A A CONSTANTINOU BROS LTD (Α/φοι Α Α Κωσταντίνου Λτδ) κ.α. ν. Α.Φ. Εκδόσεις Επιλογές Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3765/05, 19.4.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3765/05 Μεταξύ: A & A CONSTANTINOU BROS LTD (Α/φοι Α & Α Κωσταντίνου Λτδ) CONSTANTINOU BROS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD (Α/ΦΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ, ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ) Εναγόντων-Αιτητών και
- Α.Φ. Εκδόσεις Επιλογές Λτδ
- Ανδριάνα Φαρμάκη Βλοτομά
- Ανδρέας Γρηγορίου
- Λένια Τσαδιώτου Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12/12/2005 -------------------- Ημερομηνία: 19.4.2006 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Φακοντής Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Φασουλιώτης για να ακούσει απόφαση κ. Πρωτοπαπάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση οι Ενάγουσες εταιρείες ζήτησαν την έκδοση του ακολούθου διατάγματος: «Α) Παρεμπίπτον απαγορευτικά διάταγμα που να εμποδίζει μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της ως άνω αγωγής και/ή μέχρι άλλης ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, τους Εναγόμενους και/ή τον καθέναν από αυτούς ξεχωριστά και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους από του να δημοσιεύουν και/ή να προκαλέσουν και/ή να επιτρέψουν τη δημοσίευση και/ή την εκτύπωση και/ή την κυκλοφορία οποιουδήποτε άρθρου και/ή προβάλλουν δυσφημιστικά σχόλια δημοσιεύματος αναφορικά με την αιτήτρια και/ή το δικαίωμα προστασίας του κύρους και καλού ονόματος και τρόπου λειτουργίας των Εναγουσών/Αιτητριών από κακόβουλες ψευδολογίες και που θα επηρεάζουν τις Ενάγουσες επαγγελματικά και/ή τη φήμη τους ή/και άλλως πως. Β) Οποιοδήποτε παρεμπίπτον ή άλλο διάταγμα και/ή οποιαδήποτε εύλογη και/ή δίκαια θεραπεία κριθεί από το Δικαστήριο.» Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στην άλλη πλευρά η οποία εμφανίστηκε και καταχώρησε ένσταση. Συνεπώς η αίτηση κατέστη αίτηση δια κλήσεως. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται από δύο ενόρκους δηλώσεις του Ανδρέα Κωνσταντίνου διευθύνοντος συμβούλου των Εναγουσών εταιρειών στις οποίες αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Οι Ενάγουσες ασχολούνται μεταξύ άλλων με τουριστικές επιχειρήσεις, αξιοποιήσεις ακινήτων και είναι ιδιοκτήτριες και διαχειρίστριες ξενοδοχείων. Έχουν δε κύκλο εργασιών εκατομμυρίων λιρών ανά έτος η κάθε μια. Περαιτέρω η Ενάγουσα 1 προσφέρει και πάσης φύσεως υπηρεσίες σε ξενοδοχεία μεταξύ των οποίων το ξενοδοχείο «Αθηνά». Οι Ενάγουσες χαίρουν εκτίμησης στην Κύπρο και στο εξωτερικό και ο κύκλος εργασιών τους είναι τέτοιος που τις κατατάσσει στις μεγαλύτερες σε κύκλο εργασιών εταιρείες στην Κύπρο. Η Εναγομένη 1 είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Επιλογές της Πάφου» η οποία κυκλοφορεί στην επαρχία Πάφου, η Εναγομένη 2 είναι η εκδότρια της, ο Εναγόμενος 3 ο αρχισυντάκτης της και η Εναγόμενη 4 συντάκτρια της εφημερίδας. Οι Εναγόμενοι για περισσότερο από ένα χρόνο μέσω των δημοσιευμάτων τους παρουσιάζουν την Ενάγουσα 2 ότι διαπράττει παρανομίες, ότι έχει εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου «Αθηνά» κατά παραβίαση πολεοδομικών όρων, ότι επηρεάζει με δόλιο, παράνομο και αντιδεοντολογικό τρόπο τις τοπικές αρχές και ως ιδιοκτήτρια Μ.Μ.Ε. προβαίνει σε χυδαίες επιθέσεις κατά του Εναγομένου
- Τα εν λόγω δημοσιεύματα επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια Α(1-40). Με τα δημοσιεύματα των Εναγομένων οι Ενάγουσες υφίστανται τεράστια βλάβη και ζημιά στις εμπορικές τους συναλλαγές και εμποδίζονται στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών τους και στην απρόσκοπτη λειτουργία του ξενοδοχείου «Αθηνά». Ιδιαίτερα αφού το κοινό αποφεύγει να κάνει κρατήσεις υπό το φόβο ή ανησυχία μήπως ανακληθούν οι άδειες λειτουργίες του ξενοδοχείου και βρεθούν εκτεθειμένοι. Η τιμή, υπόληψη, αξιοπρέπεια και επαγγελματική φήμη των Εναγουσών έχει υποστεί βλάβη και ζημιά και οι Ενάγουσες έχουν εκτεθεί επαγγελματικά, εμπορικά και οικονομικά στην κλειστή κοινωνία της μικρής Πάφου όπου διεξάγεται το κύριο μέρος των εργασιών τους. Για παρόμοια θέματα είχε εγερθεί και στο παρελθόν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της οποίας είχε εκδοθεί και συντηρητικό διάταγμα (Τεκμήριο Β). Η εν λόγω αγωγή τελικά αποσύρθηκε μετά από διαβεβαιώσεις ότι η δυσφημιστική πολεμική θα λάμβανε οριστικά τέλος. Οι περιστάσεις της υπόθεσης καταδεικνύουν κακεντρέχεια των Εναγομένων εναντίον των Εναγουσών. Αρκετοί πελάτες και συνεργάτες των Εναγουσών έχουν πλησιάσει τον ενόρκως δηλούντα και ζήτησαν να μάθουν κατά πόσο τα δημοσιεύματα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι Εναγόμενοι απειλούν ότι θα συνεχίσουν να προβαίνουν σε παρόμοια δημοσιεύματα εκτός αν εμποδιστούν από το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων είναι δυσφημιστικό και η ισχυριζόμενη διάπραξη παρανομιών δεν έχει διαπιστωθεί δικαστικά, συνεπώς ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας των Εναγουσών και η κακοβουλία των Εναγομένων είναι έκδηλη. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι οι μόνες αποτελεσματικές και διαθέσιμες θεραπείες για την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων των Εναγουσών, αφού πέρα από τη δυσφήμιση πλήττεται και το δικαίωμα εργασίας και ιδιοκτησίας των Αιτητριών. Περαιτέρω, οι αιτούμενες θεραπείες δεν αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της επιτρεπτής άσκησης της δημοσιογραφίας αλλά στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των Αιτητριών έναντι της παραπλανητικής επέμβασης και παραβίασης των νομίμων δικαιωμάτων τους από τους Εναγομένους. Η ζημιά την οποία θα υποστούν οι Ενάγουσες σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι αφεθούν ελεύθεροι να προβαίνουν σε δημοσίευση δυσφημιστικών σχολίων θα είναι ανεπανόρθωτη και μη δυνάμενη να ικανοποιηθεί χρηματικά από αφερέγγυα πρόσωπα όπως οι Εναγόμενοι και θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην δεύτερη ένορκη δήλωση που κατατέθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου επισυνάπτονται επιπρόσθετα δημοσιεύματα με δυσφημιστικό περιεχόμενο (Τεκμήριο 1). Σημειώνω ότι τα δημοσιεύματα που επισυνάπτονται στις δύο ενόρκους δηλώσεις αφορούν ισχυριζόμενες παρανομίες που διαπράχθηκαν από τους Ενάγοντες στην ανέγερση του ξενοδοχείου «Αθηνά», στον τρόπο που χειρίστηκαν και χειρίζονται την υπόθεση οι αρμόδιες αρχές, την ανοχή των αρχών αυτών καθώς επίσης και τη θέση της εφημερίδας ότι πρέπει να διωχθούν οι παράνομοι και το αίτημα της να κατεδαφιστεί το ξενοδοχείο. Περιλαμβάνονται επίσης σχόλια τόσο για τους Ενάγοντες όσο και για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τις αρμόδιες αρχές. Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος θα ήταν αντίθετη με την σχετική νομολογία αναφορικά με το άρθρο 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. (β) Το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί καθότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (όπως έχει τροποποιηθεί) αλλά ούτε και αυτές των άρθρων 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (όπως έχει τροποποιηθεί). (γ) Το επικαλούμενο συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος δεν έχει παραβιασθεί έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κάτι που αν συμβεί θα ισοδυναμεί με καταπάτηση του δικαιώματος των Εναγομένων για κυκλοφορία ειδήσεων, πληροφοριών και σχολίων επί θεμάτων ευρύτατου δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος, το οποίο δικαίωμα διασφαλίζεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και το άρθρο 19 του Συντάγματος. (δ) Η υπό εξέταση υπόθεση αποτελεί κλασσική περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) και της προστασίας της ελευθερίας του Τύπου. (ε) Η πιο πάνω αίτηση καταχωρήθηκε με αλλότριο σκοπό, δηλαδή τη φίμωση των Εναγομένων, και όχι για την προστασία οποιουδήποτε γνήσιου δικαιώματος των Εναγόντων.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιλαμβάνονται σε ένορκη δήλωση του Αντρέα Γρηγορίου, Εναγομένου 3 και αρχισυντάκτη της εφημερίδας ο οποίος αναφέρει ότι όλα τα επίδικα δημοσιεύματα συντάχθηκαν είτε από τον ίδιο είτε από την Εναγομένη 4 κάτω από την πλήρη επίβλεψη και έλεγχο του και μετά από επίμονη και υπεύθυνη δημοσιογραφική έρευνα προς όλες τις αρμόδιες αρχές. Ο ομνύων ισχυρίζεται ότι όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα είναι αληθή και πρόθεση των Εναγομένων κατά την ακρόαση της αγωγής είναι να προβάλουν την υπεράσπιση της δικαίωσης (justification). Περαιτέρω, εκεί όπου τα επίδικα δημοσιεύματα περιλαμβάνουν σχόλια, όλα ανεξαιρέτως στηρίζονται σε αληθή γεγονότα. Κατ΄ επέκταση οι Εναγόμενοι κατά την ακρόαση θα επικαλεστούν και την υπεράσπιση του δικαιολογημένου σχολίου (fair comment). Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση αντίγραφο επιστολής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με την οποία ζητά όπως κινηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται από το άρθρο 48 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου στην οποία επισυνάπτονται υπό μορφή παραρτημάτων και άλλες επιστολές οι οποίες αφορούν γεγονότα στα οποία γίνεται ρητή αναφορά στα δημοσιεύματα (Τεκμήριο 1). Τα επίδικα δημοσιεύματα αναφέρονται στην ολιγωρία των διαφόρων αρμοδίων αρχών για τη λήψη των απαραίτητων εκείνων μέτρων για αποκατάσταση της έννομης τάξης σχετικά με τις συγκεκριμένες παραβιάσεις που διαπιστώθηκαν στα διάφορα επίσημα έγγραφα του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως σε σχέση με το ξενοδοχείο «Αθηνά». Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 οι αναφορές στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου δεν την στοιχειοθετούν γιατί αυτές τις παραγράφου 10 είναι γενικές και αόριστες, αυτές τις παραγράφου 13 συνιστούν εξ΄ ακοής μαρτυρία ενώ δεν αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησης και αυτές τις παραγράφου 15(γ) είναι αβάσιμες και δεν στηρίζονται στην πραγματικότητα αφού όλοι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι από οικονομικής άποψης και πρόσωπα που μπορούν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Στην ένορκη δήλωση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας αναφέρεται πως σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τότε πλήττεται το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης των Εναγομένων όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών και το άρθρο 19 του Συντάγματος ενώ αντίθετα θέμα παραβίασης των επικαλουμένων συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων μπορεί να διαπιστωθεί μόνο κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Σημειώνω ότι τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένσταση πάνω στα οποία οι Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι στηρίχθηκαν και ουσιαστικά επανέλαβαν στα επίδικα δημοσιεύματα αποτελούνται από επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως προς το Γενικό Εισαγγελέα στην οποία γίνεται αναφορά στην πολεοδομική άδεια που χορηγήθηκε για ανέγερση του ξενοδοχείου «Αθηνά», σε παραβίαση των όρων αδείας που διαπιστώθηκαν κατά την επιθεώρηση της ανάπτυξης από αρμόδιο λειτουργό, σε ειδοποίηση που απέστειλαν προς την ιδιοκτήτρια εταιρεία για τροποποιήσεις της ανάπτυξης και συμμόρφωση με τους όρους της άδειας και σε αίτημα όπως κινηθούν οι δέουσες διαδικασίες δυνάμει του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου λόγω του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την ειδοποίηση επιβολής. Στην επιστολή επισυνάπτεται έκθεση γεγονότων και σε παραρτήματα αυτής περιέχονται οι διαδικασίες που έγιναν και η αλληλογραφία που ανταλλάγηκε αναφορικά με τα θέματα αυτά. Σημειώνω ότι δεν αποκαλύπτεται πώς τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή των Εναγομένων όμως δεν υπάρχει αμφισβήτηση από πλευράς των Αιτητών για την ύπαρξη τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις στις οποίες ανέλυσαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο κ. Φακοντής αναφέρθηκε στο άρθρο 19 του Συντάγματος καθώς και τη νομοθεσία που αφορά τη δυσφήμιση (Άρθρα 17-24 του Κεφ. 148). Παρέπεμψε το Δικαστήριο στο περιεχόμενο των δημοσιευμάτων το οποίο ανέλυσε και εισηγήθηκε ότι πρόκειται για καθαρά λιβελογραφήματα και δικαιολογείται το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα γιατί πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναλύοντας τα γεγονότα που αναφέρονται στα δημοσιεύματα είπε ότι το τι έπραξαν οι Ενάγοντες είναι διαφοροποιήσεις στην υλοποίηση σχεδίων ανέγερσης ενός ξενοδοχείου κάτι που συμβαίνει κατά την ανέγερση μεγάλων κτιρίων. Άλλωστε έχει δικαίωμα ο ιδιοκτήτης να προβεί σε τροποποιήσεις και ακολούθως να ζητήσει καλυπτική άδεια. Με τα δημοσιεύματα παρουσιάζουν τους Ενάγοντες ότι τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης από τις αρμόδιες αρχές, δωροδοκούν και είναι κλέφτες. Οι Ενάγουσες εταιρείες ασχολούνται με επιχειρήσεις εκατομμυρίων λιρών και σε περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους θα είναι δύσκολο να καθοριστούν οι αποζημιώσεις γιατί η ζημιά στην οποία υποβάλλονται από τα δημοσιεύματα είναι τέτοιας φύσης που δεν μπορεί να καθοριστεί. Ο κ. Φακοντής έκανε αναφορά στην αγγλική νομολογία επί του θέματος σύμφωνα με την οποία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδονται διατάγματα αυτής της φύσης και νοουμένου ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, και εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις. Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Ενάγοντες θα υποστούν οικονομική καταστροφή ενώ σε περίπτωση που εκδοθεί το διάταγμα οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά. Ο κ. Φασουλιώτης από την άλλη εισηγήθηκε ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικά και αόριστα και τέτοιας μορφής που το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τα αγνοήσει. Οι Εναγόμενοι στηρίχθηκαν πάνω σε επίσημα έγγραφα για να προβούν στα επίδικα δημοσιεύματα τα οποία ανέλυσε. Ο συνήγορος ανάφερε πως από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι στηρίχθηκαν σε πραγματικά και αληθή γεγονότα (Τεκμήριο 1) και προβάλλουν την υπεράσπιση της αλήθειας των γεγονότων που περιέχουν (justification) και του εύλογου σχολίου (fair comment) τότε οποιαδήποτε παρέμβαση εκ μέρους του Δικαστηρίου ισοδυναμεί, σύμφωνα με τη νομολογία, με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων που διασφαλίζονται με το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα δε δικαιώματα των Εναγόντων μπορούν να διασφαλιστούν μόνο στο στάδιο της τελικής εκδίκασης της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 15 του Συντάγματος, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.1,2 και 3 και στη διακριτική και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantations Ltd. V. Olivier and Co. [Cyprus] Ltd 16 C.L.R.22 Sophocles Mamas and Co. v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, ABP Holdings v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Ο συσχετισμός του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα απ΄ αυτό που καλύπτουν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6, με αποτέλεσμα οι πρόνοιες του άρθρου 4 να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32. Εκεί όμως όπου το αντικείμενο της αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι περιουσία που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, οι πρόνοιες του άρθρου 4 μπορεί να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation Πολ. Έφ. 11159 ημερ. 20.11.2002 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για δυσφημίσεις ή/και κακόβουλες ψευδολογίες ή αναλήθειες ή/και για συστηματική ανοίκεια, φραστική φαντασίωση ή/και λίβελο αναφερόμενο στις Ενάγουσες ή/και σε σχέση με τις Ενάγουσες που περιέχονται σε δημοσιεύματα που συντάχθηκαν ή δημοσιεύθηκαν από τους Εναγομένους στην έκδοση της εβδομαδιαίες εφημερίδας «ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ» τα οποία παρατίθενται, τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, διάταγμα που να εμποδίζει τους Εναγομένους να εκτυπώνουν, επαναλαμβάνουν, μεταδίδουν, κυκλοφορούν, διανέμουν ή με οποιοδήποτε τρόπο δημοσιεύουν αντίγραφα των αναφερομένων δημοσιευμάτων και/ή να επαναλαμβάνουν τα γραφέντα και/ή δυσφημίζουν τις Ενάγουσες και/ή περαιτέρω δημοσιεύουν τις αναφερόμενες δυσφημίσεις και/ή επιζήμιες ψευδολογίες ή άλλες παρόμοιες σε βάρος των Εναγουσών. Σημειώνω ότι τα δημοσιεύματα στις εκδόσεις της εφημερίδας έγιναν στις 22/10/05, 15/9/05, 24/9/05, 17/9/05, 20/8/05, 31/7/04, 24/7/04, 17/7/04, 3/7/04 και αφορούν ισχυριζόμενες παρανομίες κατά την ανέγερση του ξενοδοχείου «Αθηνά». Σε υποθέσεις δυσφήμισης το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, κυρίως όταν εξετάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων (balance of convenience), θα πρέπει να λάβει υπόψη του και να ζυγίσει με ιδιαίτερη προσοχή το δικαίωμα από τη μια του Ενάγοντα να τυγχάνει προστασίας από δυσφημιστικά δημοσιεύματα και το δικαίωμα του τύπου από την άλλη να αρθρογραφεί ελεύθερα και χωρίς αχρείαστες παρεμβάσεις. H έκδοση τέτοιων διαταγμάτων γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως προκύπτει τόσο από τη νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και εκείνης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Χρήσιμη αναφορά σε αγγλική νομολογία στην οποία επίσης αναφέρθηκε και ο συνήγορος των Αιτητών γίνεται στην υπόθεση C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ. 853, στις σελ. 863-866. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτά τα αποσπάσματα διότι καθορίζουν με σαφήνεια τη θέση της νομολογίας. «Στην Αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All ER 321 ο Λόρδος Denning τόνισε μεταξύ άλλων ότι, "In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 .. an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we never grant an interim injunction." Σε ελεύθερη μετάφραση, «Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διατάγματα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 .. ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα.» Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Lord Denning επανέλαβε στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another [1982] 2 All E.R. 701, 703, την αρχή ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα Δικαστήρια θα εκδώσουν ένα απαγορευτικό διάταγμα, τονίζοντας ότι, "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them. So also, when an occasion is protected by qualified privilege, this court never grants an injunction to restrain a slander or libel, to prevent a person from exercising that privilege, unless it is shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v Beall [1882] 20 Ch D 501." Σε ελεύθερη μετάφραση, «Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει. Έτσι επίσης, όταν μια περίπτωση καλύπτεται με προνόμιο υπό αίρεση, αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει μια δυσφήμηση ή ένα λίβελλο, να εμποδίσει ένα πρόσωπο να εξασκήσει αυτό το προνόμιο, εκτός αν φαίνεται ότι αυτό που θέλει να πει ο εναγόμενος γνωρίζει ότι είναι ψευδές έτσι που να είναι καθαρά κακόπιστο. Εφόσον προτίθεται να αναφέρει ότι πιστεύει έντιμα ότι είναι αληθές, δεν θα εκδοθεί εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό έχει γίνει καθαρό στην υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v Beall [1882] 20 Ch D 501.» Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του, σύμφωνα με το Δικαστή Lord Esher M.R. στην υπόθεση Coulson v. Coulson [1887] 3 TLR 846, θα γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. Όπως έχει επίσης τονίσει ο Δικαστής Lord Scarman στην υπόθεση The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183, ".. the prior restraint of publication, though occasionally necessary in serious cases, is a drastic interference with freedom of speech and should only be ordered where there is a substantial risk of grave injustice. I understand the test of ´pressing social need´ as being exactly that." Σε ελεύθερη μετάφραση, «Η προηγούμενη απαγόρευση της δημοσίευσης, άνκαι είναι αναγκαία σε σοβαρές υποθέσεις, αποτελεί μια δραστική επέμβαση στην ελευθερία του λόγου και θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει ένας ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής αδικίας. Αντιλαμβάνομαι τον όρο ΄πιεστική κοινωνική ανάγκη να σημαίνει ακριβώς αυτό.» Περαιτέρω στην σελίδα 865 της ίδιας απόφασης το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει: «Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ένα δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, μόνο όταν,
(1)Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική
(2)Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπεράσματα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής,
(3)Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει,
(4)Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμισης (βλ. Gatley "On Libel and Slander" 9η Έκδοση, σελ. 634).» Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 28, παρ. 168, αναφέρονται τα ακόλουθα: "168. No injunction if defence raised. It is well settled that no injunction will be granted if the defendant states his intention of pleading a recognized defence, unless the plaintiff can satisfy the court that the defence will fail. This principle applies not only to the defence of justification but also to the defences of priviledge, fair comment, consent, and probably any other defence. When qualified priviledge or fair comment is to be pleaded, an injunction may nevertheless be granted if the plaintiff can satisfy the court on the issue of malice." Σύμφωνα με το άρθρο 17(α), (γ), (δ), (ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, πάνω στο οποίο στηρίζεται ο κ. Φακοντής η δυσφήμιση συνίσταται σε δημοσίευμα το οποίο αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα, εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Στο ίδιο άρθρο προνοείται η έννοια της λέξης έγκλημα ως ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό αν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται σ΄ αυτό στη συνήθη φυσική και πρωταρχική τους έννοια είναι δυσφημιστικές. Το δε κριτήριο με βάση το οποίο αποφασίζεται κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι αυτό του καλού, λογικού και ορθά σκεπτόμενου πολίτη γενικά. Στο άρθρο 19 του Κεφ. 148 προνοούνται οι υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν σε αγωγή για δυσφήμιση και σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές ή ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Αυτές είναι οι υπερασπίσεις που ισχυρίζεται η πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση ότι υφίστανται στην παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση Εφημερίδα ή Περιοδικό Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ κ.α. v. Σπύρου Κονιώτη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1847, το Δικαστήριο τόνισε ότι: «Ενδιάμεσο διάταγμα σε υπόθεση λιβέλλου όπου ο Εναγόμενος ισχυρίζεται την αλήθεια του δημοσιεύματος ή καλόπιστο σχόλιο, επί πραγματικών γεγονότων, σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδεται. Ιδιαίτερα ενόψει του άρθρου 19 του Συντάγματος μας, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και έκφρασης, αλλά και του αντίστοιχου άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έχει κυρωθεί με τον Ν.31/62.» Στην παρούσα υπόθεση έχοντας εξετάσει τα δημοσιεύματα που επισυνάπτονται στις δύο ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση έχω την άποψη χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε τελικό εύρημα, κάτι το οποίο θα εξετάσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, ότι τα δημοσιεύματα τείνουν να είναι δυσφημιστικά για τους Ενάγοντες. Δεν χρειάζεται να προβώ σε περαιτέρω ανάλυση των εν λόγω δημοσιευμάτων ούτε να παραθέσω σε λεπτομέρεια τις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται. Απλή ανάγνωση των κειμένων είναι αρκετή για να διαφανεί ο πιο πάνω χαρακτήρας των δημοσιευμάτων. Άλλωστε αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον κ. Φασουλιώτη. Ο συνήγορος στήριξε την ένσταση του στο γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση εγείρονται οι υπερασπίσεις της αλήθειας του περιεχομένου των δημοσιευμάτων (justification) και του έντιμου σχολίου (fair comment) τις οποίες οι Εναγόμενοι έχουν πρόθεση να προβάλουν κατά την ακρόαση της αγωγής. Ο κ. Φασουλιώτης αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται στην ένσταση και των γεγονότων που περιλαμβάνονται σε αυτό. Στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας των Εναγόντων στην αγωγή το Δικαστήριο ασχολείται και με τις εγειρόμενες υπερασπίσεις. Αποτελεί υπεράσπιση σε αγωγή για δυσφήμιση αν οι επίδικες λέξεις συνιστούν εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να επιτύχει η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου θα πρέπει ο εναγόμενος να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο στο οποίο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται το υπό συζήτηση θέμα και το σχόλιο γίνεται επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. (βλ. Λάζαρος Μαύρου v. Θεόδωρος Στυλιανού κ.ά., Πολιτική Έφεση 11047, ημερ. 12.11.2002) Για να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας του δημοσιεύματος πρέπει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα όσα δημοσιεύει αποτελούν γεγονότα τα οποία είναι αληθή. Επίσης είναι αρκετό αν αποδειχθεί η ουσιαστική αλήθεια της δήλωσης και επουσιώδεις ανακρίβειες δεν οδηγούν σε αποτυχία της υπεράσπισης. Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται με την ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην ένσταση ότι στην αγωγή θα αποδείξουν την αλήθεια των ισχυρισμών τους και του έντιμου σχολίου και προς τούτο επισυνάπτεται το Τεκμήριο 1 δηλαδή η επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας προς το Γενικό Εισαγγελέα καθώς και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν έγγραφα. Έχοντας υπόψη ότι στα πλαίσια τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο δεν πρέπει να καταλήγει σε συμπεράσματα ως προς το νομικό και πραγματικό καθεστώς της υπόθεσης αναφέρω πως τα γεγονότα που αναφέρονται στο τεκμήριο 1 τείνουν να καταδείξουν πως στην ουσία τα δημοσιεύματα βασίζονται σ΄ αυτά τα γεγονότα. Σε αυτό το στάδιο βέβαια το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς την επιτυχία της υπεράσπισης που οι εναγόμενοι προτίθενται να προβάλουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Έχοντας καταλήξει εκ πρώτης όψεως ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά παραμένει το θέμα κατά πόσο οι Ενάγοντες θα επιτύχουν στις προβαλλόμενες υπερασπίσεις τους κάτι για το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Κατά συνέπεια και με γνώμονα το χαμηλό επίπεδο απόδειξης που χρειάζεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις θεωρώ ότι πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 είναι γεγονός ότι οι αναφορές των Αιτητών σε ζημιά που θα υποστούν σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικές. Γίνεται αναφορά για καθημερινές ζημιές και απώλεια πελατών που υφίστανται οι ενάγοντες, χωρίς να δίνονται οποιαδήποτε στοιχεία. Επίσης ο ισχυρισμός τους για αφερεγγυότητα των Εναγομένων αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους και δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει την αλήθεια των θέσεων των εναγόντων. Ο κ. Φακοντής κατά την αγόρευση του τόνισε πως η ενάγουσα 2 είναι δημόσια εταιρεία και οδηγείται σε καταστροφή με τα επίδικα δημοσιεύματα με αποτέλεσμα να επηρεαστούν και όλοι οι μέτοχοι της για το λόγο ότι με τα δημοσιεύματα ζητείται η κατεδάφιση του ξενοδοχείου και συνεπώς δεν γίνονται κρατήσεις σ΄ αυτό. Στην απουσία γεγονότων και σαφών ισχυρισμών που να καταδεικνύουν οποιαδήποτε ζημιά δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί στην κατάληξη του κ. Φακοντή ότι δηλαδή απειλούνται οι ενάγοντες με οικονομική καταστροφή, άλλωστε πρόκειται για δημοσιεύματα σε μια τοπική εβδομαδιαία εφημερίδα. Όμως ως εκ της φύσεως της σε μια αγωγή για δυσφήμιση αποδίδονται στον επιτυχόντα διάδικο αποζημιώσεις. Στην παρούσα περίπτωση έχοντας υπόψη τον αριθμό των δημοσιευμάτων, το γεγονός ότι οι Ενάγουσες εταιρείες ασχολούνται με επιχειρηματικές δραστηριότητες και ειδικότερα με διαχείριση ξενοδοχείων η ζημιά που ενδεχόμενα να υφίστανται από δυσφημιστικά δημοσιεύματα είναι δύσκολο να υπολογιστεί. Σχετική με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων είναι και η υπόθεση M & CH. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. (Γ) σελ. 1799, στην οποία αναφέρεται ότι «η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία». Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διασφαλίζεται το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και έκφρασης. Αναφέρεται στην υπόθεση C.T. Tobbaco Ltd (πιο πάνω) ότι αυτό που προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Fressoz and Roire v. France (apl. 29183/95 της 21/1/99), Thomas v. Luxemburg (Apl. 38432/97 της 29/3/2001 Case of Tammer v. Estonia (Apl. 41205/98 της 6/2/2001) η έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι υποθέσεις όμως αυτές αφορούσαν τελικές αποφάσεις πολιτικής και ποινικής φύσης και δεν εξέταζαν τις προεκτάσεις παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, ιδιαίτερα δε την εκ των προτέρων λογοκρισία του τύπου η οποία θα πρέπει να αποφεύγεται αφού σύμφωνα με το σύγγραμμα Harris, O' Boyle and Warbrick «Law of the European Convention on Human Rights» (σ.386 - 7) μια τέτοια διαδικασία δεν πρέπει να τυγχάνει επιδοκιμασίας. Σε περιπτώσεις αγωγών για δυσφήμιση, αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι η διατήρηση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης το οποίο όμως ο Εναγόμενος μπορεί να απολαμβάνει υπό τον όρο ότι δεν διαπράττει οιοδήποτε αδίκημα. Σε τέτοια περίπτωση η έκδοση διατάγματος όπως το υπό εξέταση περιορίζει την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Στην υπόθεση Cyprus Sulphur & Cooper Co. Ltd κ.α. v. ΠΑΡΛΑΡΑΜΑ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051, στην οποία επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε μονομερή αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος εναντίον της εφημερίδας ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ στις σελ. 1063-1065 ανέφερε τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 19 του Συντάγματος εγγυάται και διασφαλίζει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, που περιλαμβάνει την ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών. Αντιστοιχεί το άρθρο τούτο με το Άρθρο 10 της Σύμβασης. ....... Στις υποθέσεις Handyside, Series A, Τόμος 24, και The Sunday Times, Series A, Τόμος 30, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ερμήνευσε και εφάρμοσε το Άρθρο 10 της Σύμβασης και αναφέρθηκε στο δικαίωμα των μέσων μαζικής επικοινωνίας να μεταδίδουν πληροφορίες και ιδέες και το δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές. Οι όροι και περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος αυτού μπορεί να επιβάλλονται με νόμο, αν είναι αναγκαίοι για τους σκοπούς που, περιοριστικά και ρητά, αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 10 της Σύμβασης. Η ελευθερία της γνώμης και της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση είναι η λυδία λίθος της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας.» Έχω αναφερθεί πιο πάνω στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος η οποία εξετάστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση C.T. Tobacco Ltd (πιο πάνω) με βάση την οποία προστατεύεται το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδεται διάταγμα περιορισμού του δικαιώματος αυτού. Στην παρούσα περίπτωση ο αριθμός των δημοσιευμάτων είναι τέτοιος που καταδεικνύεται τάση επανάληψης των εκ πρώτης όψεως δυσφημιστικών δημοσιευμάτων. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία θα πρέπει να εξεταστεί και το κατά πόσο δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπεράσματα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής και το κατά πόσο υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει. Στην παρούσα περίπτωση εγείρεται από μέρους των Εναγομένων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η υπεράσπιση της αλήθειας των γεγονότων πάνω στα οποία στηρίζονται τα δημοσιεύματα και του εύλογου σχολίου που οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι προτίθενται να προωθήσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης και προς υποστήριξη των θέσεων τους επισυνάπτουν το Τεκμήριο 1. Για να μπορέσω να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι υπάρχει δυνατή εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι οι δηλώσεις είναι αναληθείς έτσι ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται από αυτό το στάδιο ότι η υπεράσπιση της αλήθειας του δημοσιεύματος και του έντιμου σχολίου δεν θα επιτύχει. Παρά το ότι στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 έχω καταλήξει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής δεν θεωρώ ότι μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι η υπεράσπιση της αλήθειας του δημοσιεύματος και του εύλογου σχολίου δεν θα επιτύχει. Τα δημοσιεύματα αφορούν κυρίως ισχυριζόμενες παραβάσεις του νόμου περί Πολεοδομίας και των τρόπων που χειρίζονται τα θέματα αυτά οι αρμόδιες αρχές. Σίγουρα πρόκειται για θέματα που ενδιαφέρουν το κοινό ιδιαίτερα το κοινό της Πάφου. Έλαβα υπόψη μου όλους τους σχετικούς παράγοντες της υπόθεσης και τη νομολογία επί του θέματος όπως την παρέθεσα πιο πάνω και θεωρώ ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία για άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης και συνακόλουθα του περιορισμού της ελευθερίας του τύπου. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι το λεκτικό του αιτουμένου διατάγματος είναι γενικό με αποτέλεσμα σε περίπτωση διαδικασίας παρακοής διατάγματος να είναι δυσχερές να αποφασιστεί κατά πόσο ένα δημοσίευμα αποτελεί ή όχι δυσφήμιση. Σε περιπτώσεις τέτοιου είδους διαταγμάτων είναι καλύτερα αυτό να εκδίδεται με συγκεκριμένους όρους αναφορικά με το τι απαγορεύει (Liverpool Household Stores Association v. Smith
(1887)37 Ch. D. 170). Στο στάδιο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα υιοθετώντας την προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εφημερίδα ή περιοδικό Αποκάλυψη της Πάφου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω): «Το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης ενέχει και καθήκοντα και ευθύνες, όπως ειδικά προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Η ελευθερία του τύπου, δηλαδή της μετάδοσης στο κοινό ειδήσεων και σχολίων, προϋποθέτει αντικειμενικότητα στην επεξεργασία και μετάδοση τους, ώστε το μέσο μαζικής ενημέρωσης να διεκδικεί δικαίως ακριβώς αυτή την αντικειμενικότητα. Η λειτουργία των μέσων ενημέρωσης αναμένεται να στηρίζεται στα αναγνωρισμένα θέσμια της σοβαρής, έντιμης και αντικειμενικής δημοσιογραφίας.» Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία παρά την κατάληξη μου ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκηθεί η διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή θα είναι στη πορεία της υπόθεσης αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον των εναγομένων. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο