← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΤΤΟΥΣΟΥΝΑ ν. SO EASY KIOSKS LTD, Αρ. Αγωγής: 473/04, 4.10.2006

ΜΑΡΙΑΣ ΤΤΟΥΣΟΥΝΑ ν. SO EASY KIOSKS LTD, Αρ. Αγωγής: 473/04, 4.10.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 473/04 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΤΤΟΥΣΟΥΝΑ Ενάγουσας -και- SO EASY KIOSKS LTD Εναγομένων ____________________ Αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση, ημερομηνίας 19.6.2006 Ημερομηνία: 4.10.2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - αιτήτρια: Ο κ. Λοϊζος Μουγής για κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη. Για τους Εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: Η κα Χριστίνα Ζίκκου για κ. Χαράλαμπο Ιωάννου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια εξαιτείται: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση για περίοδο 2 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος. Β. Οιανδήποτε ετέραν θεραπεία. Γ. Τα έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.57 Θ. 2, Δ.21 Θ. 1, 14

(1)και Δ.48 Θ. 1-9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Νάτιας Μαθηκολώνη, ημερομηνίας 19.6.2006, στην οποία αναφέρει ότι είναι εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο από την ενάγουσα και τον σύζυγο της όσο και από το φάκελο της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Γνωρίζει δε προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την καθυστέρηση στην καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση, τα οποία είναι ουσιώδη, όπως αναφέρει. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αντίγραφο συμφωνίας ημερομηνίας 11.10.2002 (Τεκμήριο Α), θέμα υπογραφής της οποίας, από την ενάγουσα, εγείρουν οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους. Στη συμφωνία το ενοίκιο ή και τα δικαιώματα κατάρτισης της διαφημιστικής πινακίδας καθορίστηκαν σε Λ.Κ.300 ετησίως. Η ενάγουσα απορρίπτει την υπογραφή εκ μέρους της τέτοιας συμφωνίας για τους λόγους που είναι αναγκαίο να εκθέσει στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα λόγω καλόπιστου λάθους της ενόρκως δηλούσας ή και από αβλεψία και ενόψει του ότι παρόλο που η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες και ακρόαση γίνονταν αλλεπάλληλες προσπάθειες για διευθέτηση της με τους εναγομένους οι οποίοι την προμήθευσαν με την κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία, την οποία η ενάγουσα ουδέποτε είχε στην κατοχή της. Στα πλαίσια δε της συζήτησης της υπόθεσης είχαν τεθεί από την ενόρκως δηλούσα τα γεγονότα που αναφέρονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση στους δικηγόρους των εναγομένων οι οποίοι ήταν ενήμεροι ότι σε περίπτωση που η υπόθεση προχωρούσε σε εκδίκαση το δικόγραφο θα καταχωρείτο, προβάλλοντας τους ισχυρισμούς αυτούς. Η υπόθεση δεν διευθετήθηκε και ως εκ τούτου είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα για να τεθούν όλα τα ουσιώδη γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα δικαιώματα των εναγομένων, σύμφωνα με τη θέση της, δεν επηρεάζονται δεδομένου ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ήταν από το στάδιο των οδηγιών σε γνώση των δικηγόρων τους, ενώ η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αφού θα αποστερηθεί από το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των εναγομένων, στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι πέντε λόγοι ένστασης:
(1)Δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει την αίτηση καθότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και / ή προέρχεται από δικηγόρο και / ή από πρόσωπο που δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του κατά τον προσήκοντα τρόπο.
(2)Η αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα σε νόμο, νομολογία ή κανονισμό πολιτικής δικονομίας.
(3)Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και / ή αρμοδιότητα και / ή εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα καθότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν μπορεί να καταχωρηθεί μετά το κλείσιμο των δικογράφων και τον ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες.
(4)Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα χωρίς ικανοποιητική εξήγηση των λόγων καθυστέρησης.
(5)Η αίτηση είναι καταχρηστική, προκαλεί ζημιά στους εναγόμενους και ανατρέπει το βάθρο των γεγονότων τα οποία είχαν μέχρι σήμερα καθοριστεί και αποσαφηνισθεί από τα δικόγραφα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κου Χαράλαμπου Λίλλη, εκ των διευθυντών της εναγόμενης. Αναφέρει ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ικανή μαρτυρία αφού δεν είναι επιτρεπτό δικηγόρος να είναι μάρτυρας στην υπόθεση και ότι δεν αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησης της ενόρκως δηλούσας. Αναφέρει, επίσης, ότι η ενάγουσα και οι δικηγόροι της ενώ γνώριζαν από τις αρχές του 2004, που καταχωρήθηκε η υπεράσπιση για την ύπαρξη του συμβολαίου δεν καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση ενώ ζήτησαν να οριστεί η υπόθεση για οδηγίες. Και ότι σε συνομιλία των δικηγόρων των δύο πλευρών ο δικηγόρος της ενάγουσας, κος Μουγής "ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο ως τον διαβεβαιώνουν οι πελάτες του, κατόπιν ισχυρίστηκε ότι δεν υπεγράφη τέτοιο έγγραφο από τους πελάτες του ενώ στην συνέχεια και πολύ αργότερα ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο το υπέγραψε ο πατέρας του συζύγου της Ενάγουσας ο οποίος δεν είχε σχέση με την υπόθεση ενώ τέλος ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της Ενάγουσας δεν είχε εξουσία να υπογράψει το έγγραφο". (Βλ. παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως). Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, περαιτέρω, ότι ενώ οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να εισαχθούν με την Απάντηση στην Υπεράσπιση προβλήθηκαν για πρώτη φορά από την κα Μαθηκολώνη στον δικηγόρο των εναγομένων την προηγουμένη της ακρόασης στις 17.2.2006, και ενώ η υπόθεση ορίστηκε άλλες δύο φορές για ακρόαση η ενάγουσα αμέλησε ή παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα. Ισχυρίζεται ότι συζήτηση για συμβιβασμό έγινε μόνο μία φορά και ότι αν η αίτηση εγκριθεί η υπόθεση θα καθυστερήσει περισσότερο αφού θα εγείρεται ζήτημα προς εξέταση από την Αστυνομία. Κατά την ακρόαση της παρούσα αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση. Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η Υπεράσπιση των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 29.6.2004. Μετά από επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας προς το Πρωτοκολλητείο η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 20.9.2004, για ακρόαση στις 13.12.2004 και στις 15.3.2005, για οδηγίες ενόψει πιθανού συμβιβασμού στις 4.4.2005 και 18.5.2005, για ακρόαση στις 19.10.2005, 17.2.2006, 10.5.2006 και 27.6.2006. Η παρούσα αίτηση της ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 19.6.2006 και ορίστηκε για ακρόαση στις 21.9.2006. Σύμφωνα με τη Δ.21 θ. 14
(1)ο ενάγοντας πρέπει να καταχωρήσει την απάντηση του 7 μέρες από την επίδοση της υπεράσπισης. Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από τη Δ.57 Θ.
  1. Η Δ. 57 Θ. 2 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο "to enlarge or abridge the time appointed by these rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered though the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed: ........" Ο πιο πάνω θεσμός παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. Αντίστοιχος θεσμός είναι η Αγγλική O. 64 r.
  2. Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις (βλ. Πέτρος Αυξεντίου v. Σάββα Σάββα,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963). Στο Annual Practice, 1959 κάτω από τον τίτλο "Scope of Rule" σελίδα 1378 διαβάζουμε: "Nor does the rule apply except where a period of time is appointed by the Rules for doing an act or taking a proceeding : if, for example, a rule provides merely that one act shall be done before another, the present rule does not enable the order to be reversed (Re Pilcher, 11Ch. D. 905, C.A.)" Σύνοψη των αρχών που προκύπτουν από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου έγινε στην υπόθεση Ανδρέας Λυσιώτη v. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. Είναι οι ακόλουθες: (α) Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης, ανάμεσα στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει. (β) Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. (γ) Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το Δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας. (δ) Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης v. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140. Βλ. και Ιωάννου v. Θεοδούλου κ. ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: " Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης". (Βλ. επίσης Δημοκρατία v. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσουρίου v. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257). Υπό το φως των πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους ένστασης. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναφέρω ότι σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, οι δικηγόροι πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία που περιβάλλει μια υπόθεση στην οποία εκπροσωπούν ένα διάδικο. Απαγόρευση όπως δικηγόροι ορκίζονται σε ενόρκους δηλώσεις δεν υπάρχει. Τέτοια πρακτική είναι όμως ανεπιθύμητη. (Βλ. Anapittas v. Rock Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 36). Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και από την απόφαση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, την οποία οι ίδιοι οι εναγόμενοι έχουν επικαλεστεί στην αγόρευση τους. Με βάση τα πιο πάνω θα λάβω υπόψη μου τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Όσον αφορά τον περί μη αποκάλυψης της πηγής της πληροφόρησης αναφέρω ότι ανατρέπονται από την ίδια την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης των εναγομένων. Σημειώνω δε, σε σχέση με την αναφορά της παραγράφου 3 στον πατέρα της ενάγουσας ότι με την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου είναι αποδεκτή και πέραν του πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία. Η δε πηγή της πληροφόρησης αποκαλύπτεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. (Βλ. Δ.39 Θ. 2 και Ν. 32 (Ι)/04). Οι λόγοι ένστασης 2 και 3 στηρίχτηκαν, όπως υποστήριξε στην αγόρευση της η συνήγορος για τους Εναγομένους, στην ερμηνεία της Δ.57 Θ. 2 από το Annual Practice,
  1. Εισηγήθηκε ότι εκεί αναφέρεται ότι όπου οι θεσμοί προνοούν ότι μια πράξη πρέπει να γίνει πριν από μια άλλη το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρατείνει τον χρόνο της προηγούμενης πράξης όταν ήδη ακολούθησε η επόμενη κατά τρόπο που να ανατρέπεται η σειρά της διαδικασίας. Αφού λοιπόν, ήταν η θέση της, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες και ακρόαση και προηγήθηκε κλείσιμο των δικογράφων σύμφωνα με τη Δ.30 Θ. 1 και Δ.31, αντίστοιχα, η ενάγουσα έχει απωλέσει το δικαίωμα της για καταχώρηση απάντησης. Η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice, 1959, τα οποία έχω παραθέσει αυτούσια πιο πάνω, δεν επιδέχονται την ερμηνεία της συνηγόρου. Η παρούσα εμφανώς δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου ένας κανόνας προνοεί απλώς ότι μια πράξη θα γίνει πριν από μια άλλη. Παραμένει να εξεταστεί το θέμα της καθυστέρησης. Είναι γεγονός ότι το χρονικό διάστημα των δύο χρόνων, που έχει παρέλθει από την καταχώρηση της υπεράσπισης μέχρι την καταχώρηση της παρούσα αίτησης είναι μεγάλο. Η ενάγουσα έδωσε εξηγήσεις σχετικά με αυτή την καθυστέρηση οι οποίες συνίσταντο κυρίως στο ότι η συμφωνία που επικαλούνται οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους, ημερομηνίας 11.10.2002 ουδέποτε βρισκόταν στην κατοχή της ενάγουσας και ότι περιήλθε στην κατοχή της σε χρόνο μετά το κλείσιμο των δικογράφων στα πλαίσια προσπαθειών για διευθέτηση της υπόθεσης. Οι πιο πάνω εξηγήσεις παρέμειναν αναντίλεκτες αφού δεν αμφισβητηθήκαν. Περαιτέρω, ενισχύονται εμμέσως από τα όσα οι ενάγοντες αναφέρουν στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης τους ότι τους λέχθηκαν από το δικηγόρο της ενάγουσας, τα οποία παραθέτω αυτούσια στη σελίδα 4, πιο πάνω. Ούτε και η θέση της ενάγουσας ότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ήταν σε γνώση του δικηγόρου των εναγομένων αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους. Γίνεται δε δεκτό στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως τους ότι τα εν λόγω γεγονότα τους ήταν γνωστά τουλάχιστον από τις 16.2.
  2. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί ζημιάς είναι γενικοί και αόριστοι και παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό για ενδεχόμενη καθυστέρηση σε περίπτωση που εμπλακεί στην υπόθεση η Αστυνομία. Υπό το φως όλων των ενώπιον μου στοιχείων δεν έχει φανεί ότι από την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση θα παραβλαφθούν τα δικαιώματα των εναγομένων. Άλλωστε δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακροαματική διαδικασία. Συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και κυρίως την εξήγηση που δόθηκε για την παράλειψη της ενάγουσας να καταχωρήσει εμπρόθεσμα Απάντηση στην Υπεράσπιση σε συνδυασμό με την απουσία οιωνδήποτε δυσμενών επιπτώσεων στα συμφέροντα των εναγομένων κρίνω ότι η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια η αίτηση επιτυγχάνει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση της ενάγουσας να καταχωρηθεί μέσα σε δύο μέρες από σήμερα. (Υπ.) ........................................ Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.