← Κύπρος

Argus Stockbrokers Ltd ν. Λουκίας Πούλλου, Αρ. Αγωγής: 1404/03, 11 Οκτωβρίου, 2006

Argus Stockbrokers Ltd ν. Λουκίας Πούλλου, Αρ. Αγωγής: 1404/03, 11 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1404/03 Μεταξύ: Argus Stockbrokers Ltd, Ενάγουσας, και Λουκίας Πούλλου, Εναγόμενης. ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Οκτωβρίου, 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Κούνιας για Γ. Γιάγκου & Σία. Για την Εναγόμενη: κ. Γ. Γεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει το ποσό των Λ.Κ. 2.484,83 ως αποζημιώσεις οφειλόμενες από την Εναγόμενη για απόσπαση χρημάτων με ψευδής παραστάσεις και /ή για απάτη, για τη πώληση μετοχών δημόσιας εταιρείας, τις οποίες η Εναγόμενη δεν κατείχε, καθώς και ποσό Λ.Κ. 100 ως αποζημιώσεις οφειλόμενες από την Εναγόμενη για το πρόστιμο το οποίο επιβλήθηκε στην Ενάγουσα και πληρώθηκε από αυτήν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου λόγω της συγκεκριμένης πώλησης στην οποία προέβηκε. Η αξίωση της Ενάγουσας εταιρείας βασίζεται στην μεταξύ των μερών συμφωνία για την ανάθεση, από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, εκτέλεσης αγοραπωλησιών μετοχών δημόσιων εταιρειών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας αυτή ασχολείται κατά κύριο λόγο με χρηματιστηριακές συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και είναι μέλος του. Η Εναγόμενη, με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 25.02.00, ανέθεσε στην Ενάγουσα όπως αγοράσει και πωλήσει για λογαριασμό της μετοχές δημοσίων εταιρειών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Στις 15.02.02 η Εναγόμενη με εντολή της προς την Ενάγουσα έδωσε οδηγίες όπως προχωρήσει στην πώληση των μετοχών συγκεκριμένης εταιρείας εν γνώση της ότι οι συγκεκριμένες μετοχές είχαν πωληθεί προγενέστερα μέσω άλλου χρηματιστηριακού γραφείου και δεν ανήκαν πλέον σε αυτήν. Η Ενάγουσα προέβη στη πώληση των μετοχών και έλαβε το ποσό των Λ.Κ. 2.484,83 το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στην Εναγόμενη αποστέλλοντάς της δύο επιταγές. Η πρώτη επιταγή με αριθμό 20692278 έφερε ημερομηνία 20.02.02 και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ. 694,46. Η δεύτερη με αριθμό 20692279 ήταν ημερομηνίας 21.02.02 και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ. 1.738,70. Μετά την πάροδο επτά

(7)ημερών η Ενάγουσα πληροφορήθηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ότι είχε προβεί σε πώληση μετοχών που δεν κατείχε και της επιβλήθηκε για την πράξη της αυτή πρόστιμο Λ.Κ. 100 καθώς επίσης και υποχρεώθηκε να αγοράσει πίσω το σύνολο των πωληθέντων μετοχών. Η Ενάγουσα εταιρεία μετά τη διαπίστωση αυτή ζήτησε επανειλημμένα από την Εναγόμενη την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 2.484,83 πλην όμως αυτή μέχρι σήμερα δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή. Η Εναγόμενη στην υπεράσπισή της αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο απαιτείται από την Ενάγουσα, το έλαβε για την πώληση μετοχών που νόμιμα ανήκαν σε αυτήν. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες. Μια για την Ενάγουσα εταιρεία και δύο για την Εναγόμενη. Πρώτη, κατέθεσε η Άντρη Τριγκίδου (Μ.Ε.1) η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Γενική Διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία είναι Χρηματιστηριακή Εταιρεία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας Τριγκίδου (Μ.Ε.1) η Ενάγουσα είναι Χρηματιστηριακή Εταιρεία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, νόμιμα εγγεγραμμένη και διατηρεί τα κεντρικά της γραφεία στη Λεωφόρο Κέννετυ 12, στη Λευκωσία. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1 το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη ήταν πελάτισσα της Ενάγουσας εταιρείας από το 2000 και διατηρούσε σε αυτή λογαριασμό για τις αγοραπωλησίες μετοχών. Προϋπόθεση για το άνοιγμα λογαριασμού, σύμφωνα με τη μάρτυρα, ήταν η υπογραφή πιστοποιημένου πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο να εξουσιοδοτεί την Ενάγουσα εταιρεία να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες για λογαριασμό της Εναγόμενης. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της η Εναγόμενη υπόγραψε τέτοιο πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Οι εντολές για την εκτέλεση των πράξεων, ήταν η θέση της, δίδονταν μερικές φορές από την ίδια αλλά και από τον υιό της. Δεν υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο από την Εναγόμενη αναφορικά με το γεγονός ότι δίνονταν και από τον υιό της οδηγίες που αφορούσαν τις μετοχές. Το Φεβρουάριο του 2002 δόθηκε εντολή στην Ενάγουσα για τη πώληση 19.303 μετοχών της δημόσιας εταιρείας Πανδώρα Investment. Η εντολή εκτελέστηκε και η Ενάγουσα προχώρησε σε πληρωμή του αντιτίμου της συναλλαγής στην Εναγόμενη με δύο επιταγές. Στη συνέχεια, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της, το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ενημέρωσε γραπτώς την Ενάγουσα ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν μπορούσαν να εκκαθαριστούν διότι ο ιδιοκτήτης των μετοχών δεν τις κατείχε κατά το χρόνο πώλησής τους. Εξήγησε ότι για κάθε συναλλαγή εκδίδεται το λεγόμενο contract note, βάσει του Νόμου, το οποίο είναι ένα συμβόλαιο που εκδίδει η Χρηματιστηριακή εταιρεία προς τον επενδυτή και στο οποίο αναγράφονται οι λεπτομέρειες της συναλλαγής καθώς και ο αριθμός της. Είναι το νόμιμο στοιχείο που δεικνύει ότι η συναλλαγή έγινε ενώ παράλληλα είναι και ένα προσωρινό συμβόλαιο μέχρι η δημόσια εταιρεία να κάνει τη μεταβίβαση των αξιών στο νέο ιδιοκτήτη. Τα πρωτότυπα των contracts notes αποστέλλονται ταχυδρομικώς στο πελάτη ενώ στο σύστημα της χρηματιστηριακής εταιρείας διατηρείται αρχείο, βάσει του Νόμου, για όλες τις συναλλαγές καθώς και για όλα τα contracts notes που εκδίδονται. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της έχουν επανεκδοθεί από το σύστημα της εταιρείας τα contracts notes που αφορούσαν τις μετοχές της εταιρείας Πανδώρα Investments τα οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο των δύο επιταγών, με τις οποίες είχε γίνει η πληρωμή της Εναγόμενης. Λόγω του ότι οι επιταγές αυτές φέρουν σφραγίδα «account pay only» αυτές κατατίθενται στο λογαριασμό του δικαιούχου έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι ο ίδιος ο επενδυτής παραλαμβάνει τα χρήματά του. Οπόταν, η Εναγόμενη έλαβε τις συγκεκριμένες επιταγές τις οποίες και κατέθεσε στο λογαριασμό της. Ισχυρίστηκε, ότι μετά την παρέλευση μερικών ημερών το Χρηματιστήριο ενημέρωσε γραπτώς την Ενάγουσα ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές, που αφορούσαν την πώληση των μετοχών της Εναγόμενης, δεν μπορούσαν να εκκαθαριστούν γιατί δεν κατείχε τις μετοχές που πούλησε. Για τη πώληση αυτή επιβλήθηκε στην Ενάγουσα πρόστιμο Λ.Κ. 100 και υποχρεώθηκε να αγοράσει τις συγκεκριμένες μετοχές για να μπορέσει να εκκαθαριστεί η συναλλαγή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την επιστολή από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με την οποία είχε γίνει η ενημέρωση αναφορικά με τις συναλλαγές καθώς και η επιβολή του προστίμου. Εξήγησε ότι ο κάθε αριθμός συναλλαγής που αναγράφεται στο Τεκμήριο 5 πρέπει να είναι τυπωμένος στο contract note που εκδίδει η χρηματιστηριακή εταιρεία προσωρινά με τον επενδυτή. Τόνισε ότι είναι το μοναδικό στοιχείο που παραμένει αναλλοίωτο σε επίπεδο χρηματιστή-πελάτη-χρηματιστηρίου-δημόσιας εταιρείας και βάση αυτού γίνονται οι μεταβιβάσεις των μετοχών. Η Ενάγουσα συμμορφώθηκε άμεσα με τα όσα το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου απαιτούσε από αυτήν καταβάλλοντας το πρόστιμο και αγοράζοντας 19303 μετοχές της εταιρείας Πανδώρα Investment για να μπορέσει να εκκαθαριστεί η συναλλαγή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1 είχε γίνει προσπάθεια να ακυρωθούν οι επιταγές όταν διαπιστώθη το λάθος αλλά αυτές είχαν ήδη εξαργυρωθεί. Παράλληλα, είχε γίνει επικοινωνία με τον επενδυτή, δηλαδή την Εναγόμενη, από την οποία ζητήθηκε η επιστροφή των χρημάτων αλλά αυτή αρνήθηκε την επιστροφή τους. Αντεξεταζόμενη, αναγνώρισε την υπογραφή της στις επιταγές της Ενάγουσας εταιρείας καθώς και στην αλληλογραφία που είχε με το Χρηματιστήριο. Ισχυρίστηκε, ότι η εντολή για τη πώληση των συγκεκριμένων μετοχών δόθηκε πρώτα στην ίδια στις 18.02.02, ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε και η συναλλαγή, όπως φαίνεται και από τα contracts notes. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι είχε προσωπική γνώση για το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 1, αφού χρησιμοποιείται από την Ενάγουσα εταιρεία για το άνοιγμα λογαριασμών πελατών και το ίδιο έντυπο έχει χρησιμοποιηθεί για 15000 πελάτες. Το λεκτικό του καταρτίστηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για χρήση από όλα τα μέλη του για να υπάρχει ομοιομορφία ως προς τι παρουσιάζεται ως άνοιγμα λογαριασμού. Ήταν η θέση της ότι το συγκεκριμένο πληρεξούσιο κατέληξε στην Ενάγουσα εταιρεία στη μορφή που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο πιστοποιημένο από πιστοποιόν υπάλληλο και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσει τη γνησιότητά του. Τη συγκεκριμένη οδηγία για πώληση των μετοχών της Πανδώρα Investments η Ενάγουσα την είχε πάρει από τον υιό της Εναγόμενης και είχε δοθεί στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία. Ισχυρίστηκε, ότι μίλησε η ίδια προσωπικά με τον υιό της Εναγόμενης και στη συνέχεια παρέπεμψε το τηλεφώνημα σε χρηματιστή της εταιρείας, ο οποίος είναι και το αρμόδιο άτομο εσωτερικά για να διεκπεραιώσει την εντολή, καταχωρώντας τη. Ήταν η θέση της ότι ο επενδυτής της διαβεβαίωσε ποιές συγκεκριμένες μετοχές ήθελε να πωλήσει και ότι τις κατείχε. Τόσο η Εναγόμενη όσο και ο υιός της είχαν προβεί και σε άλλες συναλλαγές με την Ενάγουσα εταιρεία γι΄ αυτό και οι μετοχές της Εναγόμενης ήταν καταχωρημένες στο σύστημα της Ενάγουσας. Το 2002 οι μεταβιβάσεις μετοχών γίνονταν στο Χρηματιστήριο ηλεκτρονικά και για να μπορεί να διαπιστωθεί αν ο επενδυτής κατείχε τις αξίες, τις οποίες πωλούσε, θα έπρεπε να γίνει έρευνα στην κατάσταση μητρώου του επενδυτή στη δημόσια εταιρεία στην οποία ανήκαν οι μετοχές. Ισχυρίστηκε, ότι για να υπάρχουν μετοχές καταχωρημένες στο σύστημα της Ενάγουσας εταιρείας, της εταιρείας Πανδώρα Investments, είτε ο επενδυτής παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού από το μητρώο της δημόσιας εταιρείας, είτε αγοράστηκαν μέσω της Ενάγουσας. Όμως, δεν γνώριζε ποιο από τα δύο είχε συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η άλλη πώληση των συγκεκριμένων μετοχών δεν φαίνεται να έγινε από την Ενάγουσα εταιρεία Argus διότι αν είχε γίνει κάτι τέτοιο θα το έδειχνε το ίδιο το σύστημα στο οποίο καταγράφονται όλα τα στοιχεία, οι πληρωμές, οι εισπράξεις και όλες οι συναλλαγές στις οποίες προβαίνει ο πελάτης καθώς και οι λεπτομέρειες της κάθε χρέωσης. Όμως, στο σύστημα δεν φαίνεται να έγινε άλλη πώληση μετοχών της εταιρείας Πανδώρα Investments εκτός από την συγκεκριμένη. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης έληξε μετά την συγκεκριμένη πράξη για την οποία έχει εγερθεί και η παρούσα αγωγή και η Εναγόμενη δεν είναι πλέον πελάτισσα της Ενάγουσας. Η πρώτη μάρτυρας της Υπεράσπισης ήταν η Εναγόμενη, η κα Λουκία Πούλλου, (ΜΥ1), η οποία σε συντομία ανέφερε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα: Ο Αντώνης, ο οποίος είναι υιός της, διαχειρίζετο τις μετοχές. Του είχε δώσει Λ.Κ. 10.000 για να αγοράσει μετοχές, τις οποίες και τελικά απώλεσε. Ήταν η θέση της ότι ο υιός της έδινε τις εντολές και ότι η ίδια δεν μιλούσε με οποιοδήποτε στην Ενάγουσα εταιρεία. Όμως, γνώριζε ότι κατείχε μετοχές. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2 η ίδια ανέφερε ότι δεν το είχε ξαναδεί και ότι ουδέποτε υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο ενώ αρνήθηκε ότι η συγκεκριμένη υπογραφή είναι η δική της. Δήλωσε άγνοια για τη πώληση και μεταβίβαση των μετοχών και ανέφερε ότι ο υιός της, Αντώνης, έκανε κουμάντο σε ότι αφορούσε τη πώληση και αγορά μετοχών. Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι ήταν σε γνώση της οι πράξεις του υιού της, στον οποίο είχε δώσει Λ.Κ. 10.000 για να αγοράσει μετοχές για να τις διαχειρίζεται, ότι δεν είχε παράπονο για τις πράξεις που εκτελούσε ο υιός της για λογαριασμό της και ότι τα λεφτά, από την Ενάγουσα εταιρεία, τα εισέπραξε η ίδια όμως δεν ήξερε τι μετοχές αφορούσαν. Ισχυρίστηκε, ότι δεν ήξερε αν οι συγκεκριμένες μετοχές ήταν ξανά πουλημένες ενώ στη συνέχεια, ήταν η θέση της, ότι οι μετοχές ήταν όντως δικές της. Ο δεύτερος μάρτυρας της Υπεράσπισης ήταν ο Αντώνης Πούλλου, (Μ.Ε.2) υιός της Εναγόμενης, ο οποίος σε συντομία ανέφερε τα ακόλουθα: Ότι την Ενάγουσα εταιρεία την γνώριζε μέσω κάποιου που δούλευε σε αυτήν. Του την είχαν συστήσει οι φίλοι του για να προβεί σε επενδύσεις και άλλες χρηματιστηριακές εργασίες. Ισχυρίστηκε, ότι η μητέρα του αγόρασε μετοχές για να τις αφήσει για μελλοντική επένδυση και ότι αυτή είχε επενδύσει τα λεφτά. Συμβουλεύτηκαν τι μετοχές ν΄ αγοράσουν, όμως, δεν θυμόταν ποιών εταιρειών μετοχές είχε αγοράσει, παρόλο που ήταν ο ίδιος που τις αγόραζε, και από ότι μπορούσε να θυμηθεί ήταν μετοχές τραπεζικών οργανισμών. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι μόνο μία φορά αγόρασε μετοχές παίρνοντας τα λεφτά σε κάποιον κύριο Μιχάλη και κάποιο κο Κωνσταντίνο στην Λαϊκή. Ο Κωνσταντίνος τον πήρε τηλέφωνο και του ανέφερε ότι έπρεπε να πουλήσει τις μετοχές που είχε αγοράσει λόγω του ότι η αξία τους θα μειωνόταν και ο ίδιος του είπε να κάνει ότι γνωρίζει. Ανέφερε ότι αφού του είχαν σταλεί τα λεφτά, δηλαδή οι δύο επιταγές, ο ίδιος θεώρησε ότι ο κος Κωνσταντίνος είχε προβεί στη πώληση των μετοχών. Δεν θυμόταν κατά πόσο του είχε σταλεί οποιαδήποτε κατάσταση για τις μετοχές που είχε αγοράσει, ούτε θυμόταν ποιες μετοχές είχαν πωληθεί, ούτε και θυμόταν αν ο ίδιος είχε δώσει εντολές για τη πώληση των συγκεκριμένων μετοχών. Αυτό που ο ίδιος γνώριζε, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμού του, ήταν ότι είχαν αναφέρει στον κ. Κωνσταντίνο να αγοράσει μετοχές των Τραπεζών οι οποίες ήταν σίγουρες. Αρνήθηκε ότι υπέγραψε οτιδήποτε στην Ενάγουσα εταιρεία ενώ παράλληλα παραδέχτηκε ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε χαρτιά αναφορικά με την εκπροσώπηση της Εναγόμενης. Επίσης παραδέχτηκε ότι συνεργάστηκε και με άλλο χρηματιστηριακό γραφείο από τη Λευκωσία αλλά δεν θυμόταν αν η μητέρα του είχε και στο άλλο Χρηματιστηριακό γραφείο μετοχές. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι για τις μετοχές υπεύθυνος ήταν ο ίδιος αφού πήρε τα λεφτά από την μητέρα του και τα επένδυσε αλλά αρνήθηκε ότι τις διαχειριζόταν. Σε υποβολή του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι λέει ψέματα η απάντηση του ήταν « εντάξει». Στη συνέχεια σε αριθμό ερωτήσεων του δικηγόρου της Ενάγουσας απάντησε ότι δεν θυμόταν, ούτε για την αγορά άλλων μετοχών, ούτε αν παρέλαβε τις επιταγές που είχαν εκδοθεί αλλά ούτε και αν έδωσε οδηγίες για τη πώληση των μετοχών της Πανδώρας στο άλλο χρηματιστηριακό γραφείο με το οποίο συνεργαζόταν και του οποίου το όνομα δεν θυμόταν. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ανέφερε ότι το μόνο που γνώριζε ήταν ότι οι μετοχές που αγοράστηκαν ήταν μετοχές τραπεζικών οργανισμών και ότι δεν γνώριζε ότι κατείχε μετοχές της Πανδώρας. Παραδέχθηκε, ότι είχε ενημερωθεί για το τι είχε συμβεί όμως, ήταν η θέση του, ότι το λάθος ήταν της Ενάγουσας και ότι η Ενάγουσα του είχε στείλει τα λεφτά τα οποία δεν επέστρεψε. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, τη σκυτάλη πήραν οι δικηγόροι για να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Γεωργίου αποδέχθηκε την λήψη του ποσού των Λ.Κ. 2.484,83 όμως ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα απέτυχε ν' αποδείξει ότι υπήρξε προηγούμενη πώληση των ίδιων μετοχών. Αμφισβήτησε την υπογραφή της Εναγόμενης, στο Τεκμήριο 2 και ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα ενεργούσε με δική της πρωτοβουλία και ότι απέτυχε ν' αποδείξει ότι είχε δικαίωμα να διενεργεί πράξεις για λογαριασμό της Εναγόμενης. Από πλευράς του ο συνήγορος της Ενάγουσας εταιρείας εισηγήθηκε ότι όλα όσα αναφέρθηκαν από τον δικηγόρο της Εναγόμενης κατά την αγόρευσή του θα μπορούσαν να καταγραφούν στην υπεράσπιση γιατί η γενική άρνηση δεν εξυπακούει την προβολή άλλων θετικών γεγονότων κατά την ακρόαση και επικαλέστηκε την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 προς υποστήριξη του ισχυρισμού του. Για να καταλήξει ότι τα όσα αναφέρθησαν και είναι εκτός της υπεράσπισης και θα πρέπει ν' αγνοηθούν από το Δικαστήριο αφού ο ισχυρισμός, ότι το πληρεξούσιο δεν υπογράφηκε από την Ενάγουσα, είναι η ουσιαστική της υπεράσπιση. Καταλήγοντας, ανέφερε ότι η προσκομισθείσα προφορική μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια έχουν αποδείξει την αξίωση. Έχοντας ολοκληρώσει με την προσαχθείσα μαρτυρία και τις θέσεις των μερών προχωρώ στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και στην εξαγωγή συμπερασμάτων σ' ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Η Διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας (Μ.Ε.1) μου άφησε απόλυτα θετική εικόνα ως μάρτυρας της αλήθειας. Χωρίς οποιαδήποτε υπερβολή απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα χωρίς ιδιαίτερες σκέψεις ή αναστολές στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν τόσο κατά την κυρίως εξέταση καθώς και στην αντεξέταση. Με σοβαρότητα και θετικότητα έκαμε αναφορά στα γεγονότα τα οποία η ίδια γνώριζε και είχε βιώσει αλλά και στην διαδικασία που απαιτείτο από το Χρηματιστηριακό γραφείο της, για το άνοιγμα λογαριασμού, την αγοραπωλησία μετοχών, καθώς και από το Χρηματιστήριο. Σημειώνω και τούτο κρίνεται ως σημαντικό στη συνολική εικόνα του μάρτυρα, ότι κατά την αντεξέταση όχι μόνο δεν κλονίστηκε η μαρτυρία της, αλλά αντίθετα επιβεβαίωσε την πολύ καλή εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης δεν της υπεβλήθη ούτε και αμφισβητήθει η μάρτυρας ότι μίλησε με τον Μ.Υ.2 από τον οποίο πήρε οδηγίες αναφορικά με την πώληση των μετοχών της Πανδώρα Investments. Ούτε και της υπεβλήθη ότι η Εναγόμενη δεν γνώριζε ότι ήταν ξανά πωλημένες οι συγκεκριμένες μετοχές. Η Εναγόμενη (ΜΥ1) δεν μου άφησε καλή εντύπωση αφού η όλη παρουσία της από το εδώλιο του μάρτυρα μου έδωσε την εντύπωση ατόμου που προσπαθούσε ν' αποκρύψει την αλήθεια προς εξυπηρέτηση ιδίου όφελους. Και ενώ δήλωνε ότι δεν ήξερε οτιδήποτε σε σχέση με τις μετοχές, γιατί τις διαχειριζόταν εξ ολοκλήρου ο υιός της, τα λεφτά τα εισέπραξε η ίδια χωρίς να διερωτηθεί από που προέρχοντο. Ο κος Α. Πούλλος, (ΜΥ2), υιός της Εναγόμενης, μου έδωσε την εντύπωση του ατόμου που ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και οι αντιθέσεις στην μαρτυρία του ήταν εμφανείς. Αρχικά ανέφερε ότι ο ίδιος αγόρασε μετοχές αμέσως μετά ανέφερε ότι η μητέρα του είχε αγοράσει μετοχές ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν είχε οποιονδήποτε ρόλο στην αγορά των μετοχών καταλήγοντας ότι δεν έκαμνε οτιδήποτε ήθελε με τις μετοχές γιατί αυτές ανήκαν στην μητέρα του. Δεν θυμόταν τι μετοχές είχε αγοράσει ούτε και ποιός ακριβώς του τις είχε αγοράσει ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι αγόρασε μετοχές τραπεζών που ήταν σίγουρες για να καταλήξει ότι γνώριζε ότι είχε αγοράσει μετοχές της Πανδώρας. Παραδέχθηκε, ότι συνεργάστηκε και με άλλο χρηματιστηριακό γραφείο στη Λευκωσία αλλά δήλωνε ότι δεν θυμόταν τ' όνομά του ούτε και θυμόταν αν η μητέρα του είχε λογαριασμό στο άλλο χρηματιστηριακό γραφείο. Κατά την αντεξέταση αρνήθηκε ότι είχε δώσει οποιαδήποτε άλλη εντολή εκτός από αυτή που αφορούσε την αγορά μετοχών τραπεζικών οργανισμών ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι του τηλεφώνησε ο κος Κωνσταντίνου, ο χρηματιστής του, και του ανέφερε να κάνει ότι νομίζει. Η μνήμη του ήταν όντως επιλεκτική. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων καταλήγω στα εξής συμπεράσματα σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης: Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα εταιρεία ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου επιφορτισμένη με την εκτέλεση χρηματιστηριακών εργασιών. Η Εναγόμενη ήταν πελάτισσα της Ενάγουσας πλην όμως τις εντολές για την εκτέλεση των πράξεών της τις έδινε ο υιός της χωρίς η ίδια να γνωρίζει το περιεχόμενο των οδηγιών αυτών και χωρίς να παραπονείται για τις ενέργειές του. Τον Φεβρουάριο του 2002 ο υιός της Εναγόμενης έδωσε στην Ενάγουσα οδηγίες για την πώληση των μετοχών της δημόσιας εταιρείας Πανδώρας Investments ενώ τις είχε ήδη πωλήσει χρησιμοποιώντας άλλο χρηματιστηριακό γραφείο στη Λευκωσία. Η Ενάγουσα προέβη στην πώληση τους στις 18.02.02, εξέδωσε τ' απαιτούμενα contract notes και κατέβαλλε το τίμημα πωλήσεώς τους αποστέλλοντας στην Εναγόμενη δύο επιταγές με ημερομηνίες εξαργύρωσης 20.02.02 και 21.02.02. Όμως, στις 26 Φεβρουαρίου, 2002 το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι οι μετοχές, τις οποίες είχε πωλήσει, δεν κατέχονταν από τον επενδυτή και της επέβαλλε πρόστιμο Λ.Κ. 100 ενώ την υποχρέωσε ν΄ αγοράσει μετοχές της συγκεκριμένης εταιρείας για να μπορέσει ν' ολοκληρωθεί η συναλλαγή της συγκεκριμένης πώλησης. Η Ενάγουσα ειδοποίησε την Εναγόμενη και τον υιό της για το τι είχε συμβεί όμως και οι δύο αδιαφόρησαν θεωρώντας ότι τα λεφτά τους ανήκαν και ότι δεν όφειλαν να τα επιστρέψουν αφού το λάθος ήταν της Ενάγουσας. Προτού εξετάσω την νομική πτυχή της υπόθεσης θα ήθελα να σταθώ στην υπεράσπιση, ότι ουδέποτε υπογράφηκε πληρεξούσιο έγγραφο προς την Ενάγουσα εταιρεία, η οποία προβλήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης και χωρίς να έχει καταγραφεί στην καταχωρημένη υπεράσπισή της. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου μια τέτοια υπεράσπιση δεν μπορεί ν' εξεταστεί. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Σωτήρης Πίττας ν. Progress Electronics Co. Ltd Πολ. Έφ. 11641 ημερ. 13.01.05 και συγκεκριμένα στη σελίδα 7 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διατύπωση της υπεράσπισης δεν άφηνε περιθώριο εισαγωγής νέου ισχυρισμού με την μαρτυρία προς θεμελίωση άλλης εκδοχής. Στην Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 ειπώθηκαν τα εξής: «Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική». Το θέμα αυτό εγέρθηκε και σε μια πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστης Λτδ ν. P.T.A Foodlab of Nutritional Services Ltd, Πολ. Έφ. 12180, ημερ. 8.9.2006 στην οποία αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα σχετικά με την αμφισβήτηση της υπογραφής. «Δεν υπήρχε, με άλλα λόγια, οπουδήποτε στην υπεράσπιση, αμφισβήτηση της υπογραφής και ή της γνησιότητάς της. Κατά συνέπεια, εφόσον η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε με την υπεράσπιση την υπογραφή και ή τη γνησιότητά της, δεν μπορούσε να εγείρει τέτοιο θέμα κατά την ακρόαση, η δε εφεσίβλητη δεν είχε οποιοδήποτε βάρος να αποδείξει την εν λόγω υπογραφή και ή τη γνησιότητά της.» Καθοδηγούμενη από την πιο πάνω αρχή δεν μπορώ να εξετάσω την υπεράσπιση της Εναγόμενης, την οποία εισήγαγε κατά την κυρίως εξέτασή της, ότι δεν είχε υπογράψει οποιοδήποτε πληρεξούσιο προς την Ενάγουσα εταιρεία για την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Εν πάση περιπτώσει, υπάρχει η παραδοχή του ΜΥ2 ότι γνώριζε την Ενάγουσα εταιρεία αφού φίλοι του, του είχαν συστήσει κάποιον κ. Κωνσταντίνου ο οποίος δούλευε εκεί και στον οποίο έχει δώσει τις Λ.Κ. 10.000 της μητέρας του για να τις επενδύσει ενώ στην συνέχεια αποδέχθηκε ότι ανέφερε στον χρηματιστή του να κάνει ότι νομίζει αναφορικά με την πώληση των μετοχών. Δηλαδή, η Ενάγουσα εταιρεία είχε εξουσιοδότηση να ενεργεί εκ μέρους της Εναγόμενης σε χρηματιστηριακές πράξεις. Δύο είναι τα θέματα που πρέπει ν' απαντηθούν: Πρώτο, κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες για πώληση των μετοχών της εταιρείας Πανδώρας Investments και δεύτερο, αν όντως δόθηκαν οδηγίες κατά πόσο ο ΜΥ2 γνώριζε, ότι όταν έδινε τις οδηγίες για πώληση οι μετοχές ήταν ήδη πουλημένες και ψευδώς παρέστησε στην Ενάγουσα εταιρεία ότι οι μετοχές ανήκαν ακόμη στην μητέρα του. Το πρώτο ερώτημα μπορεί ν' απαντηθεί θετικά λόγω του περιεχομένου της μαρτυρίας του ΜΥ2. Και εξηγώ, ο ΜΥ2 ανέφερε, στην κυρίως εξέταση του, ότι τον πήρε τηλέφωνο από την εταιρεία ο Κωνσταντίνου και του ανέφερε ότι θα πρέπει να πουλήσει και ο ίδιος του είπε να κάνει ότι νομίζει ενώ στην συνέχεια ανέφερε ότι αφού του είχε στείλει τα λεφτά αυτό σημαίνει ότι διεκπεραιώθηκε η πράξη, που σύμφωνα με την μαρτυρία του νόμιζε ότι ήταν οι μετοχές της Πανδώρας Investments. Το δεύτερο ερώτημα, κατά πόσο ο ΜΥ2 γνώριζε ότι οι μετοχές της Πανδώρας Investments ήταν ήδη πουλημένες, θα πρέπει ν' απαντηθεί και αυτό θετικά αφού σύμφωνα με την μαρτυρία τόσο της Μ.Ε.1, η οποία ανέφερε ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.2 της διαβεβαίωσε ότι κατείχε τις μετοχές, καθώς και της Εναγόμενης αλλά και του Μ.Υ.2, αυτός ήταν υπεύθυνος για τις μετοχές. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Εναγόμενης, ο υιός της έκαμνε "κουμάντο" αναφορικά με τις μετοχές και αποφάσιζε για την πώληση και μεταβίβασή τους. Ενώ ο ίδιος ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι συνεργαζόταν και με δεύτερο χρηματιστηριακό γραφείο, από τη Λευκωσία, του οποίου το όνομα δεν θυμόταν όπως δεν θυμόταν αν του είχε δώσει οδηγίες για την πώληση των μετοχών της εταιρείας Πανδώρας Investments. Ο περί Συμβάσεων Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρο 17 ερμηνεύει τον όρο "απάτη" και καθορίζει πότε υπάρχει δόλος. Το άρθρο 17
(1)ορίζει: «17
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπό του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης.» Απαριθμεί πέντε συγκεκριμένες περιπτώσεις χωρίς να εξαντλεί όλες τις περιπτώσεις βλ. Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxias" κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 80 στην σελίδα 142. Η ενεργός απόκρυψη γεγονότων από πρόσωπο που τα γνωρίζει συνιστά, κατά το άρθρο 17
(1)(β), μορφή απάτης. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία του ΜΥ2 και ειδικότερα τι απάντησε όταν ερωτήθηκε αν είχε ξαναπωλήσει τις μετοχές καθώς και την προσέγγισή του ότι από τη στιγμή που ήταν λάθος της Ενάγουσας δεν προτίθετο να της επιστρέψει τα λεφτά δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι γνώριζε ότι οι μετοχές ήταν πουλημένες και σκόπιμα είχε αποκρύψει το γεγονός αυτό. Ιδιαίτερα, έχοντας υπόψη και τη μαρτυρία της διευθύντριας της Ενάγουσας, (Μ.Ε.1) η οποία ανέφερε ότι οι μετοχές της Πανδώρας Investments ήταν καταχωρημένες στο σύστημα όταν ζητήθηκε η πώλησή τους από τον ΜΥ2 ενώ αν τις πωλούσε η Ενάγουσα εταιρεία θα καταχωρείτο η πώλησή τους στο σύστημα σύμφωνα με την πολιτική της εταιρείας, αφού καταχωρούνται στο σύστημα όλα τα στοιχεία όπως πληρωμές, εισπράξεις καθώς και οι άλλες συναλλαγές του πελάτη και οι λεπτομέρειες της κάθε χρέωσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να γνωρίζει την αλήθεια αφού για να γνωρίζει κάποιος, εννοώντας μια χρηματιστηριακή εταιρεία, τι κάνει ο κάθε επενδυτής τις μετοχές του θα πρέπει να γίνει έλεγχος στην κατάσταση μητρώου του επενδυτή στη δημόσια εταιρεία, η οποία παρουσιάζει όλες τις λεπτομέρειες αναφορικά με το θέμα. Στην απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1548 σχετικά με το υπό εξέταση θέμα: «Η ενεργός απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος από πρόσωπο που το γνωρίζει συνιστά, κατά το άρθρου 17
(1)(β), μορφή απάτης, και ελκύει τις συνέπειες του άρθρου
  1. Όμως, η απλή σιωπή, κατά το ίδιο άρθρο, δεν αρκεί, εκτός αν οι περιστάσεις επιβάλλουν στο πρόσωπο αυτό να δηλώσει το γεγονός ή αν η σιωπή του μπορεί από μόνη της να εκληφθεί ως δήλωση ή αν ισοδυναμεί με δήλωση. Αποδίδοντας στο επίθετο «ενεργός» τη φυσική του σημασία, για να είναι νομικά επιλήψιμη η απόκρυψη, πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένη πράξη, συμπεριφορά ή στάση. Το παράδειγμα, το οποίο δίνουν οι Pollock and Mulla, που σημειώνει και η πρωτόδικη απόφαση είναι αρκετά διαφωτιστικό. Αν ο Β αναφέρει στον Α «αν δεν το αρνηθείς θα το εκλάβω ότι το άλογο (που θα αγόραζε) είναι γερό» και ο Α δεν είπε οτιδήποτε, η σιωπή του υπό τις συνθήκες αυτές εξομοιώνεται με δήλωση και έχουμε «ενεργό απόκρυψη γεγονότος». Ακόμη ένα παράδειγμα, αλλά στο οποίο η σιωπή έμεινε χωρίς συνέπειες, προσφέρει η παλιά αμερικανική υπόθεση Laidlaw v. Organ [1817] Wheat 178, από το ίδιο σύγγραμμα. Ο πωλητής καπνών ρώτησε τον αγοραστή αν υπήρχαν νέα που επηρέαζαν την τιμή του πωλούμενου προϊόντος, αλλά δεν του απάντησε. Ο τελευταίος γνώριζε ότι είχε ήδη συναφθεί ειρήνη μεταξύ Βρετανίας και Αμερικής που ήταν τότε σε εμπόλεμη κατάσταση (παράγων που επηρέαζε την τιμή). Όχι όμως ο πωλητής. Το Ανώτατο Δικαστήριο Αμερικής έκρινε ότι η σιωπή του αγοραστή δεν επηρέαζε την εγκυρότητα της συμφωνίας που έγινε.» Στην υπό εξέταση υπόθεση η σιωπή του ΜΥ2 αναφορικά με την προηγηθείσα πώληση των μετοχών, συνιστά ενεργό απόκρυψη γεγονότος το οποίο επέδρασε στη βούληση της Ενάγουσας εταιρείας να προχωρήσει με την πράξη αφού η Ενάγουσα, αν το γνώριζε, δεν θα οδηγούσε τον εαυτό της στην επιβολή προστίμου από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Σύμφωνα και με το σύγγραμμα Pollock & Mulla "Indian Contract and Specific Relief Acts 6η Έκδοση (σελ. 115): "Mere silence as to facts likely to affect the willingness of a person to enter into a contract is not fraud, unless the circumstances of the case are such that, regard being had to them, it is the duty of the person keeping silence to speak, or unless his silence is, in itself, equivalent to speech." (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Ο υιός της Εναγόμενης (M.Υ.2) ο οποίος διαχειριζόταν τις μετοχές της, σύμφωνα με τη μαρτυρία τόσο της Εναγόμενης αλλά και του ίδιου, επιβεβαίωσε στη διευθύντρια της Ενάγουσας ποιές μετοχές επιθυμούσε να πωλήσει και ότι τις κατείχε παριστάνοντας ψευδώς ότι οι μετοχές του ανήκαν και απέκρυψε το γεγονός ότι είχαν ήδη πωληθεί από άλλο χρηματιστηριακό γραφείο με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί την επιβολή προστίμου Λ.Κ.100,- από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ν΄ εξαναγκαστεί στην αγορά μετοχών της Εταιρείας Πανδώρας έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η συγκεκριμένη συναλλαγή και ν΄ απωλέσει Λ.Κ.2.484,83 τις οποίες κατέβαλλε στην Εναγόμενη. Εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές στις οποίες έχω αναφερθεί πιο πάνω στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης καταλήγω ότι η Ενάγουσα εταιρεία δικαιούται στην επιδίκαση των ζημιών, οι οποίες προέκυψαν από την απόκρυψη του γεγονότος ότι οι μετοχές ήταν ήδη πουλημένες από τον υιό της Εναγόμενης, τις οποίες η ίδια καθόρισε στο ποσό των Λ.Κ.2.584,
  2. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.2.584,83 πλέον νόμιμο τόκο από 4.4.2003 πλέον έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.