← Κύπρος

DEBRA TRADING LTD ν. Στέλιου Βαγιανού, Αρ. Αγωγής 2205/03, 14 Νοεμβρίου, 2006

DEBRA TRADING LTD ν. Στέλιου Βαγιανού, Αρ. Αγωγής 2205/03, 14 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2205/03 Μεταξύ: DEBRA TRADING LTD., από τη Λάρνακα, Εναγόντων -και- Στέλιου Βαγιανού, από το Κίτι, Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 13/10/2006 Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2006. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-εναγόμενο: Ο κ. Κωνσταντίνου. Για Καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: Η κα Γ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό των Λ.Κ.224.573,84 δυνάμει μη τιμηθείσης τραπεζικής επιταγής την οποία, όπως διατείνονται, εξέδωσε ο εναγόμενος. Ο τελευταίος με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του αρνείται ότι εξέδωσε την επιταγή. Στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες του παρουσιάστηκαν ως αδειούχα χρηματιστηριακή εταιρεία, ενώ δεν ήταν, και προέβαιναν σε χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του χωρίς συγκεκριμένη εντολή για συγκεκριμένη πράξη και/ή κατά τρόπο παράνομο και/ή κατά παράβαση της περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νομοθεσίας, χρεώνοντας τον με διάφορα χρηματικά ποσά εν αγνοία του. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής και αφού οι ενάγοντες έκλεισαν την υπόθεση τους ο εναγόμενος καταχώρισε την παρούσα αίτηση με την οποία επιζητεί την τροποποίηση της Υπεράσπισης με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 4 με την ακόλουθη νέα παράγραφο 4: «Διαζευκτικά και άνευ επηρεασμού των άνω υπερασπίσεων του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι: (α) οι Ενάγοντες επαρουσιάστηκαν εις τον Εναγόμενο ως αδειούχα χρηματιστηριακή εταιρεία, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. (β) συνεφώνησαν να προβαίνουν σε χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του Εναγομένου κατόπιν εντολής του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Νόμο. (γ) οι Ενάγοντες χωρίς να έχουν συγκεκριμένη νομότυπη εντολή από τον Εναγόμενο προέβηκαν χωρίς εξουσία και/ή παράνομα σε χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του Εναγομένου, χρεώνοντας τον Εναγόμενο διάφορα χρηματικά ποσά εν αγνοία του, για τα οποία απαίτησαν πληρωμήν και του εζήτησαν να τους εκδώσει την επίδικη επιταγή, εν γνώσει τους ότι δεν εδικαιούντο εις την είσπραξη του ποσού της επιταγής». Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, λόγω «λάθους ή αβλεψίας ή κακής διατύπωσης» η υφιστάμενη παράγραφος 4 της Υπεράσπισης δεν αποκαλύπτει πλήρως και με σαφήνεια την υπεράσπιση του και συνεπώς δεν είναι απόλυτα σύμφωνη με τη μαρτυρία που προτίθεται να παρουσιάσει προς υπεράσπιση του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος εκφράζει την πίστη πως είναι ορθό, λογικό και δίκαιο όπως η αίτηση εγκριθεί και ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η τροποποίηση χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα των εναγόντων. Οι ενάγοντες ενίστανται στην αίτηση προβάλλοντας ως λόγους ότι: ο εναγόμενος καθυστέρησε αδικαιολόγητα και χωρίς οποιοδήποτε λόγο να υποβάλει την αίτηση· η αίτηση είναι παράτυπη, κακόπιστη, αντικανονική και θα επηρεάσει τους ενάγοντες· θα προκληθεί στους ενάγοντες ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για έξοδα. Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Κατερίνας Βουρή, υπαλλήλου των δικηγόρων των εναγόντων, και συνοψίζονται ουσιαστικά στα ακόλουθα. Απορρίπτει την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου και διατείνεται ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση δεν είναι αποδεκτά από τους ενάγοντες, ήταν γνωστά στον εναγόμενο από το 2000 και προηγουμένως και παρά το γεγονός ότι το ίδιο ακριβώς θέμα ετέθη κατά τη δικάσιμο της 2.10.2006, ο εναγόμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια αλλά αντίθετα ζήτησε να συνεχιστεί η ακρόαση, άφησε «τον ενάγοντα» - προφανώς εννοεί τους ενάγοντες - να κλείσουν την υπόθεση τους, ζήτησε αναβολή για να καλέσει ως μάρτυρες τραπεζικούς υπαλλήλους και ξαφνικά, εντελώς κακόπιστα, καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Διατείνεται περαιτέρω ότι θα είναι άδικο για τους ενάγοντες αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση όταν το θέμα είχε τεθεί πριν την έναρξη της ακρόασης και ο εναγόμενος δήλωσε καθαρά ότι ήθελε να προχωρήσει. Ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο τα γεγονότα της 2.10.2006 όπως αυτά εκτίθενται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης καταχωρώντας, για παράδειγμα, απαντητική ένορκη δήλωση ή υποβάλλοντας την ενόρκως δηλούσα για λογαριασμό των εναγόντων σε αντεξέταση. Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δύο συνήγοροι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των διαδίκων παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Έχω θέσει ενώπιον μου τις εισηγήσεις τους, και θα αναφερθώ σε αυτές όπου και εφόσον το κρίνω αναγκαίο για τους σκοπούς της απόφασης. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα επικεντρώσω την προσοχή μου στα θέματα που δεσπόζουν. Η σύγχρονη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων φαίνεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση εκείνη, τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Επισημαίνεται δε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560,562 ότι όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση της είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο. Ένας παράγοντας που είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, είναι αυτός του χρόνου υποβολής της αίτησης (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726. Όσον πιο καθυστερημένα επιζητείται η τροποποίηση, τόσο πιο δύσκολα δίδεται. Η παροχή άδειας για τροποποίηση σε προκεχωρημένο στάδιο της δίκης ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Kallice Holding Co. Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162). Σε ό, τι αφορά την παροχή εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, υποδεικνύεται από το Εφετείο στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Έχοντας μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των προαναφερομένων αυθεντιών και αρχών προβαίνω στις ακόλουθες παρατηρήσεις και συμπεράσματα:
  1. Με την προτεινόμενη τροποποίηση ο εναγόμενος επιζητεί την επαναδιατύπωση υφιστάμενων στην Υπεράσπιση ισχυρισμών και την τοποθέτηση τους πάνω σε διαζευκτική προς την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης βάση, καθώς και την προσθήκη νέων ισχυρισμών οι οποίοι εντοπίζονται στην παράγραφο (β) της προτεινόμενης τροποποίησης και σε μέρος της υποπαραγράφου (γ), με σκοπό να τεθεί η Υπεράσπιση στις πραγματικές της διστάσεις. Με την προτεινόμενη υποπαράγραφο (β) εισάγεται ισχυρισμός για την ύπαρξη συμφωνίας να προβαίνουν οι ενάγοντες σε χρηματιστηριακές πράξεις για λογαριασμό του εναγομένου κατόπιν εντολής του «σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το Νόμο» ενώ με την προτεινόμενη υποπαράγραφο (γ) ο εναγόμενος εισαγάγει νέο ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες «απαίτησαν πληρωμήν και του εζήτησαν να τους εκδώσει την επίδικη επιταγή, εν γνώσει τους ότι δεν εδικαιούντο εις την είσπραξη του ποσού της επιταγής». Η προσθήκη των προαναφερθέντων στοιχείων συνιστά, κατά την άποψη μου διεύρυνση της υφιστάμενης πραγματικής βάσης, σε προχωρημένο όμως στάδιο της αγωγής αφού έχει ήδη κλείσει η υπόθεση των εναγόντων.
  2. Ο εναγόμενος δικαιολογεί την αίτηση με αναφορά σε λάθος ή αβλεψία ή και κακή διατύπωση της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης χωρίς ωστόσο να αναφέρει πότε περιήλθε στην αντίληψη του η αναγκαιότητα για τροποποίηση. Σχετικό με αυτή την πτυχή της αίτησης είναι και το κατά πόσο το λάθος, αβλεψία ή και κακή διατύπωση μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί ενωρίτερα (βλ. Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Παρατηρώ σχετικά με το ζήτημα αυτό ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να υποδηλώνει ότι τα γεγονότα που θεμελιώνουν την τροποποίηση, ειδικότερα το μέρος της προτεινόμενης τροποποίησης που συνίσταται σε νέους ισχυρισμούς, δεν ήταν γνωστά στον εναγόμενο από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Αντιθέτως, η φύση των γεγονότων αυτών είναι τέτοια που εξυπακούεται και σχετική γνώση του εναγομένου πριν από την καταχώρηση της αγωγής .
  1. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Δ.2,θ.6) καταχωρήθηκε στις 6.6.
  2. Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 20.10.2003 ενώ η ακροαματική διαδικασία της αγωγής άρχισε στις 2.10.2006 μετά από αλλεπάλληλες αναβολές της υπόθεσης, τόσο για οδηγίες όσο και ακρόαση, για διάφορους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά. Δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο ότι το θέμα της τροποποίησης ετέθη στις 2.10.2006, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής, και ότι ο εναγόμενος, μέσω του δικηγόρου του, δήλωσε καθαρά ότι ήθελε να προχωρήσει με την ακρόαση, όπως και έγινε. Οι ενάγοντες στη συνέχεια παρουσίασαν ολόκληρη την υπόθεση τους μέσω του μοναδικού τους μάρτυρα, στον οποίο τέθηκαν κατά την αντεξέταση διάφοροι ισχυρισμοί από πλευράς εναγομένου. Πριν όμως αρχίσει η αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων δήλωσε ότι επειδή είχαν προκύψει «κάποια θέματα» εκείνη την ημέρα, αν ο συνήγορος του εναγομένου επιθυμούσε να του δοθεί κάποια αναβολή ή κάποιος χρόνος πριν αρχίσει η αντεξέταση, ο ίδιος δεν θα είχε ένσταση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου δήλωσε τότε ότι δεν υπήρχε λόγος για αναβολή και η διαδικασία μπορούσε να προχωρήσει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΕ1, οι ενάγοντες έκλεισαν την υπόθεση τους. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου με σκοπό να παρουσιάσει την υπεράσπιση του εναγομένου αφού θα έπρεπε, όπως είπε, να καλέσει τραπεζιτικούς μάρτυρες. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για συνέχιση της ακρόασης στις 16.10.
  3. Στις 13.10.2006 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, όταν η δίκη βρισκόταν πλέον σε προχωρημένο στάδιο αφού είχε κλείσει η υπόθεση των εναγόντων. Δεν προσφέρεται καμιά εξήγηση γιατί ο συνήγορος του εναγομένου ενώ είχε επιλέξει τόσο πριν από την έναρξη της ακρόασης, όταν είχε τεθεί το θέμα της τροποποίησης, όσο και πριν από την έναρξη της αντεξέτασης του ΜΕ1, να μη ζητήσει την τροποποίηση της Υπεράσπισης ή χρόνο τουλάχιστον για να μελετήσει τέτοιο ενδεχόμενο, εντούτοις καταχώρησε εν συνεχεία την παρούσα αίτηση. Η υποβολή της αίτησης κάτω από τις περιστάσεις που έχουν εκτεθεί πιο πάνω δεν μπορεί παρά να συναρτηθεί με έλλειψη καλής πίστης.
  4. Η δικογραφία στην παρούσα αγωγή ολοκληρώθηκε με την καταχώριση Απάντησης εκ μέρους των εναγόντων στις 6.2.
  5. Έκτοτε η αγωγή ορίστηκε τέσσερις φορές για ακρόαση πριν τελικά αρχίσει η ακροαματική διαδικασία στις 2.10.
  6. Ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του δεν προσφέρει καμιά δικαιολογία για τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου, θα απέρριπτα την αίτηση και για τους ακόλουθους λόγους, οι οποίοι δεν απασχόλησαν τους συνηγόρους των διαδίκων στην ακρόαση της αίτησης. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προσδιορίζει κατά πόσο ο εναγόμενος, ενόρκως δηλών, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία διατείνεται και αν όχι, ποία είναι η πηγή της γνώσης του. Το ζήτημα αποκτά σημασία δεδομένου ότι η Υπεράσπιση στο φάκελο του Δικαστηρίου φέρεται να έχει συνταχθεί από το δικηγόρο του εναγομένου, ο οποίος και την υπογράφει, ενώ ο εναγόμενος δικαιολογεί την ανάγκη για τροποποίηση με αόριστη αναφορά, μεταξύ άλλων, σε αβλεψία ή λάθος - χωρίς να αναφέρει ποιον αφορά η αβλεψία ή το λάθος - με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται με σαφήνεια η υπεράσπιση του. Σύμφωνα με τη Δ.39,θ.2 η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων του ενόρκως δηλούντα. Είναι δυνατό όμως σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση να αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποί αντλεί την πληροφόρηση του. Ένορκη δήλωση η οποία δεν συμμορφώνεται με τις πιο πάνω προϋποθέσεις είναι αντικανονική και αγνοείται. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είμαι ικανοποιημένη ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις της Δ.39, θ.
  7. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.