Χρίστου Ιωσήφ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 896/2003, 2 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A149 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 896/2003 Μεταξύ: Χρίστου Ιωσήφ Ενάγοντος -και-
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Παναγιώτη Παναγίδη
- Ιωάννη Χαραλάμπους Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες : Δρ Χρ. Κληρίδης ( Για να ακούσει απόφαση κ. Π. Μακρίδης ) Για τον εναγόμενους : κ. Ρ. Μαππουρίδης ( Για να ακούσει απόφαση κ. Δημητρίου ) Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο 1 ο οποίος είναι ο κατά Νόμο και το Σύνταγμα υπεύθυνος για τις πράξεις ή παραλείψεις της Αστυνομικής Δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας και εναντίον των εναγομένων 2 και 3 ως αστυνομικών που υπηρετούσαν κατά τον επίδικο χρόνο στον Κρατικό Αερολιμένα Λάρνακας: (α) παραδειγματικές αποζημιώσεις για αυθαίρετη, καταχρηστική και/ ή αντισυνταγματική συμπεριφορά των εναγομένων και (β) γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη κράτηση και/ ή παράνομη σύλληψη και/ ή στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος του ενάγοντος για ελεύθερη διακίνηση και/ ή του δικαιώματος ελευθερίας και/ ή προσωπικής ασφάλειας που κατοχυρώνουν τα άρθρα 11 και 13 του Συντάγματος όπως και οι αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έλαβε χώρα κατά /ή περί την 1.09.2002 στον Αερολιμένα Λάρνακας. Οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι τάχα αυτός συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση ή του αποστερήθηκε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω συνταγματικά του δικαιώματα και εκθέτουν την δική τους εκδοχή, διαμετρικά αντίθετη, για το πως συνέβησαν τα γεγονότα την πιο πάνω ημερομηνία, περιγράφουν δε με λεπτομέρειες την εμπλοκή και τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι εναγόμενοι 2 και 3 στο όλο επεισόδιο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ενάγοντος κατέθεσε ο ίδιος και ο αδελφός του Ιωσήφ Ιωσήφ. Για τους εναγόμενους κατέθεσαν οι εναγόμενοι 2 και
- Ήταν η θέση του ενάγοντος ότι ενώ είχε αφιχθεί στη Κύπρο προερχόμενος από το Λονδίνο ξημερώματα της 1ης 09.2002 με τα δύο ανήλικα παιδιά του και είχε περάσει τον έλεγχο διαβατηρίων, φτάνοντας στο χώρο αναμονής των αποσκευών, σε κάποια στιγμή και ενώ συζητούσε κάποια προσωπική οικογενειακή διαφορά τους με την εν διαστάσει τότε σύζυγο του την οποία συνάντησε εκεί, οι εναγόμενοι 2 και 3 τους πλησίασαν και εξαναγκάζοντας τον παρά τη θέληση του και ο εναγόμενος 2 υποβαστάζοντας τον από το μπράτσο να τους ακολουθήσει στο γραφείο της αστυνομίας όπου παράνομα τον κράτησαν για χρονικό διάστημα 45΄ με μία ώρα. Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι 2 και 3 ασκώντας εξουσία τον εξανάγκασαν, επιδεικνύοντας του ένα ανενεργό, κατά την άποψη του, δικαστικό διάταγμα, με το οποίο τους είχε εφοδιάσει η εν διαστάσει σύζυγος του, να παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα του και το διαβατήριο της σε αυτήν, παρά το ότι αυτοί δεν είχαν μια τέτοια εξουσία (εκτέλεσης του διατάγματος ή επιβολής υποχρέωσης προς συμμόρφωση) και ενώ ο ίδιος είχε προθυμοποιηθεί να παραδώσει την κόρη τους αργότερα την ίδια ημέρα όπως ήταν και η συμφωνία του με την εν διαστάσει σύζυγο του πριν αυτός μεταβεί στο εξωτερικό με τα δύο ανήλικα τέκνα τους. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο αδελφός του Ιωσήφ Ιωσήφ ο οποίος μετέβη στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά το επίδικο βράδυ με σκοπό να παραλάβει τον αδελφό του και τα παιδιά του που θα έφθαναν με πτήση των Κυπριακών Αερογραμμών από το Λονδίνο στις 04:40π.μ. Όταν είχε περάσει αρκετή ώρα αναμένοντας τον αδελφό του και τα παιδιά του να βγουν από το αεροδρόμιο και καθυστερούσε, τον πήρε τηλέφωνο στο κινητό του και αυτός του ανέφερε ότι τελούσε υπό κράτηση στα γραφεία της αστυνομίας καθότι, όπως αξίωναν οι αστυνομικοί, έπρεπε να παραδώσει την ανήλικη κόρη του και τα ταξιδιωτικά της έγγραφα στην μητέρα της. Τελικά γύρω στις 06:00 εξήλθε της αίθουσας του αεροδρομίου ο αδελφός του με τον γιο του. Υπολόγισε τον χρόνο που θα παρέμεινε ο αδελφός του υπό κράτηση μεταξύ 45΄ με μία ώρα εφόσον τόση ήταν η καθυστέρηση που είχε παρατηρήσει στην έξοδο τους από το αεροδρόμιο. Τόσο ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του η οποία διεξήχθη κυρίως υπό την μορφή υποβολών όσο και ο μάρτυρας του, παρέμειναν σταθεροί στα πιο πάνω, δίδοντας κάποιες φορές περισσότερες λεπτομέρειες για τα διαδραματισθέντα όπως ήταν η θέση του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος 2 τον είχε πιάσει από το μπράτσο από το χώρο όπου βρισκόταν αναμένοντας τις αποσκευές τους και τον οδήγησε στο αστυνομικό γραφείο. Διαφορετική ήταν η εκδοχή που παρουσίασαν και ανέπτυξαν οι εναγόμενοι 2 και 3 οι οποίοι ήταν καθήκον, το επίδικο βράδυ, στο κέντρο ελέγχου διαβατηρίων στο αεροδρόμιο Λάρνακας τόσο στις γραπτές τους δηλώσεις αλλά και στην προφορική τους μαρτυρία. Στις ταυτόσημες γραπτές τους δηλώσεις που κατατέθηκαν ως μέρος της μαρτυρίας τους σύμφωνα με τον περί αποδείξεως νόμο, αναφέρουν ότι είχε επισκεφθεί το γραφείο τους, νωρίτερα το ίδιο βράδυ, λίγο πριν την άφιξη του αεροπλάνου στο οποίο επέβαιναν ο εν διαστάσει σύζυγος της και τα δύο ανήλικα παιδιά της η κα Χ¨Γιάννη και τους ζήτησε την συνδρομή τους σε περίπτωση που ο εν διαστάσει σύζυγος της αρνιόταν να της παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα της, όπως προνοούσε δικαστικό διάταγμα, αντίγραφο του οποίου τους παρέδωσε. Πράγματι όταν ο ενάγοντας πέρασε τον έλεγχο διαβατηρίων είδαν στην συνέχεια τον ενάγοντα και την εν διαστάσει σύζυγο του η οποία κρατούσε την μικρή της θυγατέρα στην αγκαλιά της να συζητούν έντονα. Τους πλησίασαν και τους παρακάλεσαν, προληπτικά, όπως είναι ο ισχυρισμός τους, για να αποφευχθεί οποιοδήποτε επεισόδιο, να εισέλθουν στα αστυνομικά γραφεία. Αυτοί υπάκουσαν και αφού η μικρή παρέμεινε με κάποια θεία της η οποία συνόδευε την μητέρα της και η οποία επίσης ευρισκόταν στο χώρο, εισήλθαν στα γραφεία της αστυνομίας ακολουθούμενοι από τον ανήλικο γιο τους. Αποδίδουν επιμονή στον ενάγοντα να παρευρίσκεται και ο γιος του μαζί του καθώς δεν ήθελε να τον αφήσει ¨αδέσποτο¨, όπως έλεγε, και επίσης ¨για να δει τι μάνα έχει¨. Του ζήτησαν το διαβατήριο και όταν αυτός ρώτησε σε τι αποσκοπούσε αυτό, του εξήγησαν ότι ήταν για να γνωρίζουν την ταυτότητα του. Ο ενάγοντας υπάκουσε και τους το έδειξε και ακολούθως ο εναγόμενος 2 το φωτοτύπησε. Του εξήγησαν ότι η εν διαστάσει σύζυγος του τους εφοδίασε με αντίγραφο δικαστικού διατάγματος με το οποίο θα έπρεπε να συμμορφωθεί. Ακολούθησε έντονη συζήτηση μεταξύ του ζεύγους αναφορικά με την ισχύ του διατάγματος και βρισιές εκ μέρους του ενάγοντος προς την εν διαστάσει σύζυγο του, συμπεριφορά η οποία ανάγκασε τον εναγόμενο 3 να παρέμβει και ευγενικά να ζητήσει από τον ενάγοντα να μη βρίζει τη μητέρα του παιδιού μπροστά του. Ο ενάγοντας προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του χωρίς επιτυχία. Του ζήτησαν με βάσει το διάταγμα που είχαν στην κατοχή τους να παραδώσει την θυγατέρα τους στην μητέρα της όπως και το διαβατήριο της και ο ενάγοντας συμμορφώθηκε. Η εν διαστάσει σύζυγος του ενάγοντος παρόλο ότι δεχόταν βρισιές από τον ενάγοντα ήταν ψύχραιμη, ήρεμη, ολιγομίλητη και δεν ύβρισε τον ενάγοντα. Ουδέποτε συνέλαβαν τον ενάγοντα ή τον έθεσαν υπό κράτηση. Ό,τι έκαμαν το έκαμαν εντός των αστυνομικών τους καθηκόντων και για καθαρά προληπτικούς λόγους για αποφυγή επεισοδίων και σε καμιά περίπτωση δεν μερολήπτησαν προς το πρόσωπο της εν διαστάσει συζύγου του ενάγοντος ένεκα της ιδιότητας της. Τα πιο πάνω, κατά γράμμα, συμπεριλαμβάνονται και σε ένορκη δήλωση (τεκμήριο 4) που είχε ετοιμάσει ο 3ος εναγόμενος στις 29.10.2002 στα πλαίσια διαδικασίας η οποία αφορούσε υπόθεση του ζεύγους ενώπιον Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέταση τους επέμεναν ότι ποτέ δεν συνέλαβαν τον ενάγοντα ούτε και τον κράτησαν παρά τη θέληση του στο γραφείο τους και ότι έκαμαν το έκαμαν προληπτικά για να αποφευχθεί επέκταση του επεισοδίου σε δημόσιο χώρο. Παραδέχθηκαν ότι ο ενάγων έστω και αν ακόμα δεν φορούσαν αστυνομική στολή, καθώς δεν ενθυμούνταν αυτή τη λεπτομέρεια, είχε αντιληφθεί εξ αρχής την ιδιότητα τους και του είχαν κάμει σαφές ότι ενεργούσαν υπό αυτή τους την ιδιότητα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, αναφέρθηκαν σε έκταση στη μαρτυρία σε σχέση με τα πιο πάνω επίμαχα θέματα. Επισημάνθηκαν αδυναμίες ή αντιφάσεις που κατά την άποψη τους παρουσίασε η μαρτυρία της άλλης πλευράς και τόνισαν σημεία της δικής τους μαρτυρίας τα οποία καταδεικνύουν την πειστικότητα των δικών τους θέσεων. Η πλευρά του ενάγοντος επέμενε ότι αυτός κρατήθηκε, παρά τη θέληση του, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30΄ παράνομα κατά τρόπο παραβιάζοντα τα συνταγματικά του δικαιώματα από τους αστυνομικούς εναγόμενους 2 και 3 κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους και ασκώντας επ΄αυτού εξουσία επέβαλαν τελικά και πέτυχαν το αποτέλεσμα που επιθυμούσαν που δεν ήταν άλλο παρά να παραδώσει ο ενάγων την ανήλικη θυγατέρα του και το διαβατήριο της στην εν διαστάσει σύζυγο του. Η πλευρά των εναγομένων υποστήριξε ότι φάνηκε από την μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι θα πρέπει να κριθούν ειλικρινείς και αξιόπιστοι μάρτυρες ότι ποτέ δεν συνέλαβαν τον ενάγοντα και ποτέ δεν τον κράτησαν παράνομα, παρά τη θέληση του, για οποιανδήποτε χρονική στιγμή. Ό, τι έκαμαν το έκαμαν για προληπτικούς λόγους για να μη επεκταθεί ένα επεισόδιο που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια τους με την έντονη συζήτηση του ζεύγους σε δημόσιο χώρο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο τον ενάγοντα και τον μάρτυρα του όσο και τους εναγόμενους 2 και 3 ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Σύγκρινα και αντιπαρέβαλα μεταξύ τους τις γραπτές τους δηλώσεις και τα όσα περαιτέρω προέκυψαν από την προφορική τους μαρτυρία και σε συσχετισμό και αντιπαραβολή με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής, αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους εισηγήσεις. Κρίνω ότι ο ενάγοντας και ο μάρτυρας του είπαν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Την εκδοχή του για τα γεγονότα που συνέβησαν το επίδικο βράδυ της άφιξης του στη Κύπρο με τη συνοδεία των ανηλίκων παιδιών του την ανέπτυξε με συνοχή, συνέπεια, απλό και ταπεινό θα μπορούσα να πω τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι κάτω από συναισθηματική φόρτιση που ευρισκόταν και την πίεση που δεχόταν καθώς και ανάλογες βρισιές ή λεκτικούς διαξιφισμούς εκ μέρους της εν διαστάσει συζύγου του, απηύθυνε και ο ίδιος εναντίον της κάποιες λέξεις ή φράσεις για τις οποίες μετάνιωσε αργότερα. Μου προκάλεσε άριστη εντύπωση και θα αποδεχθώ στην ολότητα της την μαρτυρία του για γεγονότα για τα οποία ένοιωθε τόσο έντονα και τα οποία χαράχτηκαν στην μνήμη του εφόσον ως συνειδητοποιημένος πολίτης γνώριζε και γνωρίζει τα δικαιώματα του για τα οποία έχει κάμει λόγο στους εναγόμενους 2 και 3 όπως αυτοί παραδέχθηκαν στις δικές τους καταθέσεις. Φάνηκε από τη μαρτυρία ότι υπήρξε άμεσο παράπονο του ενάγοντος προς την προϊσταμένη αρχή των εναγομένων 2 και 3 τον Υπουργό Δικαιοσύνης και προς την Επίτροπο Διοίκησης. Επομένως δεν πρόκειται για μια εκ των υστέρων φτιαχτή ιστορία την οποία σκαρφίστηκε για ευνόητους λόγους. Η μαρτυρία του μάρτυρος κ. Ιωσήφ επίσης γίνεται δεκτή καθώς τα όσα αυτός ανέφερε τα θεωρώ πολύ φυσιολογικά να είχαν συμβεί και έρχεται να ενισχύσει τα όσα ο ενάγοντας υποστηρίζει. Είχε πάει στο αεροδρόμιο να παραλάβει τον αδελφό του και τα παιδιά του ξημερώματα της επίδικης ημέρας, επομένως ήταν φυσιολογικό να ανησυχήσει όταν ενώ είχε διαπιστώσει ότι το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευαν είχε προσγειωθεί, εντούτοις, περνούσε ώρα, οι συνεπιβάτες τους εξέρχονταν από το αεροδρόμιο και αυτοί δεν φαίνονταν. Επομένως κρίνω ότι είπε την αλήθεια ότι είχε τηλεφωνήσει στον ενάγοντα και ότι αυτός του ανέφερε ήδη από εκείνη τη στιγμή ότι τελούσε υπό κράτηση στην αστυνομία καθώς αξίωναν από αυτόν να παραδώσει την μικρή θυγατέρα του στην εν διαστάσει σύζυγο του. Είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που δεν μπορεί να κριθεί ότι η έγερση της παρούσας αγωγής είναι εκ των υστέρων σκέψη καθώς ο ενάγοντας είχε από εκείνη την ώρα την σαφή αντίληψη ότι ευρισκόταν υπό κράτηση και δεν την σκαρφίστηκε εκ των υστέρων. Επίσης δεκτή κάμνω και την μαρτυρία του ως προς το χρονικό διάστημα που πέρασε από της προσγειώσεως του αεροπλάνου μέχρι και της εξόδου τους από το αεροδρόμιο, δηλαδή για μια χρονική περίοδο από 45΄μέχρι μια ώρα. Οι εναγόμενοι 2 και 3 για διάφορους λόγους στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια δεν κρίνω ότι είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απέκρυψαν κατά την άποψη μου ένα ουσιώδες επίμαχο και ουσιαστικό στοιχείο από τις ενέργειες τους, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 2 είχε πάρει από το μπράτσο τον ενάγοντα και τον οδήγησε στο αστυνομικό γραφείο και ότι η μετάβαση του ενάγοντος στο αστυνομικό γραφείο και η εκεί παραμονή του δεν έγινε με τη θέληση του. Εντύπωση προκαλεί το ταυτόσημο των γραπτών καταθέσεων τους ως προς τα γεγονότα που συνέβησαν και επίσης τα όσα προφορικά ανέφεραν στο δικαστήριο τα οποία επίσης δεν διέφεραν κατά πολύ παρόλο ότι ο εναγόμενος 2 επικαλέστηκε κατά την αντεξέταση του απώλεια μνήμης. Είναι βέβαιο ότι αυτοί παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προσυνεννοημένοι για να αναπτύξουν μια εκδοχή η οποία όμως δεν μπορεί να σταθεί ούτε στη λογική αλλά πολύ περισσότερο όταν αυτή συγκρούεται ακόμα και τα όσα οι ίδιοι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν στις γραπτές τους δηλώσεις. Μου προκάλεσε εντύπωση το ότι επικαλούνταν άγνοια για τις καταγγελίες που τους είχε κάμει ο ενάγοντας τόσο στον Υπουργό Δικαιοσύνης όσο και στην Επίτροπο Διοίκησης. Είναι περίεργο πως έμπειροι αστυνομικοί, όπως ήταν, δεν είχαν αντιληφθεί ότι τους είχαν γίνει καταγγελίες, προς τούτο τους είχε ζητηθεί έκθεση των γεγονότων του επεισοδίου, όπως οι ίδιοι ανέφεραν, και επιπρόσθετα πως ήταν δυνατόν να αγνοούν παράπονα που εκφράστηκαν εναντίον τους κατά την ώρα του καθήκοντος τους. Σε πολλές ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν πότε επικαλούνταν άγνοια και πότε ότι δεν καταλάβαιναν την σημασία αυτών των καταγγελιών του ενάγοντος. Δεν παραγνωρίζω τα όσα ανέφεραν σχετικά με την αξίωση τους να πάρουν το διαβατήριο του ενάγοντος και να το φωτοτυπήσουν για να έχουν τα στοιχεία του για ό, τι ήθελε προκύψει. Βλέπουμε λοιπόν εκ μέρους τους να λαμβάνονται μέτρα προς διαφύλαξη των νώτων τους αλλά από την άλλη δεν αντιλαμβάνονταν την σημασία καταγγελιών που έκαμνε ο ενάγοντας ούτε και ακόμα αυτής τούτης της παρούσας αγωγής. Θα αναφερθώ πιο κάτω στην απόφαση μου σε ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας τους τα οποία συνηγορούν υπέρ της θέσης του ενάγοντος, ότι δηλαδή ασκώντας εξουσία ως αστυνομικοί, τον εξανάγκασαν να υπακούσει σε αυτούς και να εισέλθει αρχικά στο αστυνομικό γραφείο όπου επιδεικνύοντας του το δικαστικό διάταγμα, του οποίου δεν είχαν αρμοδιότητα ή εξουσία να εκτελέσουν, επέβαλαν σε αυτόν με τον τρόπο τους να συμμορφωθεί με ό,τι αυτοί νόμιζαν ότι διάτασσε αυτό, το οποίο ειρήσθω εν παρόδω, δεν παρουσιάστηκε από καμιά πλευρά στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, θέση της υπεράσπισης η οποία εκφράστηκε μέσω των εναγομένων 2 και 3 αλλά και κατά την τελική εισήγηση του συνηγόρου τους ήταν ότι δεν είχαν ούτε αρμοδιότητα ούτε εξουσία εξαναγκασμού σε υπακοή σε αυτό, την οποία όμως, όπως προανέφερα, κατάφεραν να πετύχουν με τις ενέργειες τους. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι μια προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας του εναγομένου 2 καταδεικνύει ότι αυτός προσπαθεί να απεκδυθεί οποιασδήποτε ευθύνης, για την οποία μου φάνηκε ότι εκ των υστέρων αντιλήφθηκε ότι υπέχουν, προσπαθώντας να επιρρίψει την ευθύνη στον εναγόμενο 3 ο οποίος ως υπεύθυνος της βάρδιας τους είχε και την ευθύνη του χειρισμού της υπόθεσης. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε σημεία που προέκυψαν από τη μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3 και τα οποία με οδήγησαν στο πιο πάνω συμπέρασμα μου. - Παραδέχονται ότι η παρέμβαση τους έγινε μετά από παράκληση της εν διαστάσει συζύγου του ενάγοντος, πριν ακόμα την άφιξη του αεροπλάνου στο οποίο επέβαιναν, - Ο εναγόμενος 3 παραδέχθηκε ότι όταν τον κάλεσε να παρέμβει η εν διαστάσει σύζυγος του ενάγοντος, αλλά και αργότερα κατά τη διάρκεια του συμβάντος, αυτή τον καλούσε με το μικρό του όνομα ¨Γιάννο¨, το οποίο αποδεικνύει κάποια σχέση οικειότητας ή έστω γνωριμίας, την οποία αυτός την παραδέχθηκε, τυπική όπως τη χαρακτήρισε, αναφερόμενος που και πως έτυχε να την γνωρίσει, ήταν όταν αποτάθηκε κοντά της όταν ήταν υπηρεσία για να αιτηθεί από αυτήν την έκδοση εντάλματος σύλληψης και έρευνας υπό την ιδιότητα της ως δικαστού. Η εξήγηση βέβαια που έδωσε ως προς το που οφειλόταν αυτή η φαινομενική οικειότητα δεν μπορεί να είναι πειστική, ότι τάχα της συστήθηκε με αυτό το όνομα, ότι είναι απλός άνθρωπος και του αρέσει να συστήνεται με το μικρό του όνομα με το οποίο επιθυμεί να τον γνωρίζουν και να τον καλούν. - Η χρησιμοποίηση της λέξης ¨υπάκουσαν¨ η οποία επισημάνθηκε από την πλευρά του ενάγοντος και ζητήθηκαν διευκρινήσεις από τους εναγόμενους για την έννοια που της απέδιδαν, δεν μπορεί να έχει άλλη σημασία παρά αυτή την οποία αποδίδει η λέξη. Όταν ζήτησαν από το ζεύγος να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό γραφείο, αυτό το έκαμαν ασκώντας εξουσία. Σίγουρα αυτή ασκήθηκε προς τον ενάγοντα τον οποίο μάλιστα ο εναγόμενος 2, όπως αποδέχθηκα την μαρτυρία, τον υποβάσταζε από το μπράτσο. Σίγουρα δεν ασκήθηκε εξουσία προς την πλευρά της εν διαστάσει συζύγου του εφόσον αυτή με την προηγούμενη παρέμβαση της προς αυτούς επικαλέστηκε την βοήθεια τους την οποία και προσδοκούσε, - Οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν ότι είχαν ζητήσει το διαβατήριο του ενάγοντος το οποίο και φωτοτύπησαν. Ο ενάγοντας ¨υπάκουσε¨ και σε αυτή την περίπτωση παραδίδοντας το. Η λέξη που χρησιμοποιούν και σε αυτή την περίπτωση δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ασκούν υπό την ιδιότητα τους εξουσία, προς τούτο δε αναγκάζουν τον ενάγοντα να υπακούσει και έτσι να πετύχουν το αποτέλεσμα που επιθυμούσαν και για το οποίο τους είχε ζητήσει την παρέμβαση τους η εν διαστάσει σύζυγος του ενάγοντος. - Στην συνέχεια αναφέρουν ότι εξήγησαν στον ενάγοντα ότι η εν διαστάσει σύζυγος του τους είχε εφοδιάσει με δικαστικό διάταγμα στο οποίο έπρεπε να συμμορφωθεί. Η λέξη ¨έπρεπε¨ που χρησιμοποιούν δεν αφήνει περιθώρια ότι και πάλιν ασκούν εξουσία πάνω στον ενάγοντα. - Παραδέχονται ότι ο ενάγοντας αντέδρασε σε αυτή την προτροπή τους. Συζητούσε το θέμα με την εν διαστάσει σύζυγο του, οπότε κάποια στιγμή όταν οξύνθηκαν τα πνεύματα έχουμε την παρέμβαση του εναγομένου 3 κάμνοντας σύσταση στον ενάγοντα για την συμπεριφορά του μπροστά στο παιδί. - Γίνεται παραδεκτό ότι ο ενάγοντας προσπάθησε ανεπιτυχώς να έχει επαφή με τους δικηγόρους του για να τους συμβουλευθεί για το τι έπρεπε να κάμει. Ευρισκόταν κάτω από πίεση και την εξουσία των αστυνομικών. Αυτοί δεν του παρείχαν ευχέρεια επιλογής. Έπρεπε να συμμορφωθεί για να αφεθεί ελεύθερος και να μπορέσει να αναχωρήσει από το αεροδρόμιο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι ο ενάγοντας αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας ξημερώματα της 1ης .09.2002 προερχόμενος από το Λονδίνο με τα δύο ανήλικα τέκνα του. Αφού πέρασε τον έλεγχο των διαβατηρίων και ευρισκόμενος στο χώρο αναμονής των αποσκευών όπου υπήρχαν πολλά συγκεντρωμένα άτομα, συνάντησε εκεί την εν διαστάσει σύζυγο του με την αδελφή της. Άρχισε μια συζήτηση μεταξύ τους κατά πόσον ο ενάγων ήταν υπόχρεος ή όχι με βάσει κάποιο δικαστικό διάταγμα να της παραδώσει την ανήλικη θυγατέρα τους. Διισταμένες ήταν οι απόψεις τους. Όπως ήταν η συνεννόηση που προηγήθηκε της εν διαστάσει συζύγου με τους εναγόμενους 2 και 3 που ήταν καθήκον στο Κέντρο Ελέγχου Διαβατηρίων, αυτοί παρενέβησαν μετά που κλήθηκαν από την εν διαστάσει σύζυγο του ενάγοντος και κάλεσαν και τους δύο να τους ακολουθήσουν στο παρακείμενο αστυνομικό γραφείο. Αυτοί υπάκουσαν, ο εναγόμενος 2 υποβαστάζοντας μάλιστα τον ενάγοντα από το μπράτσο το οδήγησε στο αστυνομικό γραφείο με τον εντεκάχρονο γιο τους ενώ η θυγατέρα τους παρέμεινε έξω με τη θεία της. Εκεί ο εναγόμενος 2 με οδηγίες του εναγομένου 3 ζήτησε το διαβατήριο του ενάγοντος για να εξακριβώσουν τα στοιχεία του, το οποίο και φωτοτύπησε. Στη συνέχεια υποδεικνύοντας ο εναγόμενος 3 το δικαστικό διάταγμα, αντίγραφο του οποίου τους είχε δώσει προηγουμένως η εν διαστάσει σύζυγος του, του υπέδειξε ότι έπρεπε να συμμορφωθεί με αυτό παραδίδοντας την ανήλικη θυγατέρα του και το διαβατήριο της στην μητέρα της. Επακολούθησε έντονη συζήτηση και διαξιφισμοί μεταξύ του ζεύγους στην οποία παρενέβη ο εναγόμενος 3 υποδεικνύοντας σε αυτόν να μη βρίζει τη μητέρα μπροστά στο παιδί. Ο ενάγοντας υπέδειξε σε αυτούς ότι δεν είχαν αρμοδιότητα να εκτελέσουν το εν λόγω διάταγμα, όπως και οι ίδιοι το παραδέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως επέμεναν ότι έπρεπε να συμμορφωθεί με αυτό, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να αποχωρήσει από το χώρο όπως ρητά του το έκαμε σαφές ο εναγόμενος 3 ως υπεύθυνος της βάρδιας και αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Στο μεταξύ ο ενάγοντας προσπάθησε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του για να τους ενημερώσει για το τι του συνέβαινε και να τους συμβουλευθεί. Τελικά ο ενάγοντας στην επιμονή και στις υποδείξεις του εναγομένου 3 αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και να παραδώσει τόσο την ανήλικη θυγατέρα του στη μητέρα της όσο και το διαβατήριο της για να μπορέσει να φύγει από το αστυνομικό γραφείο. Στο μεταξύ είχε κληθεί στο κινητό του τηλέφωνο, όταν καθυστερούσε να βγει από το αεροδρόμιο, από τον αδελφό του ο οποίος είχε μεταβεί στο αεροδρόμιο για να τους παραλάβει και είχε πει σε αυτόν πως ήταν υπό κράτηση στην αστυνομία καθώς αξιωνόταν από αυτόν να παραδώσει την ανήλικη του θυγατέρα στην μητέρα της. Το όλο επεισόδιο διήρκεσε τουλάχιστον 30΄όπως ήταν η τελική εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντος. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Δεν παραμένει καμιά αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν αρμοδιότητα ή εξουσία να ενεργήσουν προς τον σκοπό εκτέλεσης και εφαρμογής του δικαστικού διατάγματος, όπως αυτοί το ερμήνευαν, εντούτοις, για άγνωστους λόγους, επενέβησαν σε μια ιδιωτική διαφορά και ενήργησαν κατά τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω και κατά τρόπο που συνιστούσαν οι ενέργειες τους σύλληψη και κράτηση του ενάγοντος προς επίτευξη του σκοπού τους. Εναντίον του ενάγοντος δεν ηγέρθησαν υποψίες ή υπήρχαν εύλογες υπόνοιες ότι διέπραξε οποιονδήποτε αδίκημα, ούτε και διέπραξε ενώπιον τους οποιοδήποτε αυτόφωρο αδίκημα. Είχε περάσει τον έλεγχο των διαβατηρίων χωρίς κανένα πρόβλημα, οι εναγόμενοι 2 και 3 επενέβησαν αργότερα και ανακατεύτηκαν σε μια ιδιωτική και οικογενειακή διαφορά, επιδεικνύοντας εξουσία έναντι του ενάγοντος τον οποίο υποχρέωσαν σε συμμόρφωση και υπακοή σε ό, τι αυτοί νόμιζαν ότι προνοούσε ένα δικαστικό διάταγμα του οποίου, όπως προανέφερα, και όπως είναι παραδεκτό, δεν είχαν εξουσία και αρμοδιότητα εκτέλεσης και επιβολής του. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν, σε αντίθεση με όσα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ενήργησαν, για δικούς τους λόγους, προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο τους είχε ζητήσει να παρέμβουν η εν διαστάσει σύζυγος του ενάγοντος. Η προληπτική επέμβαση τους, όπως και οι δύο ισχυρίστηκαν, με κανένα τρόπο δεν εδικαιολογείτο. Θα μπορούσαν κάλλιστα να υποδείκνυαν στο ζεύγος να περάσει έξω από εκείνο το χώρο και να λύσουν τις όποιες διαφορές τους αλλού. Ως εκεί ήταν τα όρια στα οποία θα έπρεπε να κινηθούν, εξάλλου για την ασφάλεια και την τήρηση της τάξης και έλεγχο των προσώπων που εισέρχονται και διακινούνται στους χώρους του αεροδρομίου, όπως οι ίδιοι ανέφεραν, άλλο ήταν το αρμόδιο τμήμα. Η παρέμβαση τους όμως, όπως εκδηλώθηκε τους επιφορτίζει με την ευθύνη πρώτα του εξαναγκασμού του ενάγοντος να εισέλθει σε αστυνομικό γραφείο παρά τη θέληση του, ενέργεια η οποία συνιστά σύλληψη του έστω και εάν ρητά δεν του ειπώθηκε κάτι τέτοιο ούτε και του επεστήθη η προσοχή γι΄ αυτό, ακολούθως και ενώ αυτός εκρατείτο παρά τη θέληση του, εφόσον δεν είχε επιλογή, όπως του το είχε κάμει ρητά σαφές ο εναγόμενος 3, εξαναγκάστηκε να συμμορφωθεί με ένα διάταγμα για το οποίο οι ίδιοι δεν γνώριζαν εάν ίσχυε ή όχι, χωρίς καν να ελέγξουν τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί του ανενεργού του, παίρνοντας θέση υπέρ της άποψης της εν διαστάσει συζύγου του χωρίς να έχουν, επαναλαμβάνω, ούτε αρμοδιότητα ούτε εξουσία εκτέλεσης του. Τα πιο πάνω συνιστούσαν παρέμβαση τους σε μια ιδιωτική διαφορά και επιβολή στην μια πλευρά την θέληση της άλλης ασκώντας προς τούτο εξουσία. Είναι παραδεκτό ότι όλα τα πιο πάνω όταν άρχισε το επεισόδιο έλαβαν χώρα σε δημόσιο μέρος όπου ο καθένας ο οποίος ευρισκόταν στο μέρος θα μπορούσε να αντιληφθεί το επεισόδιο, και υπήρχαν σύμφωνα με τον ενάγοντα αρκετά άτομα εκεί, στην αρχή στην παρουσία και των δύο παιδιών του ζεύγους και της αδελφής της εν διαστάσει συζύγου του, και ακολούθως εντός του γραφείου, στη παρουσία του εντεκάχρονου γιου του ζεύγους. Δεν έχει δικογραφηθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος 2 καθ΄ οδόν προς το αστυνομικό γραφείο τον είχε πιάσει από το μπράτσο. Αυτό κατά την άποψη μου δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία καθώς στις λεπτομέρειες της εκθέσεως απαιτήσεως γίνεται αναφορά σε παράνομη σύλληψη και κράτηση που έγινε σε δημόσιο χώρο όπου ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτή από παριστάμενα στο χώρο άτομα. Το Άρθρο 29 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Παράνομος κατακράτησις προσώπου συνίσταται εις την παράνομον και ολοσχερή στέρηση της ελευθερίας προσώπου δι΄οιανδήποτε χρονική περίοδο δια φυσικών μέσων ή δι΄ επιδείξεως εξουσίας¨. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 11 παρ.1 του Συντάγματος: ¨Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας.¨ Το πιο πάνω άρθρο διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε ατόμου για ελευθερία και προσωπική ασφάλεια από αυθαίρετη σύλληψη, φυλάκιση, καταδίκη και από κάθε άλλο περιορισμό της ελευθερίας του. Είναι θεμελιώδους σημασίας και με δεδομένη την ευθύνη των Αρχών να λογοδοτούν για τα άτομα που ευρίσκονται κάτω από τον έλεγχο τους. Η προσωπική ελευθερία σύμφωνα με την νομολογία μας είναι απαραβίαστη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Σάββα Νικηφόρου Ηλία,
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 79 στη σελ.
- Το πιο πάνω Άρθρο αντιστοιχεί, με κάποιες αλλαγές, με το Άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Α.Δ.) την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με τον Ν. 39/
- Σύλληψη και κράτηση ατόμου δεν μπορεί να γίνει χωρίς δικαστικό ένταλμα σύλληψης, εκτός σε σχέση με ¨αυτόφωρο αδίκημα¨ όπως περιγράφεται στη παρ. 3 του ίδιου Άρθρου. Θέση της υπεράσπισης ήταν ότι δεν υπήρξε σύλληψη και κράτηση του ενάγοντος καθ΄ οιανδήποτε στιγμή, ούτε καν απλός περιορισμός των κινήσεων του, έτσι δεν γίνεται επίκληση οποιασδήποτε από τις υπερασπίσεις του Άρθρου 30 του ίδιου νόμου ούτε και σε σχέση με τον εναγόμενο 1 Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προβάλλεται η υπεράσπιση του Άρθρου 31, αποδεχόμενοι την εκ προστήσεως ευθύνη του εναγομένου 1, το οποίο θα πρέπει να διαβάζεται υπό το φως των προνοιών του Συντάγματος και συγκεκριμένα του Άρθρου 172 σύμφωνα με το οποίο: ¨Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ΄επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας¨. Επομένως οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση αυτής της πτυχής της υπόθεσης θα είχε μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Επιγραμματικά θα μπορούσα να αναφέρω ότι σύμφωνα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διακρίνεται η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας και ο απλός περιορισμός των κινήσεων, ο οποίος δεν θεωρείται ότι συνιστά παραβίαση του δικαιώματος αυτού ( βλ. Engel and Others v. Netherlands, Judgment of 18 June 1976, series A no. 22). Ούτε οι ενέργειες των εναγομένων 2 και 3 μπορούν να υπαχθούν στις εξαιρέσεις της παρ. 2 και ειδικά της υποπαραγράφου (β) δηλαδή της ¨συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου λόγω μη συμμορφώσεως προς νόμιμον διαταγήν δικαστηρίου¨, η οποία καλύπτει περιπτώσεις που ένα άτομο κρατείται για να εξαναγκαστεί να εκτελέσει συγκεκριμένη υποχρέωση που ως τότε δεν εκπλήρωσε (βλ. Engel (ανωτέρω). Της οποίας επίσης σκοπός είναι η διασφάλιση της καλής απονομής της δικαιοσύνης μέσα από την επιβολή συμμόρφωσης προς τα απαγορευτικά διατάγματα ή διατάγματα που αφορούν οικογενειακές σχέσεις, όπως η φύλαξη των τέκνων ή η συντήρηση γενικά, όπως και άλλα σχετικά θέματα (βλ. Fawcett, The Application of the European Convention on Human Rights, second Edition, 1987 σελ. 81). Όπως αναφέρω πιο πάνω καμιά τέτοια διαταγή ή διάταγμα παρουσιάστηκε, αλλά ούτε και προς αυτήν την κατεύθυνση κινήθηκε η υπεράσπιση των εναγομένων. Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία αλλά ούτε και υπήρξε μια τέτοια εισήγηση ότι δηλαδή συντρέχει στη παρούσα υπόθεση οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στη παρ. 2 του ίδιου του Άρθρου 11 του Συντάγματος. Το ότι ενάγεται ο Γενικός Εισαγγελέας αυτό προνοείται από το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
- Η ενέργεια των εναγομένων 2 και 3 και μάλιστα όταν ο εναγόμενος 2 υποβαστάζοντας τον ενάγοντα από το μπράτσο και οδηγώντας τον στο παρακείμενο αστυνομικό γραφείο από τον δημόσιο χώρο όπου ευρισκόταν εντός του αεροδρομίου Λάρνακας και ακολούθως τα όσα διαδραματίσθηκαν εντός του γραφείου, για τα οποία κάμνω εκτενή αναφορά πιο πάνω, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι συνιστούσαν παράνομη σύλληψη δια φυσικών μέσων και ακολούθως κράτηση του δια επιδείξεως εξουσίας, εφόσον αυτός δεν είχε επιλογή μέχρι που να συμμορφωνόταν σύμφωνα με τη δική τους επιθυμία και τότε μόνο θα αφηνόταν ελεύθερος να φύγει από το αεροδρόμιο. Μόνο η συμπεριφορά και οι ενέργειες των εναγομένων 2 και 3 και η εντύπωση που αυτοί μετέδιδαν με αυτές θα ήταν αρκετή για να δημιουργηθεί η αντίληψη στον ενάγοντα ότι δεν είχε επιλογή να φύγει και ότι θα έπρεπε να συμμορφωθεί. Στη προκείμενη περίπτωση όμως υπήρξε επιπλέον η ρητή και σαφής δήλωση του εναγομένου 3, όπως είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος τον οποίο αποδέχθηκα, ότι εάν δεν συμμορφωνόταν παραδίδοντας την ανήλικη θυγατέρα τους στην εν διαστάσει σύζυγο του, θα παρέμενε υπό κράτηση και ότι την όλη ευθύνη την αναλάμβανε αυτός. Κατά συνέπεια κρίνω ότι υπήρξε ολοσχερής κράτηση του ενάγοντος σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει η απόφαση Bird v. Jones
(1845)7 QB 742 στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος υπεράσπισης αλλά και στα όσα εξηγούνται στον Salmond on Law of Torts, 16η έκδοση, 1973 σελ. 125 και επόμενα στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος. Καταλήγω επομένως ότι η σύλληψη και κράτηση του ενάγοντος με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο επετεύχθη με φυσικά μέσα και επίδειξη εξουσίας εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 ως αστυνομικών ασκούντων εξουσία. Έστω και αν ακόμα η πόρτα του γραφείου ήταν ανοιχτή, έστω και αν ακόμα ο ενάγοντας δεν εκδήλωσε προσπάθεια να φύγει και παρεμποδίσθηκε να το κάμει, αυτά δεν αναιρούν το γεγονός ότι όπως εξελίσσονταν τα γεγονότα και διαμορφώθηκε η κατάσταση οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν του παρείχαν επιλογή παρά να συγκατατεθεί και συμμορφωθεί στις υποδείξεις τους διαφορετικά δεν μπορούσε να φύγει από το αστυνομικό γραφείο. Ο ενάγοντας δεν προώθησε τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην έκθεση απαιτήσεως του περί ανάκρισης του και έκθεσης σε αυτόν κατηγοριών και έτσι δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης. Η κατάληξη μου στα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή της υπόθεσης καθορίζει και την τύχη της απαίτησης του ενάγοντος έναντι των εναγομένων. Σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, η απόδειξη τους κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρισκόταν στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με μαρτυρία η οποία θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστη. Αποδεχόμενος την μαρτυρία του κρίνω ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του της ελεύθερης διακίνησης και ελευθερίας και αυτός δικαιούται σε αποζημιώσεις. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ: Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω το επόμενο ζήτημα που παρέμεινε και που είναι ο καθορισμός των αποζημιώσεων τις οποίες ο ενάγοντας δικαιούται. Η εισήγηση εκ μέρους της πλευράς του ενάγοντος είναι ότι το ποσό των Λ.Κ.5.000 δηλαδή Λ.Κ.2.500 σαν αποζημιώσεις για την ψυχική οδύνη του ενάγοντος και την ταλαιπωρία πλέον Λ.Κ.2.500 επαυξημένες ή παραδειγματικές αποζημιώσεις θα αποζημίωναν τον ενάγοντα. Το ερώτημα που γεννάται και θα πρέπει να εξετασθεί είναι το μέτρο των αποζημιώσεων εφόσον δεν πρόκειται για αποκατάσταση υλικής ζημιάς που εύκολα μπορεί να αποτιμηθεί. Σκοπός όμως της επιδίκασης αποζημίωσης είναι να αποκαταστήσει, στο βαθμό που είναι εφικτό, την υπόληψη ενός προσώπου του οποίου παραβιάστηκαν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος με παρέπεμψε εκτός από Αγγλική νομολογία και στην Κυπριακή υπόθεση Καφούρη v. Κλινικής Νεφέλη Λτδ και άλλων,
(2003)1Β Α.Α.Δ. σελ. 1051. Στην τελευταία υπόθεση το Εφετείο επεδίκασε Λ.Κ.1.042 για γεγονότα που έλαβαν χώρα το 1993 και αφορούσαν παράνομη επίθεση και κατακράτηση. Η υπόθεση Γιάλλουρος v. Νικολάου,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 558 στην οποία γίνεται μια εκτενής ανάλυση του πως αντικρίζεται από την Κυπριακή και ξένη νομολογία όπως και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το θέμα του καθορισμού των αποζημιώσεων όταν παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα, αφορούσε επιδίκαση αποζημιώσεων σε υπόθεση παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της ελεύθερης επικοινωνίας, τα οποία κατοχυρώνονται στα Άρθρα 15.1 και 17.1 του Συντάγματος. Κρίθηκε ότι το θύμα παραβιάσεων των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνει το Σύνταγμα, έχει αγώγιμο δικαίωμα να αξιώσει την παροχή θεραπείας ή θεραπειών τις οποίες αναγνωρίζει το αστικό δίκαιο, μεταξύ των οποίων και αποζημιώσεις. Η παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα, ανεξάρτητα του αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά αστικό αδίκημα. Αγώγιμο δικαίωμα ανακύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης αυτού τούτου του ανθρώπινου δικαιώματος. Χωρίς την προστασία αυτή τα δικαιώματα θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδη, αλλά και αυτό τούτο το χαρακτήρα τους ως δικαιώματα, μετατρεπόμενα σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς. Στην υπόθεση αυτή λόγω παραβίασης των πιο πάνω δικαιωμάτων του εφεσίβλητου - ενάγοντος επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση για απόδοση του ποσού των Λ.Κ.5.000 ως δίκαιης αποζημίωσης απαλλαγμένης από οποιοδήποτε στοιχείο τιμωρίας ή παραδειγματισμού αλλά ως εύλογης αποζημίωσης. Αφορούσε παράνομη παρακολούθηση για ένα ολόκληρο έτος και αποκάλυψη των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του εφεσίβλητου ο οποίος τέθηκε σε διαθεσιμότητα και κρατήθηκε μακριά από τη δουλειά του για περίοδο ενός έτους. Διευκρινίζω ότι στη προκείμενη περίπτωση το δικαίωμα που παραβιάστηκε, αυτό της ελευθερίας του ενάγοντος είναι αντικείμενο προστασίας από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων. Στον καθορισμό των αποζημιώσεων θα λάβω υπόψη τα γεγονότα και τις συνθήκες του επεισοδίου, όπως αυτά διαδραματίσθηκαν και για τα οποία έγινε λόγος πιο πάνω καθώς και την διάρκεια τους, την επαγγελματική και πολιτική ενασχόληση του κατηγορούμενου και την κοινωνική του θέση, κατείχε εκείνη την εποχή τη θέση του Διευθυντή Διαχείρισης Ελέγχου Πιστωτικού Κινδύνου στην Τράπεζα Κύπρου που ως γνωστό είναι ο μεγαλύτερος τραπεζικός οργανισμός στη Κύπρο. Λόγω της θέσης του είχε υπό τον έλεγχο του δεκάδες υποκαταστήματα της Τράπεζας Κύπρου, εκατοντάδες υπαλλήλους και πολλές χιλιάδες πελάτες της τράπεζας, όπως αναφέρθηκε στην τελική εισήγηση. Ταυτόχρονα ήταν μέλος του Γραφείου Οικονομικών Μελετών της Κεντρικής Επιτροπής του Α.Κ.Ε.Λ. θέση που κατέχει μέχρι και σήμερα. Η σύλληψη και η επακόλουθη κράτηση του ενάγοντος έγινε, θα μπορούσα να πω, με διακριτικό τρόπο εκ μέρους της αστυνομίας. Είναι παραδεκτό ότι είχαν μπει σε μια συζήτηση με την εν διαστάσει σύζυγο του σε δημόσιο χώρο του αεροδρομίου Λάρνακας και όταν τους υποδείχθηκε από τους αστυνομικούς να εισέλθουν στο αστυνομικό γραφείο, δεν δημιουργήθηκε, σε εκείνο το δημόσιο χώρο όπου ευρίσκονταν, οποιοδήποτε περαιτέρω επεισόδιο που να εμπεριείχε το στοιχείο της βίας και το οποίο θα προκαλούσε την προσοχή παρευρισκομένων. Επομένως δεν θα πρέπει να έγινε αντιληπτό από αρκετούς παρευρισκόμενους, εν πάση περιπτώσει δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία επί τούτου ή έστω ότι αν το όλο επεισόδιο έγινε γνωστό πέραν του στενού κύκλου του ενάγοντος. Το όλο επεισόδιο όπως είναι το εύρημα μου διήρκεσε περίπου για 30΄ δηλαδή η διάρκεια της κράτησης ήταν χρονικά μικρή, λαμβάνεται όμως υπόψη και το αποτέλεσμα που επέφερε η κράτηση του, ο εξαναγκασμός του δηλαδή να υποκύψει στις υποδείξεις των αστυνομικών. Στην απόφαση Γιάλλουρος (ανωτέρω) λέχθηκαν τα πιο κάτω στη σελ. 576: ¨Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημιά είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με την λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Ο παραδειγματισμός μέσω αποζημιώσεων έχει περιορισθεί στην Αγγλία (Βλ. Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367, Cassell & Co Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801). Ενώ δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Εξάλλου είναι κοινά παραδεκτό ότι το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται άμεσα με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος.¨ Κρίνω ότι το ποσό των Λ.Κ.2.000 θα ήταν στην προκείμενη περίπτωση δίκαιη αποζημίωση. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.2.000 πλέον νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Επιδικάζονται έξοδα στην ανάλογη κλίμακα υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο