ΠΑΝΔΩΡΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ ν. Σάββα Ιακώβου Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1658/02, 30.5.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1658/02 Μεταξύ: ΠΑΝΔΩΡΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ Εναγόντων Και
- Σάββα Ιακώβου Δημητρίου
- Χρυσόστομου Ιακώβου Δημητρίου Εναγομένων -------------- Ημερομηνία:30.5.2006 Αίτηση ημερ. 30.12.05 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Για Εναγομένους-Αιτητές κ. Π. Αγγελίδης (ουδείς για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Γ. Δημητριάδης (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Ε. Μιχαήλ) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εκδοθείσα στις 7.12.2005 απόφαση του Δικαστηρίου δεν έμελλε να οδηγήσει σε τερματισμό της διαφοράς των διαδίκων σε σχέση με την πώληση δύο κτημάτων από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς τους Ενάγοντες. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης οι Εναγόμενοι καταχώρησαν, όπως άλλωστε ήταν δικαίωμα τους, έφεση στις 23.12.
- Με την αίτηση, αντικείμενο της παρούσας απόφασης, οι Εναγόμενοι διεκδικούν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδίκασης της πιο πάνω έφεσης. Η επιτυχία της έφεσης και η αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής, για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αποτελεί το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Χρυσόστομου Δημητρίου, Εναγόμενου 2, ημερ. 30.12.
- Σε μια συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο ίδιος Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία εμπορίας και εκμετάλλευσης γης. Εάν δεν δοθεί η αναστολή προστίθεται, και οι Εναγόμενοι μεταβιβάσουν την περιουσία τους στους Ενάγοντες οι τελευταίοι θα μπορούν να την αξιοποιήσουν, γεγονός που θα οδηγήσει στην πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Εναγόμενους ακόμα και αν κερδιθεί η έφεση που καταχώρησαν. Στην ένορκη δήλωση του κ. Αιμίλιου Θεοδούλου, υπαλλήλου των Εναγόντων, που καταχωρίστηκε για σκοπούς ένστασης, τονίζεται ότι δεν δικαιολογείται και ούτε αποκαλύπτονται επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής. Μόνο η καταχώρηση έφεσης, συνεχίζει, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αναστολή. Στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 29.3.2006, ο ίδιος ενόρκως δηλών αποδέχεται ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εκμετάλλευσης γης αλλά, όπως αναφέρει, δεν υπάρχουν άμεσα σχέδια για εμπορική εκμετάλλευση των επιδίκων κτημάτων, δηλώνοντας παράλληλα ότι είναι έτοιμοι να επαναμεταβιβάσουν το κτήμα, αν και εφόσον, η έφεση έχει επιτυχή κατάληξη. Αν, προσθέτει ο ενόρκως δηλών, δεν συντελεστεί η εγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματι των Εναγόντων θα απολέσουν το δικαίωμα τους για ειδική εκτέλεση. Ταυτόχρονα, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι Αιτητές δεν προσφέρουν ούτε δηλώνουν ετοιμότητα για προσφορά οποιασδήποτε εγγύησης για οικονομική ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεχθεί την αίτηση και εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων-Αιτητών, πέρα, από την υπόμνηση του δικαιώματος έφεσης και της προσφερόμενης αναστολής εκτέλεσης, εξειδικεύει την προκείμενη περίπτωση λέγοντας, ότι πρόκειται περί ακινήτου ιδιοκτησίας η οποία αν μεταβιβαστεί θα υποχρεωθούν οι Ενάγοντες να καταβάλουν μεταβιβαστικά τέλη και οι Εναγόμενοι να πληρώσουν φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, ποσά τα οποία δεν είναι ανακτήσιμα σε περίπτωση επαναμεταβίβασης του κτήματος. Παράλληλα, ο κ. Αγγελίδης έκαμε αναφορά στην συγκεκριμένη αναγκαιότητα προστασίας των δικαιωμάτων των Εναγομένων επειδή ακριβώς το αντικείμενο της έφεσης είναι ακίνητη ιδιοκτησία. Αυτή η κατηγορία αντικειμένων πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης γιατί από την φύση τους από τη μια και της εργασίας των Εναγόντων από την άλλη, ως εταιρεία εκμετάλλευσης γης, πρέπει να αντιμετωπιστούν διαφορετικά περιλαμβανομένης, εκτός από την έκδοση διατάγματος αναστολής, την μη υποχρέωση παροχής εγγύησης από τους Εναγόμενους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση έκαμε αναφορά στη γενική αρχή που διέπει αιτήσεις αυτής της μορφής, λέγοντας ότι η εξισορρόπηση της ουσίας μιας απόφασης από τη μια και του δικαιώματος έφεσης από την άλλη δεν πρέπει να οδηγήσουν σε αποστέρηση, από ένα επιτυχόντα διάδικο, της δυνατότητας να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του. Οι Ενάγοντες είναι όντως εταιρείας εκμετάλλευσης γης, αλλά είναι έτοιμοι να αποδεχθούν, όπως είπε ο κ. Δημητριάδης, διάταγμα του Δικαστηρίου για την μη επιβάρυνση ή αποξένωση των δύο τεμαχίων γης, αν και εφόσον τους μεταβιβαστούν. Υπάρχει, πρόσθεσε ο συνήγορος, μια αντίθεση. Από την μια οι Εναγόμενοι επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, δηλαδή αναστολής του διατάγματος μεταβίβασης των κτημάτων στους Ενάγοντες και από την άλλη ενώ αποδέχονται ότι είναι εταιρεία εκμετάλλευσης γης δεν προσφέρουν καμιά εγγύηση για τυχόν ζημιές. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ως προς το θέμα της μη υλοποίησης της μεταβίβασης εντός της προθεσμίας που ήγειραν οι Ενάγοντες, τούτο μπορεί να αντιμετωπιστεί με την έκδοση καταλλήλου διατάγματος. Οι λόγοι που προβάλλονται για την αναστολή, κατέληξε επί του προκειμένου ο συνήγορος, δεν στοιχειοθετούν διάταγμα για τέτοια αναστολή. Το βασικό ερώτημα το οποίο τίθεται είναι αν και κατά πόσο η καταχώρηση έφεσης απολήγει σε αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης μιας απόφασης. Η απάντηση είναι αρνητική. Η θέση αυτή εδράζεται στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που καταδεικνύεται εκτός, από τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και θα παραθέσω πιο κάτω, στις υποθέσεις Βογιαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 591 που αναφέρεται στις σελίδες 594-595 ότι: "Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτο, της φυσιολογικής προσδοκίας του Ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της δίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε, και δεύτερο, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα." Το απόσπασμα αυτό υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα,
(1997)1 Α.Α.Δ. 797. Το ποιές αρχές και κριτήρια ισχύουν για την παραχώρηση αναστολής μιας απόφασης ή ενός διατάγματος τέθηκαν, επιβεβαιώνοντας παλαιότερη νομολογία στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, δηλαδή η εξισορρόπηση δύο παραγόντων: Αφενός της διαφύλαξης της δραστικότητας της πρωτόδικης απόφασης σε συνάρτηση με το δικαίωμα του επιτυχόντος διάδικου να θρέψει τ΄ αποτελέσματα της επιτυχίας του και αφετέρου η διασφάλιση της ζωτικότητας του δικαιώματος έφεσης. Σχετικές επί του προκειμένου είναι και οι μεταγενέστερες υποθέσεις Α. Θωμά ν. Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω), Παπακόκκινου ν. Γλυκής
(1998)1 Α.Α.Δ. 513, Loukos v. Rainbow
(2000)1 A.A.Δ. 1014, Μιχαήλ ν. Πούλλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 438 Ros Estates κ.ά. (αρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 147, Χαραλάμπους ν. Panagides
(2001)1 A.A.Δ. 1978 και Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Παράλληλα όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958 και συγκεκριμένα στις σελίδες 1697 και 1698, η οποιαδήποτε αναστολή παρέχεται συναρτούμενη πάντοτε με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η δε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με γνώμονα τα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αυτά επιβάλλουν. Τα γεγονότα που συνθέτουν την αίτηση αυτή πέραν από την έκδοση απόφασης και την καταχώρηση έφεσης, στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, είναι αποδεκτό ότι το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς είναι δύο κτήματα γης τα οποία βρίσκονται στην ιδιοκτησία των Εναγομένων 1 και
- Είναι παράλληλα αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εκμετάλλευσης γης. Δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε εξειδικευμένος ισχυρισμός ως προς την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης, πλην όμως αυτό το στοιχείο, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Βογιαζιανού (πιο πάνω), είναι παράγοντας με οριακή σημασία. Ένα άλλο στοιχείο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν άμεσα σχέδια για την εμπορική εκμετάλλευση, τουλάχιστον σ΄ αυτό το στάδιο, των επιδίκων κτημάτων. Ξεκινώντας από το δεδομένο ότι το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα δικαιώματα, επιβάλλεται όπως σταθμίσει κάθε γεγονός που σχετίζεται με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα επίδικα κτήματα εξακολουθούν μεν να είναι εγγεγραμμένα στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, πλην όμως οι Ενάγοντες στερούνται του δικαιώματος χρήσης τους με οποιονδήποτε τρόπο, γεγονός για το οποίο οι ίδιοι οι Εναγόμενοι συμφώνησαν με βάση τη συμφωνία ημερ. 16.11.2001, όπως αυτό εξάγεται από τα γεγονότα που το Δικαστήριο είχε αποδεχθεί κατά την έκδοση της απόφασης. Ένα δεύτερο στοιχείο που με έχει απασχολήσει είναι το γεγονός ότι η υλοποίηση της απόφασης, δηλαδή η μεταβίβαση του κτήματος στους Ενάγοντες θα επιφέρει την πληρωμή χρηματικού ποσού τόσο από τους Ενάγοντες με τη μορφή των μεταβιβαστικών τελών όσο και από τους Εναγόμενους με τη μορφή του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών. Τα ποσά αυτά ενδεχομένως να είναι ανακτήσιμα, αλλά σίγουρα απαιτούν μια επιπρόσθετη διαδικασία και δαπάνη που θα μπορούσε να αποφευχθεί σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος αναστολής. Ως τρίτο στοιχείο με έχει απασχολήσει το γεγονός ότι μπορεί άμεσα να μην υπάρχουν σχέδια για εμπορική εκμετάλλευση από τους Ενάγοντες, πλην όμως είναι έκδηλο ότι η δυνατότητα χρήσης ενός περιουσιακού στοιχείου είναι παράγοντας ο οποίος δεν μπορεί να παραγνωριστεί ιδιαίτερα, όταν το αντικείμενο του δικαιώματος αυτού επιβεβαιώθηκε και από Δικαστική απόφαση. Μετά από συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων και υπό το φως των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας διατάσσω την αναστολή των διαταγμάτων (Α) και (Β) της απόφασης μου ημερ. 7.12.2005, με τους πιο κάτω όρους: (α) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ή οποιοσδήποτε από αυτούς, να καταθέσουν στο Δικαστήριο το ποσό των £20.000 ή να παράσχουν τραπεζική εγγυητική για ισάξιο ποσό, ως εγγύηση, για την περίοδο από σήμερα μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση που έχουν καταχωρήσει ημερ. 23.12.2005, εναντίον της πιο πάνω απόφασης ή την μέχρι την με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τερματισμό της έφεσης. (β) Οι Εναγόμενοι να καταβάλουν στους δικηγόρους των Εναγόντων τα επιδικασθέντα έξοδα της αγωγής, με παράλληλη υποχρέωση των τελευταίων για επιστροφή του ποσού, σε περίπτωση έκδοσης αναλόγου περιεχομένου διατάγματος του Εφετείου. Παρέχεται χρονικό διάστημα 15 ημερών στους Εναγόμενους για να συμμορφωθούν με τους όρους αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και
- (Υπ.) .............................................. Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο