James Edwin Adams ν. Carl J Adams, Αρ. Αγωγής: 1741/05, 27 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1741/05 Μεταξύ: James Edwin Adams, Ενάγοντα, και Carl J. Adams, Εναγόμενου, και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Μεσεγγυούχων. ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.1.06 για την καταβολή του ποσού της μεσεγγύησης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Αττίκης. Για τους Μεσεγγυούχους: κα Καουτζάνη για Χρυσαφίνη και Πολυβίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας-Αιτητής με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αξίωσε από τον Εναγόμενο την επιστροφή των £25.000 (STG) τις οποίες του είχε δανείσει τον Απρίλιο του 2004 με τον όρο να του τις επιστρέψει τον Σεπτέμβριο του 2004, πράγμα που δεν έπραξε. Η αγωγή επεδόθηκε στον Εναγόμενο στις 30 Ιουλίου, 2005 με διπλοσυστημένη επιστολή και επειδή δεν καταχωρίστηκε οποιαδήποτε εμφάνιση εκ μέρους του οι δικηγόροι του Ενάγοντα προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγόμενου να καταχωρίσει εμφάνιση εντός της ταχθείσας, από τους θεσμούς, προθεσμίας σύμφωνα και με την Δ.
- Στις 3 Οκτωβρίου, 2005 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των £25.000 (STG). Στις 24 Ιανουαρίου, 2006 ο Ενάγοντας - Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση για την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου - writ of attachment. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και το όρισε επιστρεπτέο την 1.2.
- Μαζί με την αίτηση αυτή καταχωρίστηκε, την ίδια ημέρα 24.1.2006, αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητείτο η καταβολή του συγκεκριμένου ποσού από τους Μεσεγγυούχους. Την 1.2.06 που ήταν ορισμένο επιστρεπτέο το διάταγμα που δόθηκε μονομερώς εμφανίστηκε ο κος Θεοδώρου, εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος δεν έφερε ένσταση πλην όμως έδωσε στο Δικαστήριο ένα αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 10.12.04, το οποίο εξεδόθη στην Αγ. Αρ. 4177/04 και με το οποίο απαγορεύετο στον Εναγόμενο ν΄ αποσύρει και/ή μεταφέρει και αποξενώσει το ποσό των Λ.Κ. 17.000 που είναι κατατεθημένο στον λογαριασμό του με αριθμό 0568-00-002775 στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στην οδό Στρατηγού Τιμάγια. Το Δικαστήριο ενόψει της έλλειψης οποιασδήποτε ένστασης ή άλλης πληροφόρησης αναφορικά με το διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί από τις 10.12.04 κατέστησε απόλυτο το διάταγμα. Στις 13 Φεβρουαρίου, 2006 που ήταν ορισμένη η υπό κρίση αίτηση, για την καταβολή του ποσού από τους Μεσεγγυούχους - την Τράπεζα Κύπρου - στον Ενάγοντα-Αιτητή, ζητήθηκε χρόνος για την καταχώρηση ένστασης, η οποία και καταχωρίστηκε στις 20 Φεβρουαρίου,
- Ως λόγοι ενστάσεως καταγράφησαν οι ακόλουθοι: « (α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντινομική και/ή κατά παράβαση των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 καθότι έχει καταχωρηθεί μονομερώς χωρίς να επιδοθεί πριν την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου στον εναγόμενο και στους μεσεγγυούχους. (β) Έχει καταχωρηθεί ενδιάμεσο διάταγμα ημερ. 10.12.04, στην αγωγή υπ. Αρ. 4177/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για την οποία έχει εκδοθεί διάταγμα δέσμευσης από τους μεσεγγυούχους για ποσό Λ.Κ. 17.000 που ευρίσκονται κατατεθειμένα στο λογαριασμό 0568-00-002775 του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, της οδού Στρατηγού Τιμάγια στην Λάρνακα. (γ) Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα στην παρούσα υπόθεση οι μεσεγγυούχοι θα ευρίσκονται σε παράβαση διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 10.12.04 στην αγωγή υπ. αρ. 4177/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με βάση την οποία έχουν διαταχθεί να εμποδισθεί ο Εναγόμενος να αποσύρει και/ή μεταφέρει και/ή αποξενώσει χρηματικό ποσό εκ Λ.Κ. 17.000 από τον λογαριασμό 0568-00-002775 του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, της οδού Στρατηγού Τιμάγια στην Λάρνακα. (δ) Ο εναγόμενος ενώ εγνώριζε την αγωγή 4177/04 και το εκεί εκδοθέν διάταγμα παραλείπει να το γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να έχουν εκδοθεί 2 διατάγματα αντιφατικά για τον ίδιο λογαριασμό. (ε) Ο λογαριασμός 0568-00-002775 του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, της οδού Στρατηγού Τιμάγια στην Λάρνακα είναι ήδη δεσμευμένος με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.12.04 στην αγωγή 4177/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. (στ) Και ως εκ τούτου ζητούνται σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, σχετικά με τη διάθεση και τυχόν προτεραιότητα της εξ αποφάσεως οφειλής από τον επίδικο λογαριασμό.» Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 10 και 73-81, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.2, 3, 4, 8 και 9, Δ.42Α, Δ.43 θ.1, 2 και 3, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60)άρθρα 29-32, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δικηγόροι και των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Ο κος Αττίκης υποστήριξε ότι ο Ενάγοντας - Αιτητής είναι δικαιούχος του ποσού που είναι κατατεθημένο στην Τράπεζα Κύπρου, υποκατάστημα Στρατηγού Τιμάγια, αφού έχει εκδοθεί υπέρ του τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου και έχει προβεί στην εκτέλεση αυτής της απόφασης με την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου. Ισχυρίστηκε, ότι ο κίνδυνος τον οποίο επικαλούνται οι Μεσεγγυούχοι, να βρεθούν σε παραβίαση του διατάγματος στην Αγ. Αρ. 4177/04, δεν είναι πραγματικός και είναι υποθετικός αφού προϋποθέτει την επιτυχία της Ενάγουσας στην άλλη αγωγή. Ήταν η θέση του ότι οι Μεσεγγυούχοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία που ν΄ αποδεικνύει ότι το συγκεκριμένο ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εξεδόθη στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 4177/04, είναι ακόμα εν ισχύ και αυτό τους στερεί τη δυνατότητα να ισχυρίζονται ότι θα το παραβιάσουν. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα-Μεσεγγυούχοι - δεν θα ευρίσκεται σ΄ οποιανδήποτε παραβίαση του εν λόγω διατάγματος αν καταβάλει τα λεφτά αφού το διάταγμα αναφέρεται στον Εναγόμενο και αυτόν εμποδίζει από του ν΄ αποξενώσει οποιοδήποτε ποσό. Παρέπεμψε στο άρθρο 80 του Κεφ. 6 για να καταλήξει ότι αφού ο Ενάγοντας-Αιτητής θα εκδώσει σχετική απόδειξη για την καταβολή του ποσού, οι Μεσεγγυούχοι θα απαλλαγούν από οποιαδήποτε ευθύνη. Κύριος άξονας της αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου για τους Μεσεγγυούχους ήταν το γεγονός ότι αν η Τράπεζα καταβάλει το ποσό αυτό στον Ενάγοντα-Αιτητή θα θεωρηθεί σε παραβίαση του προγενέστερου διατάγματος του Δικαστηρίου, το οποίο είναι δεσμευτικό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι το εκδοθέν διάταγμα στην Αγ. Αρ. 4117/04 είναι ακόμα σε ισχύ, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση το οποίο είναι μια επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 31.1.06, με την οποία πληροφορεί την Τράπεζα Κύπρου ότι το απαγορευτικό διάταγμα είναι σε ισχύ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το νομικό έρεισμα για την υπό εξέταση αίτηση παρέχεται από τα άρθρα 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 78 ρητά προβλέπει: «Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί. ή δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κριθεί δίκαιο. και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κριθεί ορθό.» Το συγκεκριμένο άρθρο παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο ν΄ εξετάσει, αφού ακούσει τα ενδιαφερόμενα μέρη, κατά πόσο αυτό που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, μπορεί να «πληρωθεί» δηλαδή να καταβληθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Το ίδιο όμως άρθρο επιτρέπει στο Δικαστήριο την έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος το οποίο κρίνει δίκαιο. Εφαρμόζοντας το άρθρο αυτό στα υπό εξέταση γεγονότα δεν μπορώ να παραβλέψω ότι υπάρχει ένα απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε πριν την έκδοση του παρόντος διατάγματος το οποίο συνεχίζει να ισχύει και του οποίου η έκδοση προηγείται της έκδοσης του εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι το απαγορευτικό διάταγμα εκδόθηκε σε μια διαδικασία η οποία ακόμη μέχρι και σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη δεν του αφαιρεί από την ισχύ του. Καθοδήγηση για την επίλυση του θέματος μπορεί ν΄ αντληθεί από το σκεπτικό της απόφασης Aftomata Eleourgia v. Monastry of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524 στην οποία τα ίδια πρόσωπα βρέθηκαν μπροστά σε δύο αντιφατικά διατάγματα όπου ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «......... In effect, it was an order of prohibition, made by an inferior Court, respecting the order of a Court of co-ordinate jurisdiction. Because of the repercussions of the order on the administration of justice, I feel I would be failing in my duty if I were not to observe that prima facie it appears to me that the order of Demetriou, Ag. P.D.C., was made in excess of the jurisdiction of the District Court though I hasten to add that the matter is not presently under review. Certainly, the applicants could not assume responsibility to judge between conflicting orders of the Court. Though such responsibility may be assumed by a court of law charged with the enforcement of an order, as indicated in The Attorney - General v. Ibrahim Kur Ahmed.» Στην υπόθεση Κυριάκος Αντρέα ν. Takis Chamboulides Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 6 έγινε αναφορά στην υπόθεση Aftomata Eleourgia (ανωτέρω) και υιοθετήθηκε το σκεπτικό της. Αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Είτε ο ενάγων γνώριζε και απέκρυψε το γεγονός της ύπαρξης των δικαστικών διαταγμάτων κατά το χρόνο της υποβολής της ex parte αίτησης του είτε δεν το γνώριζε αλλά το πληροφορήθηκε μετά είναι σαφές ότι τυχόν έγκριση της αίτησης του ενάγοντα θα σήμαινε, ενσυνείδητη πια, έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος αντιφατικού προς τα τελικά διατάγματα που ήδη είχαν εκδοθεί υπέρ της τράπεζας. ........................................................................................... Υιοθετούμε αυτές τις παρατηρήσεις. Τα τελικά διατάγματα που εκδόθηκαν υπέρ της τράπεζας, υπέβαλαν στους εναγομένους την υποχρέωση παράδοσης στην τράπεζα των επτά αυτοκινήτων. Το παρεμπίπτον διάταγμα που επιδίωξε ο ενάγων, αποσκοπούσε στο να επιβάλει, στους εναγομένους και πάλιν, την υποχρέωση να μή στερήσουν τον ενάγοντα της κατοχής και της χρήσης τους. Η αντιφατικότητα είναι έκδηλη και κάτω από αυτές τις συνθήκες το δεύτερο διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί.» Κατανοώ πλήρως την εισήγηση του Ενάγοντα-Αιτητή, ότι ο ίδιος έχει στα χέρια του μια τελεσίδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην του Εναγόμενου, ενώ στην Αγ. Αρ. 4177/04 Ε.Δ. Λάρνακος, στην οποία έχει εκδοθεί το απαγορευτικό διάταγμα, η διαδικασία ακόμη εκκρεμεί. Όμως, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα σήμαινε ενσυνείδητα την έκδοση προστακτικού διατάγματος προς την Τράπεζα, τους Μεσεγγυούχους, για την καταβολή του ποσού που ο Εναγόμενος διατηρεί στον λογαριασμό, ο οποίος έχει δεσμευτεί δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου, πράγμα αντιφατικό προς το απαγορευτικό διάταγμα το οποίο είχε επιδοθεί στην Τράπεζα πριν την έκδοση του παρόντος διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για την μην αποξένωση οποιουδήποτε ποσού από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 16, παρ. 128, σελ. 87: «The service of the order will not give the judgment creditor priority over equitable charges, existing at the date of service, even when no notice has been given or over existing liens including the quarnishee´ s own lien. For the order only binds that part of the debt with which the judgment debtor can deal honesty, properly and without violation of the rights of third persons at the time when the order is served.» Καθοδηγούμενη από τα πιο πάνω θεωρώ ότι ο Μεσεγγυούχος δεν μπορεί να παραδώσει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα-Αιτητή αφού θα παραβιαστούν τα δικαιώματα της Ενάγουσας στην Αγ. Αρ. 4177/04 αν το πράξει. Δικαιώματα, τα οποία εν πάση περιπτώσει προϋπήρχαν και υφίσταντο κατά την επίδοση του διατάγματος για κατάσχεση σε χείρας τρίτου προς στην Τράπεζα. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση για την άμεση καταβολή του ποσού στον Ενάγοντα-Αιτητή απορρίπτεται. Στο πλαίσιο όμως της εξουσίας που μου παρέχει το άρθρο 78 του Κεφ. 6 εκδίδω διάταγμα με το οποίο οι Μεσεγγυούχοι διατάσσονται άμα τη έκδοση της απόφασης στην Αγ. Αρ. 4177/04 του Ε.Δ. Λάρνακας να παραδώσουν το ποσό στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Αυτό που έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Ο Αιτητής, όταν καταχωρούσε την υπό εξέταση αίτηση, δεν γνώριζε ότι είχε εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα σε άλλη αγωγή και γι΄ αυτό προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η έκδοση διαταγής των εξόδων ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και το αποτέλεσμά της βλ. Κουκούνη κ.ά ν. Νικολάου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1766, Μενοίκου ν. Χριστοδουλίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1711 κ.ά. Το θέμα το οποίο εγέρθηκε στην παρούσα αίτηση, δεν έχει προκύψει ξανά, σύμφωνα με την δική μου έρευνα, στην Κυπριακή νομολογία. Για τους πιο πάνω λόγους θ΄ ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια επιδικάζοντας μόνο το ήμισυ των εξόδων των Μεσεγγυούχων έτσι ώστε να μην αδικηθεί ο Αιτητής που δεν γνώριζε για το απαγορευτικό διάταγμα, αλλά παράλληλα να μην αδικηθεί και η πλευρά των Μεσεγγυούχων, που ενεπλάκη στην εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ., ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο