← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. Αντώνης Χ. Αποστόλου, Αρ. Αγωγής: 2345/04, 30 Νοεμβρίου 2006

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ ν. Αντώνης Χ. Αποστόλου, Αρ. Αγωγής: 2345/04, 30 Νοεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2345/04 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και Αντώνης Χ. Αποστόλου Διγενής Σολωμού Μαρία Αποστόλου Νίκη Αποστόλου άλλως Νίκη Χρίστου Αποστόλου άλλως Νίκη Χρίστου Σωτήρα Γεωργίου Βασιλείου άλλως Σωτήρα Βασιλείου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Νοεμβρίου 2006 Αίτηση ημ. 19.7.06 για Άδεια Τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγομένους 1 και 3 -Αιτητές: κ. Α. Βρυωνίδης Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ών η αίτηση: κα Ν. Οικονόμου για κ. Α. Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η δίκη στην παρούσα αγωγή η οποία αφορά κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο τραπεζικό χρέος, δεν έχει ακόμα αρχίσει. Η ΄Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 3 είχε καταχωρηθεί στις 14.4.05. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 24.2.06 έγινε αλλαγή δικηγόρου των εναγομένων και ένα περίπου μήνα αργότερα, στις 27.3.06 υποβλήθηκε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Σε κάποιο όμως στάδιο, κρίθηκε, και δικαιολογημένα, ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση θα εισήγετο και αχρείαστο ή ανεπίτρεπτο υλικό και έτσι εκείνη η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης δικαιωμάτων, για να καταχωρηθεί στις 19.7.06 η παρούσα αίτηση για ΄Αδεια Τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην οποία και υπέβαλε ΄Ενσταση η ενάγουσα. ΄Οπως αναφέρεται σε ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του - εναγομένη 3 διαμένουν στο εξωτερικό μόνιμα και δεν είχαν την δυνατότητα όταν θα ετοιμαζόταν η Υπεράσπιση να έχουν επαρκή συνεννόηση και/ή αλληλοενημέρωση με τους προηγούμενους τους δικηγόρους. ΄Οταν αργότερα ήρθε σε γνώση τους η καταχωρηθείσα εκ μέρους τους Υπεράσπιση, διαπίστωσαν ότι παραλείπονταν να αναφερθούν αρκετά από τα στοιχεία τα οποία είχαν θέσει στους δικηγόρους τους, ενώ προέκυψαν και κάποια νέα στοιχεία σε σχέση με τα οποία δεν είχαν την ευκαιρία να τους ενημερώσουν. ΄Ετσι, με την αλλαγή του δικηγόρου τους, αφού τον ενημέρωσαν λεπτομερώς ως προς τα γεγονότα υποβλήθηκε εκ μέρους τους η πρώτη αίτηση τροποποίησης η οποία και αποσύρθηκε για να καταχωρηθεί η παρούσα, για τους λόγους που εξηγήθηκαν προηγουμένως. Νομική Πτυχή της Αίτησης Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την δέουσα σαφήνεια και δεν παρίσταται λόγος να τις επαναλάβω στην παρούσα απόφαση. Θα επικεντρώσω την προσοχή στο θέμα που δεσπόζει, αυτό της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος και της μη παροχής επαρκών εξηγήσεων γι΄ αυτήν. Μερικές σχετικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα τούτο είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,

(1994)1 AΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Φοινιώτης ν. Greemar Navigation
(1989)1AAΔ (Ε) 33. Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιημένων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. ΄Οπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. ΄Οτι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί, είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλη πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο ένα περίπου χρόνο αργότερα, οπότε η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. (ανωτέρω): ''Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωση ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.'' (σελ. 730 Τόμου Αποφάσεων).'' Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω μεταξύ άλλων στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). ΄Οπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την ανυπαρξία καλής πίστης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω). Σημαντική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης καταδείκνυαν ότι η αίτηση για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε 12 ολόκληρα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μετά που η ακρόαση σ΄ αυτήν είχε αρχίσει δύο φορές ενώπιον του Δικαστηρίου με άλλη σύνθεση αλλά διακόπηκε. Το Εφετείο στην απόφαση του αν και δέχθηκε ότι όντως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι θα έπρεπε να ήταν γνωστή στο συνήγορο η ανάγκη που στοχευόταν να καλυφθεί, εν τούτοις, όπως τόνισε, η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιήθηκε λόγω σφάλματος και στην απουσία κάποιας ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη, δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Ενιστάμενη στην αίτηση, η ενάγουσα Τράπεζα εγείρει διάφορους λόγους που συνηγορούν υπέρ της απόρριψης της αίτησης, όπως: α. Καθυστέρηση χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. β. Πρόκληση αδικίας στην ενάγουσα και ταλαιπωρία. γ. Κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών. δ. Εισαγωγή νέων βάσεων Υπεράσπισης. Θα εξετάσω τους πιο πάνω λόγους ένα προς ένα από το φως των προαναφερθεισών αρχών της νομολογίας. Οι Λόγοι προς υποστήριξη της Αίτησης και οι αντίστοιχοι λόγοι ΄Ενστασης α. Καθυστέρηση Σε σχέση με αυτό τον παράγοντα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι σημειώθηκε αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Αφ΄ ενός μεν τα γεγονότα που επιχείρησαν τώρα να εισαγάγουν οι αιτητές ήσαν εξ΄ αρχής γνωστά σ΄ αυτούς και αφ΄ ετέρου δεν διευκρινίζεται στην αίτηση ποιά νέα στοιχεία ήρθαν σε γνώση τους μεταγενέστερα. Σε σχέση με τούτο θα πρέπει να παρατηρήσω πως δεν μπορεί να λεχθεί ότι η αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο ή καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας, αλλ΄ ούτε ότι καθυστέρησε υπέρμετρα η υποβολή της αίτησης. Μπορεί τα γεγονότα τα οποία επιχειρούν τώρα να εισαγάγουν οι εναγόμενοι να ήσαν κατά το πλείστον γνωστά σ΄ αυτούς εξ΄ αρχής. Εκείνο όμως το οποίο προβάλλουν, είναι ότι λόγω κακής επικοινωνίας και/ή συνεννόησης με τους τότε δικηγόρους τους στην Κύπρο, δεν δόθηκε σ΄ αυτούς η πλήρης διάσταση των επίδικων γεγονότων και ότι διαπίστωσαν τις ελλείψεις και παραλείψεις αυτές, όταν τέθηκε σε γνώση τους το κείμενο της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης. Αυτά είναι που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι χωρίς να διαψευσθούν ή αμφισβητηθούν. Σημειώνεται δε, ότι προβλήματα επικοινωνίας με τους εναγομένους 1 και 3 δήλωσαν ότι πράγματι είχαν οι προηγούμενοι δικηγόροι τους, προβλήματα που κατέστησαν την εκπροσώπηση τους δυσχερή. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί σε σχέση με τούτο, είναι ότι η αναγκαιότητα που προέκυψε για τροποποιήσεις δεν πρέπει να συναρτάται με το από πότε χρονικά θα πρέπει να ήσαν γνωστά τα περαιτέρω αυτά γεγονότα, αλλά με το από πότε ήταν που διαπιστώθηκαν οι ελλείψεις και παραλείψεις στο δικόγραφο και η αναγκαιότητα για την κάλυψη τους. ΄Οπως είχε αναγνωρισθεί από το Εφετείο και στην απόφαση του στην υπόθεση F.B.L. v. Σιακόλα (ανωτέρω), δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών, ή δεν είχε προηγουμένως συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. ΄Εστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ίδιου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα μεσολάβησαν με την απόσυρση των προηγουμένων δικηγόρων των εναγομένων και την καταχώρηση, αρκετά έγκαιρα μετά την αλλαγή δικηγόρου της πρώτης αίτησης η οποία για σκοπούς τάξης αποσύρθηκε, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των εναγομένων. β. Η ενδεχόμενη πρόκληση αδικίας και/ή ταλαιπωρίας στην ενάγουσα Σύμφωνα με την ΄Ενσταση, ένας από τους λόγους για τους οποίους πάσχει η αίτηση και θα πρέπει να απορριφθεί είναι και το ότι οι αιτητές στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους δεν αναφέρουν ότι εγκρινομένης της αίτησης δεν θα προκληθεί στους αντιδίκους τους αδικία και/ή βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με διαταγή εξόδων. ΄Ομως εκείνο που έχει σημασία είναι η πραγματική διάγνωση από το Δικαστήριο του κατά πόσο ενδέχεται ή όχι να προκληθεί κάποια ανεπανόρθωτη ή άδικη βλάβη στον αντίδικο, την ανυπαρξία της οποίας δεν είναι αναγκαίο όπως ο αιτών διάδικος αναφέρει. Παρ΄ όλον ότι δεν αρθρώνουν ειδικά την τετριμμένη φράση οι αιτητές σύμφωνα με την οποία δεν αναμένεται να προκύψει τέτοια ζημιά, εν τούτοις αυτό εξάγεται από τους ισχυρισμούς τους στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης. ΄Οπως εκεί αναφέρεται, το αντίθετο είναι που αναμένεται να προκύψει εγκρινομένης της αίτησης, αφού με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, δίδονται έγκαιρα στην πλευρά της ενάγουσας όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία αυτά θα γνωρίζει σε λεπτομέρεια τις θέσεις των εναγομένων. Από την άλλη, η ενάγουσα εγείρει θέμα πρόκλησης σ΄ αυτήν αδικίας καθότι, όπως ισχυρίζεται, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αν εγκριθούν, θα τους αναγκάσουν, δύο χρόνια μετά την έγερση της αγωγής, να εξεύρουν μαρτυρικό υλικό για να αντικρούσουν τους νέους ισχυρισμούς των εναγομένων. Ισχυρισμούς τους οποίους εμπλέκονται τρίτα πρόσωπα και γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν 5 χρόνια. Κατά την άποψη μου, οι πιο πάνω ισχυρισμοί τείνουν να δραματοποιήσουν την όλη κατάσταση. Πέραν του ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις που αναφέρονται στη νομολογία εγκρίθηκαν τροποποιήσεις με βάση αιτήσεις που είχαν υποβληθεί σε χρονικό στάδιο υπερπολλαπλάσιο των δύο χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής, υπενθυμίζεται ότι είναι η ενάγουσα η οποία απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με αγωγή πριν από δύο περίπου χρόνια σε σχέση με γεγονότα που είχαν διαδραματισθεί κατά το 2001 και κατέστησε έτσι επίδικα τα γεγονότα της εποχής εκείνης. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται να μη επιδεικνύουν την δέουσα σπουδή στην τακτοποίηση των δικογράφων τους, δεν πιστεύω ότι η εξεύρεση μαρτυρικού υλικού για τα νεοεγειρόμενα θέματα από ένα τραπεζικό οργανισμό για γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το 2001 είναι ιδιαίτερα δυσχερής. Εν πάση δε περιπτώσει δεν αναμένεται να είναι τόσο προβληματική ώστε να αποκλείσει εκ προοιμίου και για τούτο τον λόγο, την εισαγωγή των ισχυρισμών των εναγομένων προς υπεράσπιση τους. γ. Η κατ΄ ισχυρισμό κακοπιστία των αιτητών Σε δύο σημεία της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ΄Ενστασης, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η υποβολή της παρούσας αίτησης από τους εναγομένους 1 και 3 χαρακτηρίζεται από κακοπιστία. ΄Οπως ειδικότερα αναφέρεται στις παραγράφους 6 και 11 της ένορκης δήλωσης, αυτή η κακοπιστία εξάγεται από το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε αφού εξαντλήθηκαν πλέον οι προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης του χρέους των εναγομένων και έτσι διαφάνηκε ότι η αγωγή θα προχωρούσε σε ακρόαση. ΄Ενας τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν μπορεί παρά να είναι αυθαίρετος και ατεκμηρίωτος. Μπορεί βέβαια η αίτηση να υποβλήθηκε χρονικά σε ένα στάδιο μετά που είχαν προηγηθεί κάποιες προσπάθειες διευθέτησης. Τίποτε όμως δεν δικαιολογεί τυχόν εύρημα ότι οι εναγόμενοι καραδοκούσαν αναμένοντες την κατάρρευση των προσπαθειών έτσι ώστε να υποβάλουν την αίτηση τους και να προκαλέσουν καθυστέρηση. Και δεν μπορεί να τους αποδοθεί κακή πίστη βασιζόμενη σ΄ αυτό τον λόγο, απορριπτομένων των εξηγήσεων τις οποίες έδωσαν ως προς το γιατί δεν υποβλήθηκε η αίτηση προηγουμένως. δ. Η κατ΄ ισχυρισμό εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης Η Απαίτηση της ενάγουσας τράπεζας είναι απλή και συνήθης. Επικαλείται την σύναψη συμφωνιών δανείου με συμφωνηθέντες όρους ως προς επιτόκια, τόκους κλπ και συμφωνιών εγγυήσεων. Επικαλείται επίσης την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση όρων των συμφωνηθέντων, τον τερματισμό των συμφωνιών και διεκδικεί οφειλόμενα χρεωστικά υπόλοιπα. Με την υφιστάμενη Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1 και 3 καταλογίζουν στην ενάγουσα διάφορες παρανομίες ως προς τον τερματισμό τους ως προς όρους των συμφωνιών και ως προς τα διεκδικούμενα δικαιώματα της. Περαιτέρω, εγείρουν ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους η ενάγουσα τράπεζα, βρισκόμενη σε θέση κυριαρχίας επί της θελήσεως των εναγομένων, ξεγέλασε, παραπλάνησε ή πίεσε τους εναγομένους να υπογράψουν τις συμφωνίες, διαβεβαιώνοντας τους ότι αν υπέγραφαν δεν θα είχαν επιπτώσεις επειδή η εξόφληση θα γινόταν από πώληση ενεχυριασθεισών μετοχών, ότι ήθελαν να τους βοηθήσουν κλπ. Ανταπαιτούν δε οι εναγόμενοι διεκδικώντας διάφορες, σχετικές προς τα ανωτέρω θεραπείες ως προς την ακυρότητα λόγω έλλειψης άσκησης ελεύθερης βούλησης, λόγω παρανομίας κλπ. Με τις προτεινόμενες τώρα τροποποιήσεις, οι εναγομένοι 1 και 3 προτίθενται να εισαγάγουν περαιτέρω ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους, παρά την φαινομενικότητα του πράγματος, εν τούτοις η συμφωνία δανείου ήταν ουσιαστικά εικονική, εφ΄ όσον το ποσό του δανείου δεν επρόκειτο να δοθεί στον εναγόμενο 1 και δεν δόθηκε, αφού αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση κάποιου κατονομαζόμενου τρίτου προσώπου. Και ότι αποσκοπούσε, περαιτέρω στο να διασφαλίσει η ενάγουσα άλλες απαιτήσεις για υποχρεώσεις κατονομαζόμενης εταιρείας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και αλλάζουν ουσιαστικά ολόκληρη την Υπεράσπιση. Ιδιαίτερα καθ΄ όσον αφορά τη λήψη από τον εναγόμενο 1 του επίδικου δανείου. Ως προς αυτό το θέμα παρατηρώ τα εξής: ΄Οπως προκύπτει από τη νομολογία και σχετικές αυθεντίες, ακόμα και η προσθήκη μιας νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, δεν είναι αφ΄ εαυτής λόγος άρνησης αιτουμένης τροποποίησης. ΄Οπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Annual Practice
(1950)pg. 627, το Δικαστήριο δεν πρέπει να αρνηθεί να επιστρέψει μια τροποποίηση απλά επειδή μέσω αυτής εισάγεται μιά νέα υπόθεση. Θα αρνηθεί μόνο εκεί όπου η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή μετατρέποντας την σε αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα, η οποία θα μπορούσε με περισσότερη ευχέρεια ν΄ αποτελέσει αντικείμενο νέας αγωγής (βλπ. επίσης Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 704). Επανερχόμενος στις προτεινόμενες εδώ τροποποιήσεις, θα έλεγα ότι ενώ αυτές δεν φαίνονται να επηρεάζουν ουσιωδώς τις βασικές θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της εναγομένης 3, παρουσιάζονται να εισαγάγουν κάποιους νέους ισχυρισμούς από την πλευρά της υπεράσπισης του εναγομένου 1. Αυτές οι θέσεις δεν αφίστανται, αλλ΄ έρχονται να προσθέσουν κάποιους λόγους, γεγονότα και συνθήκες που θα επεξέτειναν και διευκρίνιζαν τα παράπονα των εναγομένων περί άσκησης και/ή επίδειξης αθέμιτης συμπεριφοράς εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας. Σίγουρα πρόκειται για επιπρόσθετους και νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ηγέρθηκαν προηγουμένως. Αφορούν όμως στην ίδια επίδικη συναλλαγή, στο ίδιο επίδικο θέμα της ύπαρξης ή μή οφειλής και της εγκυρότητας ή μη των επίδικων συμφωνιών και του τερματισμού τους. Αν και συνιστούν μιά νέα πτυχή υπεράσπισης, δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί δικονομικά ή νομικά δεν θα μπορούσε να εμπλουτισθεί η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με τους νέους αυτούς λόγους. Λόγους, τους οποίους η πλευρά της ενάγουσας θα έχει ασφαλώς κάθε ευκαιρία χρονική και άλλη, να τους αντιμετωπίσει, σε στάδιο μάλιστα κατά το οποίο δεν έχει αρχίσει η ακρόαση. ΄Εχει υποβληθεί μεταξύ άλλων, από την πλευρά της ενάγουσας ότι οι επιχειρούμενες για εισαγωγή τώρα τροποποιήσεις, οφείλονται στο γεγονός της αλλαγής δικηγόρου. Και ότι κάτι τέτοιο, η αλλαγή δηλαδή δικηγόρου και πλεύσης υπεράσπισης, δεν συνιστά λόγο έγκρισης αιτήματος τροποποίησης. ΄Εγινε δε αναφορά προς υποστήριξη αυτής της θέσης, στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Latouf v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας ΑΕ
(1999)1 ΑΑΔ. ΄Ομως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφαση αυτή υποστηρίζει μια τέτοια θέση. Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση εκείνη σημειώθηκε απόσυρση και αλλαγή δικηγόρων και ότι οι νέοι δικηγόροι διαπίστωσαν την ανάγκη τροποποίησης της υπεράσπισης και προσθήκης ανταπαίτησης. ΄Ομως αυτό το γεγονός δεν σχετίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τους λόγους απόρριψης της αίτησης για τροποποίηση. Οι λόγοι εκεί ήσαν οι αδικαιολόγητοι χειρισμοί που έγιναν. Ενώ δηλαδή οι νέοι δικηγόροι ζήτησαν και πέτυχαν αναβολή με προοπτική καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση, ένα και πλέον μήνα μετά δήλωσαν πως δεν θα υποβαλλόταν αίτημα. Ορίστηκε τότε η υπόθεση για ακρόαση και τρεις περίπου εβδομάδες πριν από την ακρόαση, καταχώρησαν εν τούτοις αίτηση για τροποποίηση. Η δίκη αναβλήθηκε, ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση πλην όμως, λίγες μέρες πριν, η αίτηση αποσύρθηκε. Μήνες αργότερα, μετά την κατάρρευση διαβουλεύσεων υποβλήθηκε ξανά ίδια αίτηση για τροποποίηση και προσθήκη ανταπαίτησης η οποία και απορρίφθηκε. ΄Οπως διαπίστωσε εκεί το Εφετείο, τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης αποκάλυπταν πρόθεση κωλυσιεργίας και επιφοράς καθυστέρησης. Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης διαφοροποιούνται από τα της παρούσας. Συνοψίζοντας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν θα πρέπει να αποκλεισθούν οι εναγόμενοι από του να εγείρουν τα νέα επιπρόσθετα γεγονότα που επιθυμούν προς υπεράσπιση τους. ΄Οτι περαιτέρω, η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει αδικία ή βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Για τούτο, η αίτηση εγκρίνεται και επιτρέπεται η τροποποίηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως το αιτητικό της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 3, όπως θα υπολογιστούν στο τέλος και εγκριθούν. Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. (Υπ.) .............................. Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.