← Κύπρος

Κωνσταντίνου Χριστοφή ν. Δημήτρη Μακρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2918/04, 21 Νοεμβρίου, 2006

Κωνσταντίνου Χριστοφή ν. Δημήτρη Μακρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 2918/04, 21 Νοεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A159 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2918/04 Μεταξύ: Κωνσταντίνου Χριστοφή, Ενάγοντα, και

  1. Δημήτρη Μακρή,
  2. Ιωάννη Μακρή,
  3. Άννας Παράσχου,
  4. Λευτέρη Παράσχου, Εναγομένων. -------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Νοεμβρίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Σουρουλλά. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κος Κούτρας. Για τους Εναγόμενους 3 και 4: κα Γ. Ζαχαρίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις υλικές ζημιές που υπέστη συνεπεία ατυχήματος που συνέβη στις 02.10.2003 ενώ το όχημά του ήταν σταθμευμένο στο αριστερό παγκέτο του δρόμου Κελλιών-Λειβαδιών. Ο Εναγόμενος 1 υπέπεσε επί του σταθμευμένου οχήματός του στην προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη
  6. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα όπως αυτοί καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησής του, ο Ενάγοντας ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής DAD096 είχε το όχημά του σταθμευμένο στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο του δρόμου Κελλιών-Λάρνακας με κατεύθυνση τα Λειβάδια. Ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΑ676, ιδιοκτησία του Εναγόμενου 2, στο δρόμο Κελλιών-Λειβαδιών με κατεύθυνση τα Λειβάδια. Παρά τη βιοτεχνική περιοχή Κελλιών, στην προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση με το όχημα ΑΑΗ845 που οδηγούσε η Εναγόμενη 3, η οποία κατευθυνόταν από τα Λειβάδια στα Κελλιά, όταν αυτή άρχισε να στρίβει δεξιά προς την βιοτεχνική περιοχή Κελλιών, λόγω υπερβολικής ταχύτητας προσέκρουσε πρώτα επί του οχήματος UM551 και ακολούθως επί του οχήματος του Ενάγοντα. Μεταξύ των λεπτομερειών αμέλειας που καταγράφονται εναντίον του Εναγόμενου 1 είναι ότι οδηγούσε χωρίς να υπολογίζει ή να λαμβάνει υπόψη τα άλλα τροχοφόρα οχήματα, δεν έλαβε υπόψη ή και δεν πρόσεξε το όχημα του Ενάγοντα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τις προθέσεις της Εναγόμενης 3, παρέλειψε να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή του δυστυχήματος, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και παρέλειψε να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα ή να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Οι λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγόμενου 2 περιορίζονται στο ότι παρέλειψε να διατηρεί το όχημα ΗΜΑ676 σε καλή κατάσταση και ή να το συντηρεί, ότι τα φρένα του ιδίου αυτοκινήτου ήταν ελαττωματικά και ότι παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή οδήγηση από τον Εναγόμενο
  7. Οι ίδιες λεπτομέρειες αμελείας καταγράφονται και εναντίον του Εναγόμενου
  8. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης 3 αυτές είναι σε συντομία ότι οδηγούσε χωρίς να υπολογίζει τα άλλα τροχοφόρα οχήματα, ότι δεν πρόσεξε το όχημα των Εναγομένων 1 και 2 ή και δεν τι έλαβε υπόψη, ότι δεν είχε στραμμένη τη προσοχή της στο δρόμο, ότι παρέλειψε ή και απέτυχε να κάνει οποιοδήποτε ελιγμό προς αποφυγή του ατυχήματος ή και δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το όχημα των Εναγομένων 1 και 2, ότι παρέλειψε να δώσει προτεραιότητα και ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου των Εναγομένων 1 και 2 και γενικά ότι παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη τις υλικές ζημιές που καταγράφει στην παράγραφο 5(α) της Έκθεσης Απαίτησης του και ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ. 1.931.
  9. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην κοινή Υπεράσπισή τους αρνούνται τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρουν οι Εναγόμενοι 3 και 4 οι οποίοι κατηγορήθηκαν και από την αστυνομία για αμελή οδήγηση. Παράλληλα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 συνεισφορά για την τυχόν αποζημίωση που θα διαταχθούν από το Δικαστήριο να καταβάλουν στον Ενάγοντα. Καταχώρισαν και Ειδοποίηση δυνάμει της Δ.10 θ.12

(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών με την οποία αξιώνουν αποζημίωση από τους Εναγόμενους 3 και
  1. Η απάντηση των Εναγομένων 1 και 2 εναντίον των Εναγομένων 3 και 4 αφορά την αποζημίωση και/ή την συνεισφορά καθώς και τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ τους. Βασίζεται στο γεγονός ότι ήταν η αμέλεια της Εναγόμενης 3, η οποία απέκοψε την πορεία του Εναγόμενου 1 ή/και δεν του έδωσε προτεραιότητα ή/και δεν τον αντιλήφθηκε, η οποία ανάγκασε τον Εναγόμενο 1, στην προσπάθειά του να την αποφύγει, να συγκρουστεί με το σταθμευμένο όχημα του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 στη δική τους Έκθεση Υπεράσπισης, η οποία ήταν κοινή, ισχυρίστηκαν ότι καμία ευθύνη δε φέρουν για το εν λόγω ατύχημα και ότι αυτό οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα ή/και των Εναγομένων 1 και
  2. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ο Ενάγοντας είχε σταθμεύσει το όχημα του επικίνδυνα, με τρόπο που να εμποδίζει τη τροχαία κίνηση ή και παράνομα και με τρόπο που απέκοπτε την πορεία του Εναγόμενου
  3. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 οι Εναγόμενοι 3 και 4 ισχυρίστηκαν ότι αυτός οδηγούσε χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα τροχοφόρα οχήματα, δεν πρόσεξε το όχημα του Ενάγοντα, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την Εναγόμενη 3, οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του ή/και να λάβει τα αναγκαία μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 3 και 4 βασίστηκαν στο ότι παρέλειψε να διατηρεί το όχημα ΗΜΑ676 σε καλή κατάσταση, ότι τα φρένα του ήταν ελαττωματικά και ότι παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για ασφαλή οδήγηση του οχήματος από τον Εναγόμενο
  4. Όσον αφορά το περιεχόμενο της Υπεράσπισης των Εναγομένων 3 και 4 στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγομένων 1 και 2 θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί ήταν ταυτόσημοι μ΄ αυτούς που καταγράφηκαν στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 3 και
  5. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης και συγκεκριμένα την 01.11.05 οι διάδικοι συμφώνησαν τις ειδικές αποζημιώσεις στο ποσό των Λ.Κ. 1.631,44 επί πλήρους ευθύνης των Εναγομένων 1 και
  6. Το ίδιο έπραξαν και οι Εναγόμενοι 3 και 4, αποδέχθηκαν επίσης το ποσό των Λ.Κ. 1.631,44 επί πλήρους ευθύνης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν συνολικά πέντε μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε ήταν ο αστυφύλακας κος Μάριος Ττεραλλής, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Λάρνακας και στις 02.10.03 στάθμευε στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο ίδιος μαζί με ένα συνάδελφό του πήγαν στη σκηνή του δυστυχήματος στην οποία υπήρχαν τέσσερα ενεχόμενα οχήματα, όμως μόνο τα τρία από αυτά ήταν κτυπημένα, το ένα από αυτά ήταν το DAD
  7. Ο ίδιος προέβη στις μετρήσεις και ετοιμάσε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 και υιοθέτησε το περιεχόμενό του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο οδηγός του οχήματος ΑΑΗ845 κατευθυνόταν από τα Λειβάδια προς τα Κελλιά και προσπάθησε να στρίψει δεξιά προς τα καταστήματα τα οποία ευρίσκονται στη βιοτεχνική ζώνη. Στην προσπάθειά του να στρίψει ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος ΗΜΑ676, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, το οποίο κατευθυνόταν από τα Κελλιά στα Λειβάδια με αποτέλεσμα στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση ο οδηγός του ΗΜΑ 676 να στρίψει αριστερά, να πέσει σε χωμάτινο παγκέτο, να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος και να κτυπήσει σε άλλα δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής UM551 και DAD
  8. Τα ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές όμως δεν υπήρξε οποιοσδήποτε τραυματισμός. Ήταν η θέση του εξεταστή ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε σημάδια τροχοπέδησης στο δρόμο και ότι το μόνο που υπήρχε ήταν σημάδια κάποιας πλάγιας ολίσθησης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του το όχημα ΗΜΑ676 έπεσε στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο, επανήλθε στο δρόμο, ξαναέστριψε πάλι αριστερά και έπεσε πάλι στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο για να καταλήξει στα σταθμευμένα οχήματα. Υπέστη τις πιο σοβαρές ζημιές από τα τρία οχήματα. Ερωτηθείς ανέφερε ότι φτάνοντας στο μέρος του δυστυχήματος ρώτησε την Εναγόμενη 3, οδηγό του οχήματος ΑΑΗ845, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και αυτή του ανέφερε ότι ήθελε να στρίψει δεξιά για να πάει σε ένα κατάστημα στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ο δρόμος ήταν καθαρός, προσπάθησε να περάσει πλην όμως είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν από την απέναντι της πορεία με μεγάλη ταχύτητα και στη συνέχεια το είδε να κτυπά σε άλλα αυτοκίνητα και άκουσε τα στόπερ του. Ήταν η θέση του ότι ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είναι ίσιος και ότι σε απόσταση 180 μέτρων από το σημείο που έστριψε η Εναγόμενη 3 υπάρχει στροφή στα αριστερά. Ήταν η άποψή του ότι αν η Εναγόμενη 3 δεν έστριβε το δυστύχημα θ΄ αποφεύγετο. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι από το σημείο Α επί του σχεδιαγράμματος η Εναγόμενη 3 είχε ορατότητα 180 μ. Η ίδια του είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο μπροστά της και ο δρόμος ήταν καθαρός. Παράλληλα του ανέφερε ότι άκουσε φρενάρισμα. Όμως ο ίδιος δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Αυτό που βρήκε ήταν σημάδια πλάγιας ολίσθησης τα οποία προήλθαν από το αυτοκίνητο ΗΜΑ 676 τα οποία δημιουργήθηκαν στην προσπάθεια του οδηγού του αυτοκινήτου ΗΜΑ676 να στρίψει απότομα αριστερά για ν΄ αποφύγει τη σύγκρουση καθώς και στην προσπάθειά του να επαναφέρει το όχημα στο δρόμο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι για το δυστύχημα είχε κατηγορηθεί η οδηγός του οχήματος ΑΑΗ845, Εναγόμενη 3, η οποία προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου και βρέθηκε ένοχη. Στην αντεξέταση που ακολούθησε εκ μέρους των Εναγομένων 3 και 4 ο μάρτυρας (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι όταν πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος στις 13:45 είχε αρχίσει να βρέχει πλην όμως την ώρα του δυστυχήματος, το οποίο έγινε στις 13:35, δεν είχε ιδία γνώση του καιρού αλλά στις καταθέσεις που έλαβε είχε αναφερθεί ότι στο σημείο του δυστυχήματος είχε προηγηθεί ελαφριά βροχή. Ισχυρίστηκε ότι το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο δρόμο είναι 65 χιλιόμετρα και ότι ο Εναγόμενος 1, οδηγός του οχήματος ΗΜΑ676, οδηγούσε με ταχύτητα η οποία ήταν εντός του ορίου. Αναφορικά με τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης αντεξετασθείς ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου 1 πλαγιολίσθησε και βγήκε εκτός του δρόμου στο σημείο Β1 επί του σχεδιαγράμματος, επανήλθε ξανά στο δρόμο στο σημείο Β2 του σχεδιαγράμματος και ξέφυγε από το δρόμο στο σημείο Β3 του σχεδιαγράμματος και προσέκρουσε 90 μέτρα πιο κάτω στο πρώτο αυτοκίνητο. Η απόσταση των ιχνών πλάγιας ολίσθησης από το Β1 μέχρι το Β2, σύμφωνα με τις μετρήσεις του, ήταν 12 μέτρα και από το Β2 μέχρι το Β3 ήταν 61 μέτρα. Συμφώνησε με τον ισχυρισμό της δικηγόρου των Εναγομένων 3 και 4 ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου 1 βρισκόταν πάνω στην άσφαλτο ξανά για μια απόσταση 61 μέτρων - από το Β2 μέχρι το Β3 επί του σχεδιαγράμματος. Στην υποβολή της δικηγόρου κατά πόσο η Εναγόμενη 3 είπε στο μάρτυρα ότι όντως έστριψε δεξιά αυτός ανέφερε ότι σύμφωνα με τα όσα η ίδια του είχε αναφέρει ήταν η θέση της ότι "έστριψε λίγο" και ότι ο Εναγόμενος 1 έτρεχε. Ως δεύτερη μάρτυρας στη διαδικασία κατέθεσε η Εναγόμενη 3, (Μ.Ε.2) η οποία αντεξετάστηκε από τη δικηγόρο της μετά από απόφαση του Δικαστηρίου η οποία βασίστηκε στις πρόνοιες του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004 Ν.32
(1)/
  1. Η κα Παράσχου αντεξετασθείσα ανέφερε ότι σταμάτησε στην δική της πλευρά και έβαλε το δείκτη της να στρίψει δεξιά. Την ώρα που ήταν έτοιμη να στρίψει είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντί της με ιλιγγιώδη ταχύτητα και σταμάτησε και τον άφησε να περάσει. Αρνήθηκε ότι είχε αναφέρει στον αστυνομικό ότι "έστριψε λίγο". Επέμενε στη θέση της ότι την ημέρα του δυστυχήματος οδηγούσε το αυτοκίνητο της στο δρόμο Λειβαδιών-Κελλιών με κατεύθυνση προς τα Κελλιά και όταν έφθασε στο σημείο που ήθελε να στρίψει σταμάτησε στην πλευρά της, έβαλε το δείκτη της και την ώρα που ήταν έτοιμη να στρίψει είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι της και σταμάτησε, δεν κινήθηκε ούτε μπήκε στην άλλη λωρίδα. Άφησε το αυτοκίνητο ΗΜΑ676 να περάσει από μπροστά της, από δίπλα της και μετά έστριψε. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι χρησιμοποιεί συχνά τον συγκεκριμένο δρόμο και ότι μέχρι το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο της ίδιας δεν υπήρχαν οποιαδήποτε κυρτώματα. Ισχυρίστηκε, ερωτηθείσα, ότι δεν είπε στον εξεταστή της υπόθεσης ότι έστριψε λίγο αλλά αντίθετα του είπε ότι αν έστριβε θα την κτυπούσε το αυτοκίνητο το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν η θέση της ότι τον δείκτη της τον είχε βάλει τρία με πέντε λεπτά πριν στρίψει και εν πάση περιπτώσει έγκαιρα. Ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε για την Υπεράσπιση ήταν ο Εναγόμενος 1, (Μ.Υ.1) Δημήτρης Μακρής, ο οποίος σε συντομία ανέφερε τα ακόλουθα. Οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΜΑ676 από τα Κελλιά στα Λειβάδια με ταχύτητα 70-75 χιλιόμετρα. Στο αυτοκίνητο βρισκόντουσαν ακόμη δύο άτομα. Ο δρόμος γλιστρούσε γιατί ψιχάλιζε. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου υπήρχε άλλο αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε η Εναγόμενη
  2. Το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 το είδε στα 100 με 120 μέτρα και είχε την ένδειξη για να στρίψει δεξιά και να μπει στη βιοτεχνική περιοχή. Όμως, δεν σταμάτησε όταν ο Εναγόμενος 1 έφθασε περί τα 10-15 μέτρα κοντά της, ενώ το αυτοκίνητό της πήγαινε αργά και ο ίδιος νόμισε ότι θα τον άφηνε να περάσει και μετά να στρίψει. Μπήκε απότομα στη λωρίδα του μάρτυρα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του αυτός αναγκάστηκε να το αποφύγει από την αριστερή πλευρά και να μπει στο χωματόδρομο. Δεν είχε περιθώριο να πατήσει τα φρένα του. Στο χωματόδρομο είχε σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο το οποίο απέφυγε και πήγε ξανά δεξιά. Ο δρόμος γλιστρούσε και δεν κατάφερε να συγκρατήσει το αυτοκίνητο στο δρόμο γιατί δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του γιατί 2 μέτρα κάτω από τον δρόμο υπάρχει χαντάκι. Κατά την αντεξέτασή του επέμενε στη θέση που είχε εκφράσει και στην κυρίως εξέταση ότι η ορατότητα της οδηγού που ερχόταν από απέναντι, δηλαδή της Εναγόμενης 3, ήταν περίπου 130 μέτρα το ίδιο και η δική του. Ήταν η θέση του ότι έβλεπε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 καθ΄ όλη τη διάρκεια της πορείας του ενώ ερχόταν από απέναντι του. Είχε το δείκτη της με ένδειξη να στρίψει δεξιά και όταν έφθασε κοντά της, στα 10-15 μέτρα αυτή ελάττωσε ταχύτητα και ο ίδιος νόμιζε ότι θα σταματούσε για να τον αφήσει να περάσει ενώ μπήκε απότομα στη βιοτεχνική χωρίς να σταματήσει καθόλου. Λόγω του ότι ψιχάλιζε 10-15 λεπτά πριν το ατύχημα ο δρόμος γλιστρούσε. Το μισό από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 βρισκόταν στη δική του λωρίδα και προσπάθησε να το αποφύγει. Στην προσπάθειά του αυτή οι δύο τροχοί του έμειναν στο δρόμο και οι άλλοι δύο στο παγκέτο. Στη συνέχεια ξανάστριψε αριστερά το τιμόνι και κτύπησε τα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ήταν η θέση του ότι αυτή του την ενέργεια την έκανε για να προστατέψει τον συνοδηγό. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να πατήσει φρένο γιατί θα τους έριχνε κάτω από το δρόμο τ΄ αυτοκίνητο. Ερωτηθείς απάντησε ότι άδεια οδηγήσεως πήρε το Σεπτέμβρη του 2003 και κατά την ημέρα του ατυχήματος είχε άδεια οδηγήσεως σε ισχύ. Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κος Παντελής Χριστοφή (Μ.Υ.2), ο οποίος κατέθεσε από το φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 1418/04 την κατάθεση της κας Παράσκου ως Τεκμήριο 2, τα πρακτικά που συνιστούν τη μαρτυρία της κας Παράσκου, Εναγόμενης 3, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως Τεκμήριο 3 και την απάντησή της όταν κατηγορήθηκε ως Τεκμήριο
  3. Η ίδια δεν παραδέχθηκε ενοχή, έγινε ακροαματική διαδικασία και καταδικάσθηκε. Τελευταίος κατέθεσε στη διαδικασία ο κος Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Υ.3), ο οποίος ήταν συνοδηγός του Εναγόμενου
  4. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του στις 02.10.03 όταν ήταν στρατιώτης στο στρατόπεδο Κελλιών, στη Λάρνακα. Ενώ έφευγαν από το στρατόπεδο, μαζί με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος οδηγούσε και το αυτοκίνητο και έχοντας προορισμό τους τη Λάρνακα είδε σε απόσταση 100-150 μέτρων περίπου, στην απέναντι πλευρά ένα αυτοκίνητο το οποίο είχε το δείκτη του με ένδειξη για να στρίψει δεξιά. Η ταχύτητα του δικού τους αυτοκινήτου ήταν 70-75 χιλιόμετρα. Όταν πλησίασαν το άλλο αυτοκίνητο, στα 10-15 μέτρα, το άλλο αυτοκίνητο έστριψε απότομα δεξιά και τους έκοψε το δρόμο. Ο φίλος του, ο Εναγόμενος 1, προσπάθησε να αποφύγει το αυτοκίνητο πηγαίνοντας αριστερά και πέφτοντας κάτω από το δρόμο. Προσπάθησε να επαναφέρει το αυτοκίνητο στο δρόμο διότι μπροστά του, σε λίγα μόνο μέτρα απόσταση, υπήρχε άλλο αυτοκίνητο σταθμευμένο. Στην προσπάθειά του αυτή, να επαναφέρει το αυτοκίνητο, λόγω του ότι έπεφτε και βροχή το αυτοκίνητο έχασε τη πορεία του και χτύπησε στα αυτοκίνητα τα οποία ήταν σταθμευμένα στα αριστερά. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος λόγω του ότι ψιχάλιζε για αρκετή ώρα. Επέμενε στη θέση του ότι η ταχύτητα του αυτοκίνητου στο οποίο επέβαινε ήταν 70-75 χιλιόμετρα και όχι περισσότερα. Ισχυρίστηκε, ότι ο λόγος που ο Εναγόμενος 1 δεν ελάττωσε ταχύτητα ήταν επειδή φοβήθηκε μήπως παρεκτραπεί της πορείας του το αυτοκίνητο γι΄ αυτό και με την ταχύτητα των 70-75 χιλιομέτρων χρειάστηκε κάποια απόσταση για να ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο. Ερωτηθείς επέμενε στη θέση του ότι είχαν δει το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 σε απόσταση 100-150 μέτρα και εκείνη τους είχε δει από την ίδια απόσταση και δεν έστριψε, κόντεψαν στα 30 μέτρα και το αυτοκίνητο δεν έστριψε δεξιά, όμως μόλις κόντεψαν περίπου στα 10 μέτρα το αυτοκίνητο μπήκε απότομα δεξιά. Ήταν θετικός στην άποψή του ότι η Εναγόμενη 3 τους είδε ότι ερχόντουσαν από την άλλη πλευρά του δρόμου όμως μπήκε στο μισό της δικής τους πορείας, ενώ αυτοί ακολούθησαν την πορεία τους και έμεινε απότομα στη μέση του δρόμου. Αναγκάστηκαν να πιάσουν την άκρια του δρόμου για να μην την κτυπήσουν. Ήταν τέτοια η θέση της, που κρατούσε τη μισή λωρίδα της πλευράς του Εναγόμενου
  5. Πέρασαν ακριβώς από δίπλα της. Φοβήθηκε γι΄ αυτό και δε γύρισε να δει κατά πόσο το όχημα συνέχισε τη πορεία του. Το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση στηριζόμενο στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί εκ μέρους των δύο πλευρών βλ. Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864. Θα στηριχθεί επίσης στην πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 1, που συνιστά τον καλύτερο μηχανισμό για τον έλεγχο των εκδοχών που προβλήθηκαν εκατέρωθεν και το μέτρο για την αξιοπιστία της μαρτυρίας βλ. Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1(Α) Α.Α.Δ. 45 και Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Προχωρώ στην εξέταση των περιστάσεων που αφορούν το επίδικο ατύχημα αρχίζοντας από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, Αστυφ. Μάριου Ττεραλλή, εξεταστή, η μαρτυρία του οποίου έχει παρατεθεί πιο πάνω. Θα ήθελα να σημειώσω ότι ο μάρτυρας αυτός κρίνεται αξιόπιστος. Εξέτασε το ατύχημα αντικειμενικά και έδωσε τα ευρήματά του στο Δικαστήριο. Δέχομαι επίσης ως λογική την εξήγησή του ότι στην προσπάθειά του να στρίψει δεξιά, το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 με αριθμούς εγγραφής ΑΑΗ845, ανέκοψε την πορεία του Εναγόμενου 1 με αποτέλεσμα στην προσπάθειά του ν΄ αποφύγει τη σύγκρουση να κτυπήσει σε δύο άλλα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα σε ανοικτό χώρο που βρισκόταν στα αριστερά της πορείας του. Δέχομαι επίσης ως ορθές τις εξηγήσεις που έδωσε αναφορικά με την κίνηση του αυτοκινήτου ΗΜΑ676 στην προσπάθειά του ν΄ αποφύγει τη σύγκρουση και για το ότι ο οδηγός του προσπάθησε να στρίψει απότομα αριστερά, για ν΄ αποφύγει την σύγκρουση, και στην προσπάθειά του να το επαναφέρει στο οδόστρωμα έγινε η πλάγια ολίσθηση. Δεν μπορώ να δεχθώ ως αξιόπιστη την μαρτυρία που προέκυψε από την αντεξέταση και επανεξέταση της Εναγόμενης 3, (Μ.Ε.2), η οποία βασικά είπε ότι επειδή ο Εναγόμενος 1 έτρεχε απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του χωρίς η ίδια να προβεί σ΄ οποιαδήποτε πράξη. Η ίδια ήταν σταματημένη στην πλευρά της με τον δείχτη της για να στρίψει δεξιά όμως δεν το έπραξε. Ούτε μπορώ να δεχθώ ότι άκουσε φρένα αφού δεν χρησιμοποιήθηκε από τον Εναγόμενο 1 το σύστημα τροχοπέδησης σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.1, του Μ.Υ.1 και του Μ.Υ.
  2. Η εκδοχή της έμεινε μετέωρη και σίγουρα αντιστρατεύεται τη κοινή λογική και τα ευρήματα του εξεταστή της υπόθεσης όπως τα έχω αποδεχθεί. Τα ίχνη πλαγιολίσθησης (Β1) του οχήματος του Εναγόμενου 1 ξεκινούν από το μέσο της πλευράς του προς το αριστερό παγκέτο του δρόμου, άρα καθίσταται φανερό ότι υπήρξε είσοδος του αυτοκινήτου της Εναγόμενης 3 στην πλευρά του Εναγόμενου
  3. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 (Μ.Υ.1) ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα, όπως εγώ τα αντιλαμβάνομαι, το ίδιο και αυτή του Γεώργιου Γεωργίου (Μ.Υ.3). Ο Εναγόμενος 1 ήταν ειλικρινής και απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια. Τόση ήταν η ειλικρίνειά του που παραδέχθηκε ότι έτρεχε 75 περίπου χιλιόμετρα, ότι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου γιατί όταν ξανάφερε τ΄ αυτοκίνητό του πάνω στο δρόμο δεν πάτησε φρένο γιατί φοβήθηκε μήπως τον ξαναρίξει κάτω και γι΄ αυτό ξανάστριψε αριστερά το τιμόνι και χτύπησε τ΄ άλλα αυτοκίνητα για να προστατεύσει τον συνοδηγό. Επίσης, εξήγησε με επαρκή σαφήνεια γιατί ενήργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο καθώς και γιατί τα ίχνη πλάγιας ολίσθησης διακόπτονται στα 12 μέτρα και επαναλαμβάνονται ξανά 61 μέτρα πιο κάτω, λόγω και του σταθμευμένου αυτοκινήτου. Δέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Υ.3 Γεώργιου Γεωργίου. Από την όλη εικόνα του και τις επί μέρους απαντήσεις του μου έδωσε την εντύπωση ότι έλεγε την αλήθεια. Ήταν σύντομος, σαφής και χωρίς υπερβολές. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ευρήματα - Νομική Πτυχή Ενόψει της μαρτυρίας, όπως την έχω αποδεχθεί, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα τα οποία βασίζονται τόσο επί αυτής τούτης της μαρτυρίας καθώς και στα αντικειμενικά δεδομένα τα οποία προκύπτουν από το σχέδιο - Τεκμήριο
  4. Ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΗΜΑ676 με πορεία από τα Κελιά προς τα Λειβάδια με συνοδηγούς άλλα 2 άτομα και ταχύτητα περίπου 75 χλμ. Είδε τ΄ αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 με αριθμούς εγγραφής ΑΑΗ845 στα 100-120 μέτρα, το οποίο είχε την αντίθετη κατεύθυνση από τα Λειβάδια προς τα Κελιά, ν΄ έχει τον δείχτη του με πρόθεση να στρίψει δεξιά όπου ευρίσκεται η βιοτεχνική περιοχή Κελλιών. Ο δρόμος Λειβαδιών -Κελλιών είναι ίσιος με ορατότητα 180 μέτρα περίπου. Το αυτοκίνητο της Εναγόμενης 3 κινείτο αργά δίνοντας την εντύπωση στον Εναγόμενο 1 και τον συνοδηγό του ότι θα τους άφηνε να περάσουν προτού στρίψει. Όμως, όταν ήταν πολύ κοντά του στα 10-15 μέτρα περίπου η Εναγόμενη έστριψε απότομα και μπήκε στην λωρίδα οδηγήσεως του Εναγόμενου
  5. Ο Εναγόμενος 1 στην προσπάθειά του ν΄ αποφύγει την σύγκρουση κινήθηκε στα αριστερά, στο χωμάτινο παγκέτο. Απέφυγε να πατήσει φρένο λόγω του ότι ο δρόμος ήταν βρεγμένος αφού είχε προηγηθεί ψηλή βροχή. Ενώ βρισκόταν στο χωμάτινο παγκέτο είδε ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο μπροστά του γι΄ αυτό κινήθηκε δεξιά για να τ΄ αποφύγει μπαίνοντας ξανά στο δρόμο, ο οποίος γλιστρούσε, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συγκρατίσει τ΄ αυτοκίνητο και να ξαναστρίψει αριστερά για να προστατεύσει τον συνοδηγό με αποτέλεσμα να χτυπήσει στα δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα, ένα εκ των οποίων ήταν το DAD090 που ανήκε στον Ενάγοντα. Η εκδοχή της Εναγόμενης 3 ότι ήταν σταματημένη και δεν επιχείρησε να στρίψει δεξιά δεν γίνεται αποδεκτή αφού αντιστρατεύεται την κοινή λογική. Δεν θα υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος, αν ο δρόμος ήταν καθαρός και με πλάτος 3.00 μέτρα, ο Εναγόμενος 1 να οδηγήσει τ΄ αυτοκίνητό του αριστερά ακόμη και αν έτρεχε. Σίγουρα βρήκε κάποιο εμπόδιο στην ελεύθερη πορεία του το οποίο προσπάθησε ν΄ αποφύγει και γι΄ αυτό προέβη στον συγκεκριμένο ελιγμό. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο Αγγλικών όσο και Κυπριακών, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θ΄ απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών καθώς και των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συνίσταται στην παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θ΄ απέφευγε βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465. Στην πρόσφατη απόφαση Παπακώστα ν. Ζαπιτή
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 231 στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Βίκη ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «..... το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.» Από τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί είναι προφανές ότι η Εναγόμενη 3 υπέχει ευθύνη για το δυστύχημα. Η Εναγόμενη 3 οδηγούσε τ΄ αυτοκίνητό της ΑΑΗ845 στον δρόμο Λειβαδιών-Κελλιών με κατεύθυνση τα Κελλιά και με σκοπό να μεταβεί στην βιοτεχνική ζώνη Κελλιών, η οποία ευρίσκετο στα δεξιά της. Έβαλε τον δείκτη της δείχνοντας την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. Είδε και τον Εναγόμενο 1 (Μ.Υ.1) ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΜΑ676 και ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, από τα Κελλιά προς τα Λειβαδιά, και όταν έφθασε κοντά της, περίπου 10-15 μέτρα μπροστά της, αυτή έστριψε απότομα αποκόπτοντάς του την ελεύθερη πορεία του στην δική του πλευρά του δρόμου. Αποτέλεσμα αυτής τούτης της πράξης της ήταν ν΄ αναγκαστεί να οδηγήσει, ο Μ.Υ.1, τ΄ αυτοκίνητό του πιο αριστερά στο χωμάτινο παγκέτο για ν΄ αποφύγει τη σύγκρουση μαζί της. Και επειδή στο χωμάτινο παγκέτο υπήρχε άλλο σταθμευμένο αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να επαναφέρει τ΄ αυτοκίνητο ξανά πάνω στο δρόμο, λόγω της ολισθηρότητας του δρόμου, έχασε τον έλεγχό του και συγκρούστηκε με τ΄ αυτοκίνητο του Ενάγοντα που ήταν σταθμευμένο σ΄ ανοικτό χώρο. Η παράλειψη της Εναγόμενης 3 να ελέγξει για τα οχήματα που ερχόντουσαν από την αντίθετη πλευρά του δρόμου ή/και η αμέλειά της να παραγνωρίσει το όχημα του Εναγόμενου 1 ενώ το είχε δει σύμφωνα με την μαρτυρία της, βρίσκω ότι ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Η ίδια είχε παραδεχθεί ότι είχε δει τον Εναγόμενο 1 ν΄ έρχεται από την αντίθετη λωρίδα. Στην απόφαση Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1696, το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση Χρίστος Χ" Παύλου ν. Άννας Κυριάκου και Ανδρέα Χ" Νικολάου, Πολ. Έφ. 11835 ημερ. 24.3.06 αναφέρθηκε ότι δεν είναι εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου. Έρχομαι τώρα να εξετάσω το θέμα αν υφίσταται θέμα συντρέχουσας αμέλειας. Στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται από την τυχόν παράλειψη της εκπλήρωσης καθήκοντος ενός οδηγού προς άλλους. Στην συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη υλοποιείται στην παράλειψη του άλλου οδηγού να λάβει τέτοιες προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Είναι νομολογημένο ότι οι οδηγοί πρέπει να τηρούν την ουσιώδη παρατηρητικότητα κάτω υπό τις περιστάσεις και αδιάλειπτα: βλ. Κατσούρης ν. Κωνσταντίνου
(1975)1 C.L.R. 188 σελ. 192, Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 974, σελ. 984, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω). Είναι επίσης νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες: (α) η υπαιτιότητα, που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη. Βλ. Χαραλάμπους κ.ά ν. Κασάπης
(1988)1 Α.Α.Δ. 25, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881 και Παύλου ν. Παπακυπριανού (ανωτέρω), Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω), Φιλίππου ν. Παναγή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1281. Όπως έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου η υπερβολική ταχύτητα από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια εκτός αν οι άλλες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας βλ. Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1825, Παναγίδου κ.ά ν. Κόκκινου
(2001)1 Α.Α.Δ. 122. Στην υπόθεση Κουμής ν. Χίνη (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τ΄ εξής αναφορικά με την ταχύτητα στην σελ. 387: «Αναφορικά με την ταχύτητα του εναγόμενου, δεν θα ήταν ορθό χωρίς μαρτυρία εμπειρογνώμονα το δικαστήριο να μεταβληθεί σε εμπειρογνώμονα καθορίζοντας την ταχύτητα αυτοκινήτου μόνο από τα ίχνη τροχοπέδησης (μεταξύ άλλων Siakos v. Nicolaou,
(1980)1 Α.Α.Δ. 333, Philippou v. Odysseos,
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η μαρτυρία που προέρχεται από τον ίδιο τον εναγόμενο τοποθετεί την ταχύτητα του στα επίπεδα των 80 χ.α.ω. καταρχήν από μόνη της δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει αμέλεια (βλ. π.χ. Alexandrou v. Gamble,
(1974)1 Α.Α.Δ. 5, Demou v. Constantinou and another,
(1979)1 A.A.Δ. 21). Ούτε ακόμα η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από μόνη της συνιστά αμέλεια (βλ. Panayiotou v. Christofi & another,
(1983)1 Α.Α.Δ. 143). Το κατά πόσο η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ένας οδηγός μπορεί να θεωρηθεί ή όχι σαν «υπερβολική», αυτό το θέμα συναρτάται με τις συνθήκες που επικρατούσαν, την κατάσταση του δρόμου, την περιοχή κ.λ.π. (βλ. Shakolas v. Agathangelou and another,
(1983)1 Α.Α.Δ. 1007)» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας που δόθηκε, ότι δηλαδή προηγήθηκε βροχή και ο δρόμος ήταν ολισθηρός ο Εναγόμενος 1 δεν δικαιολογείτο να οδηγεί με 75 χλμ ιδιαίτερα γνωρίζοντας ότι βρισκόταν παρά την βιοτεχνική ζώνη Κελλιών, από την οποία λογικά αναμένεται η έξοδος και η είσοδος αυτοκινήτων. Ο Εναγόμενος 1 όφειλε, ως συνετός οδηγός, αφού είδε την Εναγόμενη 3 και κατέγραψε στο μυαλό του την πρόθεσή της, γνωρίζοντας την κατάσταση του δρόμου, λόγω της βροχής, ν΄ ελαττώσει ταχύτητα. Η αμέλειά του να το πράξει συνέβαλε στην πρόσκληση της ζημιάς στο αυτοκίνητο του Ενάγοντα αφού του στέρησε την ικανότητα για μείωση των επιπτώσεων του δυστυχήματος. Βρίσκω ότι η συντρέχουσα αμέλεια του Εναγόμενου 1 ανέρχεται στο ποσοστό του 25%. Έχοντας αποφασίσει το θέμα της ευθύνης μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης 3 θα πρέπει να στρέψω την προσοχή μου στο θέμα της ευθύνης των Εναγομένων 2 και 4. Δεν προσφέρθηκε, από πλευράς του Ενάγοντα, οποιαδήποτε μαρτυρία που ν΄ αφορά την ευθύνη των Εναγομένων 2 και 4 στο επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα με την απόφαση Ποταμίτης κ.ά ν. Ιωάννου
(1998)1 Α.Α.Δ. 476 η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου, από μόνη της, δεν υποδηλώνει και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου αναφορικά με τη χρήση του, η οποία είναι απαραίτητη σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κώδικα περί Αστικών Αδικημάτων για την απόδοση ευθύνης. Συνεπώς, από μόνη της η συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν είναι αρκετή για να τεκμηριώσει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου. Για τους λόγους που έχω αναφέρει και λόγω ελλείψεως μαρτυρίας η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδά τους θ΄ αντλήσω καθοδήγηση από την απόφαση Μενοίκου ν. Χριστοδουλίδη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Η Υπεράσπιση που υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 4 ήταν κοινή με την Υπεράσπιση που υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και
  2. Η δικηγορική εργασία για την οποία δικαιολογείται η πληρωμή αμοιβής περιορίζεται στις οδηγίες προς τον πελάτη και την σύνταξη της κοινής υπεράσπισης αφού δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς του Ενάγοντα έτσι ώστε να χρειαστεί ν΄ αντεξεταστούν μάρτυρες. Θεωρώ πως θα ήταν δίκαιη, υπό τις περιστάσεις, η επιδίκαση μόνο του ¼ των εξόδων των Εναγομένων 2 και
  3. Έχοντας αποφασίσει το θέμα της ευθύνης όλων των εμπλεκομένων μερών εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 για το ποσό των Λ.Κ. 1.631,44 με νόμιμο τόκο από 10.9.
  4. Ο Εναγόμενος 1 θα καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ. 407,86 με νόμιμο τόκο από 10.9.04 ενώ η Εναγόμενη 3 θα καταβάλει το ποσό των Λ.Κ. 1.223,58 πλέον νόμιμο τόκο από 10.9.
  5. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα καταβληθούν ανάλογα με το ποσοστό της ευθύνης. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι 2 και 4 δικαιούνται στο ¼ των εξόδων τους, έκαστος, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.