← Κύπρος

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. Βάσου Ζάκου, Αρ. Αγωγής: 4119/02, 16/10/2006

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. Βάσου Ζάκου, Αρ. Αγωγής: 4119/02, 16/10/2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4119/02 Μεταξύ: ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Εναγόντων - και - Βάσου Ζάκου και άλλων από Λάρνακα Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 08.02.05 Ημερομηνία: 16/10/2006 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κος ΛουκαΙδης Για τον Εναγομένο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κος Θωμά Εναγόμενος 1: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 02.07.03 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 1 όπως παραδώσει στους Ενάγοντες το όχημα με Αρ. Εγγραφής ΕΜΖ223 στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ αρ. 62, Εστία Κώρτ στη Λάρνακα εντός δέκα

(10)ημερών από την επίδοση του διατάγματος στον Εναγόμενο
  1. Με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 08.02.05, οι Ενάγοντες - Αιτητές (στο εξής Αιτητές) ζητούν την τιμωρία του Εναγομένου 1 για την ανυπακοή του στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 02.07.
  2. Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Ιάκωβου Ιακωβίδη ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ΄ αυτήν. Στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα στις 02.07.03, αντίγραφο του οποίου επιδόθηκε την 11.01.05 στον Εναγόμενο 1 πλην όμως ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε μ΄ αυτό. Μαζί με την ένορκο δήλωση επισυνάπτεται το διάταγμα ημερομηνίας 02.07.03 και κανένα άλλο έγγραφο. Ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση (στο εξής Καθ΄ ου η Αίτηση) καταχώρησε ένσταση στις 30.03.
  3. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 7 του Κεφ. 6, στο Ν.14/60, στη Δ.48 01-9 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση αποτελούμενη από μία
(1)παράγραφο στην οποία αναφέρει ότι το όχημα υπ΄ αριθμό εγγραφής ΕΜΖ223 ουδέποτε εβρίσκετο και συνεχίζει να μη βρίσκεται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχο του και ως εκ τούτου αδυνατεί να το παραδώσει. Οι Αιτητές, μετά την καταχώρηση της ένστασης, δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με γραπτή αίτηση τους με την οποία να ζητούν να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενόψει του ισχυρισμού που προβάλλετο στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση με την οποία αμφισβητούσε την κατοχή του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΜΖ223 και αδυναμίας παράδοσης του. Επίσης δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του Καθ΄ ου η Αίτηση με γραπτή αίτηση, όπως και του Ιακωβίδη που προέβει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Τέλος δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία από τους Αιτητές, ή τον Καθ΄ ου η Αίτηση και αρκέσθηκαν και οι δύο πλευρές στα όσα καταγράφονται και ισχυρίζονται οι ένορκως δηλούντες στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η αναφορά του Δικαστηρίου ότι δεν ζητήθηκε από τους αιτητές να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή ότι δεν ζητήθηκε και από τις δύο πλευρές η αντεξέταση των ομνυόντων δεν υποδηλώνει έκφραση θέσης ότι χρειάζεται σ΄ αυτή την διαδικασία, θέμα που θα καταπιαστεί κατωτέρω το Δικαστήριο, αλλά αποτελεί απλή καταγραφή γεγονότων. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η κα Ζίκκου στην αγόρευση της εισηγείται ότι τα γεγονότα είναι πολύ απλά και φαίνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Περαιτέρω, είναι η θέση των Αιτητών, ότι αφού ο ενόρκως δηλών, Ιάκωβος Ιακωβίδης, δεν αντεξετάσθηκε από τον Καθ΄ ου η Αίτηση τα όσα αναφέρονται στην ένορκη του δήλωση παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Προχωράει δε ακόμη περισσότερο, αναπτύσσοντας το συλλογισμό της, και διερωτάται γιατί εάν πράγματι δεν κατείχε το αναφερθέν όχημα ο καθ΄ ου η αίτηση δεν κατεχώρησε υπεράσπιση έτσι που να μην εκδοθεί το διάταγμα. Επίσης ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε το διάταγμα αποτελεί Res Judicata υπό την έννοια ότι αφού εκδόθηκε το διάταγμα αναπόδραστα εξάγεται ότι κατά την ημέρα έκδοσης του διατάγματος o Καθ΄ ου η Αίτηση κατείχε το αναφερθέν όχημα. Ακόμη θεωρεί ότι, αφού δεν έκανε ο Καθ΄ ου η Αίτηση, αίτηση για ακύρωση του διατάγματος, εμποδίζεται τώρα να ισχυρίζεται ότι δεν κατείχε το όχημα όταν εκδόθηκε το διάταγμα ή όταν επεδόθηκε. Επί πλέον εάν το έχει αποξενώσει, είναι θέμα που αφορά τον ίδιο και δεν μπορεί να το προβάλει για να αποποιηθεί των ευθυνών του. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Τέλος ζήτησε όπως το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση παρέβη το διάταγμα ημερομηνίας 02.07.03 και βρίσκεται σε ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Από την άλλη πλευρά ο κος Καπελάκης αφού αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις θεμελίωσης παρακοής διατάγματος, με επίκληση σχετικής νομολογίας, εισηγήθηκε ότι με βάση τα όσα αναφέρει ο Ιάκωβος Ιακωβίδης στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση δεν μπορεί να αποδειχθεί η παρακοή του διατάγματος, αφού πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, γιατί δεν γνωρίζει ο ένορκος δηλών προσωπικά εάν ο Καθ΄ ου η Αίτηση είχε πρόθεση να παρακούσει και να καταστρατηγήσει το διάταγμα του Δικαστηρίου, ενόψει μάλιστα της αμφισβήτησης απ΄ τον Καθ΄ ου η Αίτηση στην ένορκη δήλωση του ότι ουδέποτε κατείχε το όχημα και της αδυναμίας του να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Ως εκ των πιο πάνω αιτείται από το Δικαστήριο όπως απορριφθεί η αίτηση παρακοής με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 42 του Νόμου 14/60 και τη Δ.48Θ1-4, 8 και 9 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στην αίτηση δεν αναφέρεται η Δ.42Α των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 42 του Ν14/60 έχει ως ακολούθως: «42 Τηρουμένου οιουδήποτε Διαδικαστικού Κανονισμού, έκαστον Δικαστήριον θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει εις υπακοή προς οιονδήποτε Διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων ..» Η Δ.42Α προνοεί τα πιο κάτω: 1. Όπου οιονδήποτε διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σ΄ αυτό με μια σημείωση ως εξής: Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε σ΄ αυτό το διάταγμα, εντός του χρόνου που καθωρίζεται σ΄ αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη και η περιουσία σας σε κατάσχεση. 2. Επίσημο αντίγραφο του διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθωρίζει το διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική. 3.
(1)Όπου εκδίδεται τέτοιο διάταγμα από οιονδήποτε Δικαστήριο και το πρόσωπο που διατάσσεται να κάμει ή του απαγορεύεται να κάμει κάτι (που πιο κάτω θα ονομάζεται «ο καθ΄ ου» η αίτηση) αρνείται ή παραλείπει να το κάμει ή απέχει να το κάμει σύμφωνα με τις οδηγίες του τοιούτου διατάγματος, το πρόσωπο υπέρ του οποίου εδόθει το τοιούτο διάταγμα (που πιο κάτω θα ονομάζεται ο «αιτητής») μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για ένταλμα συλλήψεως (προσαγωγή) (Writ of Attachment).
(2)Τέτοια αίτηση θα πρέπει να γίνεται δια κλήσεως που να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση και επίσημο αντίγραφο αυτής πρέπει, εκτός αν διατάσσεται διαφορετικά από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να επιδίδεται στον Καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά. Το Δικαστήριο ή Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι δια της καθυστερήσεως που θα προκληθεί λόγω της πιο πάνω διαδικασίας θα μπορούσε να συνεπάγετο ανεπανόρθωτη ή σοβαρή ζημιά μπορεί να δώσει διάταγμα μονομερώς (ex parte) με τοιούτους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά και με τέτοια υποχρέωση, αν υπάρχει, που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα θεωρήσει δικαία και οιοσδήποτε διάδικος που επηρεάζεται από τέτοιο διάταγμα μπορεί να κινηθεί να το παραμερίσει.
  1. Κατά την επιστρεπτέα ημέρα του διατάγματος αν ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν παρουσιασθεί και το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι του έγινε κανονική επίδοση δύναται, το Δικαστήριο, να διατάξει την έκδοση εντάλματος συλλήψεως (Writ of Attachment) εναντίον του.
  2. Το Δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει τον χρόνο για την εμφάνιση του Καθ΄ ου η αίτηση ή μπορεί, κατά την ημέρα που είναι επιστρεπτέο, να δώσει οδηγίες όπως το ένταλμα σύλληψης εκδοθεί κατόπιν ορισμένου χρόνου και σε περίπτωση που εξακολουθεί να μην υπακούει ως εκείνο το χρόνο στο διάταγμα εν σχέσει προς το οποίο είναι ένοχος ανυπακοής.
  3. Αν ο Καθ΄ ου δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιασθεί και δεν δείξει καλό λόγο που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μην τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον διατάξει να πληρώσει τοιούτο πρόστιμο ή να τον στείλει στη φυλακή για τοιούτο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει. Βάση εξουσίας των Δικαστηρίων να επιβάλλουν ποινή για καταφρόνηση Δικαστηρίου αποτελεί το άρθρο 162 του Συντάγματος το οποίο έχει ως εξής: Άρθρο 162: «Το Ανώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν πριφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και παν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δέδωκα μήνας. Παρά ας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου». Το άρθρο 152 του Συντάγματος προβλέπει την ίδρυση κατώτερων Δικαστηρίων. Το άρθρο 160 του Συντάγματος προβλέπει την ίδρυση Δικαστηρίων με κοινοτικό νόμο τα οποία θα δικάζουν αστικές διαφορές, που αφορούν στον προσωπικό θεσμό και στα θρησκευτικά ζητήματα. Με τον περί Δικαστηρίου Ν14/60 ιδρύθησαν τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα Δικαστήρια στην έννοια που αποδίδεται στα πιο πάνω άρθρα. Η Δικαστική εξουσία ως η μόνη Αρχή επίλυσης των διαφορών αμφισβητουμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε συνδυασμό με την συμμόρφωση και το σεβασμό στις αποφάσεις των Δικαστηρίων αποτελούν τα θεμέλια του κράτους Δικαίου. Η καταφρόνηση των Δικαστηρίων παρουσιάζεται σε δύο μορφές. (Α) Στην Αστική καταφρόνηση και (Β) την Ποινική καταφρόνηση. Κύριο χαρακτηριστικό της αστικής καταφρόνησης, είναι η ανυπακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου, ενώ της ποινικής καταφρόνησης κύριο χαρακτηριστικό είναι η καταφρόνηση στο πρόσωπο του Δικαστηρίου. Επομένως εδώ μας ενδιαφέρει η αστική καταφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω ανυπακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου από τον Καθ΄ ου η Αίτηση. Το διάταγμα όμως του Δικαστηρίου πρέπει ή να είναι επιβλητό (enforceable) δηλαδή (α) αναγκαστικό (coercive order) (β) διατακτικό (mandatory) (γ) απαγορευτικό (prohibitory) και όχι αναγνωριστικό (βλ. υπόθεση Πέτρου Πετράκη v. Ann-Marie Marks Petraki
(2002)1 (B)AAΔ.911). Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για διατακτικό (mandatory) διάταγμα αφού μ΄ αυτό διατάσσεται ο Καθ΄ ου η Αίτηση να παραδώσει το αναφερθέν όχημα στους αιτητές. Η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του Καθ΄ ου η Αίτηση που τονίζονται με τις κυρώσεις ποινικού Δικαστηρίου (βλ. Διαμάντω Χριστοδούλου v. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 (Β)ΑΑΔ 1085). Σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου χαρακτηρίστηκε «οιονεί ποινική διαδικασία». Γι΄ αυτό και ο βαθμός απόδειξης είναι εκείνος που εφαρμόζεται σε ποινικές υποθέσεις, δηλαδή απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Μαρίας Ιωάννου v. Έλλης Ν. Μανώλη κ.α.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1423, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1ΑΑΔ 309, Mouzouris v. Xylophagοu Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 (E) ΑΑΔ 750, In re Bramblevale Ltd
(1969)3 ALL E.R. 1062, 1063 και στο σύγγραμμα sentencing in Cyprus σελίδα 92 του κ. Πική. Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων για την τιμωρία προσώπου για ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα πηγάζει από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Ν14/60 το οποίο αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο. (βλ. Krashias K. Wonderlich v. E. Παναγιώτου
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366 και Οικονομίδου v. Economides Estates
(1999)1(B) ΑΑΔ 1145. Οι δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν14/60 καθορίζονται στη Δ.42Α των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο αποτελεί το δικονομικό Δίκαιο. Τίθεται όμως ένα θέμα. Η αίτηση ανυπακοής δικαστικού διατάγματος η οποία καταχωρείται μετά το πέρας της αγωγής, όταν δηλαδή εκδίδεται απόφαση ή και διάταγμα δυνάμει του αιτητικού ή της αξίωσης της αγωγής, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτελεί ενδιάμεση ή πρωτογενή αίτηση; Έχοντας κατά νου ότι αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία και ότι σύμφωνα με τη Δ.IΘ.2 προτογενής αίτηση (originating summons) είναι οποιαδήποτε αίτηση εκτός από αίτηση σε εκκρεμούσα διαδικασία «... means any summons other than a summons in a pending cause or matter και επίσης στην ερμηνευτική διάταξη «cause» σημαίνει «includes any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant» και «matter» σημαίνει «includes every proceeding in court not in a cause», όπως και την υπόθεση Hjichambis Attorncy Generals & others
(1986)1 CLR386 καθώς και την νέα Δ.48Θ.4 θεωρώ ότι η αίτηση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου που καταχωρείται μετά το πέρας της αγωγής έχει τον χαρακτήρα πρωτογενούς αίτησης. Στην διαδικασία για καταφρόνηση διατάγματος Δικαστηρίου εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία ως έχει αναφερθεί οι κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικής κατηγορίας. Επομένως ο καθ΄ ου η Αίτηση έχει δικαίωμα να γνωρίζει επαρκώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Έτσι οι αιτητές οφείλουν είτε στην αίτηση είτε στην ένορκο δήλωση που την συνοδεύει να προσδιορίζουν και να παραθέτουν το είδος του αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού, δηλαδή τις παραβιάσεις του διατάγματος, με σαφήνεια όπως σε ποινικό κατηγορητήριο. (βλ. Krashias και Ιωάννου ανωτέρω). Συγκεκριμένα στην υπόθεση Krashias με αναφορά στις υποθέσεις Chriffern DC v. Keane
(1984)2ALL E.R. 118 και Attorney-General v. Levetter
(1979)1 ALL E.R. 711 υποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Photiou v. Hadjiforados
(1988)1 CLR 384 υπογραμμίστηκαν οι διαφορές μεταξύ των Κυπριακών και αντίστοιχων Αγγλικών θεσμών και τονίστηκε ότι μόνο η αυστηρή προσαρμογή προς τη Δ.42Α ανοίγει το δρόμο για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Ν14/
  1. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος φυλάκισης και μεσεγγύησης (Attachment and sequestration) αποτελούν: (Α) Ο καθορισμός από το Δικαστήριο χρόνου εντός του οποίου η διατασσόμενη πράξη πρέπει να εκτελεστεί (Β) Ο καθορισμός από το Δικαστήριο τόπου όπου η διατασσόμενη ενέργεια πρέπει να εκτελεστεί (όταν χρειάζεται να προσδιοριστεί τόπος). (Γ) Η προσωπική επίδοση του σχετικού διατάγματος στον καθ΄ ου η αίτηση. (Δ) Η ηθελημένη μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος από τον Καθ΄ ου η Αίτηση. (Ε) Το αδίκημα (η παράβαση του διατάγματος) να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπό εξέταση αίτηση παρακοής με την παράγραφο 1 ζητείται η τιμωρία του καθ΄ ου η αίτηση και με την παράγραφο 2 η συμμόρφωση του με το διάταγμα ημερομηνίας 02.07.
  2. Στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι στις 02.07.03 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση με το οποίο διατάσσετο να παραδώσει το όχημα ΕΜΖ223 στους αιτητές για να πωληθή και τα έσοδα από την πώληση να διατεθούν δια την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων. Στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι αντίγραφο της απόφασης ή και του διατάγματος επεδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση στις 11.01.05 και ότι αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί. Στην παράγραφο 4 της αναφερόμενης ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση εξακολουθεί να μην παραδίδει το αναφερθέν όχημα στους αιτητές. Με την ένορκη δήλωση επισυνάπτεται και το διάταγμα. Αφού η αίτηση και η ένορκη δήλωση αποτελούν το κατηγορητήριο με τις λεπτομέρειες του αδικήματος (παρακοή διατάγματος), ως αναφέρθηκε πιο πάνω, καταδεικνύεται ότι δεν αναφέρεται σ΄ αυτές ο χρόνος και ο τόπος συμμόρφωσης με το διάταγμα εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση. Εάν ήθελε να ισχυριστεί κάποιος ότι αυτά αναφέρονται στο επισυναπτόμενο με την ένορκη δήλωση διάταγμα και πάλιν η αίτηση είναι ελλειπής και πάσχει αφού δεν επισυνάπτονται με την ένορκο δήλωση, η ένορκος δήλωσης επίδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 02.07.03 στον καθ΄ ου η αίτηση για να διαφανεί αν πράγματι επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά, γεγονός που δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση. Η φράση ότι επεδόθη στις 11.01.05 στον εναγόμενο 1 δεν καλύπτει την αναγκαιότητα αναφοράς ότι επεδόθηκε προσωπικά στον καθ΄ ου η αίτηση. Επίσης με την μη επισύναψη της ένορκης δήλωσης επίδοσης του διατάγματος δεν αποδεικνύεται ότι πράγματι τούτο επεδόθηκε στις 11.01.05 στον καθ΄ ου η αίτηση. Σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών πουθενά δεν αναφέρει από πού γνωρίζει ότι το διάταγμα ημερομηνίας 02.07.03 επεδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση στις 11.01.
  3. Αλλά και εάν ακόμη υποθέταμε ότι τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών είναι εκ πρώτης όψεως αλήθεια (αφού δεν τα αμφισβήτησε ο καθ΄ ου η αίτηση) από την στιγμή που αμφισβήτησε ο καθ΄ ου η αίτηση την παρακοή διατάγματος καταχωρώντας ένσταση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρει ότι ουδέποτε κατείχε και ούτε κατέχει το συγκεκριμένο όχημα, οι αιτητές όφειλαν να παρουσιάσουν προφορική μαρτυρία για απόσειση του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών τους, η οποία βέβαια θα αξιολογείτο από το Δικαστήριο. Οι εισηγήσεις βέβαια που αναπτύχθηκαν επ΄ αυτού του θέματος από την κα Ζίκκου δεν μπορούν να ευσταθήσουν και ούτε έχουν καμία αξία αφού απλά παραμένουν υποθέσεις σε επίπεδο αγορεύσεων. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά ανωτέρω στην σελίδα 313 αναφέρονται τα εξής « . Όπως εξηγείται στην Krashias και επαναλαμβάνεται στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, όπου διαπιστώνεται διαφωνία ως προς τα γεγονότα σε διαδικασία όπως η παρούσα βάση της Δ.48 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εναπόκειται στον φέροντα το βάρος της απόδειξης να αποδείξει τα αμφισβητούμενα γεγονότα με προφορική μαρτυρία κατά την δίκη. Βέβαια η Δ.48 Θ.4 έχει τροποποιηθεί και καθορίζει το πλαίσιο διαβημάτων εκ μέρους των διαδίκων. Πολύ περισσότερο όμως σε αίτηση παρακοής διατάγματος μετά το πέρας της αγωγής η οποία ως έχω αποφασίσει είναι πρωτογενής και είναι οιονεί ποινική υπόθεση στην οποία το αδίκημα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι αιτητές φέρουν το βάρος απόδειξης της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου. Περαιτέρω και εάν ακόμη υποθέταμε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση παρήκουσε το διάταγμα ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι αυτός ηθελημένα παρήκουσε τούτο. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ αυτού δεν αρκεί, πρέπει να συνυπάρχει πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (βλ. Mouzouris). Τι αποτελεί θελημένη ανυπακοή σε διάταγμα Δικαστηρίου αποφασίστηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις: Steiner Products Ltd v. Willy Steiner Ltd
(1966)2 ALL E.R. 387, Worthington v. Ad. Lib Club Ltd
(1964)3 ALL E.R. P.74, Fairclough & Sons v. Manchester Ship Camal Co. (No 2)
(1897)W.N. 7, A.G. v. Walthamstow Urban District Council
(1895)11 T.L.R. 553 και Lewis v. Poncypridd etc.
(1895)11 L.R. 203. Ο Ιακωβίδης που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προφανώς αντλεί την άποψη του ότι κατείχε ο καθ΄ ου η αίτηση το ρηθέν όχημα από το συμβόλαιο που υπέγραψε ο καθ΄ ου η αίτηση. Η άποψη αυτή είναι απλώς μια εικασία και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363, 365 η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Το βάρος απόδειξης παρακοής το φέρουν οι αιτητές. Το βάρος αυτό αποσείεται όπως και στις ποινικές υποθέσεις με απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Krashias). Τέλος να αναφέρω ότι δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στην αίτηση παρακοής δεν συμπεριλήφθηκε η Δ.42Α. Η υποχρέωση αναφοράς των διαδικαστικών κανονισμών σε αίτηση εξηγείται από την Δ.48Θ.
  1. Στην υπόθεση wunderlich ανωτέρω αναφέρεται ότι με την θέσπιση της νέας Δ.64 οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί. Η μη επίκληση της παρατυπίας αυτής από τον Καθ΄ ου η Αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι παραιτήθηκε απ΄ αυτή. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς , την Δ.48Θ.
  2. Δηλαδή για παράλειψη δικονομικής διάταξης και δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Επομένως ισοδυναμεί με παρατυπία που θεραπεύεται. Το ζήτημα είναι πως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα όταν δεν έχει εγερθεί θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας και ποιοι είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζει ζητήματα παρατυπίας; Στην υπόθεση WUNDERLICH λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή -διαζευκτικά- «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση το Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελίδες 522-523 - είναι διαφωτιστικό: «Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to Ord. 2, r. 1
(1)haw occurred, which has not been waived by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; .. Alternatively, it may ΄make such order . dealing with the proceedings generally as it thinks fit΄. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J. Σε ελληνική μετάφραση: «Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ. 1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ.1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ.1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντεια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη . Διαζευκτικά μπορεί να εκδώσει τέτοιο διάταγμα . αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον. Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ. Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 880F, του Δικαστή Stephenson. (βλ. και Panayiotis Georgiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Τυγχάνει, επομένως, εξεταστέο κατά πόσο ο εφεσίβλητος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας. Μετά που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί τους ουσίας (Boyle v. Sacker
(1888)39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore
(1889)23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell v. Crundy
(1895)1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). Στην κρινόμενη περίπτωση το άλλο μέρος - ο εφεσίβλητος - καταχώρισε ένσταση, έλαβε μέρος στη διαδικασία και δεν έχει σε οποιοδήποτε στάδιο εγείρει θέμα παρατυπίας. Σημειώνουμε ότι η διαδικασία ακρόασης της αίτησης άρχισε στις 05.05.97 και συμπληρώθηκε στις 10.11.97 αφού είχαν μεσολαβήσει 9 εμφανίσεις των μερών σε διάφορες ημερομηνίες για σκοπούς ακρόασης της αίτησης. Η μη έγερση θέματος παρατυπίας ισοδυναμεί με εξυπακουόμενη παραίτηση από το δικαίωμα που εγείρεται από την σχετική παρατυπία. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε, παρά την απουσία ένστασης ή αίτησης για παραμερισμό της παρατυπίας, εξουσία να εξετάσει τις επιπτώσεις της παρατυπίας και να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται από τη Δ.64 θ.2. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε ορθά τη σχετική διακριτική του ευχέρεια με το να απορρίψει την αίτηση λόγω της παρατυπίας. Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Πρόκειται για περίπτωση άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αναθεωρείται από το Εφετείο, (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενής παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο. (βλ. Αρέστη v. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 989 - απόφαση Πική, Δ. όπως ήταν τότε. Βλ. και Νεάρχου v. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1992)1 Α.Α.Δ. 710) Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc.
(1951)1 W.L.R. 1068, 1079), η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας. Στην κρινόμενη περίπτωση η άλλη πλευρά δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Από την άλλη το θέμα δεν έχει εγερθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας και έχει αφεθεί να εξεταστεί στο στάδιο της απόφασης με αποτέλεσμα η αίτηση να ακολουθήσει την πορεία που προδιαγράφεται πιο πάνω (βλ. σελ. 10) με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων. Περαιτέρω το μέγεθος της παρατυπίας δεν ήταν μεγάλο δεδομένου ότι έχει γίνει επίκληση της Δ.42Α η οποία ρυθμίζει την δικονομική πτυχή της διαδικασίας και κάμνει αναφορά στο ενδεχόμενο τιμωρίας της άλλης πλευράς. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς και της πορείας που έχει ακολουθήσει η υπόθεση θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έχει ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια με τρόπο που προκαλεί αδικία στους εφεσείοντες. Ακολουθεί πως η απόρριψη της αίτησης λόγω της πιο πάνω παράλειψης ήταν εσφαλμένη. Το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (βλ. Leal, πιο πάνω)». Στην περίπτωση μας δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός του καθ΄ ου η αίτηση, δεν προκλήθηκε αδικία σ΄ αυτόν και δεν είναι μεγάλο το μέγεθος της παρατυπίας. Καταλήγω ότι αν εξαρτάτο η επιτυχία της αίτησης απ΄ αυτό θα ήταν δίκαιο να θεραπευτεί η παρατυπία δυνάμει της Δ.64 και ως εκ τούτου θα εξέδιδα σχετική διαταγή. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και αναλύσω κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την αίτηση τους (παρακοή διατάγματος) εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφού δεν απέδειξαν: (α) ότι το διάταγμα επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά και κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην αίτηση, (β) στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος συμμόρφωσης προς το διάταγμα και (γ) δεν αποδείχθηκε η κατοχή του οχήματος από τον καθ΄ ου η αίτηση και η ηθελημένη ανυπακοή του ή και πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου, αφού δεν παρουσιάστηκε καμιά προφορική μαρτυρία περί τούτου ως είχαν υποχρέωση να πράξουν οι αιτητές για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης του αδικήματος της παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου με το οποίο ήταν επιφορτισμένοι. Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων. Σύμφωνα με την νομολογία η βασική αρχή είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και απόκλιση απ΄ αυτήν δικαιολογείται μόνον εφ΄ όσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στην γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους της (βλ. Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.D. 12, Χαψή v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 08.02.05, ορίστηκε για επίδοση στις 23.03.
  2. Αν και η αίτηση επιδόθηκε, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν παρουσιάστηκε και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης με όρο όταν συλληφθεί να υπογράψει εγγύηση Λ.Κ.1.000 και να παρουσιαστεί στην επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 26.04.
  3. Στις 26.04.05 δεν παρουσιάστηκε και ορίστηκε στις 03.06.
  4. Ακολούθως και πάλι δεν παρουσιάστηκε αφού δεν εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης και ορίστηκε στις 07.07.
  5. Φαίνεται ότι συνελήφθηκε υπέγραψε την εγγύηση για να παρουσιαστεί αλλά και πάλι δεν παρουσιάστηκε και εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης το οποίο ορίστηκε στις 04.10.
  6. Δεν εκτελέστηκε και ορίστηκε στις 07.11.
  7. Συνελήφθηκε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και ορίστηκε για ακρόαση στις 29.11.05 με εγγύηση Λ.Κ.200 σε μετρητά για να παρουσιαστεί. Δεν παρουσιάστηκε και πάλι και έτσι εκδόθηκε νέο ένταλμα σύλληψης. Η υπόθεση ορίστηκε στις 11.01.
  8. Δεν εκτελέστηκε και ορίστηκε στις 15.02.
  9. Συνελήφθηκε παρουσίασε ιατρική βεβαίωση και ορίστηκε για ακρόαση στις 02.03.
  10. Κατ΄ αυτή την ημερομηνία παρουσιάστηκε με δικηγόρο η οποία ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση. Ορίστηκε έτσι στις 05.04.06 γι΄ ακρόαση. Καταχωρήθηκε η ένσταση ως ήδη ανέφερα στις 30.03.06 και ακολούθως στις 10.05.06 και 20.09.06 ότε και έγινε η ακρόαση της υπόθεσης Καταδεικνύεται ότι εκτός των τελευταίων δύο αναβολών οι άλλες οφείλοντο στον καθ΄ ου η αίτηση και έτσι συνέτεινε τα μέγιστα στην καθυστέρηση της υπόθεσης αλλά και της δημιουργίας των εξόδων. Επίσης, η αίτηση παρακοής ενόψει της εκδοθείσας απόφασης και διατάγματος σύμφωνα με την αγωγή, δεν ήταν κατ΄ ουσίαν αδικαιολόγητη. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ορθό και δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται χωρίς καμμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.