← Κύπρος

Αναφορικά με τον OMAR SAKANTELIDGE, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 465/06, 15 Δεκεμβρίου 2006

Αναφορικά με τον OMAR SAKANTELIDGE, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 465/06, 15 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 465/06 ΕΙΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Αναφορικά με τον OMAR SAKANTELIDGE, Λεωφ. Αρτέμιδος 23, Διαμ. 3, 6025 Λάρνακα ____________________ Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ. Μυλωνάς. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Μάριος Χαραλάμπους. ΑΠΟΦΑΣΗ Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε στις 30.4.2004 απόφαση στην αγωγή υπ΄ αριθμό 1575/01 υπέρ των εναγόντων Κώστα Αντωνίου Κωνσταντή και Μαρίας Κώστα Αντωνίου και εναντίον των εναγομένων Omar Sakantelidje και Natalia Sakantelidje όπως παραδώσουν στους ενάγοντες ελεύθερη κατοχή του κτήματος με αριθμό εγγραφής 6665 και του διώροφου κτιρίου με έξι διαμερίσματα και όπως καταβάλλουν το ποσό των Λ.Κ.1.500 το μήνα από 6.8.2004 μέχρι παράδοσης του υποστατικού μέχρι συμμόρφωσης με το διάταγμα παράδοσης, πλέον Λ.Κ.4.980,50 έξοδα με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού Λ.Κ.4.943 από 18.5.2001 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των Λ.Κ.4.599. Στις 4.7.2006 οι πιστωτές (ενάγοντες στην πιο πάνω αγωγή) καταχώρησαν, μέσω των δικηγόρων τους, αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης συνοδευόμενη από ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του χρεώστη Omar Sakantelidge, εναγόμενου 1, η οποία του επιδόθηκε στις 5.7.2006. Ο χρεώστης αντέδρασε καταχωρώντας ένορκη δήλωση, στις 7.7.2006. Η ένορκη δήλωση λειτουργεί σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 40

(2)και 41 ως αίτηση παραμερισμού της πτωχευτικής ειδοποίησης (βλ. Λάρκος v. Κατσιαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694). Περαιτέρω, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, με την προηγούμενη σύνθεση του, στις 10.8.2006 καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των πιστωτών και στις 31.8.2006 ένορκη δήλωση της συζύγου του χρεώστη. Οι θέσεις που προβάλλει στην ένορκη του δήλωση ο χρεώστης μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.4.2004 επήλθε νέα συμφωνία για πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.450,000 προς εξόφληση της αγωγής και ακύρωση της και ταυτόχρονη μεταβίβαση του κτήματος. Ο ίδιος ο χρεώστης προσέφερε το πιο πάνω ποσό μέσω Τράπεζας καλώντας τους ενάγοντες να μεταβιβάσουν το ακίνητο σε συνεργάτη του. Οι ενάγοντες (πιστωτές) αρνήθηκαν την προσφορά και καταχωρήθηκε εναντίον τους η αγωγή με αριθμό 566/06 ενώ εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.2.
  1. Ως αποτέλεσμα, η απόφαση "έχει ακυρωθεί", ο χρεώστης δεν οφείλει κανένα ποσό, έχει δε απαίτηση εναντίον των πιστωτών αφού η αγωγή του έχει κλίμακα μέχρι Λ.Κ.1.000.
  2. (β) Άνευ βλάβης των πιο πάνω το "ισχυριζόμενο χρέος" δεν υφίσταται και η απαίτηση του εναντίον των εναγόντων είναι πολύ μεγαλύτερη από το "ισχυριζόμενο χρέος". Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόντων (πιστωτών) αναφέρει, ουσιαστικά, στην ένορκη δήλωση του ότι η ένορκη δήλωση του χρεώστη είναι παράτυπη αφού έχει συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα ενώ ο τελευταίος δεν ομιλεί ελληνικά και ότι το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 21.2.2006, έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο στις 14.7.2006 για το λόγο ότι η αγωγή του χρεώστη δεν είχε πιθανότητα επιτυχίας. Η σύζυγος του χρεώστη ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του χρεώστη. Κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης οι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του χρεώστη επικέντρωσε τα επιχειρήματα του κυρίως στο θέμα της γλώσσας της ένορκης δήλωσης του χρεώστη. Υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του την ένορκη δήλωση του χρεώστη αφού διαφοροποιήσει την παρούσα περίπτωση από την ισχύουσα νομολογία αφού ο χρεώστης αναφέρει ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του, του μεταφράστηκαν. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι και αν ακόμη η ένορκη δήλωση του χρεώστη θεωρηθεί ως άκυρη, από την ένορκη δήλωση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του χρεώστη προκύπτει ότι υπάρχει ανταπαίτηση που υπερβαίνει την αξίωση των πιστωτών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των πιστωτών υποστήριξε ότι ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τη γλώσσα της ενόρκου δηλώσεως του και συνεπώς η ένορκη δήλωση, η οποία επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού, θα πρέπει να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ακόμη και αν η ένορκη δήλωση θεωρηθεί νομότυπη δεν υπάρχει γνήσια ανταπαίτηση εκ μέρους του χρεώστη. Θα εξετάσω πρώτιστα το θέμα της χρήσης της ελληνικής γλώσσας στην ένορκη δήλωση του χρεώστη, ο οποίος δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, γεγονός που προκύπτει από το περιεχόμενο των ενώπιον μου ενόρκων δηλώσεων, και όπως εξάλλου ήταν παραδεκτό αφού αποτέλεσε κοινό έδαφος των αγορεύσεων των συνηγόρων. Στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του χρεώστη ημερομηνίας 7.7.2006, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Τα πιο πάνω μου τα έχουν μεταφράσει και τα έχω κατανοήσει πλήρως. Λόγω του ότι μόνο τρεις μέρες είχα για να καταχωρήσω την ένσταση μου δεν είχα χρόνο να καταχωρήσω επίσημη μετάφραση." Ακολουθεί η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat): "Ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον μου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας σήμερα την 7.7.2006". Στο Annual Practice 1966, στη σελίδα 927, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων σε ξένη γλώσσα: (Filing Affidavit in Foreign Language): "When it is desired to file an affidavit in a foreign language the usual course is to obtain a translation of such affidavit by a qualified translator, and to annex the foreign affidavit and the translation as exhibits to an affidavit by the translator verifying the translation. The three documents are filed together, filing fees being paid for two affidavits. If an office copy is required such copy should be of the translation only". (Boland & Sayer´s Oaths and Affirmations, p. 36). See Re Sarazin´s Patent
(1947), 64 R.P.C. 51." Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, στην παράγραφο 321 αναφέρονται τα εξής: "In the case of an affidavit in a foreign language there must be tiled with it a translation and an affidavit from the translator verifying the translation and annexing both the original affidavit and the translation". Περαιτέρω, στην παράγραφο 314 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων: "An affidavit may be in a foreign language provided a translation is filed with it. A deponent who does not understand English may, however, swear an affidavit in English provided it, and the oath, has first been interpreted to him by an interpreter who swears to the interpretation." Στην υπόθεση In re Saab Nazaz
(2003)1 Α.Α.Δ. 772, η οποία αφορούσε αίτηση για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, η ένορκη δήλωση του Πακιστανού αιτητή που συνόδευε την αίτηση ήταν διατυπωμένη στα ελληνικά, αν και ο ενόρκως δηλών μιλούσε μόνο τη διάλεκτο Urdu, κάτω δε από τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) προστέθηκε η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: "Το περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα Urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti". Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Νικολαϊδη Δ., στη σελίδα 777: "Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφραση της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ΄ αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury´s Laws of England, ανωτέρω, παράγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλητή δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Αντρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 1354, τα κενά ή οι ελλείψεις σε μια ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Σκοπός της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat), είναι η αποφυγή, με τρόπο αναντίλεκτο, οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων. (Βλέπε όμως In re El - Boustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, 742). Την πεποίθησή μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκη του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσης του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από τον μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασης του." Στην παρούσα περίπτωση η ένορκη δήλωση έχει συνταχθεί σε γλώσσα που δεν είναι αντιληπτή από τον ενόρκως δηλούντα. Ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε μετάφραση της ενόρκου δηλώσεως από τα ελληνικά στη γλώσσα του και συνεπώς η οποιαδήποτε ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Ο δε ισχυρισμός του χρεώστη στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε δεν έχει οποιαδήποτε αξία αφού πέραν του ότι έχει συνταχθεί σε γλώσσα μη κατανοητή - εξάλλου συνιστά μέρος της ένορκης δηλώσεως, είναι εν πάση περιπτώσει ασαφής. Είναι δε αξιοσημείωτο στην παρούσα περίπτωση ότι παρέμεινε άγνωστο ποια ακριβώς ήταν η γλώσσα του ενόρκως δηλούντα. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση όπως έχει καταχωρηθεί παρουσιάζει κενά και ελλείψεις και συνεπώς πάσχει από ουσιώδη ακυρότητα η οποία δεν είναι θεραπεύσιμη (Βλέπε Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. v. Arizona Trading Co Ltd (ανωτέρω)). Δεν πρόκειται περί τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας ώστε να χρήζει εξέτασης το άρθρο 102
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5. Η πιο πάνω κατάληξη μου σφραγίζει και την τύχη της αίτησης. Η διαδικασία παραμερισμού της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι άκυρη. Παρά τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης θεωρώντας την ένορκη δήλωση ως έγκυρη, σε περίπτωση που η προσέγγιση μου σε σχέση με την ένορκη δήλωση είναι λανθασμένη. Θα προχωρήσω επομένως, να εξετάσω τη θέση του συνηγόρου του χρεώστη ότι υπάρχει ανταπαίτηση που υπερβαίνει την αξίωση των πιστωτών, ικανοποιώντας τις προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 3
(1)(ζ) και ο Καν. 40 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, που είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη απαίτησης εκ μέρους του χρεώστη υπό τη μορφή ανταπαίτησης (counter-claim), συμψηφισμού (set-off) ή ανταξίωσης (cross-demand). (β) Η απαίτηση του, ως πιο πάνω, να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους. (γ) Η απαίτηση του, να μην μπορούσε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην αγωγή στην οποία ελήφθη η απόφαση. Σύμφωνα με το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων το βάρος απόδειξης περί ύπαρξης ανταπαίτησης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής βαρύνει το χρεώστη. (Βλ. επίσης Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93). Στην υπόθεση Re A DEBTOR,
(1963)1 All E.R. 85 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να πεισθεί ότι "there is such a genuine claim to an amount which equals or exceeds the amount of the judgment debt". Περαιτέρω, στην υπόθεση Re A Debtor
(1957)2 All E.R. 551 λέχθηκε ότι ο οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια απαίτηση η οποία έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας. (Βλέπε επίσης το σύγγραμμα "The Law and Practice in Bankruptcy", Williams and Muir Hunter, 19th Edition, σελ. 38). Στην παρούσα υπόθεση ο χρεώστης ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 30.4.2004 "έγινε νέα συμφωνία" μεταξύ των μερών που ακύρωνε "την αγωγή". Οι χρεώστες με βάση αυτή τη συμφωνία θα πλήρωναν Λ.Κ.450,000 και οι πιστωτές θα τους μεταβίβαζαν το κτήμα. Η προσφορά των χρεωστών δεν έγινε δεκτή με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η αγωγή με αριθμό 566/06 και να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα στις 21.2.2006. Η πιο πάνω αγωγή σύμφωνα με τη θέση του χρεώστη συνιστά απαίτηση μεγαλύτερη του χρέους. Εν πάση όμως περιπτώσει ήταν η θέση τους ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.4.2004 "έχει ακυρωθεί με τη νέα συμφωνία". Οι πιστωτές στην απαντητική τους ένορκη δήλωση αναφέρουν ότι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.2.2006 έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο "για το λόγο ότι η αγωγή του καθ΄ ου η αίτηση δεν είχε πιθανότητα επιτυχίας", ισχυρισμός ο οποίος στην ουσία του δεν έχει αντικρουστεί από τον χρεώστη (βλ. ένορκη δήλωση ημερομηνίας 31.8.2006). Με βάση τα πιο πάνω έχω την άποψη ότι ο χρεώστης έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι η αξίωση που προβάλλει έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας, έχω δε την άποψη ότι η αξίωση του αποτελεί το αντικείμενο αγωγής της οποίας το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Ακολουθεί, με βάσει όσα έχω αναφέρει, ότι ο χρεώστης δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι θα πρέπει η ειδοποίηση πτώχευσης να παραμεριστεί. Επομένως, η αίτηση του απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των πιστωτών και εις βάρος του χρεώστη όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ο χρόνος συμμόρφωσης του στην ειδοποίηση πτώχευσης αρχίζει από σήμερα. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.