Κώστας Κωνσταντίνου Εξαρτήματα Αυτοκινήτων Λτδ ν. Ανδρέα Αναστάση κ.α., Συν. Αγωγές: 58/04 725/04, 31 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 58/04 725/04 Μεταξύ: Κώστας Κωνσταντίνου Εξαρτήματα Αυτοκινήτων Λτδ, Ενάγουσας, και
- Ανδρέα Αναστάση,
- Χωματουργικές Επιχειρήσεις Μιχάλη Α. Στρούθου Λτδ, Εναγόμενων. ----------------------------------------------------------------- Μεταξύ: Λούκα Μαρτζιτανή, Ενάγοντα, και
- Ανδρέα Αναστάση,
- Χωματουργικές Επιχειρήσεις Μιχάλη Α. Στρούθου Λτδ, Εναγομένων. ----------------------------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα στην 58/04 και τον Ενάγοντα στην 725/04: Η κα Γ. Ζαχαρίου για Α. Ζαχαρίου και Σία. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Κ. Κλεάνθους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή 58/04 η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει το ποσό των £1.855, ως αποζημιώσεις για τις ειδικές ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΚ754 μάρκας Peugeot το οποίο ήταν ιδιοκτησία της. Οι ζημιές αυτές προκλήθηκαν από ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 5.6.2003 στην Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στην Αραδίππου. Ενώ, στην αγωγή 725/04 ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΑΚ754, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας στην Αγ. Αρ. 58/04, αξιώνει από τους Εναγόμενους ειδικές αποζημιώσεις ύψους £885 και γενικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας εταιρείας ενώ το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΚ754 οδηγείτο νόμιμα στη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στην Αραδίππου με κατεύθυνση προς τη Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια ο Εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το φορτηγό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧS445, ιδιοκτησία της Εναγόμενης εταιρείας 2, και κατευθύνετο προς την ίδια κατεύθυνση συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας εταιρείας με αποτέλεσμα να προκληθούν οι υλικές ζημιές που αναφέρονται και συνοψίζονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, ως η ολοσχερής καταστροφή του οχήματος. Είναι η θέση της Ενάγουσας εταιρείας ότι ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ήταν υπάλληλος και/ή υπηρέτης και/ή αντιπρόσωπος της Εναγόμενης εταιρείας 2, ήταν υπεύθυνος για το δυστύχημα αφού οδηγούσε αμελώς, με υπερβολική ταχύτητα, παρέλειψε να τηρεί τη δέουσα φροντίδα και επιμέλεια προς τους άλλους οδηγούς, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του και ενώ εξήλθε από το δρόμο ακολούθως εισήλθε ξανά σ΄ αυτόν καταλαμβάνοντας απότομα την πλευρά στην οποία κινείτο το όχημα της Ενάγουσας αποκόπτοντάς του την ελεύθερη πορεία οδηγήσεως. Οι Εναγόμενοι αποδέχονται ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν οδηγός του οχήματος XS445, το οποίο συνιστά ιδιοκτησία της Εναγομένης εταιρείας
- Πλην όμως, αρνούνται τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το αναφερόμενο δυστύχημα. Είναι η θέση τους ότι ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το όχημα XS445 κατά μήκος της Λεωφ. Κυριάκου Μάτση στην Αραδίππου και ακολουθείτο από το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΑΚ754, το οποίο οδηγείτο από τον Λούκα Μαρτζιτανή, υπάλληλο και/ή υπηρέτη και/ή αντιπρόσωπο της Ενάγουσας εταιρείας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ενώ ο Εναγόμενος 1 έστριψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε αριστερά έχοντας, προειδοποιήσει για την πρόθεσή του, ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 λόγω της αμελούς οδήγησής του και της παράληψής του να τηρεί ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα το XS445 επιχείρησε να το προσπεράσει από αριστερά με αποτέλεσμα να επιπέσει και συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 και να προκαλέσει στο όχημα της Εναγόμενης 2 εκτεταμένες ζημιές. Ως λεπτομέρειες αμέλειας του οδηγού του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΑΚ754 καταγράφονται η υπερβολική ταχύτητα, η μή χρήση των φρένων του οχήματος, η παράλειψη τήρησης των προβλεπομένων και/ή ενδεδειγμένων αποστάσεων από το προπορευόμενο όχημα και η μή έγκαιρη αντίληψη της πρόθεσης του Εναγόμενου 1 να στρίψει αριστερά, σε σχέση με τη πορεία του, έτσι ώστε να ελαττώσει ταχύτητα. Στις 14.4.2004 με απόφαση του Δικαστηρίου διατάχθηκε η συνεκδίκαση της παρούσας αγωγής με την Αγ. Αρ. 725/04, στην οποία εμπλεκόμενα μέρη ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 ως Ενάγοντας και ο οδηγός του αυτοκινήτου XS445 και η εταιρεία στην οποία εργαζόταν ως Εναγόμενοι. Στην Αγ. Αρ. 725/04 αξιώνονται από τον Ενάγοντα, ως ειδικές ζημιές το ποσό των £885, το οποίο αφορά την απώλεια μισθών και ιατρικά έξοδα, καθώς επίσης και γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες τις οποίες ο ίδιος υπέστη από το δυστύχημα. Οι σωματικές βλάβες του Ενάγοντα καταγράφονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, στην Αγ. Αρ. 725/04 και είναι σε συντομία μεγάλο θλαστικό τραύμα της μετωπιαίας χώρας, κάταγμα τρίτου και τέταρτου μεταταρσίου δεξιά, κοιλιακό άλγος, δύσμορφη ουλή στη μετωπική χώρα και πολλαπλές εκδορές στη θωρακική χώρα, την κοιλιά και τα πόδια. Παρέμεινε στην χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας από τις 5.6.03 μέχρι 9.6.03 ενώ στην συνέχεια του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας διάρκειας 2 μηνών. Πριν την ακρόαση και συγκεκριμένα στις 27.4.05 συμφωνήθηκαν οι ειδικές ζημιές στην αγωγή με Αγ. Αρ. 58/04 στο ποσό των £1.800, επί πλήρους ευθύνης. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης συμφωνήθηκαν τα ποσά και για την Αγ. Αρ. 725/04 τα οποία για τις ειδικές αποζημιώσεις ήταν £885, επί πλήρους ευθύνης και για τις γενικές αποζημιώσεις £4.000, επί πλήρους ευθύνης. Συμφωνήθηκαν επίσης, ως παραδεκτά γεγονότα, η ιδιοκτησία του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XS445 και ότι αυτό άνηκε στην εταιρεία Χωματουργικές Επιχειρήσεις Μιχάλη Στρούθου. Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο κος Μαρτζιτανής, οδηγός του αυτοκινήτου EAK754, πλήρωσε £25 ως ιατρικά έξοδα. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν για την Ενάγουσα στην Αγ. Αρ. 58/04 και τον Ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 725/04 τρεις μάρτυρες και για τους Εναγόμενους ο Εναγόμενος
- Πρώτος, κατέθεσε ο Λοχίας 4538 Ανδρέας Χαραλάμπους [Μ.Ε.1] ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας και είναι ειδικευμένος φωτογράφος στην Αστυνομία. Μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και έλαβε σχετικές φωτογραφίες τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε στο Δικαστήριο κάθε μιά από τις πέντε φωτογραφίες και συγκεκριμένα αναφέρθηκε στις φωτογραφίες υπ΄ αριθμόν 1 και
- Η φωτογραφία 2 δείχνει το σημείο τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 - εκεί που είναι ο πρώτος αστυνομικός - ενώ η φωτογραφία 3 δείχνει το σημείο σύγκρουσης - εκεί που στέκεται ο δεύτερος αστυνομικός. Οι φωτογραφίες 4 και 5 εκτός από τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων αποκαλύπτουν και τις ζημιές τους. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος φωτογράφισε τα οχήματα όπως τα βρήκε στη σκηνή. Δεύτερος κατέθεσε ο Λοχίας 882 Γιώργος Ιακωβίδης [Μ.Ε.2] ο οποίος υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στις 5.6.2003 και ώρα 09.00 π.μ. επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, στη Λεωφ. Κυριάκου Μάτση στην Αραδίππου, όπου βρήκε τα δύο ενεχόμενα οχήματα ΧS445 και ΕΑΚ754 στις τελικές τους θέσεις και ετοίμασε το σχεδιάγραμμα το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε το σχεδιάγραμμα και έκαμε αναφορά στην πορεία των δύο οχημάτων, στο πλάτος του δρόμου, του οποίου η κάθε λωρίδα ήταν 3 μέτρα και 90 εκατοστόμετρα, στις διαστάσεις των αυτοκινήτων, οι οποίες για το φορτηγό XS445 ήταν 9.30 μ. μήκος και 2.40 μ. πλάτος ενώ για το βαν EAK754 ήταν 3.90 μ. μήκος και 1.60 μ. πλάτος. Τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 ήταν 26.40 μ. Υποστήριξε ότι συγκρούστηκαν στο σημείο Χ επί του σχεδιαγράμματος και κατέληξαν εκεί που φαίνεται στο σχέδιο, Τεκμήριο
- Το αυτοκίνητο ΕΑΚ754 κτυπήθηκε στην πόρτα του οδηγού και μπροστά ενώ το αυτοκίνητο XS445 χτυπήθηκε στον πλαϊνό προστατευτικό προφυλακτήρα του ντεποζίτου καυσίμων, στο κέντρο του φορτηγού XS
- Σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο οδηγός του φορτηγού, ο οποίος ευρίσκετο στη σκηνή, το φορτηγό βγήκε από την οδό Πουμπάρτης και κατευθυνόταν προς τη Λεωφ. Στρατηγού Τιμάγια ως η πορεία Α στο σχεδιάγραμμα ενώ το βαν ΕΑΚ754 ήταν στην Λεωφ. Κυριάκου Μάτση με κατεύθυνση την Στρατηγού Τιμάγια ως η πορεία Β στο σχεδιάγραμμα. Από το στρίψιμο της οδού Πουμπάρτης, μέχρι το σημείο σύγκρουσης υπάρχει μια απόσταση 44.60 m. Δεν υπήρχε πάροδος στα αριστερά της πορείας των αυτοκινήτων. Ήταν η άποψή του από την πείρα που έχει, στα 11 χρόνια που εξετάζει δυστυχήματα, ότι το φορτηγό είχε ευθυγραμμιστεί και υπήρχε ορατότητα 300 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης στις πορείες και των δύο οχημάτων. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι από τις καταθέσεις που έλαβε με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης κατέληξε στο να κατηγορήσει τον οδηγό του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 για αμελή οδήγηση, πρόκληση δυστυχήματος και υπέρβαση ορίου ταχύτητας 65 χλμ. αντί 50 χλμ.. Από ότι μπορούσε να θυμηθεί ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 είχε καταδικαστεί. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την κατάθεση του οδηγού του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής EAK
- Ερωτηθείς, ανέφερε ότι έλεγξε το σηματοδότη του φορτηγού αυτοκινήτου ο οποίος ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Αριστερά του σημείου που έγινε το δυστύχημα και συγκεκριμένα εκεί που θα έστριβε ο οδηγός του αυτοκινήτου XS445 εκτελούντο χωματουργικές εργασίες αλλά δεν υπάρχει στρίψιμο. Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι ο σηματοδότης του φορτηγού δεν ήταν σε λειτουργία όταν ο ίδιος έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος, κάλεσε ο ίδιος τον οδηγό του φορτηγού να τον βάλει σε λειτουργία. Ο οδηγός του αυτοκινήτου ΕΑΚ754 Λουκάς Μαρτζιτανής ήταν ο τελευταίος μάρτυρας της Ενάγουσας [Μ.Ε.3] και σε συντομία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 5.6.2003 οδηγούσε από την Αραδίππου προς το γήπεδο Αμμόχωστος. Είδε μπροστά του το φορτηγό αυτοκίνητο XS445, το οποίο είχε πιάσει παγκέτο στα δεξιά του δρόμου. Δεν είδε αν είχε ένδειξη για να στρίψει. Όταν πλησίασε έκαμε, το φορτηγό, κλίση στα αριστερά και του έκοψε το δρόμο. Ισχυρίστηκε, ότι όταν είδε τ΄ αυτοκίνητο XS445 σταματημένο στα δεξιά νόμισε ότι ο οδηγός του μιλούσε στο κινητό. Ήταν πολύ κοντά του όταν έκαμε αυτή την ενέργεια και δεν είχε χρόνο να σταματήσει. Γι΄ αυτό και χτύπησε στο δεύτερο λάστιχο του φορτηγού αυτοκινήτου, δηλαδή στη μέση του φορτηγού με την μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του. Ήταν η θέση του ότι ακόμα και αν η ταχύτητά του ήταν πιο μικρή δεν θα μπορούσε να σταματήσει αφού η στροφή του φορτηγού ήταν απότομη και βρισκόταν στα 100-200 m. από το φορτηγό όταν βρέθηκε ευθεία στην πορεία του. Λόγω του δυστυχήματος τραυματίστηκε στο κεφάλι, στο πόδι και στο δεξί του χέρι και πήγε στο νοσοκομείο πριν ακόμα έρθει η αστυνομία στο τόπο του δυστυχήματος. Για δύο μήνες ήταν εκτός δουλειάς και για ένα χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση των δύο μηνών δεν μπορούσε να δουλέψει όπως πριν. Τότε, εργαζόταν στην εταιρεία Κ. Κωνσταντίνου, Εξαρτήματα Αυτοκινήτων Λτδ, και είχε ως μηνιαίο εισόδημα £
- Για τους δύο μήνες που ήταν με άδεια ασθενείας, ήταν η θέση του, ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον εργοδότη του. Κατά την αντεξέταση επανέλαβε τη θέση του ότι το φορτηγό το είδε για πρώτη φορά στα 200 μέτρα περίπου, ότι δεν το είδε να έχει το δείχτη του για να στρίψει αριστερά και ότι μπήκε μπροστά του. Επέμενε στη θέση του ότι το φορτηγό ήταν στο παγκέττο μέχρι που το πλησίασε και μετά βγήκε και του έκοψε το δρόμο. Όταν τον είδε να παίρνει τη δεξιά πλευρά του δρόμου ελάττωσε την ταχύτητα γι΄ αυτό και πάτησε τα φρένα του αλλά δεν προσπάθησε να προσπεράσει. Κατά την άποψή του η ταχύτητα με την οποία κινείτο, δηλαδή 65 χλμ, δεν ήταν υπερβολική. Παραδέχθηκε όμως ότι καταδικάστηκε και στις δύο κατηγορίες οι οποίες είχαν προσαφθεί εναντίον του και πλήρωσε πρόστιμο. Ο Εναγόμενος 1 κ. Αναστάση [Μ.Υ.1] έδωσε τη δική του εκδοχή για το δυστύχημα και ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε το φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XS445 ερχόμενος από τον κυκλικό κόμβο του Γ.Σ.Ζ. προς το Τσιακιλερό, για να πάει στο εργοτάξιο το οποίο βρίσκεται στο Τσιακιλερό, σταμάτησε στο ΑΛΤ και λόγω του ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα πήρε την πορεία του προς τα δεξιά ευθυγράμμισε τ΄ αυτοκίνητο, κοίταξε από το καθρεφτάκι του και δεν υπήρχε αυτοκίνητο, έβαλε το δείχτη του για να στρίψει αριστερά για να πάει στο εργοτάξιο και μετά πήγε λίγο δεξιά και έστριψε αριστερά. Τότε άκουσε στόπερ και ένιωσε το χτύπημα. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε χτυπήσει. Κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει στρίψιμο στα αριστερά και ότι ήθελε να στρίψει για να πάει στο εργοτάξιο, εκεί που χαλούσαν τα σπίτια του συνοικισμού. Έθεσε σε λειτουργία τον δείχτη του 20 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Τα μούτρα του αυτοκινήτου του έβλεπαν ευθεία στη δική του τη λωρίδα και μόλις ευθυγραμμίστηκε κοίταξε το δρόμο από τον καθρέφτη του, υπήρχε αρκετή ορατότητα και δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο, στα 300 μέτρα ορατότητας, έστριψε αριστερά μετά από 10-15 μέτρα. Παραδέχθηκε, ότι ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου είχε την ίδια πορεία με αυτόν. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, επί της μαρτυρίας. Ο κος Κλεάνθους ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.3 στην Αγ. Αρ. 58/04 - Ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 725/04 - στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο. Ήταν η θέση του ότι το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην αμέλεια του κου Μαρτζιτανή, Ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 725/
- Η κα Ζαχαρίου ισχυρίστηκε ότι αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει ο Εναγόμενος 1, ο οποίος επιχείρησε να στρίψει σε δρόμο που δεν ήταν πάροδος μη λαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα μέτρα και χωρίς να ελέγξει αν ερχόταν άλλο αυτοκίνητο αποκόπτοντας την πορεία του Ενάγοντα, στην Αγ. Αρ. 725/04, αφού το φορτηγό ήταν κάθετα στο δρόμο. Το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση στηριζόμενο στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί εκ μέρους των δύο πλευρών. Θα στηριχθεί επίσης στην πραγματική μαρτυρία, Τεκμήρια 1 και 2, που συνιστά το καλύτερο μηχανισμό για τον έλεγχο των εκδοχών που προβλήθηκαν εκατέρωθεν και το μέτρο για την αξιοπιστία της μαρτυρίας. Βλ. Γεωργία Κυριακίδου ν. Σοφρωνίου Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου
(1996)1 Α.Α.Δ. 293, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362 κ.ά. Αναφορικά με τον αστυνομικό Μ.Ε.1 θα ήθελα να σημειώσω ότι ο μάρτυρας απλώς έλαβε τις φωτογραφίες και τις εξήγησε για να βοηθήσει το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του κρίνεται στην ολότητά της αποδεκτή. Ο αστυνομικός Μ.Ε.2 εξέτασε το δυστύχημα αντικειμενικά και έδωσε στο Δικαστήριο τα ευρήματά του σύμφωνα με τις γνώσεις και τις δυνατότητές του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια εύνοιας προς τα εμπλεκόμενα μέρη. Δέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη και τις μετρήσεις του ακριβείς. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, Ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 725/
- Ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και χωρίς δεύτερη σκέψη απερίφραστα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι οδηγούσε με μια ταχύτητα 65 χλμ. και ότι παραδέχθηκε τις κατηγορίες που του προσάφθηκαν για αμελή οδήγηση και υπερβολική ταχύτητα. Από την όλη εικόνα και τις επί μέρους απαντήσεις του μου έδωσε την εντύπωση αληθινού μάρτυρα. Ήταν ειλικρινής στις απαντήσεις του, σαφής και σύντομος χωρίς υπερβολές ή μεγαλοστομίες. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Εν αντιθέσει με τους λοιπούς, εκείνου που η μαρτυρία του δεν μ΄ έπεισε ήταν του Εναγόμενου
- Δεν ήταν σε θέση να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις για το τί έπραξε και ήταν έντονη η προσπάθειά του να δώσει μια απάντηση ανώδυνη. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν τον ακολουθούσε κανένα αυτοκίνητο και ότι στα 300 m. ορατότητας δεν είδε άλλο αυτοκίνητο στην πορεία του όμως, παραδέχθηκε ότι ο άλλος οδηγός είχε την ίδια πορεία μ΄ αυτόν. Χωρίς αμφιβολία μόνο αρνητική εντύπωση μου άφησε ο Εναγόμενος
- Ευρήματα - Νομική Πτυχή Εκτός των αντικειμενικών δεδομένων που προκύπτουν από το σχέδιο και τις φωτογραφίες, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα, αφού σημειώνεται ότι στον επίδικο δρόμο το πλάτος και των δύο λωρίδων είναι 7.80 δηλαδή 3.90 μέτρα η κάθε λωρίδα. Οι διαστάσεις των εμπλεκομένων οχημάτων είναι, του Peugeot Van με αριθμούς εγγραφής ΕΑΚ754 3.90 X 1.60 m. και του φορτηγού XS445 9.30 Χ 2.40 m. Η ορατότητα και των δύο οδηγών ήταν 300 m. Ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το φορτηγό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧS445 στην Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στην Λάρνακα, με κατεύθυνση την Λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια. Την ίδια κατεύθυνση ακολουθούσε και ο Μ.Ε.3 - Ενάγοντας στην Αγ. Αρ. 725/
- Ο Εναγόμενος 1 προπορευόταν του οχήματος του Μ.Ε.3, ο οποίος τον ακολουθούσε με ταχύτητα περίπου 65 χλμ. Ο οδηγός του φορτηγού οχήματος με αριθμούς εγγραφής XS445 ενώ κινείτο στην Λεωφόρο οδήγησε τ΄ αυτοκίνητό του πιο δεξιά κοντά στη νησίδα για να μπορέσει να το ευθυγραμμίσει και να στρίψει αριστερά στο εργοτάξιο, χωρίς να υπάρχει στην αριστερή πλευρά του δρόμου πάροδος ή στρίψιμο. Όταν τον είδε ο Μ.Ε.3 πάτησε τα φρένα του γιατί δεν γνώριζε τι θα έκανε ο Εναγόμενος
- Και ενώ είχε κάνει την κίνησή του προς τα δεξιά έκαμε απότομη στροφή στα αριστερά χωρίς ν΄ ελέγξει αν ερχόταν οποιοδήποτε όχημα από πίσω του. Ο Μ.Ε.3 , ο οποίος τον ακολουθούσε στα 100-200 m., λόγω της ταχύτητάς του δεν πρόλαβε ν΄ αντιδράσει όταν το όχημα του Εναγομένου 1 του απέκοψε την ελεύθερη πορεία του και βρέθηκε ακριβώς μπροστά του. Οι δύο λωρίδες του δρόμου είχαν πλάτος 7.80 cm. ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο είχε πλάτος 9.30 cm. οπόταν όταν βρέθηκε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου 1 κάθετα μπροστά στον Μ.Ε.3 - Ενάγοντα στην Αγωγή Αρ. 725/04 - δεν υπήρχε χώρος διαφυγής του αφού το δικό του αυτοκίνητο είχε πλάτος 3.90 cm και το φορτηγό κρατούσε το πλάτος και των δύο λωρίδων του δρόμου. Εξ΄ ου και του κτύπησε ακριβώς στη μέση. Η εκδοχή του Εναγόμενου 1 ότι έλεγξε το καθρεφτάκι του και έβαλε το δείκτη του 20 m. πριν στρίψει δεν γίνεται αποδεκτή αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.2, την οποία έχω αποδεχθεί, υπάρχει ορατότητα 300 m. και αν όντως έπραττε ως ανέφερε τότε θ΄ απέφευγε να προβεί στην απότομη κίνηση προς τ΄ αριστερά αφού θα έβλεπε τον Μ.Ε.3 που ακολουθούσε σε κοντινή απόσταση. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο Αγγλικών όσο και Κυπριακών, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θ΄ απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ.
- Από τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος 1 υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το φορτηγό όχημά του σε λεωφόρο με σκοπό να στρίψει αριστερά σε σημείο του δρόμου στο οποίο δεν υπήρχε πάροδος στ΄ αριστερά. Κατεύθυνε τ΄ αυτοκίνητό του δεξιότερα στον δρόμο και χωρίς να ελέγξει για οποιαδήποτε αυτοκίνητα, τα οποία κινούνταν στην πορεία του και να περιμένει να περάσουν τ΄ αυτοκίνητα που τον ακολουθούσαν ευθυγράμμισε απότομα τ΄ αυτοκίνητό του με το εργοτάξιο για να στρίψει, αποκόπτοντας την πορεία του Μ.Ε.3 που τον ακολουθούσε με αποτέλεσμα να επισυμβεί η σύγκρουση και να τραυματιστεί ο Μ.Ε.
- Ο ισχυρισμός, ο οποίος προβλήθηκε από την Υπεράσπιση, ότι ο Μ.Ε.3 προσπαθούσε να προσπεράσει το φορτηγό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός γιατί αν κάτι τέτοιο ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα τότε, ο Μ.Ε.3 δεν θα χτυπούσε ακριβώς στη μέση του φορτηγού αλλά στο μπροστινό του μέρος. Η παράλειψη του Εναγόμενου 1 να ελέγξει για τα οχήματα που τον ακολουθούσαν, μεταξύ αυτών και του Μ.Ε.3, του οποίου η παρουσία ήταν εμφανής, καθώς και η προσπάθειά του να στρίψει σε σημείο της Λεωφόρου Κυριάκου Μάτση στο οποίο δεν υπήρχε πάροδος στα αριστερά, βρίσκω ότι ήταν η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε πάροδος στ΄ αριστερά του δρόμου εκεί που ο Εναγόμενος 1 είχε μετακινηθεί δεξιότερα έτσι ώστε ο Μ.Ε.3 να τεθεί σ΄ εγρήγορση για την πράξη του Εναγόμενου
- Σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η μεγαλύτερη ευθύνη σε γεγονότα όπως αυτά της υπό εξέταση υπόθεσης βαραίνει τον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος. Στην υπόθεση Ανδρέας Νικολάου & Υιος Λτδ κ.ά ν. Αγαθοκλή Αργυρίδη, Πολ. Έφ. 12060, ημερ. 27.7.06 Δικαστής Αρτέμης ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «....... θεωρούμε ότι η μεγαλύτερη ευθύνη βάρυνε τον οδηγό του προπορευόμενου οχήματος, δηλαδή τον εφεσίβλητο/δι΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντα. Το γεγονός ότι απέτυχε να δει τη δεύτερη φορά που έλεγξε το δρόμο το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε και προέβη στην κίνηση στην οποία προέβη, δηλαδή οδήγησε το αυτοκίνητό του στη δεξιά πλευρά του δρόμου για να μπορεί να στρίψει αριστερά και να εισέλθει κάθετα στο γκαράζ του με μικρή ταχύτητα και έτσι να αποκόψει το δρόμο του αυτοκινήτου που ακολουθούσε, συνιστούσε, κατά την άποψή μας, σοβαρό βαθμό αμέλειας, αφού οι κίνδυνοι από μια τέτοια πορεία και τρόπο οδήγησης πρέπει να ήταν εμφανείς στον εφεσίβλητο/δι΄ ανταπαιτήσεως ενάγοντα και έτσι θα έπρεπε να ελάμβανε περισσότερα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει.» Ενώ, στην απόφαση Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1696, το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση Χρίστος Χ" Παύλου ν. Άννας Κυριάκου και Ανδρέα Χ" Νικολάου, Πολ. Έφ. 11835, ημερ. 24.3.06, αναφέρθηκε ότι δεν είναι εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου. Επίσης, σύμφωνα με τις αγγλικές αποφάσεις Jordan v. North Hampshire Plant Hire
(1970)R.T.R. 212 και Barber v. British Road Services The Times, 18.11.64 το καθήκον επιμέλειας οδηγού αυτοκινήτου μεγάλων διαστάσεων προς τους άλλους χρήστες του δρόμου και της μέριμνας που αυτός πρέπει να έχει προς αποφυγή του κινδύνου απόφραξης της πορείας τους είναι αυξημένο. Έρχομαι τώρα να εξετάσω το θέμα αν υφίσταται θέμα συντρέχουσας αμέλειας. Στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται από την τυχόν παράλειψη της εκπλήρωσης καθήκοντος ενός οδηγού προς άλλους. Στην συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη υλοποιείται στην παράλειψη του Ενάγοντα να λάβει τέτοιες προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Είναι νομολογημένο ότι οι οδηγοί πρέπει να τηρούν την ουσιώδη παρατηρητικότητα κάτω υπό τις περιστάσεις και αδιάλειπτα: βλ. Κατσούρης ν. Κωνσταντίνου
(1975)1 C.L.R. 188 σελ. 192, Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 974, σελ. 984, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω). Είναι επίσης νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες: (α) η υπαιτιότητα, που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη. Βλ. Χαραλάμπους κ.ά ν. Κασάπης
(1988)1 Α.Α.Δ. 25, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881 και Παύλου ν. Παπακυπριανού (ανωτέρω), Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Φιλίππου ν. Παναγή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1281. Όπως έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια εκτός αν οι άλλες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας βλ. Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1825, Παναγίδου κ.ά ν. Κόκκινου
(2001)1 Α.Α.Δ. 122. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας που δόθηκε, δηλαδή ότι δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στον δρόμο και ο Μ.Ε.3 οδηγούσε με ταχύτητα 65 χλμ. αντί 50 χλμ. δεν μπορώ να του καταλογίσω οποιαδήποτε αμέλεια από αυτό και μόνο το γεγονός. Όσον αφορά την παραδοχή ενοχής του Μ.Ε.3, σε ποινική υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε εναντίον του, σύμφωνα με την νομολογία αυτή αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που την περιβάλλουν για ν΄ αξιολογηθεί η αποδεικτική της αξία βλ. Φιλίππου κ.ά ν. Παναγή κ.ά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1275, Χ" Ιωάννου ν. Θέλμα Μπουκάριος
(1995)1 Α.Α.Δ. 131, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1999)1 Α.Α.Δ. 311 και Κλεάνθους ν. Βανέζη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1672. Στην υπόθεση Χ" Ιωάννου ν. Μπουκάριος στη σελίδα 135 αναφέρθηκαν τα εξής σημαντικά: «Το άλλο ζήτημα που μας απασχόλησε, είναι η εισήγηση του δικηγόρου της εφεσίβλητης πως ο εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή, για αμελή οδήγηση σε ποινική κατηγορία που του προσάφθηκε σχετιζόμενη με το επίδικο δυστύχημα. Η παραδοχή αυτή, προτείνει ο συνήγορος, αποδεικνύει στοιχείο αμέλειας που θα έπρεπε να αξιολογηθεί ορθά από το δικαστήριο. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση του Εφετείου, στην Πουρίκκος ν. Βασιλείου,
(1993)1 Α.Α.Δ. 256, η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα, για να αξιολογηθεί η αποδεικτική σημασία της στην αστική δίκη. Από το φάκελο της ποινικής υπόθεσης διαπιστώνεται πως ο εφεσείων δεν παραδέκτηκε γεγονότα που να αποτελούν στοιχείο αμέλειας στην εκδικασθείσα αστική αγωγή. Τα γεγονότα στην ποινική και αστική διαδικασία ήταν αυτά που αναφέρουμε πιο πάνω.» Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιόν μου για την ποινική υπόθεση εναντίον του Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.2 απλώς κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι από ότι θυμόταν κατηγόρησε τον Μ.Ε.3 για αμελή οδήγηση, πρόκληση δυστυχήματος και υπέρβαση του ορίου ταχύτητας 65 χλμ. αντί 50 χλμ. Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο κατά την ακροαματική διαδικασία που ν΄ αποδεικνύει πως τα γεγονότα που παραδέχτηκε ο Μ.Ε.3 σ΄ εκείνη την υπόθεση είναι τα ίδια ή όμοια με τις περιστάσεις του υπό εξέταση δυστυχήματος. Ως εκ τούτου, η παραδοχή του Μ.Ε.3 είναι άνευ σημασίας αφού αναφέρθηκε χωρίς ν΄ υποστηριχθεί. Με βάση τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί και με γνώμονα την δική του μαρτυρία βρίσκω ότι ο Μ.Ε.3 αφού είδε το φορτηγό για πρώτη φορά σταματημένο στη δεξιά πλευρά του δρόμου στα 200m δεν αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος θα έστριβε αριστερά αφού δεν υπήρχε οποιαδήποτε πάροδος στ΄ αριστερά. Κατά συνέπεια, ελάττωσε ταχύτητα εξ΄ ου και τα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 26.40 cm. σε βαθμό όμως που να μην του επιτραπεί ν΄ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον κίνδυνο ο οποίος εκδηλώθηκε ξαφνικά. Σύμφωνα και με τη νομολογία από μόνη της η πιθανότητα εκδήλωσης κινδύνου και η παράλειψη λήψης μέτρων αποφυγής ενδεχομένου κινδύνου δεν συνιστά αμέλεια ούτε και το καθήκον για επιμελή οδήγηση επεκτείνεται στη λήψη μέτρων για κάθε πιθανότητα εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών βλ. Χ" Παύλου ν. Κυριάκου και Νικολάου (ανωτέρω) και Ξυπτερά ν. Κυπριανού (ανωτέρω). Επομένως, η αυξημένη του ταχύτητα υπό τις περιστάσεις δεν ήταν παράγοντας που συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Με βάση τα πιο πάνω δεν θεωρώ τον Μ.Ε.3, οδηγό του αυτοκινήτου και Ενάγοντα στην Αγ. Αρ. 725/04, υπεύθυνο για το δυστύχημα αλλά βρίσκω ότι ο Εναγόμενος 1, και στις δύο αγωγές, ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος με τις πράξεις ή παραλείψεις του για το δυστύχημα και τις ζημιές και απώλειες που προέκυψαν από αυτό. Έχοντας αποφασίσει την ευθύνη για το δυστύχημα θα πρέπει να επιστρέψουμε στο θέμα των ζημιών το οποίο προκύπτει στην Αγ. Αρ. 58/
- Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να είναι διάδικος ο οδηγός του αυτοκινήτου στην διαδικασία αλλά αυτό που πρέπει ν΄ αποδειχθεί σύμφωνα με το «δόγμα της αναγνώρισης» είναι ότι ο οδηγός είχε την ιδιότητα του υπηρέτη. Στην υπόθεση Μιλτιάδους ν. Χατζηστεφάνου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1776 στη σελ. 1783 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «Από τη νομολογία στην οποία έχουμε αναφερθεί προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι ανάγκη να είναι διάδικος ο οδηγός του αυτοκινήτου. Αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο οδηγός είχε την ιδιότητα του υπηρέτη ή αντιπροσώπου του ενάγοντα ή οδηγούσε για τους σκοπούς του τελευταίου. Στην παρούσα υπόθεση αυτή η προϋπόθεση έχει ικανοποιηθεί με την πιο πάνω παραδοχή του εφεσίβλητου η οποία περιέχεται στην απάντησή του στην υπεράσπιση του και με τη δήλωση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η σχετική παραδοχή του εφεσίβλητου δεν είχε ποτέ ανακληθεί και επομένως δεσμεύεται από αυτή (Βλ. Cybarco Ltd κ.ά ν. Rawnsello Trading Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 726).» Τα πιο πάνω ισχύουν και στην υπό εξέταση υπόθεση αφού ήταν παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας στην Αγ. Αρ. 725/04 εργαζόταν στην Ενάγουσα εταιρεία στην Αγ. Αρ. 58/04 τόσο στην Υπεράσπιση των Εναγομένων καθώς και με τη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Με βάση το πιο πάνω δόγμα και έχοντας αποφασίσει το θέμα της ευθύνης στην Αγ. Αρ. 58/04 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των Λ.Κ.1.800 με νόμιμο τόκο από 8.1.
- Όσον αφορά την Αγ. Αρ. 725/04 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των £885 πλέον νόμιμο τόκο από 5.3.04 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον £4.000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από 5.6.
- Λόγω του ότι οι αγωγές συνεκδικάσθηκαν επιδικάζεται υπέρ του δικηγόρου των Εναγόντων και στις δύο αγωγές ένα σετ εξόδων τ΄ οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο