Λένιας Ανδρέα Αυξεντίου ν. STORMY APPEAL ESTATE LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης-΄Εφεσης 6/06, 18 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2006:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-΄Εφεσης 6/06 Μεταξύ: Λένιας Ανδρέα Αυξεντίου Αιτήτριας / Εφεσείουσας και STORMY APPEAL ESTATE LIMITED
- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας Καθ΄ ων η Αίτηση / Εφεσίβλητων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Δεκεμβρίου 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-εφεσείουσα: κ. Α. Ποιητής Για την καθ΄ ης η αίτηση-εφεσίβλητη αρ. 1: κα Γ. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημ. 24.11.06 για Διάταγμα Αναβολής της Πώλησης Ακινήτου μέχρι την εκδίκαση έφεσης Με την παρούσα, τρίτη στη σειρά ενδιάμεση διαδικασία που εκδικάζεται στο πλαίσιο αυτής της Αίτησης-΄Εφεσης, επιδιώκεται η απόδοση μιας κάπως ιδιόμορφης θεραπείας. Παρά την απόρριψη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο εζητείτο η ματαίωση αναγκαστικής πώλησης αδιανέμητου ακινήτου, επιζητήθηκε αμέσως μετά η έκδοση του ίδιου ή παρόμοιου διατάγματος το οποίο να ισχύει μέχρι την αποπεράτωση ΄Εφεσης η οποία καταχωρήθηκε και με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα. Μια σύντομη αναδρομή στα γεγονότα που έχουν προηγηθεί, είναι υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτη: Με την κυρίως Αίτηση-΄Εφεση της η αιτήτρια ουσιαστικά επιδιώκει την ακύρωση απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας με την οποία ειδοποιήθηκε ότι το εκ 2/15 συμφέρον της σε κάποιο ακίνητο θα επωλείτο με δημοπρασία επειδή είχε εκδοθεί σε σχέση με αυτό, Πιστοποιητικό Αδιαιρετότητας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 και 28 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.
- Με μονομερή αίτηση της, η αιτήτρια διεκδίκησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναβαλλόταν η καθορισθείσα πώληση του ακινήτου. Η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση-εφεσίβλητης αρ. 1, η οποία είναι η συνιδιοκτήτρια του υπολοίπου συμφέροντος στο ίδιο ακίνητο, αφού έλαβε γνώση της αίτησης, ζήτησε και της δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί επ΄ αυτής και υπέβαλε ένσταση κατά της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Κατόπιν διεξαχθείσας ακρόασης, το παρόν Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του απέρριψε την αίτηση και συνακόλουθα αρνήθηκε να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. κατά την 24.11.06 ημέρα Παρασκευή. Η πώληση του κτήματος θα διενεργείτο την Κυριακή 26.11.
- Λίγες ώρες μετά την απόρριψη της αίτησης, η πλευρά της αιτήτριας καταχώρησε έφεση κατά της ορθότητας της ενδιάμεσης απόφασης και επίσης καταχώρησε μονομερώς την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούσε κατεπειγόντως θεραπεία μέχρι την διεκπεραίωση της έφεσης. Συγκεκριμένα ζητούσε από το Δικαστήριο την εξής θεραπεία: «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την αναβολή της πώλησης του κτήματος υπ΄ αρ. τεμαχίου 278, Φ/ΣΧ XL/62.E.II, Τμήμα 30, Αρ. Εγγραφής 30/188 στην Αραδίππου η οποία ορίσθη για τις 26.11.2006 και Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον 2ον καθ΄ ου η αίτηση να προχωρήσει στην εν λόγω αίτηση μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως που κατεχώρηθη σήμερα 24.11.06». ΄Οπως αναφερόταν στην αίτηση σαν νομική βάση, αυτή βασιζόταν επί των «Περί Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.48, Θ.1-4, 8, 9, επί των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Θεσμών του 1956, επί του Νόμου 14/60 άρθρα 31 & 32 επί του Κεφ. 244, άρθρα 80, 81, 82 και 28 επί του Κεφ. 223 άρθρα 3, 4, & 9 επί του Νόμου 9/65 άρθρα 35-51, επί του Νόμου 60/66, Κεφ. 6 άρθρα 4-9, Ν. 14/60άρθρο 32, ως και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου». Το παρόν Δικαστήριο αφού επιλήφθηκε μονομερώς της αίτησης, εξέδωσε την ίδια ημέρα, προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσετο η αναβολή της πώλησης που είχε οριστεί για τις 26.11.06 και διάταγμα που απαγόρευε στον καθ΄ ου η αίτηση αρ. 2 να προχωρήσει με την πώληση, μέχρι τις 5.12.05 υπό τον όρο κατάθεσης εγγύησης ύψους £10.
- Ορίστηκε δε η 5.12.06 σαν ημερομηνία κατά την οποία η καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1 θα εκαλείτο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο αφού της επιδιδόταν η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα, για να δείξει λόγο αν επιθυμούσε, γιατί το διάταγμα να μή συνεχίσει να ισχύει μέχρι την ακρόαση και πλήρη αποπεράτωση της καταχωρηθείσας έφεσης. Η καθ΄ης η αίτηση αρ. 1 πράγματι καταχώρησε ΄Ενσταση στη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση. Εν τω μεταξύ όμως, η αιτήτρια προέβηκε σε ένα άλλο παρεμπίπτον διάβημα. Με άλλη αίτηση της η οποία επίσης καταχωρήθηκε μονομερώς, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει την παρούσα αίτηση με την προσθήκη στη νομική της βάση και της Δ.35 κ.
- ΄Ομως και πάλι η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση αρ. 1 έλαβε γνώση της ύπαρξης της αίτησης και με τη συναίνεση της πλευράς της αιτήτριας, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση. Κατόπιν ακρόασης, το παρόν Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του η οποία εκδόθηκε ex-tempore, απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση. Συνακόλουθα, η ακρόαση στην παρούσα αίτηση διεξήχθη με την αίτηση να έχει σαν νομική βάση εκείνη την οποία είχε αρχικά και με την οποία είχε εκδοθεί μονομερώς το προσωρινό διάταγμα, του οποίου η συνέχιση ή μή της ισχύος εξετάζεται τώρα. Ευάριθμοι λόγοι εκτέθηκαν στην ΄Ενσταση και προωθήθηκαν κατά την ακρόαση, για τους οποίους είναι η θέση της καθ΄ης η αίτηση αρ. 1 ότι δεν πρέπει να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα και ότι δεν έπρεπε να είχε αρχικά εκδοθεί. Θα προσπαθήσω να τις συνοψίσω: α. Ενώ είναι φανερό από την αίτηση ότι ουσιαστικά επιζητείται αναστολή εκτέλεσης λόγω της εκκρεμότητας της ΄Εφεσης, εν τούτοις δεν παρατίθεται σ΄ αυτήν η Δ.35 κ. 18 ή άλλη σχετική διάταξη. β. Και αν η ανωτέρω παράλειψη θεωρηθεί απλή παρατυπία, εν πάση περιπτώσει η δυνατότητα αναστολής που δίδεται από την Δ.35 κ. 18 δεν παρέχεται εδώ. γ. Αν το εκδοθέν διάταγμα θεωρηθεί απλά σαν προσωρινό-απαγορευτικό, δεν έπρεπε να εκδοθεί και δεν πρέπει να συνεχίσει να ισχύει, επειδή δεν ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. δ. Το εκδοθέν διάταγμα δεν έπρεπε να εκδοθεί, αφού στρέφεται εναντίον του καθ΄ου η αίτηση αρ. 2-εφεσίβλητου, ο οποίος όμως, σύμφωνα με τους ισχύοντες Κανονισμούς δεν μπορούσε να είναι διάδικος. ε. Η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη θέματα, που όφειλε να είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και αν αυτά ευρίσκονται αλλαχού στον φάκελο της Αίτησης-΄Εφεσης ή τα οποία συμπτωματικά γνωρίζει το Δικαστήριο. Θα εξετάσω τους πιο πάνω λόγους ένα-προς ένα: α. Η φύση του εκδοθέντος διατάγματος και η παράλειψη παράθεσης και της Δ.35 κ. 18 Σύμφωνα με τις θέσεις της συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση αρ. 1, με δεδομένο ότι ζητείται εδώ ουσιαστικά η αναστολή διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, η παράλειψη αναφοράς στην Δ.35 κ. 18 είναι μοιραία για την αίτηση και δεν συνιστά απλή παρατυπία. Αντίθετη βέβαια θέση πρόβαλε κατά την ακρόαση ο συνήγορος της αιτήτριας, θεωρώντας την παράλειψη σαν απλή παρατυπία η οποία μπορεί να παραβλεφθεί αφού όλα τα άλλα στοιχεία που συνθέτουν την αίτηση καθιστούν φανερή την φύση του διαβήματος της αιτήτριας. Παρά το ότι το πρώτο αυτό θέμα είναι κατά την άποψη μου, ακαδημαϊκής σημασίας λόγω του δεύτερου λόγου ένστασης με τον οποίο θα συμφωνήσω, εν τούτοις το εξετάζω για να παρατηρήσω τα εξής: ΄Οπως επανειλημμένα είχε νομολογηθεί στο παρελθόν, η αναφορά σε νομοθεσία ή δικονομικές πρόνοιες που στοιχειοθετούν τη νομική βάση μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας είναι απαραίτητο στοιχείο για την ίδια την εγκυρότητα της αίτησης (βλπ. πχ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 965, Μετά όμως από την θέσπιση της νέας Δ.64 ουσιαστικά καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ παράτυπης και άκυρης διαδικασίας, για να δίδεται η ευκαιρία επανόρθωσης και διάγνωσης της ουσίας μιας αίτησης εκτός βέβαια εκεί όπου πρόκειται για θεμελιακής σημασίας παράλειψη. (Κυριάκου ν. Φραντζίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2035). Εν πάση όμως περιπτώσει και οι παρατυπίες δεν αφήνονται απλά να υπάρχουν, αλλ΄ οι Θεσμοί πρέπει να τηρούνται και οι παρατυπίες να διορθώνονται (βλπ. Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Επανερχόμενος στα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας αίτησης, είναι φανερό ότι η αίτηση της αιτήτριας δεν θα μπορούσε να τύχει μεταχείρισης κάτω από τις πρόνοιες της Δ.35 κ. 18 (αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσας έφεσης) παραβλέποντας το ότι δεν γίνεται αναφορά στην δικονομική εκείνη διάταξη. Ο λόγος είναι βέβαια το ότι, όπως έχω ήδη αναφέρει, η αιτήτρια ήδη επεχείρησε να προσθέσει και αυτή την πρόνοια στη νομική βάση της αίτησης της, αλλά το Δικαστήριο δεν της επέτρεψε για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί στην αντίστοιχη ενδιάμεση απόφαση. Θα ήταν επομένως κατά την άποψη μου, αδιανόητο τώρα το Δικαστήριο να έρθει και να εξετάσει την αίτηση κάτω από το πρίσμα μιας νομικής πρόνοιας που δεν επέτρεψε να προστεθεί. Για τούτο, η αίτηση δεν μπορεί παρά να εξετασθεί χωρίς αναφορά στην όποια βοήθεια θα μπορούσε να παράσχει η Δ.35 κ.
- β. Η φύση της αίτηση σε συσχετισμό με τις πρόνοιες της Δ.35 κ. 18 ΄Οπως ανάφερα προηγουμένως, το αν έπρεπε ή μπορούσαν να προστεθούν ή να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις της Δ.35 κ. 18 στην παρούσα αίτηση, είναι κατά την άποψη μου θέμα ακαδημαϊκό. Ο λόγος προς τούτο είναι απλός και συμφωνώ ως προς τούτο με τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση αρ.
- Σύμφωνα με αυτή τη θέση, η οποία βρίσκει έρεισμα στην ορθή ερμηνεία των προνοιών της Δ.35 κ.18 από τη νομολογία, αυτές οι διατάξεις δεν εφαρμόζονται ανασταλτικά σε περιπτώσεις όπου δεν επιβάλλεται από την προσβαλλόμενη κατ΄ έφεση απόφαση κάποια θετική υποχρέωση ή καθήκον. Το αντικείμενο δηλαδή της αναστολής η οποία προσφέρεται από τη Δ.35 κ.18, δεν είναι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Και δεν μπορεί μέσω αίτησης στη βάση αυτής της διαταγής να επιδιώκεται ο παραμερισμός μιας ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης (Βλπ. Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου [1997] 1 (Β) Α.Α.Δ. 693 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Λύρα κ.α. [1997] 1(Γ) Α.Α.Δ. 1384). Με δεδομένο ότι στην υπό εξέταση περίπτωση εκείνο που προσβάλλεται κατ΄ έφεση είναι η ορθότητα της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 24.11.06, έπεται ότι δεν υπάρχει καμιά νομική διαδικασία προς αναστολή εκτέλεσης της και συνακόλουθα οι πρόνοιες της Δ.35 κ.18 δεν θα έδιδαν έρεισμα στην έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος. γ. Η πραγματική φύση της Αίτησης και η προσφερόμενη νομική βάση στην οποία θα μπορούσε να εξετασθεί η παρούσα αίτηση Η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, και στις πρόνοιες των Α.31 και 32 του περί Δικαστηρίων νόμου αρ. 14/60, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στο σημείο τούτο θα πρέπει να σημειώσω πως όταν επιλαμβανόμουν της αίτησης μονομερώς, ενόψει του επείγοντος του θέματος αποφάσισα όπως αποδώσω, όχι την αιτουμένη θεραπεία διαρκείας, αλλά μια απαγορευτικής φύσεως θεραπεία, υπό μορφή προσωρινής ισχύος διατάγματος. Δεν είχα αποδώσει απαγορευτικής φύσεως θεραπεία μέχρι την εκδίκαση της έφεσης παρά μόνο, ξεκάθαρα εξέδωσα προσωρινό διάταγμα που θα ίσχυε μόνο μέχρι να επιδοθεί η αίτηση και το διάταγμα, για να ακουσθεί ως προς τη συνέχιση ή μη της ισχύος του και η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση αρ.1 και υπό τον όρο κατάθεσης εγγύησης. Δηλαδή με άλλα λόγια, εξέδωσα προσωρινής ισχύος διάταγμα παρόμοιας μορφής με εκείνο που αρνήθηκα να εκδώσω προηγουμένως και η ενδιάμεση απόφαση επί του οποίου έχει εφεσιβληθεί. Μια τέτοια προσέγγιση, όσο και αν φαίνεται παράδοξη και/ή ανορθόδοξη, δεν είναι εν τούτοις άγνωστη στο εφαρμοζόμενο στην Κύπρο δίκαιο με βάση αρχές του κοινοδικαίου, που έχουν υιοθετηθεί μέσω της νομολογίας. (Βλ. Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 All E.R. 448, Ocean Corporation Ltd. v. Novorossijskrybptom Co. Ltd. (No.2) [1996] 1 A.A.Δ. 1154, TAFCO (No.2) v. Ship "Lambros L" [1977] 1 C.L.R.
- Το απαύγασμα των πιο πάνω αποφάσεων μπορεί να συνοψισθεί στο ότι τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, το Δικαστήριο κέκτηται μιας εγγενούς - συμφυούς εξουσίας να εκδίδει ή να διατηρεί σε ισχύ διατάγματα αυτού του τύπου, για να δοθεί η ευκαιρία σε Ανώτατο Δικαστήριο να επιληφθεί έφεσης που καταχωρήθηκε προσβάλλοντας μια διαφορετική ή αντίθετη απόφαση του που δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα. Όπως είχε τονισθεί στην απόφαση στην υπόθεση Ocean Corporation (ανωτέρω), κάθε δικαστήριο έχει τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων, ανασταλτικής φύσεως διαταγμάτων. Βάση προς τούτο είναι η αρχή ότι η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου της, αποτελεί μείζον ζήτημα, προς το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορο. Στην Αγγλία αυτού του τύπου τα διατάγματα χαρακτηρίζονται σαν «injunctions pending appeal" (απαγορευτικά διατάγματα εκκρεμούσης έφεσης). Όπως είχε τονισθεί στην υπόθεση Εrinford (ανωτέρω), παρόλο ότι αυτού του είδους τα διατάγματα δεν ισοδυναμούν με αναστολή εκτέλεσης, εν τούτοις η έκδοση τους επιτυγχάνει στην πράξη το ίδιο αποτέλεσμα. Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις ο επιτυχών διάδικος εμποδίζεται από του να γευθεί τον καρπό της επιτυχίας του μέχρι να εκδικασθεί η έφεση. Ενώ όμως ενυπάρχει η εξουσία έκδοσης τέτοιου απαγορευτικού διατάγματος, είναι επίσης καθαρό ότι, τουλάχιστο στην Κύπρο δεν εκδίδεται στη βάση του Α.32 του περί Δικαστηρίων νόμου, αλλά όπως και στην Αγγλία, εκδίδεται με βάση εγγενείς ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η όλη λογική και φιλοσοφία αυτής της της εξουσίας έγκειται στο ότι ακόμα και αν το εκδόσαν αντίθετη απόφαση Δικαστήριο αισθάνεται ότι ξεκάθαρα αυτή ήταν ορθή, εν τούτοις κανένας δεν είναι αλάνθαστος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Erinford ανωτέρω, από τον δικαστή Megarry, ένας δικαστής ο οποίος δεν αισθάνεται να έχει αμφιβολία όταν απέρριπτε ένα αίτημα για απαγορευτικό διάταγμα, μπορεί εν τούτοις, τελείως συνεπής με την απόφαση του, να αναγνωρίσει το ότι η απόφαση του μπορεί να ανατραπεί και ότι οι συγκριτικές επιπτώσεις από την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος εκκρεμούσας έφεσης είναι τέτοιες ώστε να είναι ορθό να διαφυλαχθεί το status quo μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Βασικό κριτήριο στην άσκηση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση ή μη διατάγματος εκκρεμούσας έφεσης είναι το κατά πόσο η προηγηθείσα και εφεσιβληθείσα απόφαση είναι τέτοια στη βάση της οποίας ο επιτυχών διάδικος θα πρέπει να αφεθεί να ενεργήσει, παρά την εκκρεμότητα της έφεσης. Όπως εξηγήθηκε και στην προαναφερθείσα υπόθεση Εrinford ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο είναι βέβαια και η πιθανότητα ανατροπής η διαφοροποίησης της υπό έφεση απόφασης. Δεν εκδίδεται για παράδειγμα τέτοιου είδους διάταγμα εκεί όπου η έφεση φαίνεται να είναι επιπόλαιη ή εκεί όπου η έκδοση διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη δυσχέρεια και ταλαιπωρία από εκείνην την οποία θα προκαλέσει η μη έκδοση του. Ουσιαστικά όπως καταδεικνύει η νομολογία, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της κρίσης του εφαρμόζει κατ΄ αναλογία κριτήρια παρόμοια με εκείνα που εφαρμόζει όταν καλείται να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.35 κ.18 λόγω εκκρεμότητας έφεσης (βλ. ΤΑFCO No.2 v. Ship "Lamros L." ανωτέρω). Αυτά τα κριτήρια είχαν συνοψισθεί μεταξύ άλλων και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Δημητρίου [1989] 1 C.L.R. 592 ως εξής: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση αφενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης.» Όπως έχει τονισθεί σε αριθμό αποφάσεων του Εφετείου που ασχολήθηκαν με το θέμα της παροχής αναστολής εκκρεμούσης έφεσης, το κριτήριο της βασιμότητας ή μη της έφεσης, είναι βέβαια θέμα λεπτό και οι όποιες προοπτικές επιτυχίας μιας έφεσης είναι ένας σχετικός παράγοντας, οριακής όμως σημασίας εφόσον η τύχη της έφεσης θα κριθεί κατά την ακρόαση της ενώπιον του Εφετείου. (Ναυτικός ΄Ομιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου [1991] 1 Α.Α.Δ. 1147). Εκείνο το οποίο βασικά εξετάζει το Δικαστήριο ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, είναι μόνο κατά πόσο εγείρεται μια συζητήσιμη έφεση και δεν πρόκειται για επιπόλαιη και αβάσιμη άσκηση του ένδικου αυτού μέσου. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας αίτησης, πρέπει να πω ότι με έχει προβληματίσει το κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι η παρούσα αίτηση να εξετάζεται στη βάση των πιο πάνω αρχών, δεδομένου ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια εκ μέρους της αιτήτριας να βασίσει και να εστιάσει την όλη διαδικασία στη νομική βάση και τις εφαρμοζόμενες αρχές της Δ.35 κ.18, δηλαδή παροχής αναστολής εκκρεμούσης έφεσης. Τελικά, όμως, πιστεύω ότι ναι, η αίτηση μπορεί να εξετασθεί στην ουσία της και υπό το φως των προαναφερθεισών αρχών, δεδομένου ότι παρέχεται ικανοποιητική νομική βάση στην αίτηση, παραπέμπουσα στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και δεδομένου ότι σ΄ αυτή τη βάση είχε, έστω προσωρινά, εκδοθεί προσωρινό διάταγμα και αφού οι εφαρμοζόμενοι παράγοντες είναι παρόμοιοι. Προτού, όμως επιληφθώ της ουσίας, θα ασχοληθώ με τους άλλους δύο λόγους ΄Ενστασης όπως τους έχω προσδιορίσει προηγουμένως υπό στοιχεία (δ) και (ε). Ο πρώτος αναφέρεται στην εισήγηση ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2 - Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού, επειδή αυτός δεν έπρεπε να είναι κάν διάδικος και ο δεύτερος στην εισήγηση για την μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. δ. Η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση αρ.2 Σύμφωνα με την εισήγηση της συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1, οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμοί του 1956 δεν επιτρέπουν την συμπερίληψη του Διευθυντή του Κτηματολογίου σαν διαδίκου και επομένως δεν μπορεί να εκδοθεί και οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του. Το ίδιο το λεκτικό του Κανονισμού 5
(2)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 υποδεικνύει ξεκάθαρα το βάσιμο της θέσης που έχει προβάλει η συνήγορος. Το κείμενο του Κανονισμού 5
(2)έχει ως εξής: «.
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69 (A) of the Law." Με δεδομένο ότι η υπό εξέταση παρούσα αίτηση δεν αφορά σε διαδικασία με βάση τα πιο πάνω άρθρα και τα αντίστοιχα προς αυτά άρθρα της μεταγενέστερης νομοθεσίας - Κεφ. 224 των Νόμων της Κύπρου, είναι φανερό ότι ο Διευθυντής δεν θα έπρεπε να είναι διάδικος εκτός αν είχε δοθεί άδεια από το Δικαστήριο. Είναι επομένως φανερό ότι, πράγματι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ή άλλος λειτουργός του Τμήματος δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι διάδικος στην παρούσα περίπτωση. Όμως αυτό, κατά την άποψη μου, δεν επηρεάζει τη δυνατότητα έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται όπως προβεί σε κάποια ενέργεια ή απόσχει από άλλη. Με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο μέσω Αίτησης - Εφεσης προσβάλλεται και δύναται να ακυρωθεί μια πράξη ή απόφαση του Διευθυντή, κατά παρόμοιο ασφαλώς τρόπο μπορεί να διαταχθεί είτε η αναβολή ή αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης του ή η προσωρινή απαγόρευση λήψης απ΄ αυτόν κάποιων μέτρων μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης-΄Εφεσης ή ΄Εφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου. Και ένα διάταγμα όπως το διεκδικούμενο εδώ δεν έχει νόημα να μη στρέφεται εναντίον του αρμόδιου αυτού φορέα. ε. Η κατ΄ ισχυρισμό μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης Σύμφωνα μ΄ αυτή την εισήγηση της συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση αρ. 1, η αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης, στην οποία ομνύουσα είναι δικηγορική υπάλληλος, παραλείπει να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και είχαν προηγηθεί αυτής της διαδικασίας. Σε μερικά δε σημεία της ίδιας ένορκης δήλωσης, η ομνύουσα παραλείπει να αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών της. Σε σχέση με αυτό τον λόγο ΄Ενστασης παρατηρώ τα εξής: Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και η οποία έγινε από δικηγορικό υπάλληλο, είναι πράγματι λιτή, αν όχι επιγραμματική. Το ερώτημα όμως είναι κατά πόσο μεταφέρει ή όχι τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία που θα απέδιδαν σε αίτηση αυτής της φύσης, τη δυνατότητα έγκρισης. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι με την αίτηση αυτή, και με κάθε αίτηση αυτού του τύπου, ουσιαστικά δεν επιδιώκεται η έκδοση ενός εξ΄ υπαρχής νέου διατάγματος. Εκείνο το οποίο επιδιώκεται στην πράξη είναι η αναστολή ή παγοποίηση μιας επικείμενης διεργασίας, ή η έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος ίδιου ή παρόμοιου με εκείνο το οποίο το Δικαστήριο ακύρωσε προηγουμένως ή αρνήθηκε να εκδώσει με την απορριπτική του απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Επομένως δεν ισχύουν ούτε εφαρμόζονται εδώ οι ίδιες προϋποθέσεις, παρά μόνο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες που έχω προαναφέρει. Η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου είναι ασφαλώς εκεί και είναι γνωστή, χωρίς την αναγκαιότητα να επισυναφθεί ή να γίνει άλλη αναφορά στο περιεχόμενο της ωσάν να επρόκειτο για εισαγωγή αποδεικτικού υλικού. Η δε δικηγορική υπάλληλος η οποία σε διάφορα μέρη της ένορκης δήλωσης της αναφέρεται σε πληροφόρηση την οποία είχε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνει αυτό σε κάθε ξεχωριστή παράγραφο της δήλωσης της για να φαίνεται η πηγή γνώσης της. Ειδικότερα εκεί όπου ζητείται η έκδοση ενός διατάγματος αποτροπής κάποιας επικείμενης πράξης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμφανίζονται με αποδεκτό τρόπο, είναι εκείνα που αφορούν στην έφεση και στους λόγους έφεσης, και εκείνα που αφορούν στην εξισορρόπηση των επιπτώσεων από την έκδοση ή μη του διατάγματος. Και αυτά, κατά την άποψη μου εμφανίζονται εδώ, από τον συνδυασμό του λιτού έστω περιεχομένου της ένορκης δήλωσης, της ίδιας της προσβαλλόμενης ενδιάμεσης απορριπτικής απόφασης και του αντιγράφου της καταχωρηθείσας Ειδοποίησης ΄Εφεσης. Θα εξετάσω τελικά την αίτηση στην ουσία της για να διαγνώσω κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι εδώ να παρασχεθεί ανασταλτική θεραπεία μέχρι του πέρατος της ΄Εφεσης. Διάγνωση της ουσίας της Αίτησης ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τις βασικές αρχές, τους παράγοντες και τις προϋποθέσεις για παροχή της αιτουμένης θεραπείας. Εφαρμόζοντας τις στα υπό εξέταση στοιχεία παρατηρώ τα εξής: Οποιοδήποτε συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο η ασκηθείσα έφεση είναι επιπόλαιη και οι λόγοι της αβάσιμοι, θα ήταν αυθαίρετο. Λαμβάνεται προς τούτο υπόψη το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης για έκδοση διατάγματος και οι λόγοι έφεσης που προσβάλλονται κατά της ορθότητας της. Σημειώνεται ότι με την προσβαλλόμενη ενδιάμεση απόφαση, είχα απόσχει από την εξέταση των ουσιαστικών λόγων που πρόβαλε η αιτήτρια. Αφού περιορίστηκα στην εξέταση του λόγου ΄Ενστασης σύμφωνα με τον οποίο εφαρμοζόταν εκεί η αρχή του δεδικασμένου και κωλύματος επίδικου θέματος (issue estoppel) είχα διαγνώσει ότι προηγηθείσα διαδικασία δημιουργούσε πράγματι αυτό το κώλυμα και συνακόλουθα απέρριψα την αίτηση, χωρίς να εξετάσω τα θέματα ουσίας που είχαν εγερθεί. Με την ασκηθείσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα αυτού του χειρισμού για το λόγο ότι η προηγηθείσα αίτηση είχε απορριφθεί επειδή δεν επισυνάπτονταν στην αίτηση κάποια έγγραφα και επομένως η απόρριψη της δεν ήταν επί θέματος ουσίας αλλ΄ επί τυπικού θέματος και έτσι δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο ή κώλυμα (1ος λόγος έφεσης). Περαιτέρω, με την ασκηθείσα έφεση προσβάλλεται η ορθότητα της ενδιάμεσης απόφασης σαν αποτέλεσμα της οποίας, νέα θέματα που αφορούσαν σε αντισυνταγματικότητα του άρθρου 28 του Κεφ. 224 δεν εξετάστηκαν και δεν είχαν εγερθεί στην προηγηθείσα αίτηση και τέθηκαν νέα θέματα που αφορούσαν στη μή τήρηση αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο έφεσης, αυτά τα θέματα δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τις αρχές του δεδικασμένου. Τελικά, εγείρεται σαν λόγος έφεσης αρ. 3, η θέση ότι με τις δύο ενδιάμεσες αιτήσεις δεν ζητούνταν οι ίδιες θεραπείες αφού επρόκειτο για διαφορετικές ημερομηνίες πώλησης του κτήματος που εσκοπείτο να αναβληθούν. ΄Εχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θα πρέπει να πω ότι εγείρεται μια συζητήσιμη και όχι επιπόλαιη έφεση, οι πιθανότητες επιτυχίας της οποίας δεν μπορεί να υποβιβασθούν. Ως προς την εξισορρόπηση των παραγόντων της πρόκλησης ζημιάς και ταλαιπωρίας στους αντίστοιχους διάδικους, εκ μέρους της αιτήτριας ο βασικός και μόνος ισχυρισμός είναι αφ΄ εαυτού σοβαρός: ΄Εγκειται στο ότι εάν προχωρήσει η αναγκαστική πώληση του ακινήτου, θα απωλέσει δια παντός το περιουσιακό μερίδιο της το οποίο και θα αποξενωθεί. Θα καταστεί δε άνευ αντικειμένου η ασκηθείσα έφεση της. Από την άλλη, η πλευρά της καθ΄ ης αίτηση αρ. 1 ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια με καταχρηστικές διαδικασίες επιτυγχάνει την αναβολή της πώλησης προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία σ΄ αυτήν, η οποία ακολουθεί νομότυπα όλες τις ενδεδειγμένες διαδικασίες. Εξισορροπώντας τους πιο πάνω παράγοντες κατάληξα κατόπιν πολλής περίσκεψης, ότι θα πρέπει να δοθεί μια ευκαιρία μέσω της ασκηθείσας έφεσης να ελεγχθεί η ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και να διατηρηθεί το αντικείμενο της - ακίνητο μέχρι τότε. Τυχόν διαφορετική προσέγγιση θα απογύμνωνε την έφεση από οποιονδήποτε νόημα, αντικείμενο ή αξία, καθώς επίσης και την κύρια Αίτηση-΄Εφεση της αιτήτριας η οποία, χωρίς να εκδικασθεί θα καθίστατο χωρίς κανένα αντικείμενο. Περαιτέρω, η προκαλούμενη ταλαιπωρία και ζημιά στην καθ΄ ης η αίτηση αρ. 1 που ήταν εδώ ο επιτυχών διάδικος, λόγω της επετεινόμενης αναβολής της πώλησης, δεν υποτιμάται. ΄Ομως, κατά την άποψη μου δεν εξομοιώνεται με την τελειωτική απώλεια της αποστέρησης περιουσιακού στοιχείου σε ακίνητο που θα προκληθεί στην αιτήτρια, με αβέβαιη την πλήρη οικονομική επανόρθωση σε μια δημοπρασία. Γι΄ αυτούς τους λόγους, το εκδοθέν στις 24.11.06 απαγορευτικό διάταγμα διατάσσεται όπως ισχύει μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της έφεσης που ασκήθηκε κατά της ορθότητας της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.11.06 αφού το λεκτικό του διαμορφωθεί ως εξής: «Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας από του να προχωρήσει στον ορισμό ημερομηνίας πώλησης του κτήματος με αρ. τεμαχίου 278 Φ/Σχ. XL/62.E.II. Τμήμα 30, Αρ. Εγγραφής 30/188 στην Αραδίππου, μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της ΄Εφεσης η οποία κατεχωρήθη και με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της Ενδιάμεσης Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε την 24.11.06 στην αίτηση ημ. 3.10.06 στο πλαίσιο της Αίτησης/΄Εφεσης αρ. 6/06 Ε.Δ. Λάρνακας.» Ως προς τα έξοδα της αίτησης, αφού έλαβα υπόψη τα ιδιάζοντα θέματα που ηγέρθηκαν κατά την εκδίκαση, την όλη αλληλουχία των γεγονότων και την ιδιοτυπία της διαδικασίας αποφασίζω όπως αυτά είναι στο αποτέλεσμα της κυρίας Αίτησης/΄Εφεσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο