← Κύπρος

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.ά., Αρ. Αγωγής: 1709/2002, 20 Οκτωβρίου 2006

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.ά., Αρ. Αγωγής: 1709/2002, 20 Οκτωβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1709/2002 Μεταξύ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, το γένος Γιαννή Ιωάννη Νικόλα Ενάγουσα -και- ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.ά. Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 28.7.2006 20 Οκτωβρίου 2006 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους 2,3,5,6,8,9,10, και 11 - αιτητές: κ. Ν. Νικηφόρου (για να ακούσει απόφαση ο κ.Ζηντίλης) Για την ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση: κα Τ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) το κλητήριο ένταλμα της με το πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής προς τους Εναγόμενους επειδή είναι άκυρο και /ή λανθασμένο και/ή ελαττωματικό. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον την διαγραφή ή και απόσβεση ή και απάλειψη (strike out) των Λεπτομερειών του Δόλου και/ή Απάτης στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως και/ή οποιασδήποτε αναφοράς ισχυρισμού περί δόλου και/ή απάτης.»
  2. Στηρίζουν την αίτηση τους στην Δ.2 Θ1,3,3 Δ.64, Δ.19 Θ26, Δ.27, Δ.28 Θ1,2,3,9 42 Α-Α.Κ.1-13 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
  3. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Προδρόμου δικηγόρου στο γραφείο του συνηγόρου των εναγομένων, στην οποία αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα ότι στις 14.5.2002 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο και επιδόθηκε στις 19.5.
  4. Αφού καταχωρήθηκαν σημειώματα εμφανίσεως στις 5.12.2003 καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Κατά ή περί την 26.7.2002 και 5.6.2006 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και στις 19.6.2006 καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Σύμφωνα με την κα Προδρόμου ενόψει του γεγονότος ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν ισχυρισμοί της ενάγουσας για δόλο και απάτη θα έπρεπε να καταχωρηθεί κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο.
  5. Η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση και θέτει τους ακόλουθους λόγους:
  6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό του κλητήριου.
  7. Δεν αποκαλύπτονται λόγοι για διαγραφή της παρ.6 της έκθεσης απαιτήσεως.
  8. Η βάση της αγωγής δεν βασίζεται εξ ολοκλήρου σε δόλο.
  9. Η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα ή και δεν καταχωρήθηκε εντός εύλογου χρόνου με αποτέλεσμα να εμποδίζονται και να ζητούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  10. Εάν πρόκειται για παρατυπία τότε αυτή θεραπεύεται.
  11. Οι αιτητές δεν ήγειραν θέμα παρατυπίας του κλητήριου εντάλματος στην υπεράσπιση τους και/ή αποδέχθηκαν την τροποποίηση του.
  12. Η Δ.42 (Α) δεν έχει σχέση με την υπό εξέταση αίτηση και τέλος
  13. Η αίτηση είναι καταχρηστική, νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
  14. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Νάγιας Οικονόμου, στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο δόλος αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται η Δ.2 Θ1 και 6 και ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι έπρεπε να είχε καταχωρηθεί κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο, η χρησιμοποίηση την ένορκη της δήλωση ουσιαστικά καλύπτει διαφορετικού τύπου κλητήριου απ΄ εκείνου που απαιτείται δεν αποτελεί λόγο για παραμερισμό της διαδικασίας ή του κλητήριου εντάλματος. Επίσης αναφέρεται ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα κατά παράβαση της Δ.64 Θ
  15. Με την ένορκη της δήλωση ουσιαστικά καλύπτει τους λόγους ένστασης.
  16. Το ιστορικό της υπόθεσης όπως αναφύεται από το φάκελο έχει ως ακολούθως: Στις 14.5.2002 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ6) με το οποίο η ενάγουσα ζητούσε μεταξύ άλλων διάταγμα που να διέτασσε την ακύρωση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα των εναγομένων, διάταγμα εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της και διαζευκτικά αξίωνε το ποσό των ΛΚ15.000.- που αντιπροσώπευε την αξία του ακινήτου. Στο κλητήριο ένταλμα καθορίζονταν λεπτομέρειες δόλου ή και απάτης των εναγομένων. Στις 14.5.2002 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση με την οποία η ενάγουσα ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγόρευε στους εναγόμενους να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το ακίνητο που περιγράφεται στην αίτηση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση έπρεπε να επιδοθεί στους καθ΄ ων η αίτηση. Στις 28.5.2002 η αίτηση απορρίφθηκε σε σχέση με μερικούς από τους εναγόμενους. Στο μεταξύ στις 23.5.2002 καταχωρήθηκε άλλη μονομερής αίτηση με την οποία η ενάγουσα ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή της πώλησης ακίνητης περιουσίας. Στις 24.5.2002 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα το οποίο έγινε οριστικό στις 28.5.
  17. Στις 11.6.2002 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση της αγωγής δια της προσθήκης νέων εναγομένων. Στις 21.6.2002 οι εναγόμενοι 2,6,8 και 9 καταχώρησαν ένσταση. Την 1.7.2002 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο τροποποιήτο η έκθεση απαίτησης δια της προσθήκης νέων εναγομένων αναφορικά με τους εναγομένους 2,6,8 και
  18. Την 1.7.2002 καταχωρήθηκε και πάλιν μονομερής αίτηση από μέρους της ενάγουσας για τροποποίηση, δια της προσθήκης νέων εναγομένων (η ίδια με την προηγούμενη) με αποτέλεσμα το Δικαστήριο την ίδια ημέρα να εκδώσει διάταγμα τροποποίησης αναφορικά με τους εναγόμενους 1,3,4,5,7,10 και
  19. Στις 8.7.2002 στα πλαίσια της αίτησης τροποποίηση ημερ.11.6.2002 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης σε σχέση με τον εναγόμενο
  20. Στις 26.7.2002 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο. Στις 8.8.2002 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση από μέρους της ενάγουσας για διόρθωση του ονόματος της εναγόμενης
  21. Στις 9.8.2002 η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε. Στις 23.10.2002 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι 2,3,6,8,9 και 10 διατάχθηκαν όπως μη πωλήσουν, υποθηκεύσουν μεταβιβάσουν ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το τεμάχιο
  22. Στο μεταξύ καταχωρήθηκαν αρκετές αιτήσεις για υπό κατάσταστο επίδοση τόσο της αγωγής όσο και διάφορων αιτήσεων. Καταχωρήθηκαν επίσης αιτήσεις για απόφαση τόσο για παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης αλλά και υπεράσπισης. Οι εναγόμενοι 2,3,5,6,8,9,10 και 11 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και ειδικότερα στις 31.5.02 ο εναγόμενος 8, στις 5.6.02 οι εναγόμενοι 2,6,9, στις 12.7.02 οι εναγόμενοι 3,5 και 10 και ο εναγόμενος 11 στις 24.11.
  23. Στις 5.12.2003 οι εναγόμενοι 2,3,5,6,8,9,10 και 11 καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Στις 16.9.2004 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Η υπόθεση αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες. Στις 14.1.2005 καταχωρήθηκε αίτηση για αναβολή της υπόθεσης καθότι ο συνήγορος των εναγομένων θα απουσίαζε στο εξωτερικό για προσωπικούς λόγους κατά την ημερομηνία ακροάσεως, αίτημα που εγκρίθηκε. Στις 4.10.2005 και οι δυο συνήγοροι ζήτησαν αναβολή της υπόθεσης για σκοπούς διευθέτησης. Το ίδιο αίτημα υποβλήθηκε στις 21.11.2005 και στις 27.1.
  24. Στις 27.2.2006 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 6.4.2006 όπου και πάλιν αναβλήθηκε. Στις 27.4.2006 καταχωρήθηκε αίτηση για τροποποίηση από μέρους της ενάγουσας. Αφού αναβλήθηκε σε κάποιες ημερομηνίες η εν λόγω αίτηση στις 16.5.2006 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης. Αφού καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο στις 19.6.2006 καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.10.
  25. Στο μεταξύ στις 28.7.2006 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση.
  26. Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών αγορεύοντας κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ενόψει του γεγονότος ότι υπάρχουν ισχυρισμοί για δόλο έπρεπε να καταχωρηθεί κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο και όχι κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο.
  27. Παρέπεμψε στην υπόθεση M I Holding Public Ltd v. Τασούλα Παναγή, Π.Ε.28/05/Ημερ.14.4.
  28. Στην πιο πάνω υπόθεση η εφεσίβλητη καταχώρησε αγωγή επί τύπου κλητήριου εντάλματος βάση της Δ.2 Θ1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε και την οπισθογράφηση στο τέλος του κλητήριου προέκυπτε ότι μάλλον επιθυμούσε την καταχώρηση κλητήριου βάση της Δ.2 Θ
  29. Η φύση της αιτίας της αγωγής και της απαίτησης, της επέτρεπαν την οπισθογράφηση και τη καταχώρηση κλητήριου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου. Η εφεσίβλητη καταχώρησε αίτηση για συνοπτική απόφαση, η οποία επιτυγχάνει μόνο όταν το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι επρόκειτο για απλή παρατυπία και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Η ανάγκη για την ύπαρξη κλητήριου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου είναι σύμφωνα με τη Δ.18 Θ1(α) επιτακτική προϋπόθεση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Η εφεσίβλητη είχε την ευκαιρία να αντιδράσει και να ζητήσει τη διόρθωση. Υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής επειδή η εφεσείουσα εταιρεία μετονομάστηκε. Σε εκείνη τη περίπτωση καταχωρήθηκε νέο κλητήριο με τους εφεσείοντες να αναφέρονται με την ορθή τους ονομασία αλλά η αίτηση για τροποποίηση δεν περιλάμβανε και το τύπο του κλητήριου εντάλματος. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και η αίτηση για συνοπτική απόφαση απορρίφθηκε. Παραχωρήθηκε η δυνατότητα στους εφεσείοντες να προβάλουν την υπεράσπιση τους στην αγωγή. Όπως διαφαίνεται, η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα, διότι στην υπόθεση Παναγή η αίτηση για συνοπτική απόφαση επέτυχε. Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε ήταν γενικώς οπισθογραφημένο και αποτελεί επιτακτική προϋπόθεση της αίτησης για συνοπτική απόφαση όπως το κλητήριο είναι ειδικώς οπιοσθογραφημένο.
  30. Η Δ.64 προνοεί τα ακόλουθα: «1.

(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη ή μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Το δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.
  1. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.»
  2. Με τη Δ.64 παρέχεται η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του. Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωση με τους κανονισμούς (βλ. Πετρίχου ν. Χ"Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ σελ.81,
  1. Με την Δ.64 των περí Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου και κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς εξισώνεται με αντικανονικότητα ή παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί. Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει ούτε και διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός αν οι θεσμοί ειδικά διαλαμβάνουν τέτοια πρόβλεψη. Βλ. Σκάρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 (Β) 1333 και Χαράλαμπος Μιχαήλ ν. Νίκου Α. Ττουνιά, Π.Ε. 11340/ Ημερ.23.1.2004, Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Νικολάου, Π.Ε. 12045/Ημερ.12.5.2005. 11. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου,
(1991)1 ΑΑΔ (Α) στη σελ. 376, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από την Δ.64. έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 ΑΑΔ 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 ΑΑΔ 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (βλ. Th Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης 'πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών').
  1. Έχοντας υπόψη μου τη διατύπωση του κλητήριου εντάλματος, στο οποίο περιέχονται ισχυρισμοί για δόλο ή απάτη των εναγομένων κρίνω ότι έπρεπε να καταχωρηθεί κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο.
  2. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι πως το Δικαστήριο θα πρέπει αντιμετωπίσει τη παρατυπία αυτή. Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 64 θέτει κάποιες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Σύμφωνα με αυτό αίτηση για «... Παραμερισμό οποιαδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του.»
  3. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας υπόψη μου το ιστορικό της υπόθεσης όπως το έχω εκθέσει στην παρ.5 ανωτέρω όχι μόνο η αίτηση δεν υποβλήθηκε σε εύλογο χρόνο αλλά προτού καταχωρηθεί η αίτηση οι εναγόμενοι - αιτητές προέβηκαν σε νέα βήματα αφότου η παρατυπία περιήλθε στην γνώση τους.
  4. Πέραν δε τούτου η παράγραφος
(3)του Κανονισμού 2 της Δ.64 αναφέρει ότι το Δικαστήριο «...δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία ή το κλητήριο ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιονδήποτε από τους παρόντες κανονισμούς.
  1. Πέραν των πιο πάνω αξιοσημείωτο όμως είναι και το δεδομένο ότι ακόμη και προ της έκδοσης της νέας Δ.64 υπάρχει αυθεντία η οποία αν και βασισμένη στην προηγούμενη Δ.64 παρέχει καθοδήγηση στο Δικαστήριο η οποία επενεργεί προς απόρριψη του αιτήματος των εναγόμενων.
  2. Η απόφαση είναι αυτή της Πολιτικής Έφεσης 4281, ημερ.16.11.1959, Protopapas v. Vassiliou όπου εξετάστηκε προδικαστική ένσταση ως προς το ό΄τι το κλητήριο ένταλμα κακώς είχε οπισθογραφηθεί ειδικά και ότι η διαδικασία ήταν άκυρη, αξιώνοντας ταυτόχρονα απόρριψη της αγωγής. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία αν και αποφασίστηκε ότι δεν ήταν επιτρεπτό όπως το κλητήριο ένταλμα οπισθογραφηθεί ειδικά, νέα βήματα τα οποία είχαν ακολουθηθεί στη διαδικασία αποτελούσαν παραίτηση από οποιοδήποτε δικαίωμα προβολής ένστασης (waiver) και το ελάττωμα αυτό αντιμετωπίστηκε ως μία απλή παρατυπία.
  3. Βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο στον Κανονισμό 2 της προηγούμενης Διαταγής 64 ως αυτή είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα υπάρχει αναφορά και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία κακή οπισθογράφηση ενός κλητήριου εντάλματος δεν αποτελεί από μόνη της ακυρότητα της διαδικασίας.
  4. Στην προκειμένη περίπτωση τα διαβήματα του αιτητή όπως περιγράφονται στην παρ.5 ανωτέρω υποδηλώνουν παραίτηση από οποιοδήποτε δικαίωμα προβολής ένστασης.
  5. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι ο δυσμενής ισχυρισμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Τέτοιος όμως ισχυρισμός δεν τίθεται στην αίτηση των εναγόμενων - αιτητών. Εν πάσει όμως περιπτώσει αδυνατώ να αντιληφθώ πως θα επηρεαστούν δυσμενώς καθ΄ οιονδήποτε τρόπο οι εναγόμενοι - αιτητές.
  6. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση απαλλάσσεται της συγκεκριμένης παρατυπίας .
  7. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.): ....... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.