ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.α., Αρ. Αγωγής:3879/2002, 7 Δεκεμβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3879/2002 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Ενάγοντoς -και-
- Αγαθοκλή Ηροδότου
- Νίκου Κλαππή Λτδ Εναγομένων 7 Δεκεμβρίου, 2006 Για τον Ενάγοντα: κ. Αγγελίδης για Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης (για να ακούσει την απόφαση ο κ.Χρ. Σκορδής) Για τους Εναγόμενους: κ. Μ. Μιχαήλ για κ. Γιώργο Κολοκασίδη & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Γενεσιουργός αιτία των αξιώσεων του ενάγοντος και ανταξιώσεων των εναγομένων είναι τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβη στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού εντός της Επαρχίας Λάρνακας στις 8.07.
- Ως συνέπεια είχε την πρόκληση και στις δύο πλευρές των ισχυριζόμενων ζημιών που έπαθαν και οι οποίες συνίστανται στις προσωπικές βλάβες συνεπεία τραυματισμού των οδηγών, πόνου και ταλαιπωρίας για τις οποίες αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις και απώλειας εισοδημάτων και άλλες ειδικές ζημιές τις οποίες εξειδικεύουν στα δικόγραφα τους. Η μια πλευρά επιρρίπτει στην άλλη την αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια για την πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος την οποία και εξειδικεύουν. Η εναγομένη 2 ενάγεται ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για την επίδειξη αμέλειας εκ μέρους του εναγομένου 1 ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε δικό της όχημα και ήταν υπάλληλος της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Οι διάδικοι πλην των όσων αναφέρω πιο κάτω, τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και αφορούν τα επί μέρους θέματα της ζημιάς που προκλήθηκε στο όχημα της εναγομένης 2, τα τραύματα και τις αναρρωτικές άδειες του εναγομένου 1 στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω σε κατάλληλο μέρος της απόφασης μου, δεν συμφώνησαν σε κανένα άλλο σημείο των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών και απαιτήσεων και έτσι η ακροαματική διαδικασία κάλυψε όλες τις υπόλοιπες πτυχές της υπόθεσης. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με το θέμα της ευθύνης από τις δύο πλευρές αποσκοπούσε στο να αποδείξει η κάθε πλευρά τη δική της εκδοχή για το πως συνέβηκε το δυστύχημα. Θα καταγράψω στη συνέχεια αυτούσια τα όσα καταγράφονται στα δικόγραφα και τα οποία δίδουν μια συνοπτική περιγραφή των δύο εκδοχών. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι την 8.07.2002 και ενώ ο εναγόμενος 1 οδηγούσε νόμιμα το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΗΤ 942, ιδιοκτησίας της Εναγομένης 2, στον δρόμο Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση την Λευκωσία και ενώ βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα του δρόμου, σε κάποιο σημείο του δρόμου της Επαρχίας Λάρνακας δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι το προπορευόμενο του όχημα με αριθμό εγγραφής DAX 747, το οποίο οδηγούσε νόμιμα ο Ενάγων και ήταν δικής του ιδιοκτησίας, οδηγείτο με πιο χαμηλή ταχύτητα με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο πίσω του μέρος. Από τη σύγκρουση το όχημα του Ενάγοντα κατευθύνθηκε δεξιά κτυπώντας στο προστατευτικό κιγκλίδωμα και το όχημα το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 κατευθύνθηκε προς αριστερά και ακινητοποιήθηκε στο αριστερό παγκέτο. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η σύγκρουση επήλθε όταν ο ενάγων οδηγούσε το όχημα του στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας με κατεύθυνση προς τη Λευκωσία και ακολουθούσε προπορευόμενο του φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΑΑC 427, σε κάποιο στάδιο έσκασε ένα από τα ελαστικά του ανωτέρω φορτηγού και κομμάτια του εκσφενδονίστηκαν προς τα πίσω. Τότε ο ενάγων στην προσπάθεια του να αποφύγει τα κομμάτια ελαστικού ή και τη σύγκρουση με το φορτηγό, ενεργώντας αμελώς και ή επικίνδυνα, πραγματοποίησε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς να ελέγξει τον δρόμο αποκόπτοντας την ελευθέρα πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 νόμιμα και κανονικά και που τον ακολουθούσε στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αμελούς ή και παράνομης ή και επικίνδυνης ενέργειας του ενάγοντα και παρά την προσπάθεια του εναγομένου 1 να αποφύγει την σύγκρουση ή και να σταματήσει, αυτό κατέστη αδύνατο και η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν αναπόφευκτη. Για τον ενάγοντα κατέθεσαν τέσσερις
(4)μάρτυρες (Μ.Ε.) συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του ενάγοντος για δε τους εναγόμενους τρεις
(3)μάρτυρες (Μ.Υ.) συμπεριλαμβανομένου του εναγομένου 1. Κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δεκατέσσερα
(14)τεκμήρια τα οποία αποτελούν την έγγραφη και πραγματική μαρτυρία στην οποία θα γίνει αναφορά όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια της απόφασης μου. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια, σε συντομία, κατά το δυνατόν, να καταγράψω τα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας τα οποία θα βοηθήσουν το Δικαστήριο στη εξαγωγή των ευρημάτων και συμπερασμάτων του επί των αμφισβητουμένων θεμάτων, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας (βλ. Αριστείδου v. Σιαηλή,
(1998)Α.Α.Δ. 1Β σελ. 617). Περαιτέρω λεπτομέρειες, όπου χρειαστεί, θα καταγραφούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η ανάλυση της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει περιστρέφεται και αποσκοπεί στην αποκάλυψη των αληθινών γεγονότων γύρω από τα ακόλουθα θέματα τα οποία καλούμαι να επιλύσω: (α) Το θέμα της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος και εάν βρεθεί ότι ευθύνονται και οι δύο οδηγοί στον επιμερισμό της ευθύνης που είχε ο καθένας τους, (β) το ζήτημα της έκτασης των σωματικών βλαβών που υπέστησαν οι δύο οδηγοί και τις συνέπειες τους τόσο στην προσωπική τους ζωή και τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων και (γ) το κατά πόσον αποδείχθηκαν οι ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές μεταξύ των οποίων και απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Η μαρτυρία που προήλθε από τον εξεταστή του δυστυχήματος Αστ. 949 Κ. Ευθυμίου (Μ.Ε.1) είναι σχετική με το θέμα της ευθύνης. Οι ενέργειες του και τα δικά του συμπεράσματα ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος αμφισβητήθηκαν έντονα από την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας μετά από επιτόπια εξέταση της σκηνής και μετρήσεις είχε ετοιμάσει σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το επεξήγησε, έκαμε αναφορά στα ευρήματα του στη σκηνή και στις ζημιές που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα. Είχε πάρει την ίδια ημέρα κατάθεση από τον εναγόμενο 1, αντίγραφο της οποίας σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Η κατάθεση του ίδιου του μάρτυρος σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Η κατάθεση του οδηγού του σταθμευμένου φορτηγού στο παγκέτο λίγο πριν από το σημείο συγκρούσεως, σημειώθηκε αρχικά ως Τεκμήριο Α΄ για Αναγνώριση η οποία στη συνέχεια της διαδικασίας, χωρίς ένσταση, λόγω του ότι εν τω μεταξύ αυτός απεβίωσε, σημειώθηκε ως κανονικό Τεκμήριο
- Η κατάθεση που έδωσε ο ενάγοντας σε άλλο αστυνομικό σημειώθηκε ως Τεκμήριο για Αναγνώριση Β η οποία σε μεταγενέστερο στάδιο κατατέθηκε ως κανονικό Τεκμήριο
- Η Αστυνομική Έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 και φωτοαντίγραφα πέντε φωτογραφιών του οχήματος του ενάγοντος τα οποία υποδείχθηκαν στον μάρτυρα από την πλευρά των εναγομένων σημειώθηκαν ως Τεκμήριο για Αναγνώριση Γ το οποίο αργότερα σημειώθηκε ως κανονικό Τεκμήριο
- Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.2). Ανέφερε ότι ενώ οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσης του προς τη Λευκωσία, κάποιο άλλο αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του το οποίο κινήθηκε ακυβέρνητο και στη συνέχεια κτύπησε στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου και ακινητοποιήθηκε. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι ο εναγόμενος 1 τον είχε κτυπήσει από πίσω ενώ αυτός πήγαινε ευθεία στην δεξιά λωρίδα του δρόμου και δεν τον είχαν επηρεάσει κατά την οδήγηση του κομμάτια από ελαστικά που έφυγαν από το φορτηγό που είχε σταθμεύσει εκείνη τη στιγμή στο αριστερό παγκέτο. Το πισινό μέρος του οχήματος του είχε βρεθεί κάτω από τους τροχούς του οχήματος που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και όσοι είχαν δει το όχημα του και τις ζημιές που υπέστη εξέφραζαν την απορία πως βγήκε ζωντανός άνθρωπος από αυτό. Συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε και όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του ένοιωθε πόνους και δεν αισθανόταν καθόλου καλά. Έπεσε κάτω στο έδαφος και κάποια διερχόμενη κοπέλα του έβαλε νερό στο κεφάλι μέχρι που τον παρέλαβε ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Λάρνακας. Εκεί παρέμεινε για τρεις ημέρες καθώς είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και άλλες σωματικές βλάβες. Μετά που εξήλθε από το νοσοκομείο Λάρνακας τον παρακολουθούσε ιατρός του νοσοκομείου Πάφου ο οποίος του σύστησε θεραπεία και φυσιοθεραπεία και του χορηγούσε αναρρωτικές άδειες για περίοδο πέντε μηνών. Καθ΄όλο αυτό το διάστημα της αποθεραπείας του δεν είχε απολαβές καθώς δεν μπορούσε να εργαστεί. Ως συνδιοκτήτης επιχείρησης εστιατορίου με τον αδελφό του, λάμβανε μισθό Λ.Κ.650,00 το μήνα και με τα τυχερά ο μισθός του ανέβαινε στις Λ.Κ.1.200,00 μηνιαίως. Εκτός από την απώλεια μισθών για πέντε μήνες έχασε και το αυτοκίνητο του το οποίο κρίθηκε ως πλήρως καταστραμμένο και ήταν αξίας Λ.Κ.14.500,00 έως και Λ.Κ.15.000,00 όπως του το είχαν κοστολογήσει από την Mercedes λίγες ημέρες πριν το δυστύχημα. Λίγο πριν το δυστύχημα είχε ξοδέψει για το αυτοκίνητο του περίπου Λ.Κ.5.000,
- Μετά το δυστύχημα το πώλησε ως εξαρτήματα για Λ.Κ.500,
- Τα υπόλοιπα του έξοδα για την αγορά φαρμάκων, της αστυνομικής έκθεσης και για την έκδοση των πιστοποιητικών ανέρχονται περίπου σε Λ.Κ.200,
- Ο Μ.Ε.3 ήταν ο χειρούργος ορθοπεδικός Α. Μαξοuτλού του Νοσοκομείου Πάφου. Ο ενάγοντας, μετά το δυστύχημα και μετά που επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Νοσοκομείο Πάφου, υπήρξε ασθενής του και εξέδωσε προς τούτο το πιστοποιητικό (Τεκ. 8) που φέρει ημερομηνία 24.03.2003 και σε αυτό αναφέρεται για την θεραπεία στην οποία τον υπέβαλε ή του σύστησε και στις διαπιστώσεις του. Ο ενάγοντας του είχε πει ότι είχε νοσηλευτεί στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας με κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη συνεπεία δυστυχήματος στις 8.7.2002, εξήλθε από εκεί στις 10.07.2002 με οδηγίες για συντηρητική αγωγή και αναρρωτική άδεια για ένα μήνα. Κατά την εξέταση που του έκαμε που πρέπει να ήταν γύρω στις 30.07.2002 διαπίστωσε τα πιο κάτω:
(1)δυσκαμψία αυχενικής μοίρας,
(2)επώδυνη και μειωμένη κίνηση αυχένα,
(3)μυϊκή σύσπαση αυχενικής και ωμικής ζώνης,
(4)θλάση οσφυϊκής μοίρας. Ο ασθενής του ανέφερε ότι μετά τον τραυματισμό του παρουσίαζε ζαλάδες, πονοκεφάλους, αυχεναλγία, δυσχέρεια στις κινήσεις αυχένα και δυσκολία στην οδήγηση. Ο ασθενής για μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόταν υπό την παρακολούθηση του με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και σύσταση φυσιοθεραπείας. Του χορηγήθηκε επανειλημμένα αναρρωτική άδεια από 30.07.2002 μέχρι 31.10.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι του είχε χορηγήσει τελικά αναρρωτική άδεια και για το διάστημα μέχρι 30.11.
- Όταν τον εξέτασε την τελευταία φορά αυτός παραπονείτο για πόνο, για πρόβλημα με τον αυχένα του και πρόβλημα στην οδήγηση. Την αναρρωτική άδεια του τη χορηγούσε ανάλογα με τα ευρήματα του κατά την εξέταση του ασθενούς. Η φαρμακευτική αγωγή συνίστατο σε αντιφλεγμονώδη και παυσίπονα. Του είχε συστήσει να χρησιμοποιεί και κολάρο. Τα στοιχεία για τη σύνταξη του πιστοποιητικού του τα είχε αντλήσει από τον φάκελο του ασθενούς που τηρείται στο νοσοκομείο. Ο πόνος, εξήγησε, αν και είναι υποκειμενικός εντούτοις διαπιστώνεται και από τις κινήσεις που κάμνει ο ασθενής και λόγω πείρας ένας γιατρός γνωρίζει ποιος είναι φυσιολογικός πόνος και ποιος όχι ανάλογα με το σημείο του σώματος. Τα ευρήματα του στο πιστοποιητικό του με αριθμό 1 και 2 είναι σχεδόν τα ίδια συμπτώματα. Σε σχέση με το υπ΄ αριθμό 3 αφορά τα μαλακά μόρια αφορά πόνο και μειωμένες κινήσεις. Σε σχέση με το 4 και πάλι αφορά τα μαλακά μόρια και μειωμένες κινήσεις. Λόγω των μειωμένων κινήσεων μπορούσε να κάμει κάποια πράγματα και κάποια άλλα όχι. Για τον ίδιο, ουσιαστικό πρόβλημα του ασθενούς ήταν ο πόνος. Τα συμπτώματα που παρουσίαζε ο ασθενής μπορούσαν να τον επηρεάσουν είτε αυτός έκαμνε χειρονακτική είτε καθιστική εργασία, δεν απέκλεισε όμως με αυτά τα συμπτώματα ο ασθενής να μπορούσε να καθίσει σε μια καρέκλα, να σταθεί και να περπατά. Όταν του έδιδε αναρρωτικές άδειες δεν του είχε ζητήσει να του περιγράψει τι είδους εργασία έκαμνε. Δεν είχε κρίνει σκόπιμο να είχε ρωτήσει την δουλειά που έκαμνε εφόσον όταν δίδει αναρρωτική άδεια τη δίδει με βάσει τα ευρήματα του από την εξέταση του ασθενούς. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 4 Άριστου Αριστείδου που είναι διευθυντής πωλήσεων της Mercedes στη Λάρνακα αποσκοπούσε στο να καταδείξει την αξία του οχήματος του ενάγοντος. Κατά την επίδικη περίοδο, ανέφερε, εάν το αυτοκίνητο ήταν σε καλή κατάσταση τότε θα άξιζε γύρω στις Λ.Κ.14.000,00 με Λ.Κ.15.000,
- Προέκυψε κατά την αντεξέταση του ότι δεν είχε δει το όχημα και δεν γνώριζε εάν αυτό είχε αγοραστεί από την εταιρεία όπου εργαζόταν. Δεν είχε να παρουσιάσει στοιχεία αναφορικά με πωλήσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων Mercedes. Το μοντέλο του επίδικου αυτοκινήτου είχε αρχίσει να παράγεται από το
- Δεν μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες εφόσον δεν είχε δει το αυτοκίνητο, δεν ήξερε την ηλικία του, τον εξοπλισμό του, τι είδους μηχανή διέθετε και σε τι μηχανική κατάσταση ευρισκόταν και εάν αυτό ετύγχανε συντήρησης, δεν γνώριζε εάν είχε περάσει από επιθεώρηση. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε μετατροπή για να αλλαχθεί η μηχανή του αυτοκινήτου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: Ο Στέλιος Καζέλης (Μ.Υ.1) είναι εκτιμητής αυτοκινήτων και παρουσιάστηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος αν και η δική του πορεία στον αυτοκινητόδρομο ήταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Είχε ορατότητα του δρόμου λόγω υψομετρικής διαφοράς του δρόμου και αντιλήφθηκε καθαρά πως συνέβηκε το δυστύχημα εφόσον ευρισκόταν στην αρχή μιας κατηφόρας και είχε καλή ορατότητα ολόκληρου του δρόμου απέναντι του σε απόσταση 100 - 250 μέτρων. Αρχικά είχε αντιληφθεί κάτι σαν σκόνη και στη συνέχεια μαύρα κομμάτια από ελαστικό να φεύγουν από το πίσω δεξί μέρος ενός φορτηγού αυτοκινήτου το οποίο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ένα όχημα μάρκας Mercedes να κάμνει απότομη κίνηση προς τα δεξιά για να αποφύγει τα κομμάτια από το ελαστικό, τους καπλαμάδες και μπήκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αποκόπτοντας το δρόμο του επερχόμενου από απόσταση 10 - 15 μέτρα Van οχήματος το οποίο κτύπησε αμέσως στο πίσω του μέρος και αμέσως μετά το Mercedes κτύπησε στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου. Το Van προχώρησε και σταμάτησε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στάθμευσε ο ίδιος το αυτοκίνητο του και αντιλαμβανόμενος ότι επρόκειτο για σοβαρό δυστύχημα αμέσως τηλεφώνησε στο 199 όπου και δηλώνοντας το όνομα του τους είπε να στείλουν ασθενοφόρο στο σημείο του δυστυχήματος. Ο ίδιος παρέμεινε στο χώρο εντός του αυτοκινήτου του για 2' με 3΄ και όταν αντιλήφθηκε ότι είχαν σταματήσει άλλοι διερχόμενοι, που ενδιαφέρθηκαν για το δυστύχημα, ο ίδιος συνέχισε το δόμο του. Παρουσίασε την αναλυτική κατάσταση των κλήσεων του κινητού του τηλεφώνου ως Τεκμήριο 9 όπου σε αυτή φαίνεται ότι την 8.07.2002 και περί ώρα 11:55:41 είχε τηλεφωνήσει στο
- Δεν είχε αναγνωρίσει στη σκηνή κανένα από τους οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι ως ανεξάρτητος εκτιμητής συνεργάζεται με διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και την ασφαλιστική όπου ήταν ασφαλισμένο το Van όχημα των εναγομένων. Δεν θέλησε να αποκρύψει κατά την κυρίως εξέταση του ότι είχε υπό την ιδιότητα του ως εκτιμητής εμπλακεί στις συζητήσεις που έγιναν μεταγενέστερα μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών για το θέμα των αποζημιώσεων, απλώς δεν είχε ερωτηθεί γι΄αυτό. Δεν είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία εφόσον δεν κλήθηκε για να το κάμει παρόλο ότι είχε δώσει το όνομα του όταν τηλεφώνησε στο
- Όταν ρωτήθηκε πως και δεν πήγε στην αστυνομία έστω και εάν δεν κλήθηκε να δώσει κατάθεση, ανέφερε ότι δεν θα λαμβανόταν υπόψη η κατάθεση του και κάτι τέτοιο του είχε ξανασυμβεί. Ούτε και όταν αντιλήφθηκε ότι η αστυνομία είχε κατηγορήσει κατά την άποψη του λάθος άνθρωπο δεν έκαμε οποιοδήποτε διάβημα στην αστυνομία καθότι υπέθεσε ότι δεν θα τον λάμβαναν υπόψη, αυτό το είχε αντιληφθεί και από την Αστυνομική Έκθεση που στο μεταξύ είχε πάρει και η οποία, κατά την άποψη του δεν ήταν αντικειμενική, ανέφερε μάλιστα ότι από πληροφορίες του από συνεργάτη τους στην Πάφο, ο ενάγοντας ήταν συγγενής με υψηλόβαθμο αστυνομικό της Πάφου, οπότε οποιαδήποτε ενέργεια και αν έκαμνε αυτή θα ήταν μάταιη. Σε υποβολή ότι ο ενάγοντας ούτε απλό αστυνομικό δεν έχει συγγενή, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να το ξέρει. Ο σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν από ηθική υποχρέωση που ένοιωθε να πει την αλήθεια. Σε σχέση με το φορτηγό αρχικά η αστυνομία στη Κοφίνου με την οποία επικοινώνησε δεν του έλεγε ποιος ήταν ο οδηγός του ούτε και την ασφαλιστική του εταιρεία. Δεν φρόντισαν να κάμουν οι ίδιοι έρευνα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Κατά την άποψη του αίτιος του δυστυχήματος ήταν το φορτηγό. Σε υποβολή ότι όσα είπε ήταν ψέματα, ανέφερε ότι είπε την αλήθεια και εάν έγινε λάθος χειρισμός της υπόθεσης εκ μέρους τους, αυτό είναι θέμα που αφορά τον ίδιο και την εταιρεία του. Η ασφαλιστική εταιρεία από ότι γνώριζε είχε συμβουλευθεί κάποιο Ανδρέα Ιωάννου ειδικό επί δυστυχημάτων. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε στη συνέχεια ως Μ.Υ.
- Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος της εναγομένης
- Αναγνώρισε το Van όχημα που οδηγούσε με αριθμό εγγραφής ΕΗΤ 942 στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Οδηγούσε με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Λευκωσία και ήταν φορτωμένο το όχημα του με 3 τόνους κρέατα. Παρά το γεφύρι της Σκαρίνου κρατούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και χρησιμοποιούσε ταχύτητα 100 χ.α.ω. Περίπου 500 μέτρα πριν την έξοδο προς τη Λάρνακα αντιλήφθηκε μπροστά του ένα αυτοκίνητο άσπρου χρώματος μάρκας Mercedes. Σε απόσταση 200 μέτρα περίπου μπροστά από το Mercedes ήταν ένα φορτηγό το οποίο πήγαινε με χαμηλή ταχύτητα. Λόγω της χαμηλής ταχύτητας που πήγαιναν τα προπορευόμενα του οχήματα ο ίδιος από απόσταση 200 μέτρων μπήκε στη δεξιά λωρίδα για να τα προσπεράσει. Όταν πλησίασε το Mercedes και είχαν μεταξύ τους απόσταση 10 μέτρων, το Mercedes μπήκε απότομα μπροστά του στη λωρίδα του με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντιδράσει, πάτησε τα φρένα του οχήματος του αλλά επειδή ήταν τόσο κοντινή η απόσταση δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση και το κτύπησε στο πίσω του μέρος. Στη συνέχεια το Mercedes κτύπησε στο δεξί κιγκλίδωμα και ο ίδιος πήρε την αριστερή κατεύθυνση και σταμάτησε. Προσέτρεξε στον οδηγό του άλλου οχήματος και σε 10 με 15΄ κατέφθασε ασθενοφόρο όχημα που τους μετέφερε στο νοσοκομείο Λάρνακας. Ούτε στη σκηνή αλλά ούτε και κατά τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο είχε μιλήσει με τον ενάγοντα καθ΄ότι ήταν και οι δύο κτυπημένοι. Την ώρα που προσπερνούσε είχε αντιληφθεί το φορτηγό όχημα να μπαίνει στο αριστερό παγκέτο προσπαθώντας να σταματήσει ενώ το Mercedes ήταν λίγο προς τα δεξιά του φορτηγού και δεν είχε δείξει την πρόθεση του ότι θα άλλαζε λωρίδα αλλά το έκαμε απότομα. Πριν το δυστύχημα οδηγούσε για δύο χρόνια καθημερινά το Van όχημα στα πλαίσια της εργασίας του και αυτό έτσι που ήταν φορτωμένο θα μπορούσε το πολύ να τρέξει γύρω στα 110 -120χ.α.ω. Είχε πει στον αστυνομικό όταν αυτός θα του έπαιρνε κατάθεση στον αστυνομικό σταθμό ότι υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης τα οποία είχε δει αλλά ο αστυνομικός επέμενε ότι δεν είχε προσέξει ίχνη στη σκηνή. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε γραφτεί στην κατάθεση του ότι είχαν χαραχθεί ίχνη τροχοπέδησης στο δρόμο, ούτε και αυτά σχεδιάστηκαν στο σχεδιαγράφημα το οποίο υπέγραψε, επέμενε όμως στα πιο πάνω. Το φορτηγό σχεδόν είχε σταματήσει στο αριστερό παγκέτο όταν αυτός προσπερνούσε. Εφόσον η αριστερή λωρίδα ήταν αδειανή δεν μπορούσε να ξέρει γιατί το Mercedes βγήκε στα δεξιά και συμφώνησε ότι μόνο ένας αφελής θα μπορούσε να κάμει μια τέτοια κίνηση. Ο ίδιος δεν είχε προσέξει λάστιχα στο δρόμο, προχωρούσε στη λωρίδα του και η προσοχή του ήταν στο δρόμο. Σίγουρα όταν εισέρχεται σε ανηφόρα ένα αυτοκίνητο η ταχύτητα του μειώνεται, ήταν όμως ακόμα στην αρχή της ανηφόρας εκεί που συνέβη το δυστύχημα. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν πρόσεχε την κίνηση μπροστά του λέγοντας πως είναι έμπειρος οδηγός και δεν έτρεχε υπερβολικά. Ξαναβλέποντας που τοποθετήθηκε το φορτηγό όχημα επί του σχεδιαγραφήματος κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφώνησε ότι ήταν εκεί που στάθμευσε αυτό. Όταν του είχε υποδειχθεί το σχεδιαγράφημα από τον αστυνομικό και συμφώνησε με αυτό ήταν λίγη ώρα μετά το δυστύχημα και ήταν ακόμα ζαλισμένος και φαίνεται ότι δεν το είχε καταλάβει καλά. Διαφώνησε επίσης με όσα ο οδηγός του φορτηγού είχε καταθέσει στη δική του κατάθεση, ποτέ δεν παραδέχθηκε σε αυτόν ότι έφταιγε, το Mercedes δεν βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα και ούτε το ακολουθούσε σε αυτή τη λωρίδα. Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι ήταν απρόσεκτος και για τούτο πήγε και καρφώθηκε πίσω από το όχημα του ενάγοντος. Τέλος κατέθεσε ο Ανδρέας Ιωάννου ως Μ.Υ.
- Αυτός δήλωσε διερευνητής τροχαίων ατυχημάτων και είναι απόφοιτος αγγλικού Πανεπιστημίου και κάτοχος διπλώματος σε θέματα εκτιμήσεων και ζημιών αυτοκινήτων. Είναι μέλος του συνδέσμου εκτιμητών αυτοκινήτων και ιδιοκτήτης εταιρείας Οδικής Υπηρεσίας και Φροντίδας Τροχαίων Δυστυχημάτων. Ανέφερε ότι ο Μ.Υ.1 του είχε ζητήσει πριν 2-3 χρόνια τη γνώμη του σχετικά με τους ισχυρισμούς των δύο οδηγών του επίδικου δυστυχήματος. Προς αυτό το σκοπό του είχε δώσει την αστυνομική έκθεση μαζί με το σχεδιαγράφημα της σκηνής και τις φωτογραφίες των ενεχομένων οχημάτων όπου απεικονίζονταν οι ζημιές τους τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία εξέφρασε την άποψη ότι το όχημα Mercedes από το σημείο Χ1 για να μετακινηθεί και να κτυπήσει στο σημείο Χ2 αυτό θα πρέπει να ακολούθησε μια πορεία μπροστά και λοξά δεξιά. Ένα όχημα που κτυπιέται από πίσω, για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία αυτό γίνεται κάτω από κάποιες προϋποθέσεις ή ενδεχόμενα όπως: α) ο οδηγός του Mercedes μετά τη σύγκρουση να έστριψε το τιμόνι του δεξιά, β) το Mercedes να μη βρισκόταν ευθεία αλλά να είχε μια κλήση προς τα δεξιά και γ) ο οδηγός του πίσω αυτοκινήτου στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση να έστριβε πριν τη σύγκρουση το τιμόνι του προς τα αριστερά. Αναλύοντας τα πιο πάνω ενδεχόμενα, χαρακτήρισε το πρώτο ως πιθανόν εφόσον μετά από μια σύγκρουση είναι δυνατόν ο οδηγός να στρίψει είτε αριστερά είτε δεξιά το τιμόνι. Ανέφερε ότι τo πιο πάνω δεν το αποκλείει αλλά αυτό δεν βασίζεται σε άλλα στοιχεία. Εάν ίσχυε το δεύτερο ενδεχόμενο τότε με την ορμή του δεύτερου οχήματος θα το ώθησε προς τα εμπρός με την κατεύθυνση που είχε με την κλήση του. Απέκλεισε το 3ο ενδεχόμενο καθώς δεν συνάδουν οι ζημιές του Van οχήματος εφόσον εάν έστριβε προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση θα είχε κτυπήσει με το δεξί μέρος του οχήματος στο προπορευόμενο όχημα. Τέτοιες ζημιές δεν παρουσιάζει στο δεξί μπροστινό μέρος του το Van όχημα καθώς δεν είναι κτυπημένο το δεξί του φανάρι και γενικά είναι ανέπαφο το δεξί μέρος του Van οχήματος. Αποκλείοντας το 3ο ενδεχόμενο παρέμεναν το 1ο και το 2ο ως πιθανά. Όταν οι εκτιμητές μιλούν για ολοκληρωτική καταστροφή ενός οχήματος μιλούν για ζημιά περισσότερη από το 70% της αξίας του. Στην αντεξέταση του επανέλαβε ότι μετά τη σύγκρουση ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος ήταν δυνατό να χάσει τον έλεγχο του οχήματος και να το οδηγήσει είτε στα δεξιά είτε στα αριστερά. Δεν είχε υπόψη του την έκταση του τραυματισμού του οδηγού του Mercedes. Δεν του είχε ζητηθεί να κάμει ανάπλαση του δυστυχήματος, πέρασε από τη σκηνή δύο φορές αλλά δεν έκαμε μετρήσεις ούτε και πήρε συνέντευξη των οδηγών, ούτε γνώριζε εάν πάτησε φρένα ο οδηγός του Van οχήματος, ούτε και εάν με οποιονδήποτε τρόπο επηρέασαν το δυστύχημα ελαστικά του φορτηγού αυτοκινήτου. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι για να καταλήξει στα δύο πρώτα ενδεχόμενα δεν απαιτείτο να λάβει υπόψη ίχνη τροχοπέδησης. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα η ζημιά που προκλήθηκε στο Van όχημα της εναγομένης 2 σε Λ.Κ.2.400,
- Το πιστοποιητικό ασθενείας που εξέδωσε το νοσοκομείο Λάρνακας και αφορά τον εναγόμενο 1 το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 10 και στο οποίο αναγράφεται κάκωση κεφαλής συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος και ότι του δόθηκε αναρρωτική άδεια από τις 8.07.2002 μέχρι 11.07.
- Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός περαιτέρω άδεια ασθενείας που έλαβε ο εναγόμενος 1 από τον ιδιώτη ιατρό Κ. Πολυμνίου από 12.07.2002 μέχρι 26.07.2006 και ο οποίος είχε διαγνώσει σε αυτόν διάσειση εγκεφάλου και ζαλάδες το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις τελικές εισηγήσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν ο καθένας τις θέσεις του επιχειρηματολογώντας επί της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και πως ο καθένας την αντιλήφθηκε, εισηγούμενοι ότι η μαρτυρία της μιας πλευράς είναι πιο πειστική από της άλλης και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κάμει δεκτή τη δική της εκδοχή. Σε σχέση με τις αποζημιώσεις και τις ζημιές ο κ. Μιχαήλ εισηγήθηκε ότι όπως είναι παραδεκτό γεγονός οι εναγόμενοι υπέστησαν ειδικές ζημιές ύψους Λ.Κ.2.400,00 και ότι ο εναγόμενος 1 παρέμεινε με αναρρωτική άδεια με διάγνωση κάκωσης της κεφαλής και διάσεισης και ζαλάδων από 8.07.2002 - 26.07.2002 και κατά την άποψη του για ένα τέτοιο τραυματισμό θα πρέπει να του δοθεί αποζημίωση ύψους τουλάχιστον Λ.Κ.2.000,
- Σε ότι αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνει ο ενάγοντας εισηγήθηκε ότι το μεγαλύτερο μέρος τους εκτός του ότι δεν δικογραφείται, δεν έχουν καν αποδειχθεί όπως επιβάλλει η νομολογία μας. Σε ότι αφορά την απώλεια εισοδημάτων και πάλι δεν προέκυψε από τη μαρτυρία του γιατρού του ότι δεν μπορούσε να ασκήσει την εργασία του σερβιτόρου ή της διεύθυνσης του εστιατορίου του που ήταν η δουλειά του. Εν πάση περιπτώσει δεν παρουσίασε μαρτυρία για τα εισοδήματα που δηλώνει για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Σε σχέση με τις αξιώσεις του για την καταστροφή του αυτοκινήτου του δεν παρουσίασε οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία για την αξία του τόσο πριν όσο και μετά το δυστύχημα. Το ποσό των Λ.Κ.100,00 για μεταφορά του αυτοκινήτου από το χώρο του δυστυχήματος δεν το αμφισβήτησε. Σε ότι αφορά τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος δεν αμφισβητείται ότι όντως υπέστη κάποιες βλάβες κυρίως σε σχέση με την θλάση στον αυχένα. Ο κ. Αγγελίδης εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε η αξία του οχήματος του ενάγοντος με την αναφορά που έκαμε ο ίδιος ο ενάγοντας σε αυτή για αξία δηλαδή Λ.Κ.14.000,00 - Λ.Κ.15.000,00 και το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την μαρτυρία επ΄ αυτού του σημείου με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων εφόσον η άλλη πλευρά δεν έφερε δική της μαρτυρία γι΄ αυτή, όπως δεν ζήτησε να παρουσιαστούν τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης όπου εργαζόταν ο ενάγοντας για να καταδειχθεί ο μισθός του και η απώλεια των εισοδημάτων του. Θα πρέπει επίσης να επιδικασθούν στον ενάγοντα Λ.Κ.10,000,00 - Λ.Κ.12.000,00 γενικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που υπέστη δηλαδή συνολικά Λ.Κ.25.000,00 πλέον τόκους ως ειδικές και γενικές αποζημιώσεις μαζί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες και τους διάδικους ενώ κατέθεταν ενώπιον μου. Έλαβα γενικά υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν οι μάρτυρες ή τον τρόπο που συμπεριφέρονταν στο εδώλιο και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Λαμβάνω υπόψη μου το προσωπικό συμφέρον που είχαν να πουν όσα είπαν , την συγγένεια, τη φιλία ή και οποιαδήποτε άλλη σχέση η οποία αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας. Τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν ή να γνωρίζουν τα διαδραματισθέντα ή τα γεγονότα γενικά που περιβάλλουν την υπόθεση, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους. Για τις αρχές που ακολουθούνται σε θέματα αξιολόγησης βλέπε μεταξύ άλλων Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1199, Αθανασίου και άλλων v. Κουνούνη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. σελ. 614, Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 165. Περαιτέρω τα όσα λέχθηκαν στην Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2009 για το πως αντικρίζεται μαρτυρία ειδικά όπου εξετάζονται δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές. Επίσης η υπόθεση Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 407, σε σχέση με τις αντιφάσεις ή την έλλειψη αντιφάσεων από μια μαρτυρία, ότι δηλαδή: ¨Η έλλειψη αντίφασης στη μαρτυρία μιας πλευράς, και αν ακόμα εκλαμβάνετο ως δεδομένη δεν αρκεί για να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας κρίνεται σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο και με αναφορά σε οτιδήποτε σχετικό, περιλαμβάνει δε και την ίδια την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος δικαστή¨. Όπως ανέφερα η μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος αμφισβητήθηκε έντονα από τους εναγόμενους. Ρωτήθηκε στην κυρίως εξέταση του σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας οδηγούσε ο ενάγοντας και απάντησε ότι από πληροφορίες που πήρε αυτός οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα. Όμως δεν έχουμε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία πλην της μαρτυρίας του ίδιου του ενάγοντος επ΄αυτού του θέματος. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ο ενάγοντας μέχρι τη τελευταία στιγμή που έστριψε δεξιά ευρισκόταν στην αριστερή λωρίδα. Η φράση του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου του Πογιατζή (Τεκ. 5) ¨θέλω να σου πω ότι τζαι τα δυο αυτοκίνητα με προσπέρασαν από την δεξιά λωρίδα¨ δεν υποδεικνύει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι το Mercedes που οδηγούσε ο ενάγοντας ευρισκόταν συνέχεια στη δεξιά λωρίδα του δρόμου και αυτό συνδυαζόμενο με μια προηγούμενη παρατήρηση του ίδιου αυτόπτη μάρτυρα στη 1η σελίδα της κατάθεση του ¨...κατευθύνθηκα στο αριστερό παγκέττο. Αμέσως από δεξιά μου με προσπέρασε ένα Mercedes άσπρο τζαι μετά από αυτό ένα van άσπρο πάλι¨. Επομένως με αυτά τα δεδομένα δεν βρίσκω από που άντλησε την πληροφορία ο Μ.Ε.1 ότι το όχημα του ενάγοντος έβαινε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Και ήταν σε αυτή την ανεξάρτητη μαρτυρία που βασίστηκε για να κατηγορήσει μόνο τον εναγόμενο
- Σε άλλες ερωτήσεις εάν είχε διερευνήσει πότε είχε σταματήσει το φορτηγό στο αριστερό παγκέτο ανέφερε ότι δεν το διερεύνησε ούτε και ήλεγξε τα ελαστικά του. Υποστήριξε ότι υπολείμματα ελαστικών είχε αντιληφθεί σε απόσταση 500 μέτρων από τη σκηνή και όχι πιο κοντά. Το γεγονός ότι δεν είχε ελέγξει αυτή τη πτυχή της υπόθεσης, δηλαδή τον ρόλο που έπαιξε στην πρόκληση του δυστυχήματος, αν και σημαντική υπό τις συνθήκες που έγινε το δυστύχημα ήταν και αυτός ο λόγος που δεν του κίνησε την περιέργεια για να ελέγξει για τα υπολείμματα του ελαστικού. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι συμπέρανε ότι το όχημα του ενάγοντος έβαινε στη δεξιά λωρίδα από το κτύπημα που δέχθηκε από το ακολουθών όχημα και τις ζημιές που προκλήθηκαν στα οχήματα, όμως δεν ήταν σε θέση να πει εάν δευτερόλεπτα πριν το Mercedes ήταν στη δεξιά ή στην αριστερή λωρίδα. Για εκείνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ευρισκόταν στη δεξιά λωρίδα. Σε σχέση με το πιο πάνω απόσπασμα της 1ης σελίδας της κατάθεσης του οδηγού του φορτηγού ανέφερε ότι αυτός θα ¨εννοούσε την δεξιά λωρίδα¨ καθώς έτσι το αντιλήφθηκε όταν του έπαιρνε κατάθεση. Παραδέχθηκε όμως ότι αυτός δεν είχε πει ότι πριν τον προσπεράσει σε ποια λωρίδα ευρισκόταν και ότι η αναφορά του ήταν από τη στιγμή που είχε αντιληφθεί τα οχήματα τα οποία ευρίσκονταν πράγματι στη δεξιά λωρίδα. Παραδέχθηκε επίσης ότι οι πορείες των ενεχομένων οχημάτων όπως τις σημείωσε στο σχεδιαγράφημα αφορούσαν το σημείο μετά που προσπέρασαν το φορτηγό όχημα. Συμφώνησε ότι θα μπορούσε αυτό να το είχε κάμει πιο καθαρό στο σχεδιαγράφημα. Περίεργο ακόμα από τη διερεύνηση του δυστυχήματος ήταν ότι ενώ το φορτηγό ήταν σταθμευμένο στο παγκέτο, ενώ είχε μιλήσει με τον οδηγό του στη σκηνή, ενώ είχε δει κομμάτια από ελαστικά ακόμα και μεγάλο κομμάτι στο δρόμο, όταν μετέβαινε στη σκηνή, έστω και σε απόσταση 400-500 μέτρων όπως επέμενε αρχικά και την οποία αργότερα μείωσε στα 300 μέτρα, χωρίς να αποκλείσει να υπήρχαν και πιο μικρά κομμάτια κάτω στο ανάχωμα του δρόμου και πιο κοντά στη σκηνή του δυστυχήματος, εντούτοις δεν διερεύνησε το θέμα του σπασίματος του ελαστικού του φορτηγού και πως αυτό επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Παραδέχθηκε ότι και εδώ ίσως να ήταν μια παράλειψη του που δεν διερεύνησε αυτή τη πτυχή της υπόθεσης και κατά πόσο θα έπρεπε να είχε κατηγορήσει τον οδηγό του φορτηγού για ελαττωματικά ή φθαρμένα ελαστικά. Περίεργο επίσης είναι, υπό αυτές τις συνθήκες, να μη θεωρήσει το φορτηγό ως εμπλεκόμενο στο δυστύχημα. Παραδέχθηκε ότι είχε συμπεράνει από την κατάθεση του Πογιατζή ότι το φορτηγό ήταν σταματημένο την ώρα της σύγκρουσης. Κρίνω ότι η διερεύνηση που έκαμε των συνθηκών του δυστυχήματος ήταν ελλιπής. Παρουσίαζε αρκετές αδυναμίες και παραλείψεις οι οποίες με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτός αυθαίρετα αποφάσισε από μόνος του και χωρίς παραινέσεις, όπως ισχυρίστηκε, να κατηγορήσει για αμελή οδήγηση μόνο τον εναγόμενο
- (βλ.Ευθυμίου v. Παρασκευά Γεωργίου
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1280 στη σελ. 1285 όπου τονίζεται ότι ο εξεταστής ενός δυστυχήματος δεν πρέπει να καθίσταται και κριτής και δικαστής του). Σε σχέση με τον ενάγοντα θα πρέπει να πω εξ αρχής ότι δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση ή ότι αυτός κατέθεσε ως μάρτυρας της αλήθειας. Όταν του υπεβλήθη ότι κατά τα λεγόμενα του κρατούσε για αρκετή ώρα τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αυτό δεν είναι σύμφωνο με τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας εφόσον αυτή η λωρίδα χρησιμοποιείται μόνο για το προσπέρασμα όταν δεν υπάρχει κίνηση στην αριστερή λωρίδα εφόσον αυτό είχε πει, απάντησε με δυσανασχέτηση και με υποτιμητικό ύφος ότι δεν γνωρίζει να υπάρχει τέτοιος κανονισμός. Τόνιζε συνέχεια ότι είναι κάτοχος άδειας οδηγού από δεκαοκτώ χρόνων δηλαδή για τριάντα χρόνια. Σε πολλές ερωτήσεις που του υπέβαλλε ο συνήγορος των εναγομένων απαντούσε πως ήταν η δική του άποψη και δεν θα μπορούσε να τον κρίνει εάν οδηγούσε ορθά ή λάθος ή σε άλλες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ομολογουμένως πολύ ευγενικά και με επαγγελματισμό, υπέβαλλε ο ίδιος στο δικηγόρο ότι μπορούσε να έλεγε ότι ήθελε επιδιώκοντας με αυτό τον τρόπο να υπεκφύγει. Ήταν αντιφατικός ως προς το που ευρισκόταν το φορτηγό ενώ ο ίδιος το πλησίαζε. Αρχικά το παρουσίασε ως σταματημένο πριν φτάσει ο ίδιος στο ύψος του ενώ κάτι τέτοιο δεν συνάδει από την υπόλοιπη μαρτυρία ακόμα και με μεταγενέστερη δική του εκδοχή. Σε ότι αφορά τα κομμάτια από λάστιχο που έφυγαν από το φορτηγό η δική του αντίληψη δεν συνάδει με αυτή του εξεταστή του δυστυχήματος εφόσον αυτός τα τοποθέτησε πολύ κοντά στο φορτηγό σε αντίθεση με τον εξεταστή. Ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι είχε δει από απόσταση διακόσια μέτρα να φεύγουν κομμάτια από το ελαστικό του φορτηγού στην κατάθεση του ανέφερε ότι ακόμα και όταν το είχε φτάσει αυτό συνέχιζε να πετά κομμάτια από λάστιχα από το πίσω του μέρος και ταυτόχρονα ισχυριζόταν ότι δεν τον είχε επηρεάσει κατά την οδήγηση του αυτό το γεγονός. Επίσης καταλογίζει στην προφορική του κατάθεση στον εναγόμενο 1 ότι αυτός έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα χωρίς να υπολογίσει ότι θα τον κτυπούσε ενώ κάτι τέτοιο δεν λέγει στην κατάθεση του όπου αναφέρει ότι κάποια στιγμή και ενώ είχε προσπεράσει το φορτηγό, άκουσε θόρυβο από το κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Αρνήθηκε ότι κάτι τέτοιο είχε υποστηρίξει και στην ποινική υπόθεση ότι δηλαδή δεν είχε δει το αυτοκίνητο του εναγομένου 1 από πριν, όταν του διαβάστηκε το σχετικό πρακτικό. Σε σχέση με τα τραύματα του και πάλι κρίνω ότι θέλησε να τα μεγαλοποιήσει και ήταν υπερβολικός. Αναφέρεται σε κρανιοεγκεφαλική κάκωση ενώ δεν παρουσίασε το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου Λάρνακας στο οποίο είχε νοσηλευτεί αρχικά, το οποίο να πιστοποιεί κάτι τέτοιο, στην αστυνομική έκθεση στη στήλη για τους τραυματισμούς αναγράφεται γι΄αυτόν κάκωση στο κεφάλι. Τα όσα ισχυρίστηκε ότι του ανέφερε ο εναγόμενος 1 όταν και οι δύο ήταν τραυματισμένοι στη σκηνή ή αργότερα στο ασθενοφόρο κρίνω ότι τα είπε για σκοπούς εντυπωσιασμού και θα ήταν παράδοξο για τον εναγόμενο 1 να παραδεχόταν κάτι τέτοιο όταν ήταν εξ αρχής τόσο έντονη η άποψη του για το πως προκλήθηκε το δυστύχημα. Ενώ ανέφερε ότι δηλώνει μισθό στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις Λ.Κ.600-650 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη περί τούτου αλλά ούτε και φορολογικές δηλώσεις τις οποίες επικαλέστηκε. Ενώ ο ίδιος ο θεράπων ιατρός του ανέφερε ότι δεν θα είχε πρόβλημα να κάθεται, να στέκεται και να περπατά, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν μπόρεσε να δουλέψει για πέντε μήνες σε μια επιχείρηση εστιατορίου όπου ήταν ο ίδιος διευθυντής και εκτελούσε και χρέη σερβιτόρου. Ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε κάμει αίτημα για επίδομα στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είχε να παρουσιάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο στο Δικαστήριο. Δεν είχε επίσης μαζί του τα έγγραφα εκτίμησης ότι το όχημα του είχε κηρυχθεί ως πλήρως καταστραμμένο. Σε υποβολή ότι σε καμιά περίπτωση δεν του είπαν από την Mercedes ότι το όχημα του είναι μεταξύ Λ.Κ.14.000,00 - Λ.Κ.15.000,00, όπως ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε μειώνοντας αυτή την εκτίμηση ότι του είχαν πει ότι ήταν μεταξύ Λ.Κ.12.000,00 και Λ.Κ. 14.000,
- Σε άλλη υποβολή ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την αξία του αυτοκινήτου και πάλιν απάντησε με την γνωστή του φράση ¨αυτό το λές εσύ¨. Δεν είχε επίσης απόδειξη για τις Λ.Κ.500,00 που ισχυρίστηκε ότι πώλησε το αυτοκίνητο του μετά το δυστύχημα. Δεν είχε καμιά απόδειξη για τις υπόλοιπες ειδικές ζημιές τις οποίες διεκδικούσε με την αγωγή του. Δεν είναι μόνο από τα πιο πάνω που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας είναι και από την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα μέσα στην ατμόσφαιρα της ζωντανής δίκης. Αυτός πολλές φορές δυσανασχέτησε σε ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, κοκκίνιζε, φανερά εκνευριζόταν και οι ανταπαντήσεις του προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της άλλης πλευράς παρόλο τον ήρεμο τόνο της φωνής του, την ευγένεια και την πραότητα με την οποία του υπέβαλλε τις ερωτήσεις του, άγγιζαν τα όρια προσβλητικής συμπεριφοράς προς τον δικηγόρο και της ειρωνείας. Είναι για όλους αυτούς τους λόγους που θα απορρίψω την μαρτυρία του στο σύνολο της και κατά συνέπεια την εκδοχή του. Ο Μ.Ε.3 θεράπων ιατρός του ενάγοντος κρίνω ότι ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο. Κατέληξε στην αντεξέταση του να εξηγήσει ότι και τα τέσσερα σχεδόν ευρήματα του σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος ήταν στην ουσία ένα και το αυτό. Ήταν ειλικρινής επίσης όταν ρωτήθηκε για το τι μπορούσε να κάμει ο ενάγοντας με τέτοια συμπτώματα όταν ανέφερε ότι μπορούσε να καθίσει σε μια καρέκλα, να σταθεί και να περπατά. Ακόμα ειλικρινής ήταν όταν αφειδώλευτα χορηγούσε αναρρωτική άδεια σε αυτόν παραδεχόμενος ότι δεν γνώριζε καν το επάγγελμα του και απλά από υποκειμενικά και μόνο συμπτώματα για τα οποία του παραπονείτο ο ασθενής. Κρίνω επομένως ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε πράγματι κάποια δυσκαμψία στην αυχενική μοίρα και μειωμένη κίνηση του αυχένα και θλάση οσφυϊκής μοίρας συμπτώματα παρεμφερή τα οποία όμως δεν τον εμπόδιζαν να κάμνει τις πιο πάνω κινήσεις που περιέγραψε εφόσον ακολουθούσε το πρόγραμμα θεραπείας που του συνέστησε ο θεράπων ιατρός του και φυσιοθεραπείας και τη χρήση κολάρου. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε 4 το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι αυτή στερείται οποιασδήποτε αντικειμενικότητας εφόσον δεν είχε υπόψη του περί τίνος κατέθετε, όλα όσα ανέφερε ήταν υποθετικά. Δεν μπόρεσα να εξαγάγω οποιοδήποτε συμπέρασμα από όσα κατέθεσε και ως εκ τούτου η μαρτυρία του παραμένει αδιάφορη. Ουσιαστική κρίνω ότι ήταν η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 του Στέλιου Καζέλη. Κρίνω ότι είπε την αλήθεια όταν ανέφερε ότι τυχαία βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Το τηλέφωνο προς το 199 δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης αυτής του της παρουσίας την ημέρα και την ώρα του δυστυχήματος στη σκηνή. Κρίνω επίσης ότι ενόψει της διαμόρφωσης του δρόμου στη σκηνή με μεγάλη ανηφόρα από την οποία κατέβαινε είχε οπτική επαφή με την κίνηση στην απέναντι κατεύθυνση. Η σκόνη και τα μαύρα κομμάτια του ελαστικού που έφευγαν από το φορτηγό ήταν επόμενο εφόσον ήταν απέναντι του να του κινήσουν την περιέργεια και σχεδόν ταυτόχρονα να βλέπει το όχημα του ενάγοντος να κάμνει απότομο ελιγμό και να αποκόπτει τη πορεία του εναγομένου
- Κρίνω ότι η αξιοπιστία του δεν έχει πληγεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του. Ο εναγόμενος 1 επίσης μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση. Εντύπωση προκάλεσε ο απλοϊκός του χαρακτήρας ο οποίος ήταν διάχυτος καθ΄ όλη τη διάρκεια της κατάθεσης του. Μου φάνηκε ειλικρινής άνθρωπος και κρίνω ότι στη μαρτυρία του μπορώ να βασιστώ. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υπέπεσε σε αντίφαση. Ήταν σταθερός στην άποψη του ότι ο ενάγοντας εισερχόμενος απότομα στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας δεν του άφησε περιθώριο να αντιδράσει έστω και αν προσπάθησε να εφαρμόσει τα φρένα του αυτοκινήτου του και γι΄αυτό επέπεσε επί του αυτοκινήτου του. Θεωρώ τον μάρτυρα ως αξιόπιστο και κρίνω ότι από την μαρτυρία του μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Το γεγονός ότι δεν είχε αντιληφθεί το σπάσιμο του ελαστικού του φορτηγού κρίνω ότι προσθέτει στην κρίση μου περί της αξιοπιστίας του. Εφόσον είναι η θέση του ότι κρατούσε την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και έβλεπε μπροστά του και πίσω από το φορτηγό ακολουθούσε το όχημα του ενάγοντος, ήταν επόμενο να μην είχε αντιληφθεί το τι προηγήθηκε και τι ήταν τελικά εκείνο που ώθησε τον ενάγοντα ξαφνικά να παρεμβληθεί μπροστά του χωρίς να του δώσει ευκαιρία να αποφύγει την σύγκρουση. Τέλος, ο Ανδρέας Ιωάννου (Μ.Υ.3), με τον τεκμηριωμένο τρόπο με τον οποίο εξέθεσε την άποψη του αναφερόμενος και στην εμπειρία του στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και ζημιών και με βάσει τα προσόντα του τα οποία ανέφερε και τα οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν, κρίνω ότι πρόκειται για μαρτυρία που προέρχεται από εμπειρογνώμονα και ως τέτοια την αντικρίζω. Ουσιαστικά μπορεί να εξαχθεί από αυτή ότι εάν το όχημα του ενάγοντος που όπως είναι η εκδοχή της πλευράς των εναγομένων εξήλθε ξαφνικά και εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας είτε ότι αυτός πρόλαβε και πήρε ευθεία κατεύθυνση οπότε συνεπεία του κτυπήματος που δέχθηκε από πίσω θα έστριψε δεξιά για να κτυπήσει στο δεξί κιγκλίδωμα, είτε δεν πρόλαβε να πάρει ευθεία γραμμή και ενώ είχε μια δεξιά κλήση με το κτύπημα που δέχθηκε από το αυτοκίνητο του εναγομένου 1 και με την ορμή του τον ώθησε προς τα εμπρός με την κατεύθυνση που είχε με την κλήση προς τα δεξιά γι΄αυτό και επέπεσε στο δεξί κιγκλίδωμα, εκδοχή την οποία πρόκρινε ο μάρτυρας και την οποία αποδέχομαι. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Με βάσει την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι το δυστύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Κατά την 8.07.2002 και περί τις 11:55:00 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λεμεσού στην κατεύθυνση προς Λευκωσία παρά τη Σκαρίνου και λίγο πριν την αρχή της ανηφόρας διακινούνταν τα τρία οχήματα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως προς την πορεία τους. Μπροστά ήταν το φορτηγό όχημα με αριθμό εγγραφής ΑΑC 427 που οδηγούσε κάποιος με το όνομα Πογιατζής, ακολουθούσε το όχημα του ενάγοντος το άσπρο Mercedes με αριθμό εγγραφής DAX 747, πιο πίσω ακολουθούσε το Van όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με αριθμό εγγραφής ΕΗΤ 942 ιδιοκτησίας της εναγομένης 2 στην οποία εργαζόταν και το οποίο είχε φορτίο 3 τόνους από κρέατα. Κάποια στιγμή ο εναγόμενος 1 και από απόσταση 200 περίπου μέτρων όταν αντιλήφθηκε ότι τα δύο προπορευόμενα του οχήματα έβαιναν με ελαττωμένη ταχύτητα, αποφάσισε να τα προσπεράσει και προς τούτο εισήλθε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Χρησιμοποιούσε ταχύτητα γύρω στα 100 χ.α.ω. Πλησιάζοντας τα δύο οχήματα, ξαφνικά και ενώ η απόσταση του από το Mercedes ήταν περί τα 10 μέτρα, αυτό συνεπεία του ότι είχε σκάσει ελαστικό του προπορευόμενου φορτηγού οχήματος και εκτοξεύονταν από αυτό κομμάτια ελαστικών και καπλαμάδων, προς αποφυγή τους, έκαμε απότομα στροφή στα δεξιά μπαίνοντας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αποκόπτοντας με αυτό τον τρόπο την ελεύθερη πορεία του Van οχήματος. Ο οδηγός του, εναγόμενος 1 παρά το ότι πάτησε φρένα, εντούτοις δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του. Το κτύπησε στο πίσω μέρος και αυτό στη συνέχεια πήρε δεξιά πορεία και κτύπησε στο δεξί προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου όπου και ακινητοποιήθηκε. Η σύγκρουση είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό των οδηγών των οχημάτων τα οποία υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Μεταφέρθηκαν και οι δύο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας με ασθενοφόρο που κατέφθασε στη σκηνή σε 10 με 15΄. Στη σκηνή είχαν μεταβεί και αστυνομικοί και ο Μ.Ε.1 ανέλαβε τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Ο ενάγοντας που υπέστη κάκωση κεφαλής και κεφαλαλγία παρέμεινε στο νοσοκομείο για τρεις ημέρες. Αργότερα και όταν εξήλθε του νοσοκομείου παρακολουθείτο από ιατρό στο νοσοκομείο Πάφου ο οποίος είχε διαπιστώσει τα παρεμφερή συμπτώματα της δυσκαμψίας αυχενικής μοίρας, της επώδυνης και μειωμένης κίνησης αυχένα και θλάσης οσφυϊκής μοίρας και του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή, χρήση κολάρου και φυσιοθεραπεία, ο ενάγοντας εξασφάλισε αναρρωτική άδεια μέχρι την 30.11.
- Ο εναγόμενος που είχε υποστεί κάκωση κεφαλής εξήλθε μετά την παροχή σε αυτόν των Α΄ Βοηθειών με αναρρωτική άδεια μέχρι 11.07.
- Ακολούθως έτυχε εξέτασης από ιδιώτη ιατρό ο οποίος διέγνωσε διάσειση εγκεφάλου και ζαλάδες και του δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι 26.07.
- Δεν αναφέρονται οποιαδήποτε κατάλοιπα συνεπεία του τραυματισμού τους. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ: Προτού εισέλθω σε άλλες πτυχές της υπόθεσης κρίνω σκόπιμο να προσδιορίσω την ευθύνη του για την πρόκληση του δυστυχήματος. Το κριτήριο εάν ένας οδηγός είναι ή όχι αμελής εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αλεξάνδρου κ.ά. v. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 420 στις σελ. 425 -426: ¨Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αμφότεροι ο εφεσείων και η εφεσίβλητη χρησιμοποιούσαν το δρόμο ανεξάρτητα απ΄ την παρουσία του άλλου, αποκαλύπτει έλλειψη επιμέλειας. Αυτή η παράλειψη προοιώνιζε και επέφερε τη σύγκρουση. Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή¨. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας από τροχαίο ατύχημα εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: "Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε, ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια". Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αμέλεια αποτελείται ουσιαστικά από την παράλειψη της εκπλήρωσης του καθήκοντος της μέριμνας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο (βλ.Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Η αμέλεια είναι η παράλειψη ενός οδηγού να τηρήσει το καθήκον εύλογης επιμέλειας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και σε κάθε περίπτωση το ερώτημα που τίθεται κατά πόσο ένα άτομο είναι αμελές μπορεί να απαντηθεί μόνο με βάση τα πραγματικά γεγονότα της κάθε περίπτωσης και από την άλλη εάν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στη σύγκρουση (βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 Α.Α.Δ. 78). Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) στη σελ. 4 λέχθηκαν σχετικά με την αμελή οδήγηση τα ακόλουθα: "Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stvenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια". Στην υπόθεση Charalambous v. Police 2 Α.Α.Δ.
(1982)134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris and another 1 C.L.R.
(1975)188, 192 λέχθηκε ότι η υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας βαρύνει τους οδηγούς πάντοτε και υπό όλας τας περιστάσεις. Στην Νικολαίδης κ.α. v. Κλεοβούλου 1 Α.Α.Δ.
(1992)σελ. 422, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελ. 428: ¨Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Η θέση αυτή διατυπώνεται με τρόπο κατηγορηματικό στην απόφαση του Εφετείου στην Varnavas K. Varnakkides v. The Police 2 C.L.R.
(1969)σελ. 1. Παρόλο που οι θέσεις αυτές υιοθετήθηκαν σε ποινική υπόθεση σε σχέση με το πταίσμα αμελούς οδήγησης η αρχή η οποία υιοθετείται τυγχάνει καθολικής εφαρμογής και συσχετίζεται με τις αρχές της αμέλειας και τις πραγματικότητες της τροχαίας κίνησης. Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο¨. Η έννοια του καθήκοντος για επιμέλεια ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, δηλαδή ότι η ενεργούμενη πράξη, παρά το καθήκον επιμέλειας, μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (βλ. Στρατμάρκο ΛΤΔ ν. Μιχαήλ 1(Ε) Α.Α.Δ.
(1989)σελ. 453). Αν δε η δυνατότητα εμφάνισης του κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η μη λήψη μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Αν όμως η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι απλή δυνατότητα, η οποία δεν θα ερχόταν στο μυαλό ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια επειδή δεν πάρθηκαν έκτακτες προφυλάξεις. Στην Κώστα v. Χρυσοστομίδη 1 Α.Α.Δ.
(1991)σελ. 271 επ. αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ¨Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής τότε το να μην πάρει ένας τις αναγκαίες προφυλάξεις αποτελεί αμέλεια αλλά αν η δυνατότητα να εμφανιστεί κίνδυνος είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις. Αυτή η αρχή θεωρείται ότι έχει εφαρμογή γενικά σε ενέργειες στις οποίες η ισχυριζόμενη αμέλεια είναι μια παράλειψη να πάρει ένας τη δέουσα φροντίδα για τη ασφάλεια των άλλων¨. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα κρίνω ότι η ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος βαραίνει εξ ολοκλήρου τον ενάγοντα. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι συνθήκες του δυστυχήματος είναι αυτές τις οποίες κατέγραψα πιο πάνω στα ευρήματα μου. Κρίνω ότι επρόκειτο για ένα αναπόφευκτο δυστύχημα για τον εναγόμενο 1. Αυτός δεν ανέμενε τον απότομο ελιγμό προς τα δεξιά του οδηγού του οχήματος το οποίο έβαινε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και όταν το είχε ήδη πλησιάσει στα δέκα μέτρα και ενώ αυτός ευρισκόταν κανονικά στη δεξιά λωρίδα όπου εδικαιούτο να κινείται κατ΄ εκείνη τη στιγμή στη προσπάθεια του να προσπεράσει τα δύο προπορευόμενα του οχήματα. Την ίδια λωρίδα τη χρησιμοποιούσε ήδη από απόσταση τουλάχιστον 200 μέτρων όταν εισήλθε σε αυτή με σκοπό να προσπεράσει. Ο εναγόμενος 1 κάτω από την αγωνία της στιγμής πάτησε τα φρένα του οχήματος του, όμως αυτή η κίνηση του δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Επομένως την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος κρίνω ότι την υπέχει ο ενάγοντας εξ ολοκλήρου (βλ. Vassiliades v. Pata and another
(1969)1 C.L.R. 541). Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου ως προς την ευθύνη, σημασία πλέον για την κρίση της παρούσας απόφασης μου έχει ο καθορισμός των αποζημιώσεων που δικαιούται ο εναγόμενος 1 δυνάμει της ανταπαιτήσεως του. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου σε περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση μου για την ευθύνη είναι λανθασμένη θα εξετάσω και το θέμα των αποζημιώσεων που θα εδικαιούτο ο ενάγοντας σε περίπτωση που επιρριπτόταν ευθύνη και στον εναγόμενο 1, για τις οποίες ασφαλώς ευθύνεται και η εναγόμενη 2 ως εκ προστήσεως υπεύθυνη γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ: Αποτελεί αξίωμα του δικαίου των αστικών αδικημάτων, ότι το θύμα του αδικήματος εκλαμβάνεται στην κατάσταση που βρίσκεται και βάσει αυτού του δεδομένου αποτιμάται η ζημιά την οποία υφίσταται. Δεν είναι ο νοητός μέσος άνθρωπος αλλά το συγκεκριμένο θύμα του αστικού αδικήματος που αποτελεί το υποκείμενο της αποζημίωσης. Προσμετρούν, κατά συνέπεια, οι ιδιαιτερότητες του θύματος στον καθορισμό των επιπτώσεων του τραυματισμού του και κατ΄ επέκταση της αποζημίωσης την οποία δικαιούται. (βλ. Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1 (Α) Α..Α.Δ. σελ. 226. Το Δικαστήριο που είναι επιφορτισμένο να επιδικάσει γενικές αποζημιώσεις υπέρ του θύματος πρέπει να έχει κατά νουν ότι αυτές πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi,
(1982)1 CLR 789). Οι γενικές αποζημιώσεις πρέπει να αντανακλούν την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475, Παναγή ν. Θεοδώρου,
(1992)1 ΑΑΔ 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου,
(1993)1 ΑΑΔ και Μαυροπετρή ν. Γεώργιου Λουκά,
(1995)1 ΑΑΔ 66, 74-75), Anjia Lankuttis v. Ανδρέα Νικόλα, 1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1128. Σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος, η οποία αφού δεν μπορεί να επέλθει με αντικατάσταση των απολεσθέντων στην θέση την οποία λογικά θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν, διά μέσου της χρηματικής αποτίμησης. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα με την προϋπόθεση ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ των διαδίκων (βλ. Μιχαήλ ν. Συκοπετρίτης Λτδ, Α.Α.Δ. (1Β)
(2000)σελ. 1049 και Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α. Α.Α.Δ. (1Γ)
(2000)2079). Στην υπόθεση Ιακώβου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όμως αυτή ταύτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου γι΄ αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (βλ. Μαυροπετρή (ανωτέρω). Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες, ως ελέχθη, συναρτώνται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη, τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα, τη διάρκεια των τραυμάτων και τα κατάλοιπα από τους τραυματισμούς με την όποια μορφή αυτά παίρνουν. Δεν υπάρχει μέτρο, ούτε ζυγαριά, με τα οποία θα μπορούσαμε να μετρήσουμε και να ζυγίσουμε αυτό τούτο τον τραυματισμό και τα όσα πιθανόν να έπονται απ΄ αυτό. Τοιουτοτρόπως προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. (βλ. Ανδρέου ν. Junquirth,
(1995)1 A.A.Δ. σελ. 431). Η κάθε υπόθεση βέβαια κρίνεται με βάση τα δικά της στοιχεία (Βλ. Σπύρου ν. Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 298), Ερωτοκρίτου κ.α. v. Καραολή,
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ.445). Έχοντας λοιπόν υπόψη την μαρτυρία και την αξιολόγηση της στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, τα ευρήματα στα οποία κατέληξα σε σχέση με τις συνέπειες ή όχι που είχε ο τραυματισμός του εναγομένου 1, λαμβάνοντας ακόμα υπόψη και τις εισηγήσεις των συνηγόρων, καθοδηγούμενος επίσης από αποφάσεις με παρόμοιους τραυματισμούς και έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο από προηγούμενες αποφάσεις μόνο καθοδήγηση μπορεί να έχει εφόσον τραυματισμοί παρόμοιοι δεν μπορούν να συμπίπτουν και με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις των θυμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά που εξεδόθησαν για τον εναγόμενο 1 το περιεχόμενο των οποίων είναι αποδεκτό. Κρίνω ότι τα τραύματα που υπέστη ο εναγόμενος 1 δικαιολογούν αποζημίωση ύψους Λ.Κ. 1.000,00 για τις σωματικές βλάβες και ταλαιπωρία που υπέστη (βλ. Γεωργίου v. Μεταξά Αρ. Αγωγής 2344/1990 Κρονίδης Π.Ε.Δ.). Σε σχέση δε με τον ενάγοντα βασιζόμενος στις ίδιες πιο πάνω αρχές και το ιατρικό πιστοποιητικό και όσα ανέφερε ο Μ.Ε.3 θεράπων ιατρός του προφορικά στο Δικαστήριο, κρίνω ότι αυτός θα εδικαιούτο αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες που υπέστη ύψους Λ.Κ.2.000,00. ΕΙΔΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ: Σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι ο ενάγων έχει υποχρέωση να αποδεικνύει τη ζημιά του με θετική μαρτυρία και αυστηρά με σαφήνεια και στοιχεία (βλ. Demetrios Emmanuel & Another v. Andronicos Nicolaou & Another,
(1977)1 CLR 15, Aloupou & Another v. Hadjhigeorghiou & Another,
(1984)1 CLR 475, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου,
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498 και Παπαδοπούλου ν. Νικολάου,
(1998)1 ΑΑΔ 1147, 1152, 1153), Ηρακλέους v. Του Ταχύπλοου σκάφους ¨Νίκη¨κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Οι ειδικές ζημιές σε ότι αφορά τους εναγόμενους έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των Λ.Κ.2.400,00 για ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της εναγομένης 2 το οποίο και επιδικάζεται υπέρ της. Σε ότι αφορά τις ειδικές ζημιές που αξιώνει ο ενάγοντας κρίνω ότι έχει αποδειχθεί μόνο το ποσό των Λ.Κ.100,00 για έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου και αυτό διότι έγινε δεκτό από τον συνήγορο των εναγομένων κατά την τελική του αγόρευση. Δεν αποδείχθηκαν στο βαθμό που επιβάλλεται η αξία του οχήματος του ενάγοντος προ του δυστυχήματος ή και μετά από αυτό. Εφόσον όπως ανέφερα και κατά το στάδιο της αξιολόγησης το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ως μη ειδικού ή του Μ.Ε. 4 που κλήθηκε ως ειδικός του οποίου όμως η μαρτυρία κρίθηκε ως μη άξια λόγου και χωρίς παρουσίαση οποιονδήποτε άλλων αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του, κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε υπόβαθρο ως προς την εκτίμηση της αξίας του αυτοκινήτου του ενάγοντος. Σε ότι αφορά τις αξιώσεις του για απώλεια απολαβών κρίνω ότι και εδώ δεν έχει αποδειχθεί με θετική μαρτυρία ότι απώλεσε οποιεσδήποτε απολαβές. Αρκέστηκε στη δική του μαρτυρία την οποία έκρινα ως μη πειστική. Επομένως εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει απώλεια εισοδημάτων κρίνω ότι αυτός δεν δικαιούται οτιδήποτε ούτε ακόμα για ένα μήνα που ήταν η άδεια που ισχυρίστηκε στον γιατρό του ότι έλαβε από το νοσοκομείο Λάρνακας. Ούτε οι υπόλοιπες ειδικές ζημιές τις οποίες αξιώνει με την έκθεση απαιτήσεως του έχουν αποδειχθεί εφόσον δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε απόδειξη η συγκεκριμένη μαρτυρία. Καταλήγω ότι αυτός θα εδικαιούτο μόνο το ποσό των Λ.Κ.100,00 για την μεταφορά του αυτοκινήτου του από την σκηνή και αυτή εφόσον έγινε αποδεκτή από την πλευρά των εναγομένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένου 1 και εναντίον του ενάγοντος για το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 και υπέρ της εναγομένης 2 και εναντίον του ενάγοντος για το ποσό των Λ.Κ.2.400,
- Τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την 8.07.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται έξοδα στην ανάλογη κλίμακα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντος όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).................................. Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο