Σόλων Α. Σολωμού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2794/03, 23.5.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A6 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2794/03 Μεταξύ: Σόλων Α. Σολωμού από την Πάφο Ενάγοντος και Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ εκ Λευκωσίας Εναγομένων --------------------------- Ημερομηνία: 23.5.2006 Αίτηση ημερ. 22.9.2005 για διαγραφή Για Εναγόμενη-Αιτήτρια κ. Γ. Δημητριάδης για Τ. Παπαδόπουλο και Σία Για Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση κα Δ. Καρακώστα για κ. Παπαντωνίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια αγωγής για ακύρωση μιας συμφωνίας δανείου, με συνακόλουθη υποθήκη, που έχει συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα ως πελάτη της Εναγόμενης τράπεζας, ο πρώτος καταχώρησε ένα μακροσκελές δικόγραφο αποτελούμενο από 68 σελίδες, εκθέτοντας διαζευκτικά αιτίες αγωγής που εστιάζονται, κατά κύριο λόγο στην ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας δανείου. Αυτή την Έκθεση Απαίτησης, επιδιώκουν οι Εναγόμενοι με αίτηση τους να διαγραφεί, χαρακτηρίζοντας την ως επιπόλαια και ενοχλητική που στόχο έχει την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Περαιτέρω και διαζευκτικά, επιδιώκουν την διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Στην ένορκη δήλωση της Αναστασίας Παπαδοπούλου, δικηγόρου, στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων, αναφέρεται ότι οι συγκεκριμένες παραγράφοι είναι αχρείαστες γιατί, όπως προσδιορίζεται, δεν παραθέτουν και δεν καταγράφουν ουσιαστικά γεγονότα αλλά περιλαμβάνουν και μη ουσιώδη τέτοια, όπως επίσης και μαρτυρία. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί επαναλαμβάνονται, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, συνεχώς και η αναφορά σε όλα αυτά τα μη ουσιώδη γεγονότα και η εκτενής αναφορά σε μαρτυρία καθιστά την Έκθεση Απαίτησης εξαιρετικά δυσνόητη και δυσχεραίνει την εκδίκαση της υπόθεσης προκαλώντας παράλληλα καθυστέρηση. Η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί το περιεχόμενο του παραρτήματος Α, στο οποίο γίνεται αναφορά σε 69 περιπτώσεις, που κατά την εισήγηση της πρέπει να διαγραφούν. Ο Ενάγων στην δική του ένσταση πέρα από νομικούς λόγους που άπτονται της ιδίας της αίτησης, με τα οποία θα ασχοληθώ σε μεταγενέστερο στάδιο, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η αναγκαιότητα παράθεσης λεπτομερειών εδράζεται στο αγώγιμο δικαίωμα του, που, μεταξύ άλλων, είναι η ύπαρξη απάτης, διάρρηξη εμπιστεύματος, εκούσια παράληψη ή και ακόμη και αθέμιτο επηρεασμό από πλευράς Εναγομένης. Στην ένορκη δήλωση του Σταύρου Σταυρινίδη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντος, αυτός αρνείται την νομιμότητα της αίτησης και επαναλαμβάνει ότι το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης επειδή κατά την εισήγηση του στηρίζεται σε απάτη, διάρρηξη εμπιστεύματος, εκούσια παράληψη ή υπέρμετρο επηρεασμό, πρέπει και απαιτείται η έκθεση λεπτομερειών έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αντιληφθεί τη φύση της υπόθεσης και να δικαιούται ο Ενάγων να προσκομίσει μαρτυρία. Όλες οι λεπτομέρειες προσθέτει, αποτελούν ουσιαστικά γεγονότα και έχουν εκτεθεί έτσι ώστε να αποτραπεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού κατά τη δίκη. Είναι, καταλήγει ο ενόρκως δηλών, συνταγματικό δικαίωμα του Ενάγοντα, να παρουσιάσει τη μαρτυρία που ο ίδιος θεωρεί αναγκαία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το βάσιμο του αιτήματος του. Η αναφορά σε νομοθεσία και σε ισχυρισμό με νομικό αποτέλεσμα κρίθηκε επιβεβλημένο έτσι ώστε να δικαιολογείται το αίτημα του Ενάγοντα. Το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης περιέχει ουσιώδη γεγονότα που στόχο έχουν την αποτελεσματικότητα των όρων των συμφωνιών. Παράλληλα, ανάφερε ο ενόρκως δηλών, υπάρχουν διαζευκτικές αιτίες αγωγής οι οποίες επιβάλλουν την προσκόμιση και την αναγραφή περαιτέρω λεπτομερειών. Παράλληλα υπάρχει η αναγκαιότητα παρουσίασης όλων των λεπτομερειών για κάθε συγκεκριμένο ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εναγομένης έκαμαν αναφορά σε νομολογία με πρόθεση να καταδείξουν ότι η συμπερίληψη επουσιωδών γεγονότων και η εκτεταμένη, κατά την εισήγηση τους, αναφορά σε μαρτυρία και νομοθεσία είναι και πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο να χαρακτηρίσει την Έκθεση Απαίτησης ως σκανδαλώδη, επιπόλαιη και ενοχλητική. Οι συνήγοροι έκαμαν αναφορά σε μια ενδεικτική παράθεση γεγονότων, όπως αυτά βγαίνουν από την Έκθεση Απαίτησης σε βαθμό που η εισήγηση τους ήταν ότι το νομικό συμπέρασμα όχι μόνο δεν επιτρέπεται να τεθεί αλλά όπως είναι διατυπωμένο στην έκθεση Απαίτησης οδηγεί σε λανθασμένο αποτέλεσμα. Δέχονται οι συνήγοροι της Εναγομένης ότι όντως υπάρχουν εναλλακτικές βάσεις αγωγής, πλην όμως είναι η εισήγηση τους ότι η υποχρέωση για παράθεση των γεγονότων σε συντομία δεν έχει υιοθετηθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα στη δική του αγόρευση ανέφερε ότι η ύπαρξη εναλλακτικής αιτίας αγωγής επιβάλλει την αναγκαιότητα παράθεσης γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Η ύπαρξη ισχυρισμού για απάτη, διάρρηξη εμπιστεύματος, εκούσιας παράλειψης ή υπέρμετρου επηρεασμού επιβάλλουν, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Παπαντωνίου, την αναγκαιότητα παράθεσης λεπτομερειών όλων των αναγκαίων γεγονότων έτσι ώστε να καθίσταται το έργο της Υπεράσπισης ευκολότερο και να γνωρίζουν με ακρίβεια τι έχουν να αντιμετωπίσουν κατά την ακρόαση. Οποιοσδήποτε ενδεχομένως ισχυρισμός, προσθέτει ο συνήγορος, ο οποίος είναι ίσως "αχρείαστος" δεν σημαίνει ότι υπάρχει ικανοποιητικός λόγος για διαγραφή του. Για επίρρωση του ισχυρισμού αυτού ο συνήγορος αναφέρθηκε στο συνταγματικό δικαίωμα κάθε διάδικου να παρουσιάσει τη δική του υπόθεση όπως ο ίδιος επιθυμεί. Ο συνήγορος δεν αρνείται ότι όντως υπάρχει λεπτομερής αναφορά στα γεγονότα αλλά αυτά είναι, κατά τον ισχυρισμό του, και ουσιώδη γεγονότα και αναγκαία για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του θέματος. Ενδεικτικά ο συνήγορος έκαμε αναφορά στις παραγράφους 31, 32 και 33 για να τονίσει ότι οι τρεις διαζευκτικές αιτίες αγωγής εδράζονται στα γεγονότα των παραγράφων 34 και 35 η πρώτη, 36 η δεύτερη και 37 η τρίτη. Υιοθέτηση της αίτησης των Εναγομένων θα οδηγούσε κατά την εισήγηση του συνήγορου σε παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων, ιδιαίτερα του δικαιώματος που προστατεύεται με το άρθρο 30
(3), 30
(1). Θα έμενε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, γράμμα κενό το δικαίωμα απρόσκοπτης προσφυγής στο Δικαστήριο και περιορισμός στη δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας για απόδειξη των γεγονότων που ένας διάδικος επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η διαγραφή δικογράφων πρέπει, όπως κατέληξε ο συνήγορος, να περιορίζεται στις εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παραβίασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων. Τέτοια περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι το μέτρο αυτό είναι εξαιρετικά επαχθές, δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης θεωρώ σημαντικό να σκιαγραφήσω τις θεμελιακές αρχές οι οποίες πρέπει να διέπουν την συγγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Θεωρείται άκρως σοβαρό και μπορώ να πω εξαιρετικής σημασίας η σωστή διατύπωση των γεγονότων που συνθέτουν μια αγωγή έτσι ώστε να μπορεί ξεκάθαρα και με συντομία η αντίδικη πλευρά να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει και από την άλλη το Δικαστήριο να μπορεί να επισημάνει την επίδικη διαφορά και να οδηγήσει την υπόθεση σε αίσιο τέλος. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προσδιορίζουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και θα πρόσθετα με γλώσσα σκληρή, τις βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για τη σύνταξη ενός δικογράφου. Βοήθεια επί του θέματος αυτού έχω πάρει από το σύγγραμμα Pleadings Principles and Practice των Jacob και Goldrein σελίδα 45 και επόμενα. Τονίζονται δε στη σελίδα 46 οι θεμελιώδεις κανόνες που πρέπει να διέπουν το κάθε δικόγραφο, ήτοι: (α) Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει ουσιώδη γεγονότα μόνο. (β) Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. (γ) Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει τα ουσιώδη γεγονότα, αλλά όχι τη μαρτυρία που προσφέρεται για σκοπούς απόδειξης των γεγονότων αυτών, και (δ) Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει τα ουσιώδη γεγονότα και όχι τον Νόμο. (ε) Κάθε δικόγραφο πρέπει να περιλαμβάνει τα ουσιώδη γεγονότα σε συνοπτική μορφή. (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Οι πιο πάνω αρχές πηγάζουν από το κείμενο του παλαιού Αγγλικού θεσμού Ο.18 r.7
(1). Πανομοιότυπο κείμενο, με την ίδια αυστηρότητα στην γλώσσα, αντικρίζουμε και στους δικούς μας Θεσμούς Δ.19 θ.4. Ανάλογη αντίκριση πηγάζει και από την Κυπριακή νομολογία. Το στίγμα της καθοδήγησης ως προς την ετοιμασία δικογράφου και τι πρέπει να περιλαμβάνει, βρίσκεται στην υπόθεση Παγκύπρια Αρτοποιεία ν. Σαββίδη
(1997)- Α.Α.Δ. 685, όπου η λιτή διατύπωση μια υπόθεσης χωρίς πλατειασμούς, χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της Δ.19 θ.
- Στην υπόθεση Σαββίδη, η συμπερίληψη στο δικόγραφο, ολόκληρου του κειμένου ενός εγγράφου και παράθεση αυτούσιας της συνομιλίας των παρισταμένων, σε συγκεκριμένη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων, κρίθηκε ως μεγάλης έκτασης παραβίαση του πιο πάνω κανόνα και διετάχθηκε η διαγραφή τους. Στην ίδια όμως υπόθεση αναγνωρίζεται η διαφοροποίηση που όχι μόνο επιτρέπει αλλά επιβάλλει την παράθεση του ακριβούς κειμένου, όπως δημοσιεύματα εφημερίδας σε αγωγή λίβελου και γίνεται αναφορά στην υπόθεση Αλήθεια ν. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Προτού εντάξω τους πιο πάνω κανόνες στο, ομολογουμένως, μακροσκελές και μεγάλο σε έκταση δικόγραφο των Εναγόντων, που καλύπτει 68 σελίδες, θα ασχοληθώ με την νομική πτυχή της αίτησης που στοχεύει στην διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων. Όπως αναγράφεται στο σύγγραμμα Pleadings Principles and Practice που ανάφερα πιο πάνω, συγκεκριμένα στη σελίδα 211 και επόμενα, αναλύεται η ευρύτατη εξουσία του Δικαστηρίου να ενεργήσει με τρόπο ώστε οι θεμελιώδεις αρχές σύνταξης των δικογράφων να τυγχάνουν εφαρμογής. Για το σκοπό αυτό προσδίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα διαγραφής και τροποποίησης δικογράφων έτσι ώστε να αποφεύγεται παράβαση των Θεσμών υπό τον όρο ότι το δικόγραφο ή μέρος αυτού θα χαρακτηριστεί ως σκανδαλώδες ή ότι επηρεάζει ή προκαλεί καθυστέρηση ή θα οδηγήσει σε μη δίκαιη δίκη ή ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Η διαγραφή μέρους δικογράφου επιτρέπεται, εφόσον αυτό δεν συνάδει με τις αρχές που διέπουν τη σύνταξη δικογράφου. Η εξουσία του Δικαστηρίου είναι διακριτική και προτού ασκηθεί λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Ανάλογη δικονομική δυνατότητα παρέχεται με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που ισχύουν στην Κύπρο και συγκεκριμένα με το Δ.19 θ.
- Η δυνατότητα διαγραφής από ένα δικόγραφο μαρτυρίας ή γεγονότων ενοχλητικών ή σκανδαλωδών μπορεί να στηριχθεί με επιτυχία στην Δ.19 θ.26 όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Cyber Group v. Charalambides και άλλων
(2004)1 Α.Α.Δ.1852. Ως προς τις πρόνοιες και την εμβέλεια εφαρμογής της Δ.19 θ.26 σχετικές είναι οι αποφάσεις Siakolas v. Federal Bank
(1998)1 A.A.Δ. 1338 και Βιομηχανία Αλωνεύτης ν. Alpha Bank
(2003)1 A.A.Δ.
- Για σκοπούς εξειδικευμένης αντίκρισης των εγειρομένων θεμάτων θα χωρίσω τα αιτήματα σε κατηγορίες. Στο πρώτο σκέλος θα εξετάσω τον ισχυρισμό για αναφορά σε νομοθεσία. Ο συνήγορος του ενάγοντα δεν αρνείται, πώς άλλωστε θα μπορούσε, την αναφορά σε νομοθεσία, αλλά ήταν, όπως ανέφερε απαραίτητο να τεθεί, για να τεκμηριωθούν τα γεγονότα και οι προϋποθέσεις του Νόμου. Παρόλο που είναι θεμελιακός κανών της σύνταξης δικογράφων ότι μια πλευρά πρέπει να αναφέρει τα ουσιώδη γεγονότα μόνο και όχι το Νόμο υπάρχει παράλληλα δυνατότητα έγερσης μέσα από το δικόγραφο ενός νομικού θέματος. Η διαφορά μεταξύ της παράθεσης του Νόμου, που είναι ανεπίτρεπτη και της έγερσης νομικού σημείου που είναι επιτρεπτό να τεθεί, είναι ότι παραθέτοντας το Νόμο μια πλευρά καταλήγει να δικογραφεί συμπεράσματα του Νόμου τα οποία επηρεάζουν τα γεγονότα της υπόθεσης. Από την άλλη πλευρά εγείροντας ένα νομικό θέμα ουσιαστικά περιορίζει και εξειδικεύει το συγκεκριμένο νομικό ερώτημα το οποίο βγαίνει από τα γεγονότα που δικογραφούνται. Είναι νομική αρχή, μεγάλης σπουδαιότητος, ότι για θέματα που άπτονται της δομής και της σημασίας νομοθετημάτων εξουσία έχει μόνο το Δικαστήριο. Με γνώμονα αυτή την αρχή πρέπει να σημειώσω ότι στις πιο κάτω παραγράφους υπάρχει ισχυρισμός ότι παρατίθεται από πλευράς Ενάγοντα ο Νόμος στο δικόγραφο.
- Παράγραφος 5(γ), σελίδα
- Διαβάζοντας το κείμενο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει ισχυρισμός, ο οποίος ξεκινά από την παράγραφο 3 που στοχεύει στο να καταδείξει τις ενέργειες της Εναγόμενης αλλά η αναφορά σε σειρά νομοθετημάτων που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 5(γ) σαφώς αντίκειται προς τη θεμελιακή αρχή ότι δεν πρέπει να δικογραφείται ο Νόμος αλλά μόνο τα ουσιώδη γεγονότα.
- Παράγραφος 10(γ), σελίδα
- Στην παράγραφο αυτή γίνεται μια όχι μόνο αναφορά στο Νόμο αλλά προχωρά ο Ενάγων και ερμηνεύει και τις σχετικές διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου για το θέμα αυτό. Σαφώς νομικό θέμα το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικογράφου.
- Παράγραφος 12(β), σελίδα
- Η αναφορά στις πρόνοιες του Νόμου και η κατάληξη ότι οι όροι του επενδυτικού σχεδίου είναι άκυροι ή παράνομοι σαφώς αποτελεί αντικείμενο που το Δικαστήριο θα καταλήξει όταν και εφόσον ακουστεί η μαρτυρία για την υπόθεση αυτή. Σαφώς δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σε δικόγραφο αυτού του είδους η νομοθετική πρόνοια.
- Παράγραφος 35(γ)(i)-(iii), σελίδα
- Στη συγκεκριμένη αυτή παράγραφο ο Ενάγων κάμνει αναφορά σε νομοθεσία και κανονισμούς και στη συνέχεια προχωρεί και αναγάγει καταλήγοντας σε συμπέρασμα που στόχο έχει να καταδείξει την παράβαση της νομοθεσίας και του κανονισμού. Θέμα εντελώς απαράδεκτο να συμπεριλαμβάνεται σε δικόγραφο.
- Παράγραφος 35(π), σελίδα
- Και σε αυτή την περίπτωση ο Ενάγων παραθέτοντας την νομοθεσία καταλήγει σε συμπέρασμα, γεγονός ανεπίτρεπτο για δικόγραφο.
- Παράγραφος 36(γ)(i)-(iii), σελίδα
- Σε αυτή την περίπτωση που σημειώνω ότι είναι πανομοιότυπη η αναφορά με την παράγραφο 35(γ) καταλήγει ο Ενάγων σε συμπέρασμα παραθέτοντας νομοθεσία, γεγονός ανεπίτρεπτο.
- Παράγραφος 39, σελίδα
- Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγων όχι μόνο παραθέτει τη νομοθεσία, τα συγκεκριμένα άρθρα, καταλήγει και σε συμπέρασμα παράβασης της νομοθεσίας, γεγονός ανεπίτρεπτο. Ως δεύτερο σκέλος θα εξετάσω τη συμπερίληψη μέσα στο δικόγραφο μαρτυρίας. Ούτε αυτή η πτυχή είναι αμφισβητούμενη από πλευράς Ενάγοντα λέγοντας ότι η αναφορά ήταν επιβεβλημένη, περιοριζόμενη στα ουσιώδη, έτσι ώστε να υπάρχει αποτελεσματικότητα στα εγειρόμενα θέματα και ταυτόχρονα να δίνεται σαφής εικόνα των θεμάτων που έχουν οι Εναγόμενοι να αντιμετωπίσουν.
- Παράγραφος 4(γ), σελίδα
- Το παράπονο της Εναγομένης είναι ότι ο Ενάγων παραθέτει μαρτυρία, δηλαδή περιλαμβάνει γεγονότα άσχετα και μη ουσιώδη αφού χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως "ένα από τους καλύτερους πελάτες". Στο σύγγραμμα Pleadings Principles and Practice που ανάφερα πιο πάνω, στη σελίδα 46 αναλύοντας τον όρο γεγονός και ουσιώδες γεγονός, τονίζεται με έμφαση ότι δεν είναι επιτρεπτό να δικογραφούνται επιχειρήματα, αιτιολόγηση, θεωρίες και συμπεράσματα. Χωρίς καμιά αμφιβολία η αναφορά σε καλό ή σε καλύτερο πελάτη είναι ένα ενδεχομένως αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο δεν έχει σχέση με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Αποτελεί μαρτυρία που σαφώς δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στο δικόγραφο.
- Παράγραφος 28(ε), σελίδα
- Η Εναγόμενη παραπονείται ότι η αναφορά από τον Ενάγοντα στην ικανότητα και/ή την δυνατότητα της Εναγόμενης να πωλήσει, στην προκειμένη περίπτωση τις μετοχές, αποτελεί μαρτυρία ανεπίτρεπτη που δεν πρέπει να αφεθεί να συμπεριληφθεί στο δικόγραφο. Συμφωνώ με την εισήγηση αυτή, η ύπαρξη ή όχι ικανότητας ή δυνατότητας αποτελεί συμπέρασμα το οποίο δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στα δικόγραφα χαρακτηριζόμενο ως ουσιώδες γεγονός.
- Παράγραφος 35(γ)(i)-(iii), σελίδα
- Πέραν από το παράπονο ότι οι συγκεκριμένοι παράγραφοι συμπεριλαμβάνουν αναφορά σε νομοθεσία για το οποίο έχω αναφερθεί προγενέστερα, η Εναγόμενη παραπονείται ότι η αναφορά σε πραγματοποιηθέντα κέρδη της Εναγόμενης σε ζημιά του Ενάγοντα, αποτελεί μαρτυρία ανεπίτρεπτη. Αυτή η εισήγηση με βρίσκει σύμφωνο γιατί τελικώς αποτελεί ένα συμπέρασμα κατά πόσο η πραγματοποίηση κέρδους από τη μια ή ζημιάς από την άλλη είναι στοιχείο που αποτελεί συμπέρασμα και θεωρία που θα αποτελέσει αντικείμενο απόφασης του Δικαστηρίου, γεγονός που δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνεται σε δικόγραφο.
- Παράγραφος 35(η), σελίδα
- Η αναφορά από τον Ενάγοντα σε συγγενικές ή συνδεδεμένες εταιρείες αποτελεί μαρτυρία άσχετη που πρέπει να διαγραφεί, αποτελεί το επιχείρημα της Εναγομένης. Σαφώς υπάρχει μαρτυρία άσχετη που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο διαγραφής. Στη συγκεκριμένη παράγραφο υπάρχει παράπονο και για τη συμπερίληψη ισχυρισμού για παρακαταθήκη που και πάλι αποτελεί ένα νομικό συμπέρασμα το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμπερίληψης σε δικόγραφο. Ως τρίτο σκέλος θα αντιμετωπίσω το θέμα της ισχυριζόμενης επανάληψης των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης. Ο συνήγορος του Ενάγοντα πρότεινε ότι τούτο είχε καταστεί αναγκαίο για να υπάρχει συμπληρωμένη εικόνα των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν τις διαφορετικές αιτίες αγωγής, που ο Ενάγων προβάλλει μέσα από την Έκθεση Απαίτησης του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pleadings Principles and Practice που ανάφερα πιο πάνω, σελίδα 55 και επόμενα, κάθε πλευρά σε μια κατάλληλη υπόθεση μπορεί να συμπεριλαμβάνει στο δικόγραφο διαζευκτικούς και αστήρικτους ισχυρισμούς ουσιωδών γεγονότων, υπό τον όρο ότι τίθενται διαφορετικά και κεχωρισμένα. Κάτω από αυτό το δοσμένο γεγονός δικαιούται να προβάλει απαίτηση εδραζόμενη σε διαζευκτικά ή σε διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα, έστω και αν είναι αστήρικτα. Αποτελεί όμως υποχρέωση αυτοί οι ισχυρισμοί να τίθενται ξεχωριστά και τα συγκεκριμένα γεγονότα που συνθέτουν κάθε αγώγιμο δικαίωμα να τίθενται σε διαφορετικό σημείο έτσι ώστε ο Εναγόμενος να μπορεί να εγείρει διαφορετικές υπερασπίσεις ή και ακόμη να απαντήσει στις διαφορετικές αιτίες αγωγής. Κάτι τέτοιο ουσιαστικά επιχείρησε ο Ενάγων να κάμει. Σαν μια γενική παρατήρηση, που ισχύει σχεδόν σε όλες τις παραγράφους για τις οποίες θα αναφερθώ μεταγενέστερα, τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση αυτή παρόλο που υπάρχουν εναλλακτικές αιτίες αγωγής δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Συνεπώς η επανάληψη τους με στόχο την συμπερίληψη τους στο δικόγραφο αποτελεί κατάχρηση του δικαιώματος, κάτι που το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι δεν γίνεται. Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 5(β), σελίδα 3 είναι σε κάποιο βαθμό πανομοιότυποι με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 5(α). Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 6(ζ), επαναλαμβάνονται στην παράγραφο 6(ε). Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 9(ε) επαναλαμβάνονται στην παράγραφο 10(α), 10(δ), 10(ε)(i) και 10(ε)(ii). Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 14(α) και (β) επαναλαμβάνονται στην παράγραφο
- Στο σημείο αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να αναλύσω κάθε μία από τις παραγράφους που αναφέρονται απλώς πρέπει να τονίσω ότι το αίτημα της Εναγόμενης είναι ορθό και συγκεκριμένα τα αιτήματα στο παράρτημα (Α) της αίτησης, δηλαδή τα αιτήματα κάτω από τις παραγράφους 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19, 20, 22, 24, 25, 26, 27, 28, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67 και 68 είναι ορθά γιατί υπάρχει κατ΄ επανάληψη αναφορά στα ίδια γεγονότα χωρίς να χρειάζεται αφού τα γεγονότα είναι τα ίδια και δεν χρειάζεται να περιλαμβάνονται σε τέτοια έκταση. Η επανάληψη αυτή είναι διάχυτη σε όλο το εύρος της Έκθεσης Απαίτησης. Συνακόλουθα βρίσκω το αίτημα της Εναγόμενης βάσιμο γιατί αν επιτραπεί η έναρξη της διαδικασίας με όλο αυτό το δικογραφημένο υλικό η διαδικασία δεν θα μπορεί να διεξαχθεί μέσα σε λογικά πλαίσια. Με γνώμονα τα πιο πάνω η αίτηση της Εναγόμενης θα έχει επιτυχή κατάληξη. Έχω προβληματιστεί ως προς το διάταγμα το οποίο θα πρέπει να εκδώσω στην προκείμενη περίπτωση. Υπάρχει αίτημα για διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης ή διαζευκτικά για έκδοση διατάγματος διαγραφής των συγκεκριμένων παραγράφων που έχω αναφέρει πιο πάνω. Δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε ειδικό επιχείρημα που να δικαιολογεί την ολική διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Εκ των πραγμάτων όμως, έχοντας υπόψη μου ότι μεγάλος αριθμός παραγράφων θα διαγραφεί, με αποτέλεσμα να είναι σαφώς μειονεκτική η θέση του Ενάγοντα όχι μόνο γιατί γεγονότα που ενδεχομένως θα ήθελε να προβάλει δεν θα συμπεριλαμβάνονται στο δικόγραφο, αλλά το σημαντικότερο και πιστεύω ότι αποτελεί την ουσία του θέματος, το δικόγραφο έτσι περιορισμένο δεν θα έχει ούτε συνοχή ούτε δομή, γεγονός που θα καταστήσει από τη μια την διεξαγωγή της δίκης προβληματική και από την άλλη ενδεχομένως να στερήσει τον Ενάγοντα από την δυνατότητα προβολής ολοκληρωμένων των θέσεων του. Συνακόλουθα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πρέπει να διαγράψω ολόκληρη την Έκθεση Απαίτησης και εκδίδεται Διάταγμα Διαγραφής ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης η οποία καταχωρίστηκε στις 17.11.
- Ταυτόχρονα δίδεται δικαίωμα στον Ενάγοντα να καταχωρήσει νέα Έκθεση Απαίτησης εντός 30 ημερών από σήμερα. Ο χρόνος καταχώρησης της Υπεράσπισης παρατείνεται για 30 ημέρες μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της ακρόασης, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο