← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ευδοκίας Πάκκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3877/03, 10.5.2006

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ευδοκίας Πάκκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3877/03, 10.5.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3877/03 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ από τη Λευκωσία Εναγόντων Και

  1. Ευδοκίας Πάκκου από τη Λευκωσία
  2. Νικόλα Πετεβίνου από τη Λευκωσία
  3. Κυριάκου Βασιλείου από τη Λευκωσία Εναγομένων -------------------------------- 10.5.2006 Αίτηση για παρακοή διατάγματος ημερ. 14.12.2005 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Κορακίδου Για Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Λ. Ιωαννίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Α. Ζύμπηλος) Εναγομένη 1 παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της εκδοθείσας υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 απόφασης, ημερ. 23.4.2004 που σημειώνω εκδόθηκε στην απουσία της Εναγομένης 1, η τελευταία διατάχθηκε μεταξύ άλλων να παραδώσει ένα μηχάνημα με αριθμό εγγραφής HMP 174, αντικείμενο ενοικιαγοράς, έτσι ώστε να πωληθεί με δημόσιο πλειστηριασμό. Επειδή, όπως είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του πιο πάνω διατάγματος οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με αίτημα τον εξαναγκασμό της Εναγόμενης 1 σε συμμόρφωση. Στην ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Νεοφύτου, υπαλλήλου των Εναγόντων, που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι το οπισθογραφημένο αντίγραφο της απόφασης και του διατάγματος επεδόθη στην Εναγόμενη 1 στις 26.6.
  4. Παρόλη την επίδοση του σχετικού διατάγματος η Εναγόμενη 1, καταλήγει ο ενόρκως δηλών, «εσκεμμένως, αυθαιρέτως και παρανόμως, παρακούει και/ή περιφρονεί την απόφαση του Δικαστηρίου». Η Εναγόμενη 1 στη δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει ότι γνώριζε την ύπαρξη αγωγής από τους Ενάγοντες εναντίον της, πλην όμως η έκδοση απόφασης και διατάγματος εναντίον της δεν της ήταν γνωστό. Η ίδια, προσθέτει, δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ούτε το συγκεκριμένο μηχάνημα της παραδόθηκε ποτέ. Δεν παρακούει και δεν περιφρονεί απόφαση του Δικαστηρίου γιατί το συγκεκριμένο μηχάνημα, δηλαδή μια διατρητική μηχανή βρίσκεται στην κατοχή του συζύγου της, ο οποίος της χρησιμοποιεί και την καρπούται. Στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης η ενόρκως δηλούσα αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των Εναγόντων και επανέλαβε ότι δεν είχε σε οποιοδήποτε στάδιο λάβει αντίγραφο της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης. Όταν υποδείχθηκε στη μάρτυρα ένορκη δήλωση του Δικαστικού Επιδότη ότι της είχε επιδοθεί προσωπικά αντίγραφο της απόφασης, η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε και σε σειρά ερωτήσεων κατέληξε να δηλώνει ότι τελικώς η απόφαση της είχε επιδοθεί το Μάρτη του
  5. Ως προς το θέμα της διατρητικής μηχανής, η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε ότι είχε οποιοσδήποτε επικοινωνήσει μαζί της είτε το Μάιο του 2005 είτε το Νοέμβριο του
  6. Πρόσθεσε δε ότι η μόνη επικοινωνία που έγινε ήταν το Μάρτη του 2006 όπου Δικαστικός Επιδότης είχε επικοινωνήσει με το σύζυγο της. Ο λόγος που έγινε η επικοινωνία με το σύζυγο της, όπως είπε, είναι γιατί το αντικείμενο της ενοικιαγοράς βρίσκεται στην κατοχή του και παρόλο που του είχε υποδείξει να την παραδώσει ο τελευταίος αρνήθηκε. Οι σχέσεις τους είναι καλές, συζούν αλλά η συγκεκριμένη μηχανή αποτελεί αντικείμενο της εργασίας του συζύγου της ο οποίος την χρησιμοποιεί σε διάφορες περιοχές της Κύπρου χωρίς, η ίδια να γνωρίζει με ακρίβεια στο πού ακριβώς βρίσκεται. Σε εισήγηση ότι έπρεπε η ιδία να παραδώσει το αντικείμενο η Εναγόμενη 1 επανέλαβε ότι η ίδια δεν το έχει στην κατοχή της, το κρατά ο σύζυγος της και η ίδια δεν έχει επιρροή πάνω του. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι πρέπει να κριθεί η Εναγόμενη 1 ως αναξιόπιστη αφού αρνήθηκε την ύπαρξη και επίδοση της απόφασης σε αντίθεση με την κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση. Η επαφή μαζί της που έγινε, κατά την εισήγηση της κας Κορακίδου, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ιδία ήταν σε θέση να γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται το μηχάνημα και να καταλήξει σε συμπέρασμα άρνησης στο να το παραδώσει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 1 εισηγήθηκε ότι αιτήσεις αυτής της μορφής έχουν το ίδιο βάρος απόδειξης, όπως και κάθε ποινική υπόθεση. Τα γεγονότα που συνθέτουν την αίτηση αμφισβητούνται από την Εναγόμενη 1 και με βάση τη Δ.48 θ.4 οι Ενάγοντες, είχαν το βάρος απόδειξης των γεγονότων. Και αν ακόμα συνέχισε ο κ. Ιωαννίδης, το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η επίδοση του διατάγματος έγινε σωστά και η Εναγόμενη έλαβε γνώση και συνακόλουθα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συμμορφώθηκε θα έπρεπε να είχε από πλευράς Εναγόντων προσκομιστεί τέτοια μαρτυρία που να καταδεικνύει πρόθεση της Εναγόμενης 1 να μην συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Δηλαδή, κατέληξε ο συνήγορος, πρέπει να καταδειχθεί ότι εσκεμμένα παρέλειψε να συμμορφωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ενώ από την προσαχθείσα μαρτυρία καταδεικνύεται ότι υπάρχει αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό θεωρώ σημαντικό προτού ασχοληθώ με τη νομική πτυχή να σχολιάσω και αξιολογήσω την μαρτυρία της Εναγόμενης
  7. Υπήρχε μια ένορκη δήλωση η οποία κατατέθηκε για σκοπούς ένστασης, ημερ. 16.3.2006, η οποία άφησε πολλά ασαφή στοιχεία ως προς το θέμα της επίδοσης από τη μια και της αμφισβήτησης της έκδοσης απόφασης από την άλλη. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης της Εναγόμενης 1 πρέπει να σημειώσω ότι ήταν έκδηλη και σαφής η προσπάθεια της να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα που συνθέτουν αυτή την αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι δεν της επιδόθηκε η απόφαση, της υπεδείχθη η ένορκη δήλωση και τελικώς κατέληξε ότι όντως τον Μάρτιο του 2006 της επιδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Αν λάβω υπόψη μου ότι η ένορκη δήλωση της για σκοπούς ένστασης είναι το Μάρτιο του 2006 και ενόρκως κατέθεσε ότι είχε προσπαθήσει να πείσει το σύζυγο της να παραδώσει τη διατρητική μηχανή, δεν μου αφήνει άλλο περιθώριο παρά να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 δεν έλεγε την αλήθεια επί του προκειμένου. Παράλληλα πρέπει να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη 1 έδωσε μια εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι δηλαδή η διατρητική αυτή μηχανή βρίσκεται στην κατοχή του συζύγου της και ο τελευταίος την χρησιμοποιεί για σκοπούς της εργασίας του. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια της να αφαιρέσει οποιασδήποτε μορφής ευθύνη από την ίδια στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Πριν καταλήξω στα τελικά μου ευρήματα θα παραθέσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις αυτής της μορφής. Η αίτηση για καταδίκη σε περίπτωση προβολής ισχυρισμού καταφρόνησης Δικαστικού διατάγματος, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Βλέπε Κώστα ν. Κώστα

(2003)1 Α.Α.Δ. 269). Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την αντίκριση θεμάτων, όπως το εξεταζόμενο. Για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου πρέπει, απαρέγκλιτα και με αυστηρότητα να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της Δ.42Α, όπως επαναβεβαιώθηκε στην υπόθεση Πετράκη ν. Petraki, Έφεση Οικογενειακού αρ. 144 ημερ. 27.6.2002. Οι πρόνοιες της Διαταγής αυτής (Δ.42Α) συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60. (Βλέπε Krashias Shoes Factory v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. 750). Η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος Δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου. Αυτό τονίστηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085, επιβεβαιώνοντας παλαιότερη επί του θέματος νομολογία. Η διαπίστωση της ευθύνης του ατόμου που κατηγορείται για παρακοή Δικαστικού διατάγματος είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), ιδιόμορφη γιατί ενώ εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Η απόδειξη συνακόλουθα κάθε γεγονότος, όπως και κάθε προϋπόθεσης, βαρύνει, όπως και σε ποινική υπόθεση τον κατήγορο (βλέπε Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση ότι εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.4.2004, με το αναφερθέν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Παρόλο που δεν έχει εγερθεί, θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο το διάταγμα αυτό είναι επιβλητό, δηλαδή είναι αναγκαστικό, διατακτικό ή απαγορευτικό. Αυτό βέβαια σε αντίθεση με αναγνωριστικά διατάγματα τα οποία δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42 [βλέπει υπόθεση Πετράκη (ανωτέρω)]. Το συγκεκριμένο εκδοθέν διάταγμα διατάσσει την Εναγόμενη 1 όπως «παραδώσει στους Ενάγοντες σε 7 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος το μηχάνημα με αριθμό εγγραφής ΗMP 174». Είναι συνεπώς ένα προστακτικό διάταγμα που προσδιορίζει με ξεκάθαρη και καταληπτή γλώσσα στο τι ακριβώς το Δικαστήριο επιθυμούσε να συμπεριλάβει στο διάταγμα του. Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να με απασχολήσει, παρόλο που δεν αμφισβητείται, είναι κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία οπισθογράφηση, δηλαδή η γνωστοποίηση στην Εναγόμενη 1 των ενδεχομένων συνεπειών και προειδοποίηση σε περίπτωση που αυτή παραβεί το διάταγμα. Υπάρχει σαφής προειδοποίηση με την αναφορά στο διάταγμα κάτω από τον τίτλο «οπισθογράφηση». Η Δ.42(Α) επιβάλλει την προσωπική επίδοση του διατάγματος περιλαμβανομένης και της οπισθογράφησης. Με γνώμονα την κατατεθείσα ενώπιον μου ένορκη δήλωση επίδοσης (Τεκμ. 1) βρίσκω ότι το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 23.4.2004, περιλαμβανομένης της οπισθογράφησης, είχε επιδοθεί προσωπικώς στην Εναγόμενη 1 στις 26.4.2004. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η παρούσα αίτηση ημερ. 14.12.2005, είχε επιδοθεί προσωπικώς στην Εναγόμενη 1 και υπάρχει στο φάκελο ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 2.3.2006, το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση και αντίθετα σαφής δήλωση από την Εναγόμενη 1 ότι παρόλο που έχουν παρέλθει οι 7 μέρες που προέβλεπε το διάταγμα για συμμόρφωση και παράδοση του επίδικου αντικειμένου, τέτοια παράδοση δεν έγινε. Ούτε μέχρι σήμερα το αντικείμενο έχει παραδοθεί. Κρίνεται συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, ότι υπάρχει παράβαση του Δικαστικού διατάγματος ημερ. 23.4.2004. Το κρινόμενο όμως δεν είναι η ύπαρξη της παράβασης του διατάγματος αλλά κατά πόσο αυτή η παράβαση ήταν ηθελημένη, έτσι ώστε να απαιτείται η τιμωρία της Εναγόμενης 1 (βλέπε Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309). Παράλληλα στο Σύγγραμμα Contempt of Court του C.J. Miller, απαιτείται η στοιχειοθέτηση της ένοχης σκέψης, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος της καταφρόνησης δικαστικού διατάγματος που επέρχεται τυχαία ή χωρίς πρόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει, όπως ήδη έχω αναφέρει, η σαφής και κατηγορηματική, χωρίς αντίθετη άποψη, θέση της Εναγόμενης 1 ότι η συγκεκριμένη διατρητική μηχανή, αντικείμενο ενοικιαγοράς, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή και είναι μέχρι σήμερα στην κατοχή του συζύγου της, ο οποίος παρόλες τις δικές της παροτρύνσεις εξακολουθεί να κατέχει το συγκεκριμένο μηχάνημα και να μην το παραδίδει. Από όλη την εικόνα της Εναγόμενης 1 και της μαρτυρίας της διατηρώ σοβαρή αμφιβολία κατά πόσο η όλη διαδικασία περιλαμβανομένης της δήλωσης σε σχέση με τη διατρητική μηχανή δεν έγινε ενδεχομένως σε συνεννόηση και με άλλους Εναγομένους. Αυτό όμως δεν μεταθέτει με οποιονδήποτε τρόπο το βάρος απόδειξης το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων, δηλαδή να καταδείξουν με θετική και αποδεκτή μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 ηθελημένα παραβαίνει το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ακόμα και αν λάβω υπόψη μου τις εισηγήσεις της συνηγόρου των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1 είχε γνωστοποιήσει στους Ενάγοντες την τοποθεσία που βρισκόταν το μηχάνημα σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο, αυτό δεν αποτελεί θετική μαρτυρία ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα βρισκόταν στην δική της κατοχή και ότι η ιδία όχι μόνο δεν το παρέδιδε αλλά ηθελημένα παρέλειπε να το παραδώσει. Η θετικότητα που απαιτείται στη διαπίστωση των γεγονότων που συνθέτουν διαδικασία καταφρόνησης Δικαστηρίου είναι ιδία με την διαπίστωση των γεγονότων σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Εδώ, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μηχάνημα δεν είναι στην κατοχή της Εναγόμενης 1, αντίθετα υπάρχει θετική μαρτυρία ότι είναι στην κατοχή τρίτου προσώπου. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να υποδηλεί ηθελημένη ενέργεια εκ μέρους της Εναγόμενης 1, δηλαδή ενέργεια που να καταδεικνύει πρόθεση, δηλαδή ένοχη σκέψη, για μη παράδοση του αντικειμένου στους Ενάγοντες. Η απουσία αυτής της θετικότητας προκαθορίζει και την τύχη της αίτησης. Η απουσία συστατικού στοιχείου οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον των Εναγόντων. (Υπ.) ............... Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.