Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν ν. Jamal Y Khan κ.α., Αρ. Αγωγής: 1259/99, 31.5.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1259/99 Μεταξύ: Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν Εναγόντων Και Jamal Y. Khan, από τις Η.Π.Α. Deena Y. Khan, από το Μπαχρέιν Εναγομένων ------------------------ Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 10.4.2001 Μεταξύ: Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν Εναγόντων Και
- Jamal Y. Khan από τις Η.Π.Α.
- Deena Y. Khan από το Μπαχρέιν
- Γενικού Εισαγγελέας Δημοκρατίας υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Sagheer Khan Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 31.5.2006 Αίτηση για ασφάλεια εξόδων ημερ. 13.1.2003 Για Εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές κ. Μελίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Μ. Ιωάννου) Για Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Κ. Βελάρης με κα Ελ. Κονναρή (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Ζανούπας) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες διεκδικούν μεταξύ άλλων, την έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος Mohamed Sagheer Khan ο οποίος, όπως είναι ο ισχυρισμός τους, απεβίωσε άγαμος και δεν κατέλειπε εξ αίματος επιζώντες κληρονόμους. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2 ότι είναι εξ αίματος συγγενείς του αποβιώσαντα και δικαιούνται στην κατοχή και κάρπωση της περιουσίας του. Μέσα στο πλαίσιο της αγωγής οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία διεκδικούν την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων, λαμβανομένου υπόψη ότι οι Ενάγοντες είναι χώρα η οποία δεν διαθέτει πρεσβεία στην Κύπρο ούτε είναι κάτοχος οποιασδήποτε περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον τους. Η αίτηση βασίζεται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Ιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων, η οποία πέραν από την αναφορά σε νομική υπεράσπιση των Εναγομένων, κάμνει αναφορά σε μια αγωγή, που είχε εγερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας από τους Ενάγοντες εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα και η οποία τελικώς απερρίφθη, γιατί οι πρώτοι δεν είχαν καταθέσει τη διαταχθείσα τραπεζική εγγύηση για κάλυψη των εξόδων. Ως εκ τούτου προσθέτει η ενόρκως δηλούσα, τα έξοδα τα οποία είχαν επωμιστεί οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέμειναν απλήρωτα. Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα παραθέτει λεπτομέρειες των διαδικασιών που έχουν μέχρι τώρα διεξαχθεί και επίσης ένα υπολογισμό των εξόδων μέχρι την συμπλήρωση της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες με τη δική τους ένσταση προβάλλουν ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση, η οποία έγινε κακόπιστα, είναι αχρείαστη και στοχεύει στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Στη συνέχεια αναφέρονται στην ιδιότητα των Εναγόντων ως κυρίαρχο κράτος με απεριόριστη οικονομική δυνατότητα οι οποίοι εκπροσωπούνται νομίμως στην Κύπρο βάσει των Διπλωματικών Θεσμίων και της Αμοιβαιότητας, έχουν δε προξενείο στην Κύπρο. Με την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Κονναρή, ενός από τους δικηγόρους των Εναγόντων, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα ποσά που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι διογκωμένα και ανακριβή. Αμφισβητείται η ορθότητα του ισχυρισμού για μη κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας που είχε εγερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπως επίσης και άλλες διαδικασίες που ακολούθησαν μεταξύ του κράτους του Πακιστάν, των τότε διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα όπως και άλλων προσώπων, που είναι, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, άσχετα με το θέμα που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου για εκδίκαση. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών κάμνει αναφορά στην απεριόριστη οικονομική δυνατότητα του κράτους του Πακιστάν και της νόμιμης διπλωματικής εκπροσώπησης των συμφερόντων του συγκεκριμένου κράτους στην Κύπρο, για να καταδείξει ότι η οποιαδήποτε ανησυχία των Εναγομένων μπορεί να διασκεδαστεί με την καταβολή εξόδων, εάν και εφόσον οι Ενάγοντες διαταχθούν να το πράξουν. Παράλληλα, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι συγκεκριμένο ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 από τους τότε διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ταυτόχρονα ένα ποσό χρημάτων είχε κατατεθεί στο λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου των Εναγομένων 1 και
- Στα πλαίσια της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2, έγινε μια λεπτομερής αναφορά στα γεγονότα που συνθέτουν την αγωγή 2725/95 του επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για να καταδειχθεί η αποτυχία των Εναγομένων 1 και 2 να καταθέσουν την ασφάλεια εξόδων. Το επιχείρημα ήταν ότι αν η παράλειψη επαναληφθεί θα αποβεί σε ζημιά των Εναγομένων 1 και
- Τα οποιαδήποτε ποσά έχουν κατατεθεί αποτελούν μέρος της ανταπαίτησης των Εναγομένων 1 και 2 και ιδιαίτερα ποσά τα οποία έχουν διατεθεί σε αξιωματούχους των Εναγόντων. Η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων εδράζεται, όπως ανέφερε ο κ. Μελίδης, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο βασίζεται στις λεπτομέρειες προκαταρκτικού καταλόγου ο οποίος τείνει να καθορίσει το ύψος του ποσού. Η διαπίστωση της συνήθους κατοικίας ενός Ενάγοντα στο εξωτερικό, αποτελεί το θεμέλιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση οι Ενάγοντες είναι ένα ξένο κράτος, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την εισήγηση του συνήγορου, παρά μόνο ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Η ύπαρξης και μόνο προξενείου δεν αποτελεί στοιχείο που μπορεί να καταδείξει ότι οι Ενάγοντες έχουν περιουσία ή προέρχονται από την Κύπρο. Η ύπαρξη περιουσίας έχει μείνει σε θεωρητικό επίπεδο, όπως είχε αναφέρει ο συνήγορος, γιατί δεν απαιτείται η ύπαρξη περιουσίας μόνο, αλλά περιουσίας δυναμένης να διατεθεί προς εκτέλεση. Παρόλο τον ισχυρισμό περί απεριόριστης οικονομικής δυνατότητας η απουσία καταβολής της ασφάλειας εξόδων στα πλαίσια της αγωγής 2725/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας καταδεικνύει την αδυναμία των Εναγόντων να καταβάλουν τα έξοδα των Εναγομένων. Και αυτή η ενέργεια πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Στην ιδία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφέρθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων κάμνοντας αναφορά στη σχετική διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει, πρόσθεσε ο κ. Βελάρης, όταν και εφόσον διαπιστωθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν την μόνιμη διαμονή τους εκτός Κύπρου να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει καλή βάση αγωγής προτού εκδοθεί σχετικό διάταγμα, εξετάζοντας ταυτόχρονα και όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Ο συντηρητισμός, κατά την έκφραση του συνήγορου, που υπήρχε προγενέστερα τείνει να εξαλειφθεί και η πιο "μοντέρνα" προσέγγιση είναι να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εναντίον της έκδοσης διατάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση οι Ενάγοντες διαμένουν στο εξωτερικό. Αφού πρόκειται περί ξένου κράτους. Η πιθανότητα όμως επιτυχίας τους είναι περισσότερη από δεδομένη λαμβανομένου υπόψη ότι επιδιώκουν να κληρονομήσουν ένα υπήκοο του κράτους τους ο οποίος απεβίωσε χωρίς κληρονόμους. Διερωτούμενος ο κ. Βελάρης ποια είναι η υπεράσπιση, απάντησε ο ίδιος, λέγοντας ότι είναι καταφανώς ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η υπόθεση εκκρεμεί από το 1999 είναι ένας άλλος λόγος που πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εναντίον της έκδοσης διατάγματος. Οι Ενάγοντες δεν έχουν πρεσβεία στην Κύπρο αλλά ο πρέσβης του Πακιστάν στο Λίβανο είναι διαπιστευμένος και στη Λευκωσία. Υπάρχει δε επανδρωμένο προξενείο στην Κύπρο. Την ύπαρξη διπλωματικών σχέσεων την αποδέχθηκαν και οι δικηγόροι των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, συνέχισε ο συνήγορος, εισέπραξαν μεγάλο ποσό χρημάτων, τα οποία δεν δικαιούνται να κατέχουν, συνεπώς δεν μπορούν τώρα να εισηγούνται την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Υπάρχει και συνεναγόμενος στην Κύπρο, συνεπώς κατέληξε επί του προκειμένου δεν πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Θα ήταν, όπως είπε ο συνήγορος, άκομψο να ζητηθεί από ένα κράτος να καταβάλει χρήματα γιατί υπάρχει ενδεχόμενο ή ισχυρισμός ότι δεν θα τιμήσει την υποχρέωση του να πληρώσει έξοδα. Είναι αυτονόητο, είπε ο συνήγορος, ότι ένα φιλικό κράτος θα σεβόταν οποιανδήποτε απόφαση άλλου κράτους. Υπάρχουν υποθετικά ποσά πολύ εξογκωμένα τα οποία πρέπει να υπολογιστούν σωστά και να μην ληφθούν υπόψη. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει εγγυοδοσία, ρυθμίζεται από την Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ευρείας ανάλυσης έτυχε η διαταγή αυτή στην υπόθεση Union Cooperative Argicoles v. Apak Agro Industries Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 1170. Βλέπε επίσης Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653, TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορική Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Α.Ε.,
(2003)1 A.A.Δ. 459 και Studland v. Σοφρωνίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809. Στην υπόθεση Stejaru v. Ιωάννου
(2002)1 Α.Α.Δ. 903, επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι η απουσία διάδικου στο εξωτερικό δημιουργεί εκ πρώτης όψεως δικαίωμα για ασφάλεια εξόδων. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο υπάρχει στην κατοχή του Ενάγοντα περιουσία στην Κύπρο και η ισχύς της υπόθεσης του. Το βάρος δε τεκμηρίωσης ισχυρής υπόθεσης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα. Οι αρχές της υπόθεσης Stejaru (ανωτέρω) επιβεβαιώθηκαν στην υποθέσεις TBF (Cyprus) Ltd και Studland (ανωτέρω). Προτού συμπληρώσω τις νομικές αρχές πρέπει να επισημάνω ότι η αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος εγγυοδοσίας δεν πρέπει να απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο [βλέπε Conway (ανωτέρω)]. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης πρέπει να σημειώσω ότι κατά την έναρξη της ακρόασης είχα επισημάνει στους δικηγόρους ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση φέρει ημερομηνία ένα μήνα μετά την καταχώρηση της ένστασης. Ταυτόχρονα, εξετάζοντας την αίτηση έχω διαπιστώσει ότι και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι κατά τρεις ημέρες προγενέστερη της αίτησης. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση της ενστάσεως πρόκειται περί καθαρά τυπογραφικού λάθους, στην δε περίπτωση της αίτησης σημειώνω ότι παρόλο που η ένορκη δήλωση είναι προγενέστερη δεν επηρεάζει ποσώς την διαδικασία από τη στιγμή που οι Ενάγοντες έχουν κάμει ένα επόμενο βήμα, δηλαδή, βασιζόμενοι στα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ενήργησαν και καταχώρησαν σχετική ένσταση με ένορκη δήλωση, απαντώντας στους προβληθέντες ισχυρισμούς. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι οι Ενάγοντες ως ανεξάρτητο κράτος διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία. Υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Πρέσβης του Πακιστάν που είναι διαπιστευμένος στο Λίβανο, είναι παράλληλα διαπιστευμένος και στην Κυπριακή Δημοκρατία και η χώρα αυτή διατηρεί προξενείο στην Λευκωσία. Κάτω από αυτό το πρίσμα θα εξετάσω αν μια χώρα έχει υποχρέωση να παράσχει, αν διαταχθεί, εγγυοδοσία. Το θέμα έχει απασχολήσει τα Αγγλικά Δικαστήρια το 1876 και αναφέρομαι στην υπόθεση Republic of Costa Rica v. Erlanger 3 Ch. D. 62 στην οποία αποφασίστηκε ότι μια ξένη χώρα έχει υποχρέωση, ως διάδικος, να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Θα εξετάσω το θέμα κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, δηλαδή κάτω από την ιδιότητα του κράτους και των υποχρεώσεων ή δικαιωμάτων που έχει σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο από τη μια και την νομοθεσία της χώρας μας από την άλλη, εντός του πλαισίου της διεθνώς αναγνωρισμένης ασυλίας και ετεροδικίας, την οποία απολαμβάνουν τα κράτη. Υπάρχει η δυνατότητα σε μια χώρα να παραμερίσει την ασυλία που απολαμβάνει και να υπαχθεί στην δικαιοδοσία των Δικαστηρίων άλλου κράτους. Αυτό μπορεί να γίνει είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα International Law του Malcolm N. Shaw 5η έκδοση, σελίδα 660, μια χώρα τεκμαίρεται ότι έχει υπαχθεί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όταν και εφόσον προχωρήσει στην καταχώρηση δικαστικής διαδικασίας στη χώρα, στην προκείμενη περιπτώσει στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Βλέπε επίσης Principles of International Law του Ian Brownlic, 6η Έκδοση, σελίδα 335. Ως προς την ασυλία που απολαμβάνουν οι ξένες χώρες, σχετικές είναι οι Συμβάσεις της Βιέννης του 1961 και του 1963 οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και αναφέρομαι στον Περί της Συμβάσεως της Βιέννης του 1961 Περί Διπλωματικών Σχέσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1968 (Ν.40/68) και στον Περί της Συμβάσεως της Βιέννης Περί Προξενικών Σχέσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1976 (Ν.7/76). Το άρθρο 32
(1)του Νόμου 40/68 προσφέρει τη δυνατότητα στο διαπιστεύον κράτος να παραιτηθεί του δικαιω΄ματος προβολής της ασυλίας ως προς τη δικαιοδοσία, παράλληλα όμως η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου επιβάλλει ότι η παραίτηση από την ασυλία της δικαιοδοσίας δεν θεωρείται ως επαγόμενη παραίτηση ασυλίας ως προς τα μέτρα εκτέλεσης, και απαιτείται επί τούτου χωριστή παραίτηση. Στο ίδιο πνεύμα γίνεται η αναφορά στο σύγγραμμα International Law (πιο πάνω) στις σελίδες 662 και
- Εντάσσοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν τις σχέσεις κρατών θα εξετάσω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η καταχώρηση και μόνο από τους Ενάγοντες της παρούσας αγωγής, που σημειώνω έγινε στις 22.3.1999, τεκμαίρεται ότι ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα προβολής ασυλίας, ως προς τη δικαιοδοσία. Το θέμα το οποίο εξετάζεται όμως σήμερα είναι κατά πόσο σε περίπτωση που οι Ενάγοντες διαταχθούν να καταβάλουν τα έξοδα των Εναγομένων, θα μπορούν οι τελευταίοι να προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγόντων. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι οι Ενάγοντες είναι στο εξωτερικό, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι δεν έχουν περιουσία στην Κύπρο. Η ύπαρξη προξενικού γραφείου με ενδεχομένως κάποια περιουσία δεν αρκεί, αφού αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ή αντικείμενο εκτελεστικών μέτρων. Το άρθρο 22 του Νόμου 40/68 προσδιορίζει ότι ο χώρος μιας διπλωματικής αποστολής είναι απαραβίαστος και το ίδιο αναφέρεται στο άρθρο 31 του Νόμου 7/
- Η παράγραφος 3 του άρθρου 22 του Νόμου 40/68 και η παράγραφος 4 του άρθρου 31 του Νόμου 7/76, καθορίζουν ότι υφίσταται ασυλία εναντίον οποιασδήποτε κατάσχεσης ή εκτέλεσης μέτρων εναντίον της περιουσίας ή της επίπλωσης οποιασδήποτε αποστολής. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή δήλωση των Εναγόντων ότι δέχονται άρση της ασυλίας ως προς την εκτέλεση δικαστικών μέτρων, συνεπώς βρίσκω ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα ανεύρεσης περιουσίας δυναμένης να οδηγήσει σε εκτέλεση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, σε σχέση με τα έξοδα, γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικίνητρο για την έκδοση διατάγματος εγγυοδοσίας. Μετά την διαπίστωση ότι οι Ενάγοντες είναι στο εξωτερικό και ότι δεν έχουν περιουσία στην Κύπρο, ιδιαίτερα ακίνητη [Studland (ανωτέρω)] θα πρέπει να εξετάσω το τελευταίο σκέλος που επιβάλλει η νομολογία και αυτό είναι η ισχύς της υπόθεσης των Εναγόντων [βλέπε Stejaru (ανωτέρω)]. Ο ισχυρισμός των Εναγόντων όπως προβάλλεται από την Έκθεση Απαίτησης και ουσιαστικά αποτελεί τη θεμελιακή βάση της αγωγής, είναι ότι ο αποβιώσας, υπήκοος της χώρας του Πακιστάν, απεβίωσε χωρίς να αφήσει οποιονδήποτε κληρονόμο. Αυτό το γεγονός αμφισβητείται έντονα από τους εναγόμενους 1 και 2, γεγονός που δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι η υπόθεση των Εναγόντων είναι τόσο ισχυρή που δεν πρέπει να εξετάσει ενδεχόμενο παροχής εγγυοδοσίας. Η αμφισβήτηση όλων αυτών των γεγονότων που συνθέτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, από μια μακροσκελή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, σαφώς δεν επιτρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει, σε αυτό το πολύ αρχικό στάδιο και κάτω από τα πλαίσια της εξέτασης αίτησης για εγγυοδοσία, ότι είναι τέτοια που δεν πρέπει να προχωρήσει και να εκδώσει διάταγμα. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι οι Ενάγοντες ως διάδικοι πρέπει, αφού ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.60 θ.1 να παράσχουν ασφάλεια, ως προς τα έξοδα των Εναγομένων 1 και
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές έχουν καταχωρήσει ένα κατάλογο των προβλεπόμενων εξόδων ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν έξοδα τα οποία έχουν δημιουργηθεί και αφετέρου έξοδα τα οποία θα δημιουργηθούν σε περίπτωση συνέχισης της παρούσας αγωγής. Είναι έκδηλο ότι παρόλο που η αναγκαιότητα παράθεσης καταλόγου οδηγεί το Δικαστήριο σε ένα πιο ασφαλές συμπέρασμα ως προς το ύψος των εξόδων, είναι ταυτόχρονα αχρείαστο και υπερβολικό το Δικαστήριο να διατάξει σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο τους Ενάγοντες να καταβάλουν ένα τεράστιο ποσό χρημάτων για διαδικασίες οι οποίες δεν έχουν ακόμη, όχι μόνο διεξαχθεί αλλά ούτε καν τροχοδρομηθεί. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι στην παρούσα διαδικασία αμφότερες οι πλευρές δεικνύουν να προσπαθούν να καθυστερήσουν την διεξαγωγή της δίκης και αυτό το συμπέρασμα εξάγεται από το γεγονός ότι εκκρεμούσαν 10 αιτήσεις για ενδιάμεσα διαδικαστικά μέτρα για εκδίκαση και η παρούσα, δηλαδή η αίτηση για ασφάλεια εξόδων, είναι μια από αυτές. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω βρίσκω ότι οι Ενάγοντες πρέπει να καταχωρήσουν ασφάλεια εξόδων ύψους £12.
- Η ασφάλεια να κατατεθεί υπό την μορφή της τραπεζικής εγγύησης, της ικανοποίησης του Πρωτοκολλητή, εντός 45 ημερών από σήμερα. Η υπόθεση αναβάλλεται επ΄ αόριστον μέχρι καταχώρησης της εγγύησης. Σε περίπτωση δε μη καταχώρησης της πιο πάνω εγγύησης, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η υπόθεση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων. (Υπ.) ............... Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο