Πέτρου Χαραλάμπους Κακογιάννη κ.α. ν. Μιχαλάκη Αχιλλέα Παπαχριστοφόρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3427/05, 14.4.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3427/05 Μεταξύ:
- Πέτρου Χαραλάμπους Κακογιάννη, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- Μιχαήλ Χαραλάμπους Κακογιάννη, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- Κατερίνας Καβάλλο Κακογιάννη, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Εναγόντων-Αιτητών και
- Μιχαλάκη Αχιλλέα Παπαχριστοφόρου, από την Πόλη Χρυσοχούς
- Εργοληπτική Εταιρεία Θεοδόσης Θεοδοσίου Λτδ, από το Νέο Χωρίο Πάφου Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 15/11/2005 -------------------- Ημερομηνία: 14.4.2006 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χρ. Γεωργιάδης με κ. Α. Γεωργιάδη (για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Γεωργιάδης) Για Εναγομένους 2-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Πουμπουρίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Π. Μιχαηλίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση οι Ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγομένους 2 «την πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση ή διαφορετικά διάθεση της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους αρ. εγγραφής 12189, αρ. τεμ. 217, Φλ./Σχ. ΧΧV/64, τοποθεσία Λούρες, Νέο Χωρίο, Πάφος, ½ εξ΄ αδιαιρέτου μερίδιο». Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη ομολογία του Θεοδόση Χαραλάμπους Φεσσά ο οποίος αναφέρει ότι είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ο καθένας του 1/6 εξ΄ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου του ακινήτου αρ. εγγραφής 12189, αρ. τεμ. 217, Φλ./Σχ. 25/64, τοποθεσία «Λούρες», Νέο Χωρίο, Πάφος (Θα αναφέρεται «το ακίνητο»). Ο Εναγόμενος 1 στις 31/1/05 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ½ εξ΄ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου του ακινήτου το οποίο στις 31/1/2005 μεταβίβασε στο όνομα των Εναγομένων 2 οι οποίοι αμέσως πριν τη μεταβίβαση δεν ήσαν συνιδιοκτήτες του ακινήτου. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εν λόγω μεταβίβαση ήταν αποτέλεσμα παράνομης και κακόβουλης συνομωσίας και κοινής συνεννόησης από τους Εναγομένους με στόχο να αποστερήσουν τους Ενάγοντες από το δικαίωμα τους να αγοράσουν το εξ΄ αδιαιρέτου μερίδιο του Εναγομένου 1 επί του ακινήτου στην περίπτωση συμφωνίας πώλησης του σε μη συνιδιοκτήτη. Ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε δήλωση δωρεάς του 1/8 εξ΄ αδιαιρέτου μεριδίου του προς όφελος των Εναγομένων 2 οι οποίοι με δική τους δήλωση αποδέχθηκαν τη δωρεά και το μερίδιο μεταβιβάστηκε στο όνομα των Εναγομένων 2 (Δ.176/05). Ακολούθως ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε δήλωση πώλησης των 3/8 εξ΄ αδιαιρέτου μεριδίων του ακινήτου προς τους Εναγομένους 2 που με δική τους δήλωση αποδέχθηκαν την αγορά και τα μερίδια μεταβιβάστηκαν στο όνομα τους (Π150/05). Επισυνάπτεται πιστοποιητικό έρευνας που δείχνει τη δωρεά και την πώληση που έγινε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση με την εικονική δωρεά και τη μεθόδευση που αναφέρεται πιο πάνω οι Εναγόμενοι πέτυχαν τη μεταβίβαση του ½ εξ΄ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου στο όνομα των Εναγομένων 2 χωρίς προηγουμένως να προβούν στις ενέργειες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου και στέρησαν τους Ενάγοντες από το δικαίωμα να αγοράσουν το εν λόγω μερίδιο προκαλώντας τους απώλεια και ζημιά. Οι Εναγόμενοι 2 έχουν εκφράσει μέσω του διευθυντή τους αλλά και με επιστολή τους ημερομηνίας 25/10/05 (Τεκμήριο Β) την πρόθεση τους να αποξενώσουν την εν λόγω ακίνητη περιουσία και σε τέτοια περίπτωση εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο ένταλμα (α, β, γ) θα καταστούν άνευ νοήματος και θα καταστεί δύσκολη η είσπραξη των ποσών που αξιώνονται ενώ αν εκδοθεί το διάταγμα οι Εναγόμενοι 2 δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση των Εναγομένων 2 η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών δεν ικανοποιεί τα κριτήρια του άρθρου 4, του Κεφ. 6, καθώς και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών και η ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται ημερομηνίας 15/11/2005, δεν προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων.
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών και το κλητήριο ένταλμα στην με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, στο οποίο στηρίζεται, είναι άκυρα και χωρίς έννομο αποτέλεσμα καθώς η ορθή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, είναι το ένδικο βοήθημα της Έφεσης, δυνάμει του Κεφ. 224, άρθρο
- Η Εναγομένη αρ. 2/Καθ΄ ης η Αίτηση διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και δύναται να αποζημιώσει τους Ενάγοντες/Αιτητές σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της παρούσας αγωγής.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν αποδεικνύουν το κατ΄ επείγον της παρούσας αίτησης και τους λόγους στους οποίους πρέπει το αιτούμενο διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ.
- Το διάταγμα που εξεδόθη στην παρούσα αίτηση, είναι άκυρο και χωρίς έννομο αποτέλεσμα, αφού δεν έχει παρασχεθεί έγκυρη ανάληψη υποχρέωσης προσωπικά από τους Ενάγοντες/Αιτητές.» Ο λόγος ένστασης 6 έχει αποσυρθεί κατά την ακρόαση και δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο περαιτέρω. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Θεοδόση Θεοδοσίου, διευθυντή της Εναγομένης 2 στην οποία αναφέρεται ότι η αίτηση δεν πληρεί τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και η αγωγή στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άκυρη και δεν αποδεικνύει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης
- Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες επικαλούνται ακυρότητα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου να εγγράψει δυνάμει δωρεάς και πώλησης στο όνομα της Εναγομένης 2 το ακίνητο και το ορθό ένδικο διάβημα είναι αυτό της έφεσης κατά της απόφασης του Διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ.
- Περαιτέρω οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης καθότι με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 11/8/2005 καλούσαν την Εναγομένη 2 όπως όλες τις ειδοποιήσεις ή γνωστοποιήσεις που πιθανόν να προέβαιναν ως ιδιοκτήτες του αναφερόμενου ακινήτου να αποστέλλονται στο δικηγορικό γραφείο Χρύση Δημητριάδη και Σία. Η επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Περαιτέρω η Εναγομένη 2 ουδέποτε εδήλωσε πρόθεση να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο αλλά προς απάντηση της επιστολής των Εναγόντων ημερομηνίας 11/8/2005 η Εναγομένη 2 αιτήθηκε εκδήλωση της πρόθεσης εκ μέρους των Εναγόντων για αγορά του ½ μεριδίου ιδιοκτησίας της Εναγομένης 2 άλλως θα προχωρούσε με ενεργοποίηση των διατάξεων του άρθρου 25 του Κεφ.
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τόσο η δωρεά όσο και η πώληση έγιναν καθόλα νομότυπα και σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς που διέπουν τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά ή περί της 8/9/2004 δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 συνεφωνήθη η ανάληψη εκ μέρους της Εναγομένης 2 υπό την ιδιότητα της ως αδειούχου εργολάβου οικοδομών η ανέγερση δύο κατοικιών εντός του τεμαχίου με αριθμό 93, αρ. εγγραφής 0/10351, Φλ./Σχ. 26/50, το οποίο βρίσκετο στην τοποθεσία «Πέτρα του Ρωμανού» στο Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς έναντι του ποσού των £150.000 (η συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β). Ως μερική εξόφληση του τιμήματος ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε τη μεταβίβαση του μεριδίου του στο ακίνητο και το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν από τον Εναγόμενο 1 προς την Εναγομένη 2 εντός 4 μηνών ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ½ μεριδίου του ακινήτου. Ήταν όρος της συμφωνίας ότι ο Εναγόμενος 1 θα εξασφάλιζε τις απαραίτητες άδειες και συγκαταθέσεις από τους Ενάγοντες για την αναγκαία μεταβίβαση προς την Εναγομένη
- Κατά ή περί την 31/1/2005 δυνάμει των όρων της συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 προχώρησε στη δωρεά προς την Εναγομένη 2 του 1/8 του επιδίκου ακινήτου αφού στο μεταξύ ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των υπολοίπων συνιδιοκτητών του επιδίκου ακινήτου και εκ των πραγμάτων ήταν αναγκασμένος να καταβάλλει ως αντάλλαγμα τουλάχιστον το ποσό των £38.
- Επιπλέον η Εναγομένη 2 είχε ζητήσει εκ μέρους του Εναγομένου 1 είτε τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου ως προέβλεπε η συμφωνία ή την ακύρωση της συμφωνίας και καταβολή αποζημιώσεων εκ μέρους του Εναγομένου
- Ως εκ τούτου αφού στο μεταξύ ο Εναγόμενος 1 προέβηκε στη δωρεά προς την Εναγομένη 2 στο επίδικο ακίνητο η Εναγομένη 2 είχε καταστεί συνιδιοκτήτρια μαζί με τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενο 1, ο Εναγόμενος 1 προέβηκε στην εκποίηση ή και μεταβίβαση του υπολοίπου μεριδίου εκ 3/8 προς την Εναγομένη 2 ως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία. Στην ένορκη δήλωση δηλώνεται ότι δεν υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης και πως οι Εναγόμενοι ενήργησαν καλόπιστα αφού η δωρεά έγινε ως αντάλλαγμα της ανέγερσης των δύο κατοικιών εκ μέρους της Εναγομένης 2 στο ακίνητο του Εναγομένου 1 ενώ η πώληση των υπολοίπων 3/8 έγινε προς ήδη εγγεγραμμένο συγκύριο δυνάμει της δωρεάς και ως η συμφωνία μεταξύ των Εναγομένων προνοούσε. Η εγγραφή στο όνομα της Εναγομένης 2 έγινε νομότυπα και η ίδια καλόπιστα συμμορφώθηκε προς τις πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 8/9/2004 και η απόκτηση εκ μέρους της του ακινήτου δεν παραβιάζει οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη. Οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις στις οποίες ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο κ. Α. Γεωργιάδης εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την συνέχιση της ισχύς του διατάγματος τόσο με βάση το άρθρο 4 του Κεφ. 9 όσο και με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/
- Με την εικονική δωρεά και την μετέπειτα πώληση του ακινήτου οι εναγόμενοι προσπάθησαν με νόμιμο τρόπο να πετύχουν παραβίαση των δικαιωμάτων των εναγόντων. Η μεταβίβαση που έγινε ήταν το αποτέλεσμα παράνομης και κακόβουλης συνωμοσίας και κοινής συνεννόησης από τους εναγομένους με σκοπό να καταδολιεύσουν και να στερήσουν από τους αιτητές το δικαίωμα τους να αγοράσουν το μερίδιο του εναγομένου 1 και αυτό αποτελεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η «δωρεά» που έγινε είπε ο συνήγορος ήταν προς μερική εξόφληση του τιμήματος του αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ των εναγομένων και υπάρχει παραδοχή ότι αυτό έγινε λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 απέτυχε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση των αιτητών για τη πώληση του μεριδίου του. Με αυτά τα γεγονότα καταδεικνύεται ότι η δωρεά ήταν εικονική με σκοπό την αποφυγή των διατάξεων του άρθρου 25 του Κεφ.224 και συνεπώς καταδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 καταδεικνύεται από τη παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Φεσσά. Θα πρέπει, ανέφερε ο συνήγορος να διατηρηθεί το status quo γιατί, σε αντίθετη περίπτωση το επίδικο ακίνητο θα αποξενωθεί και οι αιτητές θα στερηθούν του δικαιώματος που τους παρέχει το άρθρο 25 του Κεφ.
- Αναφερόμενος στους λόγους ένστασης ο κ. Γεωργιάδης είπε ότι οι αιτητές δεν απόκρυψαν οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Όταν οι Αιτητές απέστειλαν επιστολή προς την Εναγομένη 2 δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τις μεθόδους που ακολουθήθηκαν για να επιτευχθεί η μεταβίβαση του ακινήτου κάτι το οποίο αντελήφθησαν μετά την έκδοση του πιστοποιητικού έρευνας ημερομηνίας 17/10/
- Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Καθ΄ ης η αίτηση ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να διεκδικούσαν τα ισχυριζόμενα δικαιώματα τους με έφεση δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε πως το Κτηματολόγιο αποτελεί τεχνικό τμήμα του κράτους και ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν έχει εξουσία να εξετάσει κατά πόσο μια μεταβίβαση έγινε δόλια. Οι Ενάγοντες με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχουν δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο για εξασφάλιση των αιτουμένων θεραπειών. Στον αντίποδα των επιχειρημάτων του κ. Γεωργιάδη ο κ. Πουμπουρίδης εισηγήθηκε πως δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Το ένδικο διάβημα που λήφθηκε από τους Ενάγοντες δεν είναι ορθό καθότι θα έπρεπε να είναι διάδικος ο Διευθυντής του Κτηματολογίου μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ο οποίος έλαβε την απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Περαιτέρω ο κ. Πουμπουρίδης εισηγήθηκε ότι δεν έχει καταδειχθεί το κατ΄ επείγον της έκδοσης του διατάγματος. Οι Ενάγοντες γνώριζαν από τις 11/8/05 που απέστειλαν επιστολή προς την Εναγομένη 2 για το γεγονός ότι η τελευταία κατέστη συνιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Παρέλειψαν να αναφέρουν στην αίτηση τους την ύπαρξη της εν λόγω επιστολής και επιπρόσθετα ανέμεναν περίοδο τριών μηνών για να προωθήσουν την υπόθεση τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε στη λέξη «πώληση» που απαντάται στο άρθρο 25 του Κεφ. 224 η οποία έχει περιοριστική έννοια στο νόμο και δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε άλλες πράξεις. Ο ισχυρισμός των Αιτητών, συνεχίζει η εισήγηση, για την ύπαρξη δόλου δεν μπορεί να ευσταθήσει καθότι δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης
- Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και στη Δ.48 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantations Ltd. V. Olivier and Co. [Cyprus] Ltd 16 C.L.R.22 Sophocles Mamas and Co. v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, ABP Holdings v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Ο συσχετισμός του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα απ΄ αυτό που καλύπτουν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6, με αποτέλεσμα οι πρόνοιες του άρθρου 4 να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32. Εκεί όμως όπου το αντικείμενο της αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι περιουσία που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, οι πρόνοιες του άρθρου 4 μπορεί να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation Πολ. Έφ. 11159 ημερ. 20.11.2002 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις μαζί. Σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, όπως τροποποιήθηκε, οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η δωρεά (Δ.176/05) και η πώληση (Π150/05) που έγιναν στις 31/1/05 και η μεταβίβαση και η εγγραφή που ακολούθησε στο όνομα των Εναγομένων 2 του ½ εξ΄ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου είναι πράξεις άκυρες και/ή πρέπει να ακυρωθούν. Διάταγμα που να διαγράφει την εγγραφή στο όνομα των Εναγομένων 2 του ½ εξ΄ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου, διάταγμα που να διατάσσει τη μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα των Εναγόντων εξίσου του ½ εξ΄ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου επί τη πληρωμή του ποσού των £115.000 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Επιπρόσθετα και διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω συνομωσίας και/ή δόλου. Καταχωρήθηκε επίσης έκθεση απαίτησης πριν την έκδοση της παρούσας απόφασης καθώς και έκθεση υπεράσπισης στις οποίες επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι ισχυρισμοί των διαδίκων στις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις τους. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου η Εναγομένη 2 κατέστη δια δωρεάς ιδιοκτήτρια του 1/8 του ακινήτου προς μερική εξόφληση του τιμήματος του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 8/9/2004 μεταξύ της ιδίας και του Εναγομένου 1. Ακολούθως κατέστη ιδιοκτήτρια κατά περαιτέρω 3/8 δυνάμει της ίδιας συμφωνίας χωρίς να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 25. Το άρθρο αυτό δίδει προηγούμενο εκλεκτικό δικαίωμα σε συνιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας να αγοράσει και να καταστεί ο ίδιος ιδιοκτήτης ολοκλήρου του κτήματος ή άλλων ιδανικών μεριδίων της ιδιοκτησίας εφόσον προσφέρει την τιμή που ο ιδιοκτήτης του άλλου μεριδίου συμφωνεί να τα πωλήσει σε τρίτο. Το κατά πόσο η πράξη αυτή, δηλαδή η αρχική μεταβίβαση του 1/8 του ακινήτου, αποτελεί «δωρεά» ή όχι είναι θέμα που θα αποφασιστεί τελεσίδικα κατά την ακρόαση της αγωγής. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζει το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Στην υπόθεση Παλαιομυλίτου v. Παναγιώτου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 407, που με παρέπεμψε ο κ. Γεωργιάδης, η εφεσείουσα κατέστη κατά ¼ εξ΄ αδιαιρέτου μερίδιο ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου ως δικαιούχος κληρονόμος του ¼ ιδανικού μεριδίου στην περιουσία αποβιώσαντος προσώπου του οποίου εκτελεστής της διαθήκης ήταν ο εφεσίβλητος
- Τα υπόλοιπα ¾ μερίδια παρέμειναν εγγεγραμμένα στο όνομα του εκτελεστή τα οποία πώλησε πριν το ¼ μερίδιο μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι της εφεσείουσας σε τρίτο πρόσωπο το οποίο ακολούθως συνέστησε εταιρεία, την εφεσίβλητη 2, η οποία την υποκατέστησε στα δικαιώματα της. Όταν το γεγονός αυτό έγινε γνωστό στην εφεσείουσα αυτή ζήτησε με βάση τα δικαιώματα που της παρέχονται από το άρθρο 25 του Κεφ. 224 να αγοράσει η ίδια τα ¾ της ιδιοκτησίας καταβάλλοντας την τιμή πώλησης και όταν ο εκτελεστής της αρνήθηκε κίνησε αγωγή και ζήτησε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα για πώληση του ακινήτου. Επίσης αγωγή καταχώρισε και η εφεσίβλητη 2 που αγόρασε το ακίνητο εναντίον του εκτελεστή ο ποίος δέχτηκε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης και εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της εφεσίβλητης
- Ο Διευθυντής λόγω της ύπαρξης του διατάγματος υποχρεώθηκε να εφαρμόσει το διάταγμα ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου
- Το Εφετείο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση εξέδωσε το αιτούμενο προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα κρίνοντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του. Στην παρούσα περίπτωση αυτό που προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν τεθεί πιο πάνω, είναι ότι έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και χωρίς να θέλω να εκφέρω άποψη για την τελική έκβαση της υπόθεσης καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας. Το θέμα που ήγειρε ο κ. Πουμπουρίδης ότι δηλαδή η διεκδίκηση των θεραπειών που αξιώνουν οι Ενάγοντες έπρεπε να γίνει με τη διαδικασία έφεσης κατά της απόφασης του Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 σχετίζεται με την εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
- Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 δίνει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε άτομο που έχει παράπονο από οποιαδήποτε διαταγή, ειδοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή η οποία διενεργείται, δίδεται ή λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224 να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Παναγιώτου v. Χ"Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, που με παρέπεμψε ο κ. Γεωργιάδης, η αγωγή αφορούσε αφαίρεση μέρους της ιδιοκτησίας εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και προσθήκης της στην ιδιοκτησία άλλου ιδιοκτήτη με δόλια πράξη κτηματολογικού υπαλλήλου. Στα πλαίσια της έφεσης εξετάστηκε το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όπου αναλύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση το Κτηματολόγιο είναι τεχνικό τμήμα του κράτους. Σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κεφ. 224 η εξουσία του Διευθυντή περιορίζεται σε διόρθωση λαθών και παραλείψεων που μπορούν να ευρεθούν και να διορθωθούν από τα σχέδια και βιβλία του Κτηματολογίου χωρίς περαιτέρω έρευνα. Στην υπόθεση τονίζεται ότι το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διασφαλίζουν το δικαίωμα κάθε προσώπου να αποφασίζονται τα αστικά του δικαιώματα και υποχρεώσεις από αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο εγκαθιδρύεται από το Νόμο. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση του ακινήτου που έγινε με δωρεά και η μετέπειτα πώληση από τον Εναγόμενο 1 στην Εναγομένη 2 είναι πράξεις άκυρες ή πρέπει να ακυρωθούν επειδή έγιναν με σκοπό την καταδολίευση. Συνεπώς δεν επιζητείται η διόρθωση λάθους από το Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ούτε ο Διευθυντής μπορούσε να λάβει τέτοια απόφαση με βάση τις πρόνοιες του Κεφ. 224. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες ζητούν θεραπεία από τους Εναγομένους για ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε από αυτούς. Ως εκ τούτου οι αποφάσεις στις υποθέσεις Παπαγεωργίου v. Πατσαλίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1365 και Καντούνας v. Ioannis N. Patsalides General Enterprises Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1876, που με παρέπεμψε ο κ. Πουμπουρίδης διαφοροποιούνται από την παρούσα. Συνακόλουθα στην παρούσα περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 και η ένσταση επί του σημείου αυτού δεν μπορεί να επιτύχει. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση θεωρώ ότι ενόψει της φύσης των θεραπειών που ζητούνται με την παρούσα αγωγή η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των Αιτητών. Όσον αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα θεωρώ ότι αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) ώστε το ακίνητο να μην αποξενωθεί από τους Καθ΄ ων η αίτηση. Θα εξετάσω τώρα την ένσταση που ηγέρθηκε αναφορικά με το ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 9 για το κατ΄ επείγον της έκδοσης του διατάγματος και της εισήγησης ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη επιστολής που απέστειλαν τον Αύγουστο του 2005 στην Εναγομένη 2 (Τεκμήριο Α στην ένσταση). Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, τονίστηκε πως το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατ΄ επείγον του αιτήματος δικαιολογείται όλος εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Είναι γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή δεν αποκαλύφθηκε στην αίτηση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αυτή απεστάλη από τους Ενάγοντες προς την Εναγομένη 2 για σκοπούς γνωστοποίησης σ΄ αυτούς ότι η διεύθυνση των Εναγόντων είναι αυτή του δικηγορικού γραφείου Χρύσης Δημητριάδης και Σία. Σίγουρα από αυτή την επιστολή προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι η Εναγομένη 2 κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου τουλάχιστον από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής αυτής. Αυτό όμως το στοιχείο από μόνο του δεν κρίνω ότι μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν από τότε τον τρόπο που η Εναγόμενη 2 κατέστη εξ΄ αδιαιρέτου ιδιοκτήτης του ακινήτου. Το γεγονός ότι η έρευνα στο Κτηματολόγιο φέρει ημερομηνία 17/10/05 και η επιστολή της Εναγομένης 2 προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 25/10/05 καταδεικνύει ότι τουλάχιστον για τα γεγονότα που επικαλούνται οι Ενάγοντες ως βάση της αξίωσης τους έλαβαν γνώση από αυτή την ημερομηνία. Η ύπαρξη και μόνο της επιστολής (Τεκμήριο Α) δεν μπορεί να οδηγήσει και σε εύρημα ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν για τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου από τους Εναγομένους 2 και κωλυσιέργησαν στο να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία. Για τους πιο πάνω λόγους το διάταγμα που εκδόθηκε στις 16.11.2005 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή θα είναι στην πορεία της υπόθεσης αλλά όχι εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο