Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Μαρούλλας Κάουρου κ.α., Αρ. Αγ. 1538/02, 19 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1538/02 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων -και- Μαρούλλας Κάουρου, κ.α. Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2006. Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. Για εναγομένους: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Μουγής). Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 8.5.2000 οι ενάγοντες και η πρώτη εναγόμενη, με εγγυητές τους υπόλοιπους εναγόμενους, υπέγραψαν συμφωνία (Τεκμήριο 1) με την οποία οι ενάγοντες φέρονται να πώλησαν με όρους ενοικιαγοράς, προς την πρώτη εναγόμενη μηχανήματα και εξοπλισμό φάρμας κουνελιών ως η κατάσταση («πίνακας») που επεσυνάφθη στη συμφωνία. Πέραν των εγγυήσεων, η εναγόμενη ενεχυρίασε υπέρ των εναγόντων 19.500 μετοχές στην Εταιρεία Louis Cruise Lines Ltd. Σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων δεν μεσολάβησε έμπορος, αλλά τα αντικείμενα τα αγόρασαν απ' ευθείας από την εναγόμενη με σκοπό την ενοικιαγορά, μετά που τους ζήτησε χρηματοδότηση. Ενώ η εναγόμενη ισχυρίζεται πως τα αντικείμενα ανήκαν στην κόρη της και τέθηκαν τυπικά, όπως της είχε λεχθεί από τους ενάγοντες, ως αντικείμενο της συμφωνίας ώστε να μπορέσει να λάβει χρηματοδότηση. Επρόκειτο για εικονική συμφωνία για να λάβει η εναγόμενη χρηματοδότηση προς αγορά μετοχών, κατά παράβαση δημόσιας πολιτικής και εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και κατά παράβαση της περί τόκου νομοθεσίας. Εξωγενής μαρτυρία είναι θεμιτή όταν αμφισβητείται η αυθεντικότητα της συμφωνίας [Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α., Πολ. Έφ. 11220, ημερ. 20.12.2002]. Το γεγονός, πάντως, ότι μια σύμβαση είναι εικονική δεν καθιστά, από μόνο του, ατελέσφορη την απαίτηση για δικαστική θεραπεία [Barclays Bank P.L.C. v. J.G.L. (Constructions) Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726]. Αλλά, περαιτέρω νομική συζήτηση θα έχει σημασία αν και εφόσον διαγνωσθεί εικονικότητα. Ο μάρτυρας των εναγόντων Ανδρέας Βορκάς, υπάλληλος των εναγόντων, αναφέρει σε γραπτή δήλωση του που παρουσιάστηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ήρθαν και μας ζήτησαν χρηματοδότηση γιατί είχαν ανάγκη από χρήματα. Τους εξηγήσαμε ότι είμαστε Οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές και χρηματοδοτήσεις και ότι δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να χρηματοδοτήσουμε περιουσία τους με την μορφή ενοικιαγοράς με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις. Αποδέχθηκαν και ζήτησαν να προβούμε σε ενοικιαγορά των μηχανημάτων και εξοπλισμού φόρμας κουνελιών ιδιοκτησία της εναγομένης 1 όπως μας επιβεβαίωσαν τα οποία ανέλαβε να πωλήσει στους ενάγοντες για σκοπούς ενοικιαγοράς τους από την ίδιαν. Τους υποβάλαμε διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα μηχανήματα και εξοπλισμό και με την εμπειρία που έχουμε από πολλές χρηματοδοτήσεις και με τις δηλώσεις της εναγομένης ετοιμάσαμε τον πίνακα χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων ... τον οποίο η εναγομένη 1 διάβασεν και επιβεβαίωσεν ως ορθό, μας επιβεβαίωσεν δε ακόμη και μας διαβεβαίωσεν ότι είναι απόλυτος ιδιοκτήτης των μηχανημάτων και εξοπλισμού και αφού υπόγραψεν τον πίνακα και το συμβόλαιο και τις επ' αυτού βεβαιώσεις του μισθωτή, προχωρήσαμε στον καταρτισμό της συμφωνίας. Επειδή είχαμε εξασφαλίσεις με ενεχυρίαση μετοχών και πιστεύαμε ότι οι εναγόμενοι ήταν αξιόχρεοι, δεν προχωρήσαμε σε έλεγχο των μηχανημάτων και εξοπλισμού γιατί είχαμε τις διαβεβαιώσεις και τις υπογραφές των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 και δεν θεωρούσαμε ότι υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα.» Τα ίδια αναφέρει με τον ίδιο τρόπο και ο συνάδελφος του Ευάγγελος Μεστιτζιής, ο οποίος όμως όπως ανέφερε αντεξεταζόμενος δεν είχε προσωπική γνώση αλλά ενημέρωση από τον κο Βορκά. Ενώ η εναγόμενη, στη δική της γραπτή δήλωση που παρουσιάστηκε ως μέρος της κύριας εξέτασης της, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είχε ανάγκη χρηματοδότησης για να εξοφλήσει αριθμό μετοχών στην εταιρεία INVESTYLIA. Ο διευθυντής της INVESTYLIΑ κος Στυλιανού την παρέπεμψε στον κο Λεβέντη της Λαϊκής Τράπεζας. Ο κος Λεβέντης τους είπε ότι θα τους παραχωρούσαν δάνειο μέσω των εναγόντων. Τους παρέπεμψε στον κο Φιλίππου, αρμόδιο των εναγόντων. Αυτός επέλεξε από τις μετοχές που του παρουσίασε η εναγόμενη «για να βάλουν για εξασφάλιση» και στη συνέχεια φώναξε τον κο Βορκά για ν΄ αναλάβει τα υπόλοιπα. Ενώ ο κ. Βορκάς είπε ότι ο κ. Φιλίππου δεν ενεπλάκη. Και η εναγόμενη συνεχίζει: «...ο κος Βορκάς μας εξήγησε ότι θα έπρεπε να βάλουμε ότι χρηματοδοτούνται κάποια αντικείμενα υπό τύπο ενοικιαγοράς και μας ρωτούσε αν έχουμε αυτοκίνητο ή έπιπλα ή άλλο εξοπλισμό για να μπει σαν χρηματοδότηση. Εμείς του αναφέραμε ότι εκτός από τις μετοχές δεν είχαμε εξοπλισμό που να αξίζει Λ.Κ.50,000 και στην συζήτηση και αφού μας ρώτησε και τι δουλειά κάνουμε και του αναφέραμε ότι δεν εργαζόμαστε αλλά βοηθούμε την κόρη μας σε φάρμα κουνελιών που έχει η κόρη μας, και αυτός μας ρώτησε τότε τι εξοπλισμό έχει η φάρμα. Επειδή μας ρωτούσε λεπτομέρειες για τον εξοπλισμό και μάρκες και επειδή εμείς δεν γνωρίζαμε απ' έξω τις μάρκες, συνεννοηθήκαμε να πάμε στην φάρμα και να γράψουμε τον εξοπλισμό όπως και εκάμαμε, και τον φέραμε στον κον Βορκά την ίδια μέρα. Στην διάρκεια της συζήτησης μας όμως του εξηγήσαμε ότι ο εξοπλισμός αυτός ήταν μεταχειρισμένος και δεν άξιζε Λ.Κ.50,000 αλλά περίπου Λ.Κ.12,000. Ο κος Βορκάς μας είπε ότι είναι τυπικά που θα βάλουμε τον εξοπλισμό γιατί το δάνειο θα είναι εξασφαλισμένο με τις μετοχές.» Η κόρη της, Ελισάβετ Αβραάμ, αναφέρει στη δική της δήλωση, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «....Θέλω επίσης να αναφέρω ότι ο εξοπλισμός που αναφέρεται στο επίδικο συμβόλαιο, είναι εξοπλισμός δικός μου όπως επίσης και η φάρμα κουνελιών στην οποία βρίσκεται ο εξοπλισμός αυτός. Καταθέτω στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η φάρμα κουνελιών ήσαν δικά μου. Η μητέρα μου ουδέποτε είχε φάρμα κουνελιών ούτε και τέτοιο εξοπλισμό. Τέλος θέλω να αναφέρω ότι όταν υπέγραψα τα έγγραφα της Τράπεζας για την παραχώρηση του δανείου στην μητέρα μου, κανένας δεν με ρώτησε οτιδήποτε σχετικά με τον εξοπλισμό ή την φάρμα, δηλαδή δεν με ρώτησαν αν είναι δικός μου ο εξοπλισμός και η φάρμα. Επίσης θέλω ν αναφέρω ότι ο εν λόγω εξοπλισμός ήταν πολύ παλιός και η αξία του δεν ήταν πάνω από Λ.Κ.10,000 έως Λ.Κ.12,000.00.-.» Ο κ. Βορκάς επέμεινε, αντεξεταζόμενος, πως δεν του αναφέρθη ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη θυγατέρα. Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε ότι υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι επρόκειτο για εικονική πράξη. Ως τέτοιο στοιχείο ανέφερε κατ΄ αρχήν, την απουσία εμπόρου και τη χρήση του πίνακα αντί τιμολογίου. Εφόσον δεν αναφέρεται, είπε περαιτέρω, έμπορος στη συμφωνία, δεν είναι τώρα επιτρεπτό στους ενάγοντες να προσφέρουν εξωγενή μαρτυρία ότι η πρώτη εναγόμενη πώλησε τα αντικείμενα ως έμπορος. Εάν δε τα πράγματα είχαν όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατέληξε ο κ. Μαθηκολώνης, τότε θα έπρεπε να είχε υπογραφεί η «Δήλωση Εμπόρου» από την πρώτη εναγόμενη. Η συμφωνία έχει καταγραφεί σε τυποποιημένο έγγραφο των εναγόντων στο οποίο περιλαμβάνεται τυποποιημένη «Δήλωση Εμπόρου», που εν προκειμένω έμεινε χωρίς υπογραφή και χώρο ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός τιμολογίου που εν προκειμένω έμεινε κενός. Η αυτοχρηματοδότηση δι΄ ενοικιαγοράς είναι θεμιτή. Η διαμεσολάβηση εμπόρου είναι μεν η συνήθης περίπτωση, όμως, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432, «ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς ... δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις». Τα δε αναφερόμενα στο τυποποιημένο έγγραφο περί εμπόρου, που άλλωστε έμειναν εν προκειμένω κενά, δεν εμποδίζουν, στα πλαίσια της αρχής που αποκλείει εξωγενή μαρτυρία, που δεν είναι σχετική, τους ενάγοντες να προβάλουν την εκδοχή της αυτοχρηματοδότησης. Ούτε είναι βάσιμο το επιχείρημα πως η εκδοχή περί χρηματοδότησης δεν ευσταθεί για το λόγο ότι η πρώτη εναγόμενη δεν υπέγραψε τη «Δήλωση Εμπόρου». Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε περαιτέρω πως ενδεικτικά της εικονικότητας είναι το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν ενδιαφέρθηκαν να δουν τα αντικείμενα, ότι έγινε «επαχθής» εξασφάλιση του δανείου με μετοχές υπετριπλάσιας, όπως ανέφερε ο κ. Βορκάς, αξίας, ότι η αξία των αντικειμένων καθορίστηκε με βάση την ανάγκη της πρώτης εναγόμενης για χρηματοδότηση και όχι επί της πραγματικής τους αξίας, ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να καλέσουν ουσιώδεις μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα που κατά την εκδοχή των εναγομένων, τους παρέπεμψαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στους ενάγοντες. Ως προς αυτό το τελευταίο, στην υπόθεση Barclays Bank PLC (ανωτ.) με αναφορά στο νομικό βάρος της απόδειξης ελέχθη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν την έγκυρη κατάρτιση των ενοικιαγορών ενώ είναι ο εναγόμενος που επικαλείται την εικονικότητα που έχει το ανάλογο βάρος να την αποδείξει. Επομένως δεν έχουν υποχρέωση οι ενάγοντες να καλέσουν μάρτυρες για ν΄ αντικρούσουν τον ισχυρισμό περί εικονικότητας. Εκτός όπου από τη μαρτυρία δημιουργούνται τόσο ισχυρά συμπεράσματα για το ότι επρόκειτο για πλασματική συναλλαγή ώστε να αναμένεται λογικά από το διάδικο που επιμένει ότι η συναλλαγή ήταν γνήσια να καλέσει εκείνο το πρόσωπο που θα μπορούσε με τη μαρτυρία του να δώσει μια εντελώς σαφή και αξιόπιστη εκδοχή που να ανατρέπει τα ισχυρά συμπεράσματα. (Maas v. Pepper [1904-1907] All E.R. Ext. 1642). Είναι υπ΄ αυτή την έννοια που η μή κλήτευση μάρτυρα μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο για το κατά πόσο επρόκειτο για εικονική συναλλαγή. Είναι τελικά ζήτημα που εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Υπό το ίδιο πρίσμα θα πρέπει να εξεταστεί και το γεγονός ότι όντως οι ενάγοντες δεν προχώρησαν σε έλεγχο των αντικειμένων και ότι η χρηματοδότηση όντως φαίνεται να συναρτήθηκε όχι προς την αξία τους, για την οποία οι ενάγοντες λέγουν ότι βασίστηκαν στις παραστάσεις των εναγομένων, αλλά προς το ποσό που χρειαζόταν η πρώτη εναγόμενη, στοιχεία που όντως μπορούν να ληφθούν υπόψη στο κατά πόσο η πράξη ήταν πραγματική ή όχι. (βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 4
(1), παρ. 675). Είναι επίσης γεγονός ότι η ενάγουσα την ημέρα της επίδικης συμφωνίας από την οποία έλαβε £50.000, εξόφλησε την αγορά μετοχών καταβάλλοντας £43.600, πασιφανώς από το ποσό της χρηματοδότησης, όπως ήταν και σχετική υποβολή του κου Ζαχαρίου προς την πρώτη εναγομένη. Όπως είναι γεγονός ότι κατ΄ εκείνο το χρόνο ίσχυε εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 24.11.99 (Τεκμ. 15Ε) με την οποία εζητείτο από τις τράπεζες όπως μή προβαίνουν σε παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων όταν γνωρίζουν ή εύλογα υποψιάζονται ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν για αγορά μετοχών. Βέβαια δεν έχει τεθεί το ζήτημα υπό την έννοια ότι οι ενάγοντες είναι τράπεζα, όμως τούτο αναφέρεται σε σχέση με τη θέση της εναγόμενης ότι έγινε εικονική ενοικιαγορά από τους ενάγοντες μετά που παρέπεμψε τους εναγόμενους κοντά τους η Λαϊκή Τράπεζα, ώστε να καλυφθεί ένα δάνειο που η Λαϊκή, ως εκ της εν λόγω εγκυκλίου, δεν μπορούσε να δώσει, και έτσι να καταστρατηγηθεί η δημόσια πολιτική και να παραβιαστούν οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Οι εναγόμενοι έκαμαν συγκεκριμένα αναφορά στον κ. Λεβέντη, διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας, και απέδωσαν διαμεσολαβητικό ρόλο στον κ. Στυλιανού. Η πρώτη εναγόμενη είπε ότι όταν επισκέφθηκαν τον τελευταίο, επειδή δεν είχαν χρήματα για τις μετοχές, αυτός τους είπε ότι θα συνεννοηθεί ο ίδιος με τον κ. Λεβέντη της Λαϊκής Τράπεζας και θα τους ειδοποιήσει όταν τα κανονίσει, πράγμα που έκαμε την ίδια ημέρα. Ο κ. Στυλιανού, του οποίου η μαρτυρία ήταν πειστική, ανέφερε ως μάρτυρας των εναγομένων, ότι όταν η εναγόμενη 1 τον επισκέφθηκε τότε, της είχε πει ότι η Λαϊκή Τράπεζα μπορούσε να τη βοηθήσει και της έδωσε το όνομα του κ. Λεβέντη. Δεν θυμόταν όμως κατά πόσο του είχε μιλήσει ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη 1, ή όχι. Ο δε κ. Βορκάς είπε ότι η εναγόμενη δεν αναφέρθηκε στο όνομα του κ. Λεβέντη. Ο κ. Μαθηκολώνης επικαλέστηκε σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, δηλαδή την εμπλοκή της Λαϊκής Τράπεζας, μία χειρόγραφη σημείωση στην επίδικη συμφωνία «048 PROM». Εισηγήθηκε ότι αυτό σημαίνει πως οι πελάτες έγιναν «promoted» από το κατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας με κωδικό
- Ο κ. Βορκάς ανέφερε ότι πρόκειται όντως για κατάστημα της Τράπεζας στο Κίτι στο οποίο υπεύθυνος ήταν ο κ. Τάκης Δαυίδ, ο οποίος γνώριζε τους εκ Μενεού εναγόμενους και από τον οποίο οι ενάγοντες έλαβαν πληροφορίες για τους τελευταίους. Επειδή παρά την εξήγηση αυτή που έδωσε ο κ. Βορκάς απάντησε αντεξεταζόμενος στην ερώτηση «Τι σημαίνει PROM», ότι «δεν σημαίνει τίποτε», ο κ. Μαθηκολώνης όχι μόνο έδωσε τη δική του ως άνω εξήγηση και εισηγήθηκε ότι η ύπαρξη της ένδειξης αυτής επί του συμβολαίου ενισχύει την εκδοχή των εναγομένων ως προς το ότι η πρώτη εναγόμενη παραπέμφθηκε στους ενάγοντες από τον κ. Λεβέντη της Λαϊκής Τράπεζας, αλλά εισηγήθηκε πως οι ενάγοντες παρέλειψαν να προσφέρουν μαρτυρία για να εξηγήσουν το «PROM». Για το ζήτημα αυτό έχω ήδη θέσει τις νομικές αρχές. Το ερώτημα όμως που τίθεται αφορά στο ποία είναι τελικά η θέση των εναγομένων. Για τον κ. Δαυίδ και για το κατάστημα στο Κίτι δεν κάμνουν οι ίδιοι καμιά αναφορά. Αναφέρονται, ως άνω, στον κ. Λεβέντη, ο οποίος, όπως ήταν κοινός τόπος κατά τη διαδικασία, ήταν ο περιφερειακός διευθυντής της Λαϊκής Τράπεζας με έδρα έναντι του Αστυνομικού Σταθμού στη Λάρνακα. Ενώ με την αντεξέταση και την επιχειρηματολογία θέτουν θέμα του υποκαταστήματος στο Κίτι και του τοπικού υπευθύνου στο χωριό, κου Δαυίδ. Δεν παραβλέπω τα στοιχεία που θα μπορούσαν να συνάδουν με εικονική σύμβαση, ως άνω. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για αγορά μετοχών σε χρόνο που θα μπορούσε να συνάδει με την εισήγηση για συνεργασία τράπεζας και εναγόντων με σκοπό την καταστρατήγηση της εγκυκλίου. Η οποία, πάντως, δεν θα οδηγούσε σε άρνηση θεραπείας επί λόγων δημόσιας πολιτικής (βλ. Λαϊκή Κυπριακής Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χίνης, Αγωγή 2540/01, Ε.Δ.Λάρνακας). Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι ο κ. Βορκάς αρνήθηκε ότι ο ίδιος έκαμε ποτέ εικονική ενοικιαγορά ή ενοικιαγορά που κηρύχθηκε από το Δικαστήριο εικονική. Οπότε αντικρούστηκε με την παραπάνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην υπόθεση 2540/01 με τους ίδιους ενάγοντες στην οποία έγινε εύρημα ότι η ενοικιαγορά ήταν εικονική και εικονικός ο κατάλογος αντικειμένων. Ο κ. Βορκάς δέχθηκε ότι αυτός είχε συμπληρώσει τον κατάλογο. Ανέφερε πάντως ότι δεν είχε υπόψη του την απόφαση εκείνη, ως προς δε τη θέση του ότι ποτέ δεν έκαμε εικονική ενοικιαγορά, ενώ η πράξη στη συγκεκριμένη υπόθεση κρίθηκε από το Δικαστήριο εικονική, δεν σημαίνει ότι ένας μάρτυρας, παρά το εύρημα του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να διατηρεί τη δική του πεποίθηση για τα γεγονότα. Ο ίδιος δεν ήταν διάδικος, ούτε η αντίκρουση έγινε με δική του προηγούμενη δήλωση. Πρωταρχική σημασία έχει η αξιοπιστία της υπόθεσης της εναγόμενης η οποία έχει ως άνω το βάρος να πείσει για την εικονικότητα που ισχυρίζεται. Προσπάθησε να πείσει ότι η φάρμα, άρα, τα αντικείμενα, ανήκαν στην κόρη της. Η τελευταία ανέφερε πως η φάρμα ανήκε αρχικά στη γιαγιά της η οποία της την έδωσε. Παρουσίασε επαγγελματική άδεια φροντιστή κουνελιών στο όνομα της, όπως και αποδείξεις για αγορά ζωοτροφών και λογαριασμούς της Α.Η.Κ. και της Υδατοπρομήθειας. Ανέφερε ότι τη βοηθούσε η μητέρα της, όπως είπαν και η εναγόμενη και ο σύζυγος της. Όλοι όμως προσπάθησαν να μειώσουν το ρόλο της εναγομένης. Η ίδια ανέφερε πως βοηθούσαν κάποτε την κόρη τους. Η κόρη ανέφερε ότι τη βοηθούσε όταν της ζητούσε βοήθεια και αυτό δεν γινόταν καθημερινά. Ενώ ο πατέρας είπε ότι εκείνος πήγαινε πολλές φορές και βοηθούσε, ενώ η σύζυγος του «μπορεί να πήγε ορισμένες φορές και μπορεί να βοηθούσε». Επεχείρησε δε, να υποβαθμίσει έτι περαιτέρω το ζήτημα, καταλήγοντας πως είναι «άλλο να κάμεις ένα περίπατο ή να κάμεις ένα καφέ». Άλλη όμως ήταν η εικόνα που έδωσε σε ανύποπτο χρόνο η εναγόμενη στον κ. Στυλιανού. Του είχε πει ότι είχε φάρμα. Ο ίδιος θυμόταν για φάρμα αγελάδων. Είναι όμως φανερό ότι επρόκειτο για την υπό συζήτηση φάρμα. Κανένας λόγος δεν έγινε για οποιαδήποτε άλλη φάρμα. Όσο και αν η άδεια κλπ ήταν στο όνομα της θυγατέρας, όσο και αν έγινε προσπάθεια υποβάθμισης του ρόλου της εναγόμενης, το οικογενειακό στοιχείο είναι εξ αρχής, από γιαγιάς, φανερό και τόσο έντονο ώστε η ίδια η εναγόμενη να θεωρεί και να παριστά τη φάρμα ως δική της. Είναι ευλόγως αναμενόμενο να έπραξε το ίδιο, στα ίδια πλαίσια και κατά τον ίδιο χρόνο και έναντι των εναγόντων. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός και μάλιστα υπερβολικά όπως τον έθεσε η πρώτη εναγόμενη ότι «ετόνισε 100 φορές στο Βορκά ότι τα αντικείμενα ανήκαν στην κόρη της». Η οποία μάλιστα τελούσε υπό έντονη οικονομική πίεση και ο εξοπλισμός αποτελούσε τη διέξοδο της. Είναι υπ΄ αυτές τις περιστάσεις που αναφέρθηκε στην επίδικη συμφωνία ως «ιδιοκτήτρια φάρμας κουνελιών». Ζήτημα σε σχέση με το οποίο προέβαλε αντεξεταζόμενη τον ισχυρισμό ότι «δεν το διάβασε». Ισχυρισμός που και από πλευράς νομικής βασιμότητας έμεινε μετέωρος. Άλλα είπε η εναγόμενη τότε που βρισκόταν υπό πίεση για να πάρει χρήματα και άλλα τώρα, που βρίσκεται υπό πίεση για να τα επιστρέψει. Η ασυνέπεια ως προς την αλήθεια για ένα τέτοιο ζήτημα, στο οποίο η ίδια η πλευρά των εναγομένων έδωσε θεμελιακό χαρακτήρα, πλήττει καίρια την αξιοπιστία της υπόθεσης των εναγομένων στο σύνολο της. Άλλωστε η εύκολη καταφυγή σε εκ των υστέρων σκέψεις, φαίνεται και από το ζήτημα της σημείωσης «048 PRO» και του κου Δαυίδ. Το οποίο ανέκυψε στην αντεξέταση και μόνο, χωρίς κανένα έρεισμα στη μαρτυρία των εναγομένων. Τέτοιας ποιότητας μαρτυρία δεν προσφέρεται, για εξαγωγή ευρημάτων, στο σύνολο της. Τόσο σε σχέση με τον κύριο ισχυρισμό για εικονική συμφωνία που επικεντρώθηκε στο θέμα της ιδιοκτησίας των αντικειμένων, όσο και σε σχέση με επιμέρους ισχυρισμούς, ως λ.χ. έναν ισχυρισμό της εναγόμενης ότι ο κ. Φιλίππου την είχε παραπέμψει για να ανοίξει λογαριασμό σε σχέση με τις μετοχές στον κο Τάσο Ψυλλίδη της Λαϊκής Επενδυτικής, πράγμα που έπραξε. Αφορμή για τέτοιο ισχυρισμό έλαβε η εναγόμενη από μια καρτέλα όπου είναι σημειωμένο το όνομα και το τηλέφωνο του κου Ψυλλίδη και διάφοροι τίτλοι μετοχών (Τεκμήριο 3). Ήταν η θέση της ότι ο κ. Φιλίππου της είχε ζητήσει να φέρουν τίτλους μετοχών για να επιλέξει για σκοπούς εξασφάλισης και ότι, ακολούθως, της έδωσε την καρτέλα με τους τίτλους που επέλεξε μαζί με τα στοιχεία του κου Ψυλλίδη. Η εξήγηση όμως δόθηκε από τον κ. Βορκά που είπε ότι τα γράμματα ήταν δικά του και η αναφορά στα στοιχεία του κου Ψυλλίδη ήταν για να πληροφορηθεί ο ίδιος για την αξία των μετοχών που πρόσφερε για εξασφάλιση η εναγόμενη. Αλλ΄ έστω, επί της αναφοράς του κου Στυλιανού στο όνομα του κου Λεβέντη, ότι οι εναγόμενοι παραπέμφθηκαν, όπως ισχυρίζονται, στους ενάγοντες από τον κ. Λεβέντη. Είχαν ανάγκη χρηματοδότησης και παραπέμφθηκαν για μια νόμιμη και πραγματική συναλλαγή στους ενάγοντες στους οποίους δεν αφορούσε η εγκύκλιος. Έστω, ακόμα, ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη θυγατέρα. Από τη στιγμή που συναίνεσε ώστε η μητέρα της να τα παραστήσει ως δικά της και να τα θέσει ως αντικείμενο ενοικιαγοράς, στην οποία μάλιστα η ίδια υπέγραψε ως εγγυήτρια, το ζήτημα δεν αφορά τους ενάγοντες. Οι οποίοι στηρίχτηκαν στις παραστάσεις των εναγομένων υπό τέτοιες συνθήκες ώστε να μην είναι επιτρεπτό για τους τελευταίους να εγείρουν τώρα ζήτημα. Το γεγονός δε, ότι η χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε με μετοχές υπετριπλάσιας αξίας, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης όχι μόνο δεν είναι στοιχείο που να καταδεικνύει εικονικότητα, όπως ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγομένων, αλλά αντίθετα τείνει να εξηγήσει τους άλλους παράγοντες, δηλαδή το ότι οι ενάγοντες δεν έδωσαν βάρος στην αξία των αντικειμένων και καθόρισαν το ποσό της χρηματοδότησης σύμφωνα με την ανάγκη της εναγομένης, που υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσαν να συνεκτιμηθούν ως ύποπτοι για εικονικότητα. Οι περιστάσεις στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χίνης (ανωτέρω) στην οποία έγινε αναφορά, ήταν ουσιωδώς διαφορετικές, εφόσον εκεί ήταν το εύρημα του Δικαστηρίου πως επινοήθηκαν ανύπαρκτα αντικείμενα. Ήταν δε, περίπτωση που διαπιστώθηκε, εν παρόδω, παράλειψη των εναγόντων να παρουσιάσουν μάρτυρα προς υποστήριξη της θέσης περί γνήσιας συναλλαγής. Αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω. Η σύμβαση ήταν έγκυρη. Οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν £57.896.
- Η εναγόμενη κατέβαλε έναντι αρκετές χιλιάδες λίρες. Σταμάτησε να πληρώνει όχι για τους όψιμους λόγους που τώρα επικαλείται αλλά για άλλους λόγους στους οποίους αναφέρθηκε. Λόγω των καθυστερήσεων οι ενάγοντες τερμάτισαν τη σύμβαση με επιστολή τους ημερ. 27.3.2002 προς την πρώτη εναγόμενη με κοινοποίηση προς τους άλλους εναγόμενους (Τεκμ. 1Δ). Το υπόλοιπο τότε ήταν £26.688,04 (Τεκμ. 1Γ). Αυτή είναι η απαίτηση των εναγόντων. Πλέον τόκος προς 9%, όπως τελικά περιορίστηκε, επί των καθυστερήσεων και μετέπειτα. Για το υπόλοιπο οι εναγόμενοι προέβαλαν στην Υπεράσπιση τους γενική άρνηση. Δεν ήγειραν θέμα παράνομου ανατοκισμού. Ενώ δε, παρουσίασαν μαρτυρία λογιστή, η μαρτυρία αυτή ήταν για άλλο ζήτημα. Έτσι, η αναφορά στην τελική επιχειρηματολογία σε παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκων, ούτε προδιαγράφτηκε, ούτε, εν πάση περιπτώσει, στηρίζεται σε μαρτυρία. Η θέση των εναγόντων για το υπόλοιπο, δεν αντικρούστηκε. Με τον τερματισμό της σύμβασης, η πρώτη εναγόμενη οφείλει να επιστρέψει τα αντικείμενα. Οι ενάγοντες, περιπλέον, δικαιούνται να εκποιήσουν το ενέχυρο. Η ανταπαίτηση, που συνεκδικάστηκε, δεν ήταν αυτοτελής. Συνίσταται σε αιτήματα για δηλώσεις και διάταγμα που θα ήταν αχρείαστα αν ευδοκιμούσε η υπεράσπιση. Ως εκ των άνω δίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για £26.668,04 με τόκο προς 9% ως ακολούθως: (α) Επί ποσού Λ.Κ.156,23 από 8.6.
- (β) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.7.
- (γ) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.8.
- (δ) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.9.
- (ε) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.10.
- (ζ) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.11.
- (η) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.12.
- (θ) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.1.
- (ι) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.2.
- (ια) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.3.
- (ιβ) Επί ποσού Λ.Κ.2.412,36 από 8.4.
- Πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περιπλέον, εναντίον της εναγόμενης 1 δίδονται διατάγματα για πώληση των επιδίκων αντικειμένων και των ενεχυριασθεισών μετοχών ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) του Παρακλητικού. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.).................................. Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο