περιγράφεται από την Κεντρική ως «χρήση δανεικών κεφαλαίων για αλόγιστες βραχυχρόνιες επενδύσεις που αποβλέπουν σε ευκαιριακά κέρδη και έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα» (Τεκμ. 18.4). Τέτοια αθέμιτη απόκρυψη από την Τράπεζα, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να καταστήσει συζητήσιμο ζήτημα σχέσης εμπιστοσύνης. Όμως και πάλιν ο εναγόμενος έθεσε το ζήτημα κατά τρόπο μετέωρο. Τόσο σε σχέση με τις δοθείσες συμβουλές, όσο και σε σχέση με τη μη δοθείσα ενημέρωση, είναι κατ΄ ουσία η θέση του, εγείροντας το ζήτημα ως υπεράσπιση, ότι επειδή υπέστη ζημία, έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση του να εξοφλήσει το χρέος. Τέτοια θέση βέβαια είναι αβάσιμη. Θα έπρεπε να ανταπαιτήσει τη ζημία κατά τρόπο συγκεκριμένο όπως απαιτείται για μια απαίτηση ειδικής ζημιάς. (Hayward v. Pullinger & Partners Ltd [1950] 1 All E.R. 581). Η γενικόλογη αναφορά στην ανταπαίτηση ότι για τους ισχυρισμούς του στην Υπεράσπιση ανταπαιτεί το ποσό της απαίτησης, δεν στοιχειοθετεί έγκυρη απαίτηση. (Perestrello e Companhia Limitada v. United Pain Co. Ltd [1969] 1 W.L.R. 570). Επικαλέστηκε μόνο την «κατάρρευση του Χρηματιστηρίου» και αναφέρει ότι «εκεί που εκέρδιζε πολλά χρήματα, όχι μόνο τα έχασε αλλά στο τέλος βρέθηκε να ζημιώνει και να είναι χρεωμένος». Δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει στο δικόγραφο του οποιαδήποτε ζημία και δεν έχει δώσει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία για ζημία από συγκεκριμένη συμβουλή ενός λειτουργού ή την παράλειψη της Τράπεζας. Έστω ότι «το Χρηματιστήριο κατέρρευσε». Έστω ότι ο εναγόμενος βρέθηκε τελικά εν όλω ζημιωμένος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει αποδείξει πως όλες ή οποιεσδήποτε από τις συμβουλές ήταν ζημιογόνες και ότι εδόθη αμελώς. Ούτε έχει αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράλειψης της Τράπεζας και της δικής του απώλειας παρά μόνο με γενικούς ισχυρισμούς ότι «οι ενάγοντες επέτρεψαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ... με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να υποστεί ζημίες». Όπως δε, θέτει τα πράγματα ανταπαιτώντας ολόκληρο το ποσό που επένδυσε, υπονοεί - χωρίς να αποδεικνύει - ότι όλες οι μετοχές που αγόρασε όχι μόνο ήταν ζημιογόνες, αλλά είχαν μηδενική αξία. Οι υπερασπίσεις και η ανταπαίτηση δεν ευσταθούν. Σε μεγάλο μέρος έμειναν, ως άνω, μετέωρες. Μάλιστα η μαρτυρία δύο άλλων μαρτύρων του εναγόμενου και ο μεγάλος αριθμός τεκμηρίων που κατέθεσαν δεν συνδέθηκαν τελικά με την υπόθεση του, ούτε αναφέρθηκαν στην τελική επιχειρηματολογία. Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους. Η ανταπαίτηση έχει συνεκδικαστεί χωρίς περαιτέρω διαδικασία και έξοδα. Δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων για £41.788,63 με τόκο προς 8% ετησίως από 4.11.2002 μέχρι την εξόφληση πλέον έξοδα στην αντίστοιχη κλίμακα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.)................................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο